Σαν παραμύθι -Ελευθεροτυπία (1975) – Απόσπασμα από το βιβλίο του Λ.Κομίνη

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΟΜΙΝΗΣ

2. Ελευθεροτυπία (1975) 

Ηταν Μάης του 1975. Ενα γλυκό ανοιξιάτικο βραδινό, αλλά ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι μέσα στο τυπογραφείο της πα­λιάς Ελευθερίας του Κόκκα, στην οδό Γερανίου 7. Οι λινοτυ­πικές μηχανές βογγούσαν. Σ’ όλα τα μαρμάρινα τραπέζια (α­πλά, «μάρμαρα» τα λέγαμε τότε) του τυπογραφείου, ήταν α­πλωμένοι οι σελιδοθέτες και από πάνω τους σκυμμένοι τυπο­γράφοι και δημοσιογράφοι απ’ όλες τις εφημερίδες, έκλειναν τις σελίδες της πρώτης εφημερίδας των συντακτών. Της Αδέ­σμευτης Γνώμης. Ήταν μια από τις πιο μεγάλες απεργίες του κλάδου μας, με ελάχιστα ιδεολογικά και περισσότερο επαγ­γελματικά αιτήματα. Το κυριότερο όμως δεν ήταν η ικανο­ποίηση των όσων ήθελαν οι δημοσιογράφοι. Το κυριαρχικό στοι­χείο ήταν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης: Ποιος θα υποκύ­ψει, οι εργαζόμενοι ή οι εργοδότες; Η μάχη γοήτρου ήταν πιο σημαντική από τις δραχμικές μας επιδιώξεις.

Ήταν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Πρόεδρος της Ένωσης ο Σπύρος Γιαννάτος (έχει γίνει αλλαγή φρουράς και η Δεξιά για λίγο καιρό έχει αναδιπλωθεί). Βασική αιτία, η αναμέτρηση της δύναμης μιας δημοκρατικής ένωσης με το «κλαμπ» των εκδοτών. Δευτερεύουσα η αναβάθμιση των μι­σθών μας.

Είχαν περάσει 15 μέρες χωρίς εφημερίδες. Η απεργία είχε αρχίσει 28 Απριλίου. Η Ένωση Ιδιοκτητών κυκλοφορούσε ένα μικρό ενημερωτικό φυλλάδιο με τα καθημερινά «νέα» της ε­πιλογής της. Όλα έδειχναν ότι ο αγώνας θα τραβήξει σε μά­κρος. Και οι πιο πολλοί άρχισαν να σπάνε. Πρώτος ο Φιλιπ-πόπουλος έριξε την ιδέα να βγάλουμε εφημερίδα. Είναι τότε διευθυντής της Απογευματινής. Το διοικητικό συμβούλιο δέ­χτηκε μετά από σκέψη την πρόταση. Και πέσαμε στη μάχη. Σε λίγα λεπτά συγκροτήθηκε ολόκληρο επιτελείο εφημερίδων. Από τον Παύλο Παλαιολόγο ως το νεότερο συντάκτη. Μοι­ράστηκαν αρμοδιότητες, ρεπορτάζ, ευθύνες. Η αίθουσα των συ­νεδριάσεων έγινε αίθουσα σύνταξης, που χώρεσε μαζί με ολό­κληρη την ελληνική δημοσιογραφία και τα όνειρα μας. Οι εκ­δότες μας αποκαλούσαν «Βιετκόγκ». Και από τους «Βιετκόγκ» —μέσα σε ώρες— θα πάρουν το μάθημα τους όπως οι Αμερι­κανοί στο Βιετνάμ. Δουλεύαμε χωρίς σταματημό. Και όλα προ­χωρούσαν προς την έκδοση της εφημερίδας. Της εφημερίδας μας.

Πάνω στο κορύφωμα της προετοιμασίας μια φωνή μας πά­γωσε. «Χαρτί παιδιά. Δε μας δίνει χαρτί ο Οργανισμός Χάρ­του. Τον σταμάτησαν οι εκδότες». Το πάθος φουντώνει, γι­γαντώνεται μέσα μας. Όμως κανένα πάθος και καμιά τόλμη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πρακτική ανάγκη που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Για να τυπωθεί η εφημερίδα χρειάζε­ται χαρτί. Χωρίς χαρτί είναι μάταιη κάθε προσπάθεια.

«Το πρακτορείο δεν μας πρακτορεύει την εφημερίδα», φώ­ναξε από το βάθος ένας άλλος.

Τα μολύβια κατέβηκαν αυτόματα, σαν να τα κρατούσαν ρο­μπότ. Αναβρασμός. Οι πιο πολλοί ήταν έτοιμοι να τα παρα­τήσουν και να φύγουν αηδιασμένοι από τον ανίερο πόλεμο. Άλ­λοι έβριζαν, άλλοι γελούσαν ειρωνικά, γιατί είχαν «προβλέ­ψει» το Βατερλό, άλλοι προσπαθούσαν να βρουν λύση και πρό­τειναν —στην απόγνωση τους— ό,τι μπορεί να σκεφτεί για τη σωτηρία του ένας που πνίγεται… Μια άλλη φωνή όμως μετά από λίγο οδήγησε την καρδιά μας στη θέση της. «Παι­διά —οι δημοσιογράφοι είναι παιδιά σε τέτοιες στιγμές— συ­νεχίζουμε. Χαρτί βρέθηκε». Τα «ζήτω» και τα «μπράβο» των «Βιετκόγκ» δεν άφησαν ούτε δευτερόλεπτο τη σκέψη να λει­τουργήσει. Έτσι κανείς δε ρώτησε πού βρέθηκε το χαρτί. Το «μυστήριο» θα λυθεί αργότερα.

Πέσαμε με τα «μούτρα» στη σύνταξη. Σε λίγες ώρες μετα­φερθήκαμε στο τυπογραφείο της Ελευθερίας, όπου άρχιζε η σε­λιδοποίηση. Με τέτοιο πλούσιο συντακτικό προσωπικό, όσο ουδέποτε είχε εφημερίδα, ήταν αδύνατο να μην κλείσει αστρα­πιαία η Αδέσμευτη Γνώμη.

Μέσα στο σάλο αυτής της νύχτας, ανάμεσα στα «μάρμα­ρα» του τυπογραφείου, κυκλοφορεί ένας κοντός και λιπόσαρ­κος μαυριδερός ανθρωπάκος, που δεν τον είχα ξαναδεί. Αστείος στις κινήσεις και ευέλικτος. Μιλάει σχεδόν με όλους και χα­ριεντίζεται με μερικούς, που φαίνεται ότι τους γνώριζε. Σε μια στιγμή πλησιάζει κι εμένα. «Πώς πάει, ε;» (αυτό το ε, ήτανε ρε, αλλά ο κοντός συνομιλητής μου έχει ένα ελάττωμα στην ομιλία. Δεν μπορεί να προφέρει το ρο). «Καλά. Τελειώνου­με», του λέω. «Ε, συ. Δε μαζευόσαστε εκατό καλοί, να ‘ρθει-τε να βγάλουμε εφημερίδα;» μου ‘πε γελώντας και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. «Εύκολο το ‘χεις;» του απάντησα. «Ποιος θα βάλει τα 100 εκατομμύρια που χρειάζονται;». (Τότε ήταν όχι πολλά, αλλά αρκετά για ξεκίνημα). «Εγώ» μου λέει κοφτά. «Και ποιος είσθε εσείς» του λέω. .«Τεγόπουλος» μου απαντάει και φεύγοντας μου φωνάζει: «Θυμήσου αυτό που σου είπα…».

Σε λίγο έπαιρνα πλούσιο «ρεπορτάζ» από ένα συνάδελφο που ήξερε «τι εστί Τεγόπουλος». Αυτός ήταν ο σωτήρας μας. Αυτός μας έστειλε «δώρο» το χαρτί για την Αδέσμευτη Γνώ­μη. Και τι χαρτί. Κατάλευκο. Είπε ότι το… είχε στις αποθή­κες του. Όμως χαρτί για κυλινδρικό πιεστήριο δύσκολα έχει κάποιος που εκδίδει βιβλία και εγκυκλοπαίδειες, όπως ήταν ο Τεγόπουλος. Μερικοί είπαν πως το χαρτί που έδωσε ο «αυ­τόκλητος σωτήρας» μας, ήταν της Αθηναϊκής Χαρτοποιίας του Κεφάλα. Και έφτασε στα χέρια μας μετά από παρέμβαση του Τεγόπουλου. Εκείνο όμως που είχε σημασία για μας τότε ή­ταν να εκδοθεί η εφημερίδα μας. Ούτε τα σχέδια κανενός μας ενδιέφεραν, ούτε οι απώτεροι στόχοι του. Έτσι το «παιχνίδι» για μας τελείωνε με την παραλαβή του χαρτιού. Για τον Τε-γόπουλο μόλις εκείνη τη στιγμή άρχιζε και μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν κάτι παραπάνω από έντιμο. Ήταν φιλανθρωπι­κό…

Το πιεστήριο σε λίγο δούλευε στην πιο μεγάλη του ταχύ­τητα. Τα φύλλα κατά εκατοντάδες μαζεύονταν δίπλα στον αρ-χιπιεστή. Η Αδέσμευτη Γνώμη έβγαινε από το κτίριο της Ε­λευθερίας, που ήταν ζωσμένο από περιπολικά και φορτωνό­ταν στα φορτηγά. Την άλλη μέρα το μεσημέρι η Αθήνα διά­βαζε την πρώτη και μοναδική εφημερίδα των συντακτών.

Εκείνη την εποχή ήμουν αρχισυντάκτης στην Απογευματι­νή. Διευθυντής μου —όπως έγραψα— ο Φιλιππόπουλος. Του διηγήθηκα το στιγμιότυπο με τον Τεγόπουλο και του είπα να σκεφτεί μήπως πρέπει να τον βρούμε και να συζητήσουμε μαζί του. Τα «ψωμιά» μας στον Μπότση ήταν λίγα. Ήθελε να δώ­σει καθαρά δεξιά γραμμή στην Απογευματινή, όπως άλλωστε ήταν και η «φυσική» της —από παλιά— πορεία. Ο Φίλιππο-πουλος αντιδρούσε, αφού έβλεπε «πέρα από τη μύτη του». Έτσι μου σύστησε να περιμένουμε. Ομως δεν περιμέναμε για πο­λύ. Ο Μπότσης μια μέρα του κοινοποίησε την απόλυση. Είχε ήδη συμφωνήσει με τον Χρήστο Πασαλάρη —όπως ψιθυριζό­ταν στα δημοσιογραφικά γραφεία, όπου γινόταν λόγος για κά­ποιο συμβόλαιο που είχαν υπογράψει, πριν ακόμη απολυθεί ο Φιλιππόπουλος —και δεν πίστευε ποτέ ότι μαζί με το διευ­θυντή του θα έχανε και τις μισές δημοσιογραφικές «φίρμες» που είχε τότε η Απογευματινή. Η επαφή με τον Τεγόπουλο ήταν πια αναπόφευκτη. Του τηλεφώνησα και κλείσαμε το πρώ­το ραντεβού. Φωκυλίδου 6 στο Κολωνάκι. Πρωί-πρωί, μέσα στο τεράστιο λίβινγκρουμ που το στολίζει μια καλόγουστη τοι­χογραφία Έλληνα διάσημου καλλιτέχνη. Η κουβέντα άρχισε από τη δυνατότητα μιας έκδοσης. Εξετάσαμε πόσο χρονικό διά­στημα χρειάζεται για να προετοιμαστεί η εφημερίδα. Σε ποιο τυπογραφείο και σε ποιο πιεστήριο θα μπορούσε να βγει. Ποιοι συντάκτες θα ακολουθούσαν την προσπάθεια. Ενθουσιώδης και βιαστικός ο Φιλιππόπουλος, αψυχολόγητος ο Τεγόπουλος. Συ­ζητήσαμε την πιθανή ημερομηνία. Ο Φιλιππόπουλος βιαζό­ταν. Πρότεινε 14 Ιουλίου. Περίπου δυο μήνες μετά. Ανατρί­χιασα. Το έβλεπα απίθανο. Από το τίποτα να γεννηθεί μια εφημερίδα μετά δύο μήνες; Δε μας είπε γιατί βιαζόταν τόσο. Όμως θα αποδειχθεί ότι είχε δίκιο. Άρχιζε η δίκη του Μπό-λαρη και των είκοσι συνωμοτών. Η εφημερίδα έπρεπε να ε­κμεταλλευτεί το γεγονός. Εγώ ονειροβατούσα. Ήθελα εφη­μερίδα καλά προετοιμασμένη. Είχα άδικο. Δε μέτραγε αυτό τότε. Ο αγώνας μέτραγε. Άρχισε η διερεύνηση για τα κεφά­λαια. Ο Τεγόπουλος μιλούσε για αρχικό κεφάλαιο 10 με 15 εκατομμύρια. Ο Φιλιππόπουλος το δεχόταν. Του είπε ότι η εφημερίδα θα πρέπει να δίνει μερίδιο των κερδών στους συν­τάκτες και τους τυπογράφους. «Πόσο;» ρωτάει ο Τεγόπου­λος. «Τουλάχιστον το 20 με 30% » απαντάει ο Φ. Και αμέ­σως μαζί με την απάντηση έπεφτε ένας κεραυνός στο κεφάλι μου. Ακούω τον Τ. να λέει: «Εγώ θα τους δίνω το 80%». Ο Φ. με κοιτάζει περίεργα. Κάτι πιάνει από την τόση απλο­χεριά ενός υποψήφιου ακόμη, εκδότη. Μα βιάζεται. Θέλει να εκδοθεί η εφημερίδα. Δεν ενδιαφέρεται και πολύ για όλα τα άλλα.

Τίτλος; Ελευθεροτυπία λέει ο Φ. «Είναι δικός μου κατο­χυρωμένος για το περιοδικάκι που έβγαζα». Σύμφωνοι. Αύ­ριο θα τα ξαναπούμε.

Την άλλη μέρα την ίδια ώρα στο λίβινγκρουμ. Μαζί μας ο Γαρουφαλής και ο έμπιστος του Φ., οικονομικός συντάκτης, Γ. Κατσώνης. Ανακεφαλαίωση και λεπτομέρειες.

(«Τον άκουσες —είχα πει στο Φ. όταν βγαίναμε την προη­γούμενη, από το σπίτι του Τ.— για τι κεφάλαιο μίλησε; Φτά­νουν αυτά τα χρήματα;». «Θα του το συζητήσω αύριο» μου είχε απαντήσει).

Με το άνοιγμα της συζήτησης ο Φ. έφερε το θέμα του αρ­χικού κεφαλαίου της εταιρείας της Ελευθεροτυπίας. «Κίτσο —μιλάγαμε πια με τα μικρά μας ονόματα— δε φτάνουν 10 εκατομμύρια για μία νέα εφημερίδα…». Πριν να τελειώσει τη φράση του, ο πανέξυπνος Τ. τον διακόπτει: «Τιάντα». (Εί­παμε, δεν πρόφερε το ρο…). Ξανακοίταξα το Φ, αλλά εκεί­νος έτρεχε στο ρυθμό του πιεστηρίου. Ονειρευόταν πως η Ε­λευθεροτυπία κιόλας κυκλοφορούσε στους δρόμους και γινό­ταν ανάρπαστη…

Το ένα μετά το άλλο «λύνονταν» τα προβλήματα, αλλά… προφορικά. Τίποτε χειροπιαστό. Κανένα χαρτί. «Α!., μας χρειάζεται ένας καλός διαχειριστής» είπε κάποια στιγμή ο Κα­τσώνης. «Έχω», είπε ο Τ. Ο διαχειριστής μετά από λίγο δε θα δεχόταν το ρόλο που του πρότεινε η ομάδα. «Θα έρθω μα­ζί σας —τους είπε— αν μπω μέτοχος». «Με χαρά μας» φώ­ναξε ο Τ. Έτσι έμπαινε στο παιχνίδι και ο Χρήστος Σιαμαντάς… Ο συνεκδότης που, όπως μαθεύτηκε, ήταν αυτός που έβαλε τα πρώτα και τελευταία μετρητά!

Ο Σκούρας ήταν φίλος του Τ. Έκανε όμως διακοπές στο Φαληράκι της Ρόδου. Μ’ ένα τηλεγράφημα βρέθηκε στην Α­θήνα. Σε λίγο έμπαινε κι αυτός μέσα στην ομάδα της εκκίνη­σης. Η κατάρτιση ενός καταστατικού, που θα έπρεπε να σέ­βονται τόσο οι συντάκτες όσο και οι εκδότες, ήταν φανερή. Αρ­χίσαμε να το φτιάχνουμε —πάντοτε προφορικά— και κατα­φέραμε να περάσουμε μια «χρυσή» παράγραφο που θα περιό­ριζε την εξουσία των εκδοτών. Ήταν η τέταρτη και ανέφερε: «Τις απολύσεις και τις προσλήψεις τις αποφασίζει η Συντα­κτική Επιτροπή. Για τις προσλήψεις μόνο, οι εκδότες θα έ­χουν δικαίωμα «βέτο»…». Έτσι θα αποφεύγαμε τις αυθαι­ρεσίες τους. Έτσι ο συντάκτης θα εργαζόταν, χωρίς να κρέμε­ται στο κεφάλι του η «Δαμόκλεια σπάθη» της απόλυσης. Ού­τε θα μπορούσε ο εκδότης να τον εκβιάσει και να του λέει: «Γρά­ψε μου αυτή την είδηση, όπως εγώ θέλω, γιατί αυτό υπαγο­ρεύουν τα συμφέροντα μου». Ακόμη η ύπαρξη της Συντακτι­κής Επιτροπής ως κυρίαρχου οργάνου δεν επέτρεπε παρεμβά­σεις στο δημοσιογραφικό έργο. Η πρώτη βέβαια Συντακτική Επιτροπή δεν μπορούσε να ήταν εκλεγμένη. Ποιος θα την ε-ξέλεγε; Τότε ακόμη, ούτε οι συντάκτες, που εργάστηκαν αρ­γότερα στην,Ε, ήξεραν ότι θα εργαστούν. Η Σ.Ε. λοιπόν συγ­κροτήθηκε, όταν ήρθε η ώρα της, «αριστίνδην»» δηλαδή από τους διευθυντές, τους αρχισυντάκτες και τους προϊσταμένους των διαφόρων τμημάτων της εφημερίδας. Έβλεπα όμως ότι όλα αυτά τα «ιδανικά» μόνο «στον αέρα» πετούσαν. Λέξεις μετέωρες που σχημάτιζαν φράσεις. Ωραίοι λόγοι. Τα «όνειρα μας», ως δημοσιογράφων, απλώνονταν πάνω στο τραπέζι και διαλύονταν. Φοβόμουν ότι η βιασύνη και η προχειρότητα θα κατέστρεφε αυτή την όμορφη προσπάθεια. Άρχισα να το σκέ­φτομαι: Αυτά τα δέκα εκατομμύρια που με μια φράση έγιναν «τιάντα» και εκείνο το 20 με 30% που αμέσως χωρίς σκέψη έγινε 80% με έβαλαν σε σκέψεις πονηρές. Έτσι αποφάσισα να σταματήσω να πηγαίνω στις συσκέψεις, μέχρι να δω αν θα «στρώσουν» οι όροι και να μπουν λογικές ημερομηνίες έκδο­σης. Οι συζητήσεις όμως προχωρούσαν. «Κλείστηκε» το τυ­πογραφείο και το πιεστήριο του Έθνους, άρχισε η συγκέντρωση προσώπων, «κλείσιμο χαρτιού». Καταχώριση διαφήμισης. Το ψυχρό πια περιβάλλον της Απογευματινής δε με τραβούσε. Έ­νιωθα χαμένος. Ρουτίνα, μέσα στην τρίτη δεξιά εφημερίδα που θα δούλευα (μόνη εξαίρεση ένα 6μηνο στον Ανένδοτο και δυο χρόνια στον Ταχυδρόμο) μου υποσχόταν το συγκρότημα Μπό-τση. «Φωτιά» και αγώνα. Πάλη και ελευθερία μου χάριζε η Ε. Τα ζύγισα και είδα πως θα ‘χανα ένα ωραίο δημοσιογρα­φικό ξεφάντωμα. Πέταξα στη μούρη του Μπότση τους τίτλους και τις υποσχέσεις του και αποχαιρέτισα τους συναδέλφους μου. Τελευταίο βράδυ μέσα στο γραφείο, όλοι μου έσφιγγαν το χέ­ρι και, όχι και με τόση… θλίψη, με κατευόδωναν. Ένας μόνο την ώρα που πήγαινα να ανοίξω την πόρτα να βγω, μου είπε με ένα ύφος γεμάτο θαυμασμό. «Μπράβο. Πάντως ρε παιδιά —υπονοούσε όλους όσοι πήγαιναν στην Ελευθεροτυπία— σας θαυμάζω για το θάρρος σας…». Ήταν ο Σεραφείμ Φυντανί-δης. Τότε διευθυντής σύνταξης στην Ακρόπολι και σήμερα διευ­θυντής στην Ελευθεροτυπία.

Τα μάζεψα κι έφυγα. Την άλλη μέρα έμπαινα πάλι στη μάχη για την έκδοση της Ε. Η μάχη είχε πολλά στάδια και πολλές πτυχές. Έπρεπε να δοθεί με… ανύπαρκτα τεχνικά μέσα. Χωρίς καν τυπογραφικά στοιχεία. Με μηχανές φθαρμένες και απαρ­χαιωμένες. Μέσα σ’ ένα άβολο κτίριο, εγκαταλειμμένο από την εποχή που το Εθνος έκλεισε επί χούντας. Το μόνο όπλο, το υπέροχο εκείνο συντακτικό προσωπικό, που αποφάσιζε να πάρει στους ώμους του την προσπάθεια της έκδοσης. Τα υπό­λοιπα; Για κλάματα. Ένας ψυχρός παρατηρητής, που λίγο να είχε σχέση με τις εφημερίδες, θα έβαζε τα γέλια, αν έβλεπε με τι τρόπο και ποια μέσα θα έβγαινε η Ε. Ο Τ. είχε βρει ένα θαυμάσιο σλόγκαν για τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. «Η Ελευθεροτυπία: η εφημερίδα των συντα­κτών». Ήταν λογικό. Ο άνθρωπος έδινε το 80% των… κερ­δών, από τη μια μεριά και άφηνε τους συντάκτες λεύτερους να διοικήσουν μόνοι την εφημερίδα. Συντακτική Επιτροπή με απεριόριστα δικαιώματα. Καμιά ανάμιξη του στη σύνταξη. Έ­τσι τουλάχιστον φαίνονταν τα πράγματα στο ξεκίνημα. Και τότε έτσι ήταν…

Η διαφήμιση άρχιζε. Ολη η Ελλάδα μάθαινε πως μια νέα εφημερίδα θα έβγαινε να καλύψει το κενό, που άφησε στον τύ­πο η δικτατορία. Και τι εφημερίδα. «Εφημερίδα των συντα­κτών» αυτή τη φορά. Η ελληνική Μοντ… Μακριά από με­γάλα συμφέροντα και ίντριγκες. Θα τη διοικούσαν οι συντά­κτες και τα κέρδη της, πήγαιναν πάλισ τους φτωχούς συντάκτες. Η όψη της ελληνικής δημοσιογραφίας άλλαζε. Ένα «πείρα­μα» αξιοθαύμαστο, που ο Έλληνας αναγνώστης είχε κάθε λόγο να θέλει να το δοκιμάσει. Τώρα το τι θα συνέβαινε στην πο­ρεία, είναι μια άλλη ιστορία που θα τη δούμε να ξετυλίγεται σιγά-σιγά όπως ένα κουβάρι. Ο μόνος που ήξερε τότε ποια εί­ναι η κρυφή του άκρη, ήταν ο Τεγόπουλος. Οι άλλοι κοιμό­μαστε…

Η «πλύση εγκεφάλου» του Ελληνα αναγνώστη με το σλόγ­καν «Η εφημερίδα των συντακτών» κράτησε αρκετές μέρες. Όλο αυτό τον καιρό μια από τις πιο δυναμικές ελληνικές δη­μοσιογραφικές «ομάδες» —που άλλωστε ο πυρήνας της δια­τηρείται και μέχρι σήμερα— ετοίμαζε χωρίς σταματημό, την εφημερίδα που ερχόταν να βοηθήσει την άρση της κρίσης. Οι προϋποθέσεις άριστες. Ιδανικές. Αν γίνονταν και πράξη…

II έκδοση πλησίαζε. Μας χώριζαν μερικές μέρες μόνο και κανένα χαρτί δεν είχε υπογραφτεί από κανέναν. Όσα είχαμε πει, είχαν πετάξει. Σίγουρες ήταν μόνο οι προϋποθέσεις για την έκδοση. Χαρτί, τυπογραφείο, πιεστήριο, συντάκτες. Ρω­τούσα συνεχώς τον Φ. για όλα εκείνα που είχαν υποσχεθεί οι δύο εκδότες, και το κυριότερο για τον τίτλο. Ο Φ. ήθελε ο τίτλος να κατοχυρωθεί στο όνομα όλων των συντακτών. Ό­μως ο Τ. αντιδρούσε. Ούτε συζήτηση δε δεχόταν. Ο τίτλος έπρεπε – έλεγε – ο Τεγόπουλος να είναι δικός του. Αυτός ήταν ο εκδότης. Δεν… έφτανε που μας παραχωρούσε το 80% των κερδών και το πλήρες δικαίωμα να διοικούμε, όπως εμείς νο­μίζαμε την εφημερίδα; Θέλαμε και τον τίτλο; Ε, αυτό κανέ­νας δεν θα το ανεχόταν. Ο Φ. υπέκυψε. Έβλεπε μπροστά του μόνο τη μέρα της έκδοσης. Ανυπομονούσε να ακούσει τον εκ­κωφαντικό ήχο του πιεστηρίου και να δει τα πρώτα φύλλα να ίνουν*από τα σημεία εξόδου του… ΙΙήρε συμβολικά ένα χιλιάρικο (ναι, χίλιες δραχμές!) από τον Τ. και του παραχώρησε τον τίτλο. Αυτό ήταν και το πρώτο «κακό σημάδι» που έκανε την εμφάνιση του. Η ζάλη της έκ­δόσης όμως δεν άφηνε περιθώρια για σκέψη. Πορευόμαστε σαν υπνωτισμένοι και μάλιστα στο κανάλι, που άρχιζε πια να χτί­ζει γύρω μας σταθερά ο Τ. Ωσπου μια μέρα, «ήρθε» και το δεύτερο «κακό μήνυμα».

Το γραφείο μου ήταν μέσα στον ίδιο χώρο με τον Φ. Μια μεγάλη αίθουσα του παλιού Έθνους, που είχαν οι εκδότες του το δικό τους χώρο. Μπροστά από το γραφείο του Φιλιππό-πουλου κάθονταν εκείνο το βράδυ σε δύο πολυθρόνες οι συνε­ταίροι της Ε. Ο ένας μιλούσε σιγά. Δεν τον άκουγα τι έλεγε. Σε μια στιγμή όμως ο Τ. έβαλε τις φωνές. «Σου λέω Χρήστο» μην επιμένεις». Ο Φιλιππόπουλος προσπαθούσε να τους συμ­βιβάσει. Όμως ο Τ. επέμενε σε ένα μόνο σημείο. Σ’ όλα όσα του λέγανε απαντούσε «ναι». Όταν του θίγανε αυτό το συγ­κεκριμένο όμως πρόβλημα, φώναζε: «Όχι. Αδύνατον. Δεν υ-πάχει εταία έτσι». Ποιο ήταν το μυστικό; Ο Σιαμαντάς ήθελε οι μετοχές να είναι στη μέση. Το 50% δικές του και το 50% του Τ. «Οχι – έλεγε ο δεύτερος – εγώ θα έχω το 51% και εσύ θα διοικείς»… Όλη εκείνη τη νύχτα και ενώ ο πυρετός της έκδοσης ήταν στο μεγαλύτερο σημείο του, ο Φ. αγωνιούσε, ανάμεσα τους, να βρει μια λύση για τα ποσοστά.

Άρχιζαν να με «ζώνουν τα φίδια». Τι ήθελε ο Τ. το 51 % αφού η εφημερίδα δεν θα είχε κέρδη; Αφού έδινε το δικαίωμα στον Σ. να διευθύνει και να ελέγχει τα οικονομικά; Αφού οι συντάκτες θα διοικούσαν;

Τα σύννεφα μαζεύονταν ένα ένα. Και το όνειρο της ανεξάρ­τητης δημοσιογραφίας άρχιζε να χάνεται…

Σε λίγο και οι τρεις έβγαιναν στο δρόμο. Άκουγα τα βή­ματα τους στην άσφαλτο της Κολοκοτρώνη. Και πότε, πότε τη φωνή του Σ. ή του Τ. που φανέρωνε πως δεν «τα ‘βρισκαν». Η εφημερίδα έπρεπε να κυκλοφορήσει σε λίγες ώρες και ακό­μα δεν είχαν ρυθμίσει τις σχέσεις τους μέσα στην εταιρεία. Και μεις; Δεν είχαμε ούτε ένα χαρτί στα χέρια, που να γράφει πως οι εκδότες μας εκχωρούν το 80 % των κερδών και μας κατο­χυρώνουν τα δικαιώματα της δημοσιογραφικής διοίκησης.

Μετά από αρκετή ώρα ο Φ. ξαναγύριζε στό γραφείο. Τον ρώτησα που κατέληξαν. «Τα βρήκαν» μου είπε: Ο Τ. 51 % και ο Σ. 49%. Στο εταιρικό όμως θα γράψουν ότι αν και ο Τ. θα έχει τρεις συμβούλους και ο Σ. δύο, το Διοικητικό Συμ­βούλιο θα παίρνει αποφάσεις με πλειοψηφία 4/5. θα πρέπει δηλαδή τις αποφάσεις να τις εγκρίνει έστω και ένας από τα δύο μέλη που θα έχει ο Σ. Ή ο ίδιος ή η γυναίκα του. Έτσι τον δένει. Κατάλαβες;

«Συμφώνησε ο Τ.;» τον ρώτησα. «Ναι, αυτό σου λέω. Υ­πογραφούνε σε δύο μέρες. Εκείνος το μόνο που ήθελε ήταν το 51%. Δεν υποχωρούσε με τίποτε από αυτό το ποσοστό». Ε­κείνο τον καιρό είναι αλήθεια ότι δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ο Τ. επέμενε. Ούτε με επιχειρήσεις, ούτε με «μπίζνες» είχα ποτέ σχέση. Ομως η ζωή είναι μεγάλο σχολειό. Και σε μαθαίνει κι όσα δε θέλεις καμιά φορά. Η εξέλιξη της ιστορίας θα εξηγήσει καθαρά γιατί ο Τ. επέμενε στο ποσοστό. Αλλά ας αφήσουμε να έρθειη ώρα της εξήγησης. Εκείνο που εμένα μ’ «έτρωγε», ήταν ότι εμείς δεν είχαμε κατοχυρώσει τα δι­καιώματα μας. Είχαμε αφήσει τις δουλειές μας. Είχαμε ρι­σκάρει. Είχαμε λιώσει για να ετοιμαστεί η εφημερίδα με πρωτόγονα μέσα. Από το τίποτα. Και φτάναμε στην έκδοση χωρίς, όσα είχαμε συμφωνήσει, να έχουν κάποιο αντίκρισμα. Το θύμισα στο Φ. Του είπα πως όλο το προσωπικό ρωτάει αν υπάρχει χαρτί. Του μίλησαν κι άλλοι. Ο Κατσώνης, ο Θε-οχαράτος, ο Ζαχαριάδης. ΙΙήρε την απόφαση κάποια στιγμή. «Πέστε σ’ όλους να σταματήσουν να δουλεύουν – είπε – και περιμένετε». Μπήκε στο γραφείο του Τ. Όλοι περιμέναμε. Του εξήγησε ότι η εφημερίδα δε θα έβγαινε, αν δεν υπογρα­φόταν ένα χαρτί από τους δύο εκδότες και το πρώτο επιτελείο της Ε, στο οποίο να συμφωνείται αμοιβαία ότι θα τηρηθούν οι υποσχέσεις και οι συμφωνίες. Επίσης στο πρώτο φύλλο (της επομένως) θα δημοσιευόταν ένα κείμενο με όσα θα είχαν συμ­φωνηθεί. Ο Τ. υπέκυψε. Φώναξε το γαμπρό του, το σημερινό υπουργό Εργασίας Βαγγέλη Γιαννόπουλο, που ήταν και νο­μικός σύμβουλος και σε λίγο υπογράφαμε το ιστορικό χαρτί, που βέβαια ο Τ. το δικό του αντίγραφο θα το έπαιρνε αμέσως μετά τη σύσκεψη μας στην τουαλέτα όπου μπήκε, για να… πλύνει τα χέρια του. Με το χαρτί αυτό που υπέγραφαν οι δύο εκδότες εκχωρούσαν σ’ εμάς τους πέντε (Φιλιππόπουλο, Γα-ρουφαλλή, Κατσώνη, Σκούρα, Κομίνη) το 80% των καθα­ρών κερδών της εφημερίδας.

Την άλλη μέρα η εφημερίδα δημοσίευε ένα ιστορικό κείμε­νο — όπως άλλωστε το αποκαλεί στον τίτλο της στη σελίδα 12. Σ’ όλες τις βιβλιοθήκες της Αθήνας όπου υπάρχουν τα σώμα­τα των εφημερίδων, οι αναγνώστες έχουν την ευχέρεια να το διαβάσουν. Μέρα δημοσίευσης 21 Ιουλίου 1975… Το ξεκίνη­μα χαρακτηρίζεται «δημοσιογραφική εκστρατεία για την εξυ­γίανση στον ελληνικό τύπο». Η Ε παρομοιάζεται στο κείμενο της διακήρυξης, με τις ευρωπαϊκές εκδόσεις Μοντ, Φιγχαρό, Κοριέρε ντελα Σέρα. Τονίζεται ιδιαίτερα ότι η έκδοση δεν α­ποτελεί απλά μια προσπάθεια, αλλά μια «απόλυτα κατοχυ­ρωμένη συμφωνία». Με βάση αυτή τη συμφωνία — γράφει στη διακήρυξη της η εφημερίδα — θα ισχύουν τα εξής:

Οι εκδότες ανέλαβαν τη ρητή υποχρέωση να μην επεμβαί­νουν για χάραξη «γραμμής» στην εφημερίδα ή για παρασιώ­πηση ή αλλοίωση ειδήσεων.

Το 80% των ενδεχόμενων κερδών, πέραν του μισθού τους, θα μοιραζόταν στο προσωπικό. (Μετά από δύο χρόνια ο Τ. θα γράψει πίσω από ένα κουτί τσιγάρα μέσα σ’ ένα εστιατό­ριο, όπου έτρωγε με το δημοσιογράφο Γ. Κρεμμυδά: «Να δώ­σετε στον κ. Κρεμμυδά το έκτακτο επίδομα που χορηγείται, με το σκοπό να μην αναγκαστούμε να μοιράσουμε κέρδη»). Αυτή ήταν η απάντηση του Τ. στο επίμαχο μέχρι και σήμερα ερώτημα, που του διατύπωσε ο Κρεμμυδάς. Κι όμως στο πρώ\ο φύλλο της Ε, σελίδα 12, 21 Ιουλίου 1975 η σχετική διακήρυ­ξη ανέφερε ρητά ότι κάθε χρόνο θα διανέμεται στους συντά­κτες και τους τυπογράφους το 80% των κερδών.

Για απρόσκοπτη εφαρμογή των τριών όρων της συμφωνίας εκδοτών – συντακτών, αποφασίστηκαν από κοινού τα εξής:

1. Συγκροτείται εξαμελής μικτή επιτροπή από συντάκτες και τυ­πογράφους, για να ασκεί διαχειριστικό έλεγχο.

2. Συγκροτείται τετραμελής επιτροπή από συντάκτες με αρμο­διότητα την παρακολούθηση της εφαρμογής της συμφωνίας, ανα­φορικά με την ελευθεροτυπία και ανεξαρτησία της εφημερίδας.

3. Συγκροτείται πενταμελής επιτροπή από τους επικεφαλής των τμημάτων και από εκπροσώπους της ΕΣΙΙΕΛ και τεχνικών με αρ­μοδιότητα επί των απολύσεων.

Αλλά η εφημερίδα δε σταματούσε σ’ αυτές τις αμοιβαίες (εκδοτών-συντακτών) υποσχέσεις και συμφωνίες. Στο κύριο άρθρο της τόνιζε, αφού «κατακεραύνωνε» όλους τους… υπο­δουλωμένους στον παραγοντισμό εκδότες και δημοσιογράφους: Κίϊδομήντα επίλεκτοι Ελληνες δημοσιογράφοι και δυο γνωστοί εκ­δότες υπογράφουν σήμερα συμβόλαιο μαζί σου. Εκδίδουν τη δική σου και τη δική τους εφημερίδα. Μοναδικό ιδιοκτήτη έχει την εί­δηση και μοναδική διεύθυνση, το σύνολο των συντακτών.

Και συνέχιζε:

…Στον Τύπο που οραματίζεται και θέτει η σημερινή μας προσπά­θεια, δε χωρούν άλλοι παράγοντες και φορείς: 11 είδηση, εμείς και συ.

Στο πρώτο χρονογράφημα ο Φρέντυ Γερμανός ισχυρίζεται ότι οι 70 δημοσιογράφοι προσχώρησαν στην Ε, γιατί πια έ­χουν μια «δική τους μπάλα». Την εφημερίδα τους. Την Ε­λευθεροτυπία.

Τι άλλο ήθελε ο αναγνώστης για να πειστεί; Η εφημερίδα 219

των συντακτών, που θα γράφεται, θα διοικείται και θα ελέγ­χεται οικονομικά από δημοσιογράφους, του υποσχόταν την α­λήθεια. Κουρασμένος, αηδιασμένος από την εφτάχρονη «οπε­ρέτα» του Τύπου, αγκάλιασε με αγάπη — θα ‘λεγα — και όχι απλή συμπάθεια, το νέο φύλλο. Με πολλή προσοχή κα­θημερινά σχεδόν, η συμμετοχή στα κέρδη διοχετεύεται με κά­θε ευκαιρία στα σχόλια της εφημερίδας και μετουσιώνεται — λεκτικά — σε ιδιοκτησία. Επειδή θυμίζει ανέκδοτο αυτή η πε­ρικοπή του σχολίου της Ε τη δημοσιεύω ατόφια. (ΙΙαρασκευή 1 Αυγούστου 1975. Πρώτη σελίδα. Στήλη ΓΝΩΜΕΣ, τίτλος «Καιρός να πέσει η λεοντή». Παράγραφος 7): Γράφει η εφη­μερίδα των… συντακτών:

…Όσοι μισούν την αλήθεια, τη Δημοκρατία και το Έθνος, και ό­σοι επιδίδονται με ζήλο στον κερδοφόρο τον κιτρινισμό, έκαναν τα συνθήματα μας λεοντές, για να σκεπάσουν την πνευματική και ε­θνική τους γύμνια. Για να χτυπήσουν την πρώτη και μοναδική ε­φημερίδα που έπιασε και προχωρεί μαζί σου — αναγνώστη — χέρι χέρι. Την εφημερίδα που δεν κρύβει τίποτε. Την εφημερίδα που είναι κατά 80% των συντακτών και του προσωπικού. Την εφημε­ρίδα που διευθύνεται από τους συντάκτες της και που είναι αδέσμευ­τη…

Με απλά ελληνικά, αν εξηγήσει κανείς το κείμενο, ένα κα­ταλαβαίνει: Ότι η Ελευθεροτυπία ανήκει στους συντάκτες και τους τυπογράφους (προσωπικό) και ότι οι μόνοι που διοικούν είναι οι δημοσιογράφοι. Για να δούμε όμως πόσο αληθινό ή απατηλό ήταν αυτό το «…κήρυγμα αλήθειας».

Με πρόχειρα καταχωρισμένες τις συμφωνίες μας. Χωρίς νο­μική κάλυψη, χάρη στην εξυπνάδα του Τ. και τη βιασύνη μας. Με όλα τα ατού υπέρ των εκδοτών. Σαν «πρόβατα επι σφα­γής», με μάτια βαθουλωμένα και στεγνά από τα ξενύχτια και την αγωνία — όπως φανερώνουν και οι φωτογραφίες που έ­μειναν, για να μας θυμίζουν αυτή την «άνοιξη των ελληνικών δημοσιογραφικών γαριφάλων» — φτάναμε στην ώρα μηδέν. Η Ελευθεροτυπία τυπωνόταν. Το μόνο σίγουρο… Εμείς βου­τηγμένοι στην αβεβαιότητα και στον ιδρώτα, αρχίζαμε να σκε­φτόμαστε το δεύτερο φύλλο της. Οι ώρες έτρεχαν γοργά και το μυαλό από την κούραση δούλευε όλο και πιο αργά. Δεν εί­χε πια σημασία τι είχαμε κερδίσει και τι είχαμε χάσει. Η ελ­ληνική δημοσιογραφία είχε αποκτήσει άλλο ένα «παιδί». Την Ελευθεροτυπία. Και ο Τεγόπουλος μια εφημερίδα από το τί­ποτα. Μόνο με τον κόπο μας. Ακόμη δεν το είχαμε κατανοή­σει. Ο μόνος που το ‘ξερε και γελούσε μέσα από το κιτρινό­μαυρο δέρμα του ήταν ο ίδιος…

Η ζωή κυλούσε όμορφα… Εμείς νομίζαμε ότι είχαμε μια εφημερίδα. Ότι είμαστε αφέντες της. Ότι λεύτεροι από εκδοτικούς περιορισμούς Οα κάναμε τη δουλειά μας σωστά, ανεπηρέαστα, έντιμα. Η επιτυχία της, μας έκανε κι εμάς να εκπλαγούμε. Το δελτίο της δεν έπεσε, στην Αθήνα, κάτω από
45.000 φύλλα την μέρα τον πρώτο καιρό. Και κάθε βδομάδα ανέβαινε. Τρίβαμε τα μάτια μας. Ο Τ. τα χέρια του. Και όπως απέδειξε η ζωή. καλύτερα να τρίβεις τα χέρια σου, παρά
τα μάτια σου, σ’ αυτό το επάγγελμα  Η Συντακτική Επιτροπή συνεδρίαζε. Λειτουργούσε. Αποφάσιζε και οι αποφάσεις της γίνονταν σεβαστές. Όλα δούλευαν πιο τέλεια απ’ ό,τι νομίζαμε. Ομως το σαράκι, που τρώει μερικών ανθρώπων τη σκέψη, δεν τους αφήνει να πατήσουν στα βράχια. Θολώνουν και διαλέγουν όλο τα κύματα. Η επιτυχία, ο θρίαμβος, η ανοδική πορεία, φούντωνε τα μυαλά. Μετά από λίγους μήνες και πριν ακόμη το «νεογέννητο» σταθεί στα πόδια του, άρχισε η προετοιμασία της Κυριακάτικης Ε. Ο Φ. ήθελε να δείξουμε δυνατοί. Ήθελε να «σπάσουμε» το φράγμα του κυριακάτικου δημοσιογραφικού χώρου. Να βγούμε την πιο κυκλοφοριακή μέρα των πρωινών φύλλων. Αντιδεοντολογική πορεία, που οδήγησε αργά αλλά σταθερά και τα άλλα ανταγωνιστικά φύλλα στην «αγορά» της Κυριακής. Τα σχέδια μας παρουσιάστηκαν έτοιμα. Εκπονημένα από τον τότε πολιτικό συντάκτη και τώρα βουλευτή και πρώην υφυπουργό Δημήτρη Μαρούδα και τον Γ. Κατσώνη. Πριν καλά καλά καταλάβουμε τι γινόταν, ο Ερμόλαος Παπαταξιάρχης, είχε ετοιμάσει τα πλάνα και η Κυριακάτικη Ε. ήταν γεγονός. Κυκλοφορεί στις 30 Νοεμβρίου 1975 και σημειώνει κι αυτή τρομακτική επιτυχία.

Σ’ αυτό το χρονικό σημείο αρχίζει η μεγάλη αναταραχή. Οι εκδότες διαδίζουν ότι ο Φ. δεν τους υπολόγιζε. Οτι δεν τους συμπεριφερόταν σωστά. Ότι τουτέβριζε ερήμην τους. Ο Φ. ισχυριζόταν ότι έκαναν συμμαχία με τους άλλους εκδότες, και ιδιαίτερα με τον Μπότση, με τον οποίο γευμάτιζαν συ­χνά. Ότι οραματίζονταν να μπουν στην Ένωση Ιδιοκτητών, οπότε η εφημερίδα θα έχανε τη μορφή που είχε. Θα γινόταν όπως όλες οι άλλες: εφημερίδα-επιχείρηση. Η αντιδικία εξε­λισσόταν ερήμην των συντακτών. Σε μερικές γενικές συνελεύ­σεις υπήρξαν κάποιες συγκρούσεις — μεταξύ τους — αλλά ο Φ. είχε ακόμα το συντακτικό προσωπικό με το μέρος του. Απ’ ό,τι πληροφορηθήκαμε, έγιναν πολλές φορές προσπάθειες να γεφυρωθεί το χάσμα που είχε δημιουργηθεί.

Οπως έδειξαν όμως όσα ακολούθησαν, δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν. Η διένεξη αφορούσε κυρίως τον Φιλιππόπουλο και τον Σιαμαντά. Ο Τ. έξυπνα και ψύχραιμα διατηρούσε μια α­πόσταση από τα γεγονότα. Ήξερε πως όλα δούλευαν για λο­γαριασμό του. Έτσι φτάσαμε στην πρώτη κρούση για απόλυ­ση. Οι εκδότες, για κάποιο ασήμαντο λόγο, θέλησαν να απο­λύσουν τον δημοσιογράφο Ντίνο Τσακοτέλη. Το θέμα ήρθε στη συντακτική επιτροπή. Παμψηφεί απορρίφθηκε. Ακολού­θησε όμως δεύτερη κρούση, χωρίς αυτή τη φορά να υπολογι­στεί η Σ.Ε. της εφημερίδας. Ο «Παρατηρητής» — που ήταν ο παλιός διακεκριμένος συντάκτης της Ελευθερίας, Μακρής -απολύεται σύμφωνα με το νόμο περί Λνωμύμων Εταιρειών. Αιτία: Τα γραπτά του που κρίνονταν πολύ αριστερά… και ε­νοχλούσαν την τότε κυβέρνηση Καραμανλή. Ο Μακρής είχε πάρει με δικαστικό κλητήρα στο σπίτι του την απόλυση. Είχε ειδοποιήσει τον Φιλιππόπουλο και εκείνος μας ενημέρωσε λέ­γοντας: «Ζητήστε να συγκληθεί η Σ.Ε. Παίζεται παιχνίδι. Θέλουν να πάρουν την εφημερίδα στα χέρια τους». Και αυτό ήταν η πραγματικότητα. Οι δύο εκδότες, χωρίς να σεβαστούν τις υπογραφές τους, ήθελαν όσα συμφώνησαν και διακήρυξαν στο πρώτο φύλλο της Ε να μείνουν «γράμματα κενά περιεχο­μένου». Στόχος διπλός. Από τη μια ο αναγνώστης να πιστεύ­ει όσα διακηρύχτηκαν (διοίκηση της εφημερίδας από τους συν­τάκτες, η εφημερίδα των δημοσιογράφων, η αλήθεια, η πολυ­φωνία και άλλες μεγαλοστομίες) και από την άλλη η εσωτε­ρική μηχανή να εργάζεται ουσιαστικά κάτω από τις θελήσεις τους. Την περίοδο αυτή την εκδοτική μάχη δίνει ο Σ. Ο Τ. μένει λίγο πιο μακριά. «Παίζει» τον καλό της ιστορίας. Επι­θετικός και απλησίαστος, οξύς και αδέκαστος εμφανίζεται ο άλ­λος. Εκείνος που αργότερα θα μεταβληθεί σε θύμα και θα βρεθεί έξω από την εφημερίδα… Κι ας έχει καταβάλει τα πρώτα με­τρητά που χρειάστηκαν.

Αμέσως ο Καρατζαφέρης, ο Χαρδαβέλλας κι εγώ υπογρά­ψαμε ένα χαρτί και ζητήσαμε να συγκληθεί η Σ.Ε. «αυθημε­ρόν». Μαζευτήκαμε στο γραφείο του Φ. Ήρθαν «μουτρωμέ-νοι» οι δύο εκδότες, ιδιαίτερα ο Σ. Ο Φ. έκανε μια ψυχρή ει­σήγηση. Ο Σ. με ύφος ψυχρό μας δήλωσε ότι αρνείται να συ­ζητήσει το θέμα. Θεωρούσε σαμποτάζ το ότι διακόπηκε η ερ­γασία, για να συζητηθεί η απόλυση του «Παρατηρητή». Δή­λωσε ότι δεν θα την ανακαλούσε. Μας γνωστοποίησε ότι ήταν τελεσίδικη η απόφαση του και μας προκάλεσε με αυτή τη φράση: «Κύριοι, αποφασίστε: Ή απολύεται ο «Παρατη­ρητής» και συνεχίζουμε, ή κλείνει αυτή τη στιγμή η εφημερι­δα».

Ηταν η πρώτη ιστορική στιγμή που καθένας στη θέση του Φ. θα την εκμεταλλευόταν. Αν ψιθύριζε μόνο τη λέξη «να κλεί­σει», η ιστορία της Ελευθεροτυπίας θα γραφόταν τελείως δια­φορετικά. Η «άνοιξη των γαριφάλων» θα διαρκούσε. Η εφη­μερίδα δε θα έκλεινε, όπως απειλούσαν οι εκδότες. Στη χει­ρότερη περίπτωση θα την εκδίδαμε μόνοι μας (Να γιατί ο Τ. επέμενε στην κατοχή του τίτλου. Όσο για την επιμονή του στο 51%, θα δούμε πιο κάτω γιατί πεισματικά στύλωνε τα πόδια απέναντι στο συνεκδότη του).

Θολωμένος από την πρόκληση και την υπερένταση της δου­λειάς, βλέποντας ότι κανείς δε μιλούσε, φέρθηκα με απρέπεια. Με χαρακτηριστική κίνηση είπα ότι «εμένα προσωπικά με α­φήνει αδιάφορο το κλείσιμο. Όποιος τολμάει ας το κάνει». Εκείνο που είχε σημασία ήταν οι υπογραφές μας. Και οι εκδό­τες είχαν υπογράψει ένα κείμενο που έλεγε ότι τις απολύσεις θα τις κάνει η Συντακτική Επιτροπή. «Να σεβαστείτε την υ­πογραφή σας» τους είπα. Ο Σ. άρπαξε την ευκαιρία. Μου εί­πε ότι τον πρόσβαλα με τη χειρονομία και μετά από αυτό δε χωράμε και οι δύο στην εφημερίδα. Του ζήτησα αμέσως συ­γνώμη για τη χειρονομία, αλλά πρόσθεσα ότι η ουσία παρα­μένει. «Αυτή την ώρα κρίνεται αν αυτά που λέμε στον κόσμο, πως οι συντάκτες αποφασίζουν, πως οι συντάκτες διοικούν, ι­σχύουν ή δεν ισχύουν. Ή λέμε ψέματα στους αναγνώστες και η εφημερίδα είναι όπως όλες οι άλλες, και τότε ας κλείσει. Ή λέμε αλήθεια, οπότε δεν ισχύει η απόλυση του «Παρατη­ρητή».

Από εκείνη τη στιγμή τα πράγματα ξέφυγαν από τα χέρια των συντακτών. Ο Σ. επέμενε στην απόλυση μου χωρίς τις διαδικασίες της Συντακτικής Επιτροπής. Πέρασαν δυο-τρεις μέρες με ζυμώσεις και γεφυρωτικές προσπάθειες. Έφτασε η ώρα της Σ.Ε. Μπήκε το θέμα. Απολογήθηκα. Ξαναζήτησα συγνώμη για τη χειρονομία και στάθηκα στο γεγονός και στην ουσία. Ή αποφασίζουμε εμείς για τις απολύσεις ή η εφημερί­δα δε διοικείται από μας, αλλά από τους δύο εκδότες. «Δη­λαδή αποδεικνύεται ότι όσα μέχρι σήμερα διακηρύξαμε είναι ψεύτικα, απατηλά και ύποπτα».

Ο Σ. προκλητικά είπε ότι αδιαφορεί για όλα. Αποχώρησε αμέσως από την αίθουσα, δηλώνοντας ότι μετά το τέλος της σύσκεψης της Σ.Ε. θα παραλάμβανα την απόλυση μου σύμ­φωνα με το «νόμο περί Ανωνύμων Εταιρειών». Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απόφαση του κυρίαρχου — υποτίθεται — οργάνου της εφημερίδας. Της Σ.Ε. της. Παμψηφεί — εχτός από την ψήφο του Τ. — η Σ.Ε. πήρε απόφαση ότι η απόλυση δεν ισχύει. Όμως ένας κλητήρας σε λίγο μου έφερνε το χαρτί που με καλούσε να εισπράξω την αποζημίωση μου.

Το δεύτερο «σφάλμα» του Φ. σημειώνεται εκείνη τη στιγ­μή. Αν και τότε — με βάση την απόφαση της Σ.Ε. — κήρυσ­σε απεργία, πάλι η «άνοιξη των γαριφάλων» θα συνεχιζόταν. Όμως για λόγους που μόνο εκείνος ξέρει — κι εμείς μόνο υ­ποψιαζόμαστε — παρέπεμψε το θέμα στην Ένωση Συντακτών. Χωρίς να το ξέρει, υπέγραφε εκείνη τη στιγμή δυο χαρτιά..Το ένα ήταν της δικής του απόλυσης, που θα ερχόταν αμέσως με­τά. Το δεύτερο, το χαρτ: του τέλους της «αυτοδιαχειριζόμε-νης» εφημερίδας. Η Σ.Ε. θα γινόταν σε λίγο ένα διακοσμητι­κό στοιχείο που θα θύμιζε τη Συμβουλευτική του Παπαδόπου­λου…

(Ήδη το δεδικασμένο υπήρχε. Πρώτα ο «Παρατηρητής» μετά εγώ. Το κύριο εμπόδιο των εκδοτών, που ήταν ο Φ., τώρα θα «έπεφτε» σαν ώριμο σύκο, μόλις το επιτρέπανε οι πε­ριστάσεις).

Η Ενωση Συντακτών οε συγκινήθηκε με τις απολύσεις. Ο­πως άλλωστε γινόταν συνήθως. Στο παρελθόν για μέλη του διοικητικού συμβουλίου είχε φτάσει μέχρι την απεργία. Τώρα μ’ εμάς το σκεφτόταν. Κάλεσε σε Γενική Συνέλευση τους συν­τάκτες. Μιλήσαμε όλοι. Επισήμανα ότι η απόλυση η δική μου σήμαινε το τέλος της αυτοδιαχείρισης για την Ε. Από τη στιγμή που οι εκδότες θα κατόρθωναν να «διπλασιάσουν» τις απολύ­σεις, χωρίς να υπολογίσουν τη Συντακτική Επιτροπή, έδει­χναν πως πια δεν επρόκειτο να σεβαστούν τις υπογραφές τους. Και αν επέμεναν, δεν το έκαναν γιατί τους ένοιαζε το αν θα μείνω ή αν θα φύγω από την εφημερίδα. Μόνο να βεβαιω­θούν, ότι οι ψοφοδεείς — από το προσωπικό — ήταν περισσό­τεροι από τους τολμηρούς. Ότι αυτοί που ήθελαν να κρατηθεί η μορφή της αυτοδιαχείρισης δεν ήταν ενωμένοι και δεν ήταν πιο πολλοί από τους άλλους, που ούτε ήξεραν πού βρίσκονται, ούτε τους ένοιαζε πού πάνε. Αρκεί να «έπεφτε» το 15ήμερο. Αλλά είπαμε και πιο πάνω. Δεν μπορείς να απαιτείς από τους άλλους να ηρωοποιούνται. Διαλέγουν μόνοι το δρόμο τους.

Στη Γενική αυτή Συνέλευση οι εργοδότες – μέσω τρίτων — παρουσίασαν ορισμένα έγγραφα που έδειχναν ότι ο Φ. είχε υπογράψει μαζί τους «μυστική συμφωνία» ποσοστών. Εκεί­νος υποστήριζε ότι οι εκδότες, του τα είχαν προσφέρει μόνοι τους και ήταν κάτι που δεν το δέχτηκε. Πέρα από αυτό οι συν­τάκτες που εξέφραζαν την εργοδοσία φανέρωσαν και έγγραφες προτάσεις Κατσώνη και Φ. που είχαν όρους που έδιναν στους δυο δημοσιογράφους τον οικονομικό έλεγχο της Κυριακάτικης Ε. Τέτοιο κείμενο δεν υπογράφτηκε ποτέ. Ομως φανέρωνε παρασκήνιο.

Όλα αυτά έστρεψαν εναντίον του Φ. την πλειοψηφία των συντακτών. Η Ένωση, μετά τη Γ.Σ. ζήτησε από τους συντά­κτες να απαντήσουν σε ορισμένα ερωτήματα.

Η ψηφοφορία γίνεται στις 31 Μαρτίου 1976 και μέσα στα ερωτήματα υπάρχουν τρία που ήταν καθοριστικά για την τύ­χη της Ε και τη δική μου.

Το ένα ήταν: Συμφωνείτε ότι, κάτω από τις σημερινές συν­θήκες εκείνο που προέχει είναι η συνέχιση της εκδόσεως της Ελευθεροτυπίας; ΝΑΙ: 72 (42-30) — ΟΧΙ: Ο – ΛΕΥΚΑ: Ο. Ερμηνεία: Πάνω απ’ όλα το ψωμάκι μας…

Το δεύτερο ήταν: Θεωρείτε ότι στην περίπτωση απολύσε­ως του Λ. Κομίνη παραβιάστηκε διάταξη του κανονισμού της Ελευθεροτυπίας; ΝΑΙ: 53 (33-20) — ΟΧΙ: 12 (5-7) — ΛΕΥΚΑ: 7 (4-3).

Και το τρίτο: Θεωρείτε ότι πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί αγω­νιστικά το θέμα αυτό, ανεξάρτητα από επιπτώσεις και συνέ­πειες; ΝΑΙ 32 (18-14) — ΟΧΙ: 32 (19-13) — ΛΕΥΚΑ: 8 (5-3).

(Τα νούμερα στις παρενθέσεις αντιπροσωπεύουν μέλη και μη μέλη της ΕΣΗΕΑ αντίστοιχα).

Με τον «πονηρό» τρόπο που διατυπώθηκαν οι ερωτήσεις αυτές και οι άλλες για το πώς θέλουν οι συντάκτες την εφημε­ρίδα στο μέλλον — και με την απειλή ανεξάρτητα από επι­πτώσεις και συνέπειες — η ΕΣΗΕΑ εξασφάλισε το άλλοθι για να μην κάνει απεργία για την άδικη και παράτυπη απόλυση μου. (Καταστρατήγηση του καταστατικού που ίσχυε). Κα­λύφθηκε και η Ένωση πίσω από την ισοψηφία και έκρινε ότι η «ισοπαλία» αυτή ήταν υπέρ του Τεγόπουλου.

Όλα πήραν το φυσιολογικό δρόμο τους. Το επόμενο βράδυ οι εκδότες κοινοποιούσαν την απόλυση του Φ. Μετά από λίγο έδιωχναν και όλους τους «ανθρώπους» του, για να καθαρίσουν καλά το έδαφος. Θα «έπαιζαν» πια σαν πραγματικοί εκδότες. Καθαρά και χωρίς εμπόδια. Τα «λάθη» μας και οι φιλοδοξίες μερικών, ο ανταγωνισμός και η προσήλωση στο «ψωμάκι» μας και μόνο, που κινδύνευε, ήταν αδύνατο να μη δώσουν τη «νί­κη» στους δύο συνεκδότες. Όσα επακολούθησαν ήταν πια προ­διαγραμμένα. Με ευκολία το ένα μετά το άλλο, τα δικαιώ­ματα των συντακτών καταργήθηκαν και η Ε, μια εφημερίδα που ξεκινούσε για να «εξυγιάνει τον ελληνικό Τύπο» γινόταν όπως όλες οι άλλες. Επιχείρηση. (Ο Φιλιππόπουλος το εξη­γεί αυτό σε επιστολή του, που μπορεί να τη βρει ο αναγνώ­στης στο παράρτημα του βιβλίου Στη συνέχεια οι εκδότες προσ­λαμβάνουν διευθυντή τον Σεραφείμ Φυντανίδη. Μέχρι τότε διευθυντή στην Ακρόπολι που, όταν συμβαίνουν τα καθοριστι­κά για την Ε γεγονότα, εκείνος είναι εκπαιδευτικό ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον έχει στείλει ο Νάσος Μπότσης. Η πρόσληψη γίνεται σχεδόν τηλεφωνικά. Μόλις γυρίσει θα πάει στο νέο του γραφείο. Λένε ότι ούτε μια μέρα δε δούλεψε στην Ακρόπολι… Σε λίγο θα επιστρέψω κι εγώ στη δουλειά μου. Το «όνειρο», το δημοσιογραφικό «όνειρο», που με τόση αφέ­λεια είχαμε πιστέψει ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα, εί­χε διαλυθεί. Είχα ανάγκη να εργαστώ. Η Ε ήταν πια μια ο­ποιαδήποτε εφημερίδα. Μερικοί φίλοι γεφύρωσαν τις διαφο­ρές με τον Σ. και έμπαινα ξανά στο μαγκανοπήγαδο. Άλλω­στε πρόβλημα δεν υπήρχε. Όσοι από το προσωπικό της Ε εί­χαν φιλοδοξίες τις είχαν ικανοποιήσει μέσα στη δίνη των γε­γονότων. Έτσι, με μερικές υποχωρήσεις, βρέθηκε χώρος για να βολευτώ κι εγώ. Λίγες μέρες μετά, η Ε έκλεινε ένα χρόνο δημοσιογραφικής ζωής. Ο ισολογισμός της, κερδοφόρος (10.000.000 δραχμές). Όμως πια ούτε το 80% ίσχυε, ούτε εφημερίδα των συντακτών ήταν. Τώρα άρχιζε η μάχη σε άλ­λο επίπεδο. Ποιος από τους εκδότες θα την κρατήσει μόνος του για λογαριασμό του. Επειδή η «σύγκρουση» έχει οπωσ­δήποτε σχέση με την κυκλοφοριακή της πορεία, πρέπει να την αναφέρουμε.

Με το κλείσιμο του χρόνου, 21 Ιουλίου 1976, ο Τ. άρχισε να μιλάει για έκδοση πρωινού φύλλου και ο Σ. για επένδυση. Πρότεινε να αγοράσουν το κτίριο του παλιού Εθνους στην Κο­λοκοτρώνη. Όμως ο Τ. έκρινε ότι έπρεπε να μεταβάλουν τη φυσιογνωμία της επιχείρησης και να γίνουν «συγκρότημα». Η διαφωνία τους κράτησε καιρό. Κανείς δεν είχε αμφιβολία για την επικράτηση του Τ. Και πραγματικά, μια μέρα ανακοινώ­θηκε η έκδοση της Πρωινής Ελευθεροτυπίας. Η αποτυχία της ήταν… εξασφαλισμένη. Τα πρωινά φύλλα φυτοζωούσαν και φυτοζωούν. Η αγορά πνιγόταν και πνίγεται από τα απογευ­ματινά.

Η πρωινή κυκλοφορεί στις 9 Μαΐου 1978… τρώει εκατομ­μύρια και κλείνει το καλοκαίρι του 1980. Τα οικονομικά δεν είναι ρόδινα. Υπήρχε ένα παθητικό. Όμως ο Τ. είναι ο ειδι­κός γι* αυτές τις περιστάσεις. Όταν δεν έχει, ξέρει και… χα­λάει. Έτσι πάνω στην ώρα που το σκάφος «έκανε νερά», πρό­τεινε να αγοραστεί το κτίριο του Έθνους. Ο συνεταίρος του τον ρώτησε πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό. Εκείνος υποστή­ριξε, ότι ήταν αναγκαία η αύξηση του αρχικού κεφαλαίου. Ο συνεταίρος του δεν είχε. Αν δεχόταν να γίνει μονομερής κάλυ­ψη του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου, το μερίδιο του, από 49% θα μειωνόταν ανάλογα. Μια λύση υπήρχε. Να πουλή­σει τις μετοχές του. Τότε μπήκε στο δεύτερο γύρο του «αγώ­να» ο Αρης Βουδούρης. Είναι προμηθευτής του Δημοσίου και σημερινός εκδότης του Ελεύθερου Τύπου. Ο Σ. δεν ήθελε να φύγει από την Ε. Αμύνθηκε. Όμως ένα γεγονός άσχετο, γί­νεται αποφασιστικό για την τύχη του. Ένα Σάββατο ο Τ. έ­παθε έμφραγμα. Τηλεφώνησε στον Σ. Εκείνος τον μετέφερε αμέσως στον «Ευαγγελισμό». Σώθηκε από θαύμα. Μέσα στην «εντατική παρακολούθηση» του Καρδιολογικού στον «Ευαγ­γελισμό» τον επισκέπτονται ταυτόχρονα ο Άρης Βουδούρης και ο Χρήστος Σιαμαντάς. Ανάμεσα σε ζωή και θάνατο ο Τ. θίγει το θέμα των μετοχών. Τα μάτια του Σ. κοντεύουν να βγουν από τις κόγχες τους… Δεν μπορεί να καταλάβει πώς ένας σχεδόν ετοιμοθάνατος ασχολείται με ένα πρόβλημα τόσο μάταιο γι* αυτόν… Αστραπιαία πήρε την απόφαση. Την επο­μένη οι μετοχές του θα είναι στα χέρια του Άρη Βουδούρη.

Όπως είπαμε πιο πάνω ο Σιαμαντάς με το καταστατικό που είχε υποχρεώσει τον Τεγόπουλο να υπογράψει, «είχε δι­καιώματα». (Άλλο αν για την έξοδο του από την εφημερίδα μέτρησε μόνο το 51 %). Να γιατί ο Τ. επέμενε στην κατοχή της πλειοψηφίας των μετοχών και στην ιδιοκτησία του τίτλου. Γιατί αυτά τα δύο και μόνο αυτά, θα εξασφάλιζαν μακροπρό-σθεσμα την κυριότητα της εφημερίδας. Εμείς οι ονειροπαρμέ­νοι πιανόμαστε από τα δημοσιογραφικά μας όνειρα και τα πρό­χειρα χαρτιά, πάνω στα οποία μας έγραφαν πως είμαστε «ι­διοκτήτες» του 80% των κερδών! Και με βάση αυτά τα ανί­σχυρα χαρτάκια διατυμπανιζόταν από την τηλεόραση «Η ε­φημερίδα των συντακτών». Η ζωή τιμωρεί τους ρομαντικούς και τους έντιμους. Κι εμείς είμαστε και από τα δύο.

Τα δικαιώματα του Σιαμαντά ήθελε να έχει και ο Βουδού­ρης, όταν θα έπαιρνε τις μετοχές. Το 49% δεν του εξασφάλι­ζε ούτε την ελεύθερη είσοδο στα γραφεία. Για να είναι σίγου­ρος πως θα τα έχει όταν πάρει τις μετοχές στα χέρια του, ο Τ. ευγενικά του είχε παραχωρήσει μια επιστολή στην οποία του έγραφε — και υπέγραφε — «Αγαπητέ Άρη… Ά ν γίνεις κάτοχος των μετοχών του Χρήστου Σιαμαντά, θα μπορούσα να σου εκχωρήσω και τα προνόμια του που απορρέουν κτλ.». Μ’ αυτό το «θα μπορούσα», ο Βουδούρης θα κινδυνέψει αργό­τερα να χάσει την αξία των μετοχών. Έτσι ο Τεγόπουλος ό­ταν ο «κόμπος θα φτάσει στο χτένι» θα καταβάλει ολό­κληρο το ποσό που είχε πληρώσει στον Σιαμαντά ο Βουδού­ρης και θα αποκτήσει το 100% των μετοχών.

Από τη στιγμή βέβαια που ο νέος κάτοχος του 49 % μπήκε στην εφημερίδα ως την ώρα που αναγκάστηκε να φύγει, μεσο­λάβησαν κωμικοτραγικά γεγονότα, που μόνο σεναριογράφος «επιστημονικής φαντασίας» θα μπορούσε να αποδώσει… πι­στά. Γιατί ο Τ. και η Ελευθεροτυπία ανακάλυπταν τελείως ξαφνικά, ότι ο Βουδούρης ήταν άνθρωπος του Μητσοτάκη. Πριν δεν το ήξεραν. Όταν παρότρυναν τον Σ. να του πουλήσει τις μετοχές, κανένας δεν… το υποψιαζόταν. Η μεγάλη «ανακά­λυψη» της… ίντριγκας, προκαλούσε την επίθεση. Μέρες η Ε αγωνιζόταν να αποδείξει ότι ο Μητσοτάκης προσπαθεί να «α­γοράσει» την εφημερίδα με μοχλό τον Βουδούρη. Οι αναγνώ­στες της μάθαιναν ότι το δημοκρατικό αυτό φύλλο «κινδύνευε» να πέσει στα χέρια ενός δεξιού, πρώην αποστάτη της «Ε.Κ.». Και η… συγκίνηση ήταν μεγάλη. Το παιχνίδι όμως ήταν α­κόμη πιο μεγάλο. Ο Τ. εξασφάλισε σε λίγες μέρες όλες τις μετοχές. Το 100%. Έτσι μια ιστορία, που ξεκίνησε για να «εξυγιάνει τον ελληνικό Τύπο», η εφημερίδα των συντακτών και της αυτοδιαχείρισης, η εφημερίδα στην οποία μόνο οι δη­μοσιογράφοι θα αποφάσιζαν για την καθημερινή πληροφόρη­ση του αναγνώστη, γινόταν κτήμα του ανθρώπου που είχε τη «φαεινή ιδέα» να χαρίσει δύο τόνους χαρτί εκείνη τη μέρα του Μαγιού του 1975 στην Ενωση Συντακτών, για να βγάλουν οι δημοσιογράφοι την εφημερίδα, με την οποία επέβαλαν τους όρους τους στους τότε εκδότες. Ο Τ. ακόμη δεν υπήρχε στον καθημερινό εκδοτικό χώρο.

Τα ψέματα είχαν τελειώσει. Κάποια στιγμή και οι τελευ­ταίοι του επιτελείου της παλιάς φρουράς θα διώχνονταν από την Ε. Τίποτε δεν έπρεπε να θυμίζει το… «αμαρτωλό» πα­ρελθόν.

Επειδή είναι δύσκολο — αν όχι ακατόρθωτο όμως — να περάσει κανείς το ποτάμι χωρίς να βραχεί, και η Ε δεν πέρα­σε αυτές τις κρίσεις χωρίς να πληγεί. Η πορεία της κυκλοφο­ρίας της το δείχνει: 1975: 100.552, 1976: 120.511, 1977: 132.834, 1978: 148.080, 1979: 135.621, 1980: 117.698, 1981:   120.609,  1982:  95.665,   1983:  85.375, 1984: 100.050.

Τι θα μπορούσε να πει κανένας για την ουσιαστική αποτυ­χία αυτής της εφημερίδας, που μπορούσε να καλύψει το κενό της κρίσης του Τύπου με τις προϋποθέσεις που ξεκίνησε; Με μια φράση θα έπρεπε να πει ότι: υπεύθυνος είναι ο «τυχοδιωκτισμός» πολλών από εκείνους που ασχολήθηκαν με την έκδο­ση της. Όμως δε θα αρκούσε. Έπαιξαν ρόλο πολλά. Με όσα ο αναγνώστης διάβασε, θα έχει κατανοήσει αρκετούς λόγους, που συνετέλεσαν στην αποτυχία. Τα κυριότερα είναι η ανακο­λουθία εκδοτών και δημοσιογράφων, η ασυνέπεια προς τις δια­κηρύξεις και οι κακοί χειρισμοί πολλών θεμάτων.

Την ανακολουθία την επισήμανε ο αναγνώστης με τα πρώ­τα συμπτώματα που έδειχναν ροπή στον εντυπωσιασμό. Η ε­φημερίδα — στο σκάνδαλο της Λόκχηντ, για παράδειγμα — ενώ πήρε θέση την πρώτη μέρα επικριτική για τις «προμήθειες», που μοίραζε η πολυεθνική αυτή εταιρεία, την επόμενη είχε κεί­μενο πρωτοσέλιδο, που το διαπραγματεύτηκε ο αντιπρόσω­πος της εταιρείας στην Ελλάδα, Καραγιάννης. Παρόμοια έγι­ναν και με τα προβλήματα της Στάγιερ. Εκείνο που διαπί­στωνε ακόμη ο αναγνώστης ήταν η ροπή στον πρόχειρο και εφήμερο εντυπωσιασμό.

Η ασυνέπεια στις αρχικές διακηρύξεις γινόταν όλο και πιο εμφανής. Οι συγκρούσεις μέσα στην εφημερίδα, οι απολύσεις, οι καταγγελίες εναντίον του εκδότη της, που έκαναν όσοι α­ναγκάζονταν να «πηδάνε» έξω από το… «σκάφος», έδωσαν στον αναγνώστη να καταλάβει πως έχει να κάνει με μια εφη-μερδα του… «κοινού ποινικού δικαίου». Έβλεπε ο αναγνώ­στης ότι συνεχώς συντάκτες της πρόσφευγαν στα δικαστήρια. Σύγκρινε όσα γίνονταν με το ξεκίνημα, που έδειχνε μια εφη­μερίδα — κτήμα των δημοσιογράφων πολυφωνική ιδεολογι­κά, κι όχι πολυφωνική «αριθμητικά». Έδειχνε μια εφημερί­δα που θα κάλυπτε τις πολύπλευρες ανάγκες του σύγχρονου αναγνώστη. Μια εφημερίδα συνεπή και τολμηρή, που δεν εί­χε ανάγκη το εκάστοτε «κουβέρνο», γιατί στηριζόταν μόνο στα πόδια της. Μετά άρχισε να εισπράττει κι αυτή δάνεια, ενώ στα πρώτα της φύλλα κατάγγειλε τις άλλες για τον ίδιο λό­γο… Άρχισε να φιλοξενεί συνεντεύξεις ισχυρών ανθρώπων του κεφαλαίου με πρόσχημα την πολυφωνία. «Και μπήκε κι αυτή μέσα στην Ένωση Ιδιοκτητών, ενώ άφηνε να εννοήσει ο ανα­γνώστης ότι θα μείνει στο περιθώριο, πιστή στις αρχές της και έτοιμη να κρίνει αυστηρά τις άλλες εφημερίδες/

Ηταν μάλλον η πιο σοβαρή προσπάθεια στο δημοκρατικό χώρο (Η Μεσημβρινή ήταν το 1961 στην άλλη όχθη) που ά­ξιζε να προχωρήσει. Είχε τις δυνατότητες να φτάσει σε φαν­ταστικά — για την Ελλάδα — κυκλοφοριακά Οψη, αλλά κά­θε βήμα της προς την εκδοτική κυριαρχία ήταν κι ένα πλήγμα στην ανεξαρτησία της φωνής της. Οι εκδότες της είχαν να δια­λέξουν ανάμεσα στην ιδιοκτησία και το δημοσιογραφικό και κυκλοφοριακό θρίαμβο. Διάλεξαν το πρώτο. Δεν ήταν δυνα­τόν να πετύχουν το δεύτερο. Έτσι, αντί να αποκτήσουν ένα δημοσιογραφικό όργανο πανελλήνιας αναγνώρισης, έμειναν με μια εφημεριδούλα στα χέρια. Και η δημοσιογραφία όμως έ­χασε. Γιατί η Ελευθεροτυπία νομίζω πως ήταν ίσως μοναδι­κή, για να βοηθήσει να εξυγιανθεί ο Τύπος και να ξεπεράσει την κρίση του, που τον μαστίζει εδώ και 20 χρόνια.

 

Explore posts in the same categories: ΜΜΕ, Πολιτική

Ετικέτες: ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: