Η Ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών – Αργεντινή και Ρωσία

Από το 2o ριπόρτ του RMF- Φθινόπωρο 2010

Συγγραφείς: Κ. Λαπαβίτσας, Α. Καλτενμπρούνερ, Γ. Λαμπρινίδης, Ντ. Λίντο, Τζ. Μίντγουέι, Τζ. Μίτσελ, Χ. Π. Παϊνσέιρα, Τζ. Πάουελ, Ε. Πίρες, Α. Στένφορς, Ν. Τέλες

Παράρτημα Α: Η τελευταία κρίση – Αργεντινή και Ρωσία

Η κρίση στην περιφέρεια της Ευρωζώνης είναι απλώς η τελευταία σε μια μακρά σειρά αυτόνομων κρίσεων χρέους τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, κυρίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις διαβεβαιώσεις για προώθηση της σύγκλισης του κατά κεφαλήν εισοδήματος και του επιπέδου ζωής, στην πράξη δημιούργησε μια οξεία διπολική δομή πυρήνα και περιφέρειας, ακόμη και αν δεν λάβουμε υπόψη την ευρύτερη περιφέρεια στην Ανατολική Ευρώπη. Τα προβλήματα του χρέους στην περιφέρεια της Ευρωζώνης έχουν μια εγγενή ομοιότητα με αυτά της παγκόσμιας περιφέρειας. Συνεπώς θα αποδειχθεί διδακτική μια σύντομη αναδρομή στις αυτόνομες κρίσεις χρέους της Αργεντινής και της Ρωσίας στα πρόσφατα χρόνια.

Στις 24 Δεκεμβρίου του 2001 η Αργεντινή ανακοίνωσε την αναστολή πληρωμών σχεδόν για το σύνολο του δημοσίου χρέους της ύψους 144 δις δολ.  Η σταθερή ισοτιμία συναλλάγματος, η οποία έδενε το αργεντίνικο πέσο με το δολάριο, εγκαταλείφθηκε λίγους μήνες αργότερα. Το ΑΕΠ κατέρρευσε κατά 11% το επόμενο έτος. Ωστόσο η οικονομία της Αργεντινής ανέκαμψε, συντηρώντας ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης 8%-9% από το 2003 έως το 2007, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ επανήλθε στα προ της κρίσης υψηλά επίπεδα το 2008. Οι διεθνείς χρηματαγορές ξανάνοιξαν για την Αργεντινή το 2006, με την πώληση πενταετών ομολόγων αξίας 500 εκατ. δολαρίων.

Δύο χρόνια νωρίτερα η Ρωσία είχε επίσης αθετήσει τις πληρωμές του εξωτερικού χρέους της, οδηγώντας σε μια άμεση υποτίμηση το ρούβλι. Μέσα σε διάστημα μηνών η οικονομία επανήλθε σε ανοδικούς ρυθμούς, αναπτυσσόμενη ραγδαία σχεδόν για μια δεκαετία. Η Ρωσία αντιμετώπιση την κρίση σαφώς καλύτερα από την Αργεντινή. Η σύγκριση των εμπειριών των δύο χωρών που ακολουθεί, αξιοποιείται στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τις αυτόνομες κρίσεις χρέους της Ευρωζώνης.

Η συμφωνία της Ουάσινγκτον φέρνει την καταστροφή στο Μπουένος Άιρες

 Το 1991 η Αργεντινή υιοθέτησε το «Πλάνο Μετατρεψιμότητας» (Convertibility Plan) το οποίο περιελάμβανε την απελευθέρωση εμπορίου και κεφαλαίων, την ιδιωτικοποίηση κρατικής περιουσίας, αυστηρή νομισματική πολιτική και ,πάνω απ’ όλα, το δέσιμο του πέσο στο αμερικανικό δολάριο σε βάση ένα προς ένα, υπό την επιτήρηση ενός νομισματικού συμβουλίου.25 Η χώρα διένυσε τη δεκαετία του ’90 ακολουθώντας τις συνταγές της Συμφωνίας της Ουάσινγκτον (Washington Consensus), με την ήπια έγκριση και εκτεταμένη οικονομική στήριξη του ΔΝΤ.26 Οι αρχικές ανταμοιβές έδειχναν ουσιαστικές καθώς σταμάτησε ο υπερπληθωρισμός και ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης τα έτη 1991-1998 έφτασε το 6%.27

Οι καθαρές εισροές κεφαλαίου έφτασαν τα 100 δις δολ. την περίοδο 1992-1999.28 Η διαφαινόμενη επιτυχία μετέτρεψε την Αργεντινή  στην προσφιλή αναπτυσσόμενη οικονομία, παράδειγμα προς μίμηση.29  Η συνεχιζόμενη στήριξη από το ΔΝΤ, βελτίωσε τους όρους δανεισμού για την Αργεντινή, καθώς οι δανειστές πίστευαν ότι το Ταμείο δεν θα άφηνε μια τέτοια χώρα πρότυπο να καταρρεύσει.30

Εκ των υστέρων, είναι προφανές ότι η μακροοικονομική σταθεροποίηση ήταν μάλλον προϊόν καλής τύχης παρά καλής πολιτικής. Τα χαμηλά επιτόκια των ΗΠΑ είχαν συγκρατήσει την ανατίμηση του δολαρίου, και η ανάκαμψη στις ΗΠΑ στα ’90 έδωσε ώθηση στη Λατινική Αμερική.  Όταν η αξία του δολαρίου άρχισε να ανεβαίνει σταθερά από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90, η σταθερή ισοτιμία δολαρίου-πέσο μετετράπη σε θηλιά για την οικονομία της Αργεντινής. Μετά την κρίση του 1998 στη Ρωσία, η Βραζιλία προχώρησε σε υποτίμηση κατά 70% τον Ιανουάριο του 1999, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τους εμπορικούς όρους για την Αργεντινή.31 Το πέσο ήταν πια εξαιρετικά υπερτιμημένο, έως και 55% βάσει των εκτιμήσεων της Παγκόσμιας Τράπεζας.32 Αποπληθωρισμός και πτώση παραγωγής μπήκαν στο προσκήνιο.

 Η αρχική ύφεση εξελίχθηκε σε πλήρη κατάρρευση στα επόμενα χρόνια, και στο δεύτερο εξάμηνο του 2002 το ΑΕΠ της Αργεντινής είχε μειωθεί κατά 20% περίπου. Ο αριθμός των Αργεντίνων που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας έφτασε στο 57,5% του πληθυσμού τον Οκτώβριο του 2002, ενώ το τμήμα που ζούσε σε ακραία φτώχεια –χωρίς δυνατότητα ακόμα και για την προμήθεια φαγητού- ξεπερνούσε το 27,5%. Η ανισότητα αυξήθηκε έντονα και η ανεργία έφτασε το 25%.

Καθώς η κρίση επιταχύνονταν, το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης (δημόσιο χρέος) αυξανόταν σταθερά σε σχέση με το ΑΕΠ από 34,5% το 1997 σε 37,6% το 1998, σε 43% το 1991, σε 45% το 2001και σε 53,7% το 2002. Από τα μέσα του 2001, οι αγορές κεφαλαίου είχαν πρακτικά κλείσει για την Αργεντινή.

 Σε όλη αυτή την περίοδο, το ΔΝΤ υποστήριζε ενεργά τις επιλογές της Αργεντινής, ειδικά τη σύνδεση πέσο-δολαρίου. Στην πράξη, το ΔΝΤ από τη γραμμή αξιολόγησης των πολιτικών που αναπτύχθηκαν στη βάση της σύνδεσης, πέρασε στην ενεργή υιοθέτηση της επιλογής33 . Ακόμα και τον Οκτώβριο του 1998, λίγες βδομάδες πριν «αρχίσουν τα όργανα», ο γενικός διευθυντής του Ταμείου χαρακτήρισε την Αργεντινή ως «πρότυπο».34 Μετά το κλείσιμο των χρηματαγορών για την Αργεντινή στα μέσα του 2001, το ΔΝΤ απέμεινε η μοναδική πηγή εξωτερικού δανεισμού για τη χώρα, αυξάνοντας περαιτέρω την επιρροή του. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε ένας αξιοσημείωτος βαθμός ομοφωνίας ανάμεσα στους συμβούλους του ΔΝΤ στην Αργεντινή, και τους κορυφαίους υπουργούς και αξιωματούχους της Αργεντινής.

Το ΔΝΤ επέβαλε τις συνταγές του, κάνοντάς τα «πλακάκια» με την ελίτ της Αργεντινής. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από χαοτικές αλλαγές πολιτικής που τελικά οδήγησαν στην αθέτηση πληρωμών.

Ένας αρχικός γύρος αύξησης φόρων και περικοπών δαπανών οδήγησε στη μείωση του κρατικού ελλείμματος από το 19,4% του ΑΕΠ το 1999 σε 18,9% το 2000.  Αλλά τα αυστηρά δημοσιονομικά αποδείχθηκαν ανεπαρκή, αφού εκτός των άλλων η κεντρική κυβέρνηση αδυνατούσε να ασκήσει δημοσιονομικό έλεγχο στις περιφερειακές αρχές. Οι υποσχέσεις για έλεγχο των τελευταίων επέτρεψαν τη διοχέτευση περαιτέρω οικονομικής βοήθειας από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ που έφτασε συνολικά περίπου τα 20 δις δολ.36 Ωστόσο οι στόχοι που έθεσε το ΔΝΤ για το 2001 δεν επετεύχθησαν και ο υπουργός οικονομίας παραιτήθηκε. Ο νέος υπουργός αποπειράθηκε να επιβάλλει άμεσες περικοπές ύψους 2 δις δολ. αλλά εξαναγκάστηκε σε παραίτηση μέσα σε δυο βδομάδες.37

 Ακολούθησε μια νέα στροφή πολιτικής, που επιχείρησε τη σύνδεση του πέσο με τη μέση τιμή ευρώ και δολαρίου, για να δώσει ώθηση στη παραγωγή. Η πολιτικά απέτυχε και άνοιξε το δρόμο για το megacanje de deuda («μεγαομόλογο χρέους») τον Ιούνιο του 2001. Αυτό συντονίστηκε από μια ομάδα μεγάλων τραπεζών της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης, που προσέφερε μεγαλύτερες προθεσμίες για κατόχους ομολόγων μέσω

μιας «ανταγωνιστικής» διαδικασίας. Η κατάληξη ήταν ότι το συνολικό εξωτερικό χρέος της Αργεντινής αυξήθηκε και, φυσικά, οι τράπεζες που κανόνισαν τη συμφωνία καρπώθηκαν μια «τεράστια προμήθεια».38 Η οικονομία συνέχισε την ραγδαία κάθοδο και μια νέα έκδοση ομολόγου επιχειρήθηκε το Σεπτέμβριο του 2001 με την έγκριση του ΔΝΤ. Τα οφέλη για την Αργεντινή ήταν μικρά. Καθώς οι δαπάνες συνέχιζαν να υπερβαίνουν τα συμφωνηθέντα με το ΔΝΤ όρια, άρχισε η αμφισβήτηση εντός του Ταμείου για το αν έπρεπε να συνεχιστεί η στήριξη.  Μια καθορισμένη αποπληρωμή δεν έγινε, προκαλώντας πανικό αναλήψεων από τις τράπεζες. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να απαγορεύσει τις αναλήψεις, προκαλώντας μαζική λαϊκή εξέγερση. Παραμονές Χριστουγέννων του 2001 η χώρα τελικά κήρυξε στάση πληρωμών.

Τον Ιανουάριο καταργήθηκε ο Νόμος Μετατρεψιμότητας και ορίστηκε μια νέα ισοτιμία δολαρίου-πέσο. Η προκληθείσα έξοδος κεφαλαίων ανάγκασε σύντομα την κυβέρνηση να αναγγείλει την «πεσοοποίηση» των αξιών που ήταν σε δολάρια στην Αργεντινή. Κατά συνέπεια, αυξήθηκε η ζήτηση για δολαρίου, αυξάνοντας την πίεση στη σταθερή ισοτιμία, και ταυτόχρονα οι τράπεζες ήταν πλήρως αναξιόπιστες.39 Το Μάρτιο του 2002 η χώρα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά  το καθεστώς σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας και το πέσο έπεσε περίπου στο 75% της προηγούμενης ισοτιμίας του σε σχέση με το δολάριο. Ως συνέπεια, οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 40%.  Η επακόλουθη διάλυση θεμελιακών νομισματικών λειτουργιών οδήγησε σε μια εξαιρετικά δραματική ύφεση.

Αλλά η σημαντική υποτίμηση του πέσο, παράλληλα με την ανάκτηση του ελέγχου των εξελίξεων από την κυβέρνηση, σήμαιναν ότι τα χειρότερα ήταν ήδη πίσω από τον Απρίλιο του 2002. Τα τρία τελευταία τρίμηνα του 2002 η ανάπτυξη είχε θετικό πρόσημο και συνέχισε να επιταχύνεται τα επόμενα αχρόνιαστο Σεπτέμβριο του 2003, όταν πια η κρίση ήταν παρελθόν, η κυβέρνηση αιτήθηκε μια επίσημη αναδιάρθρωση του χρέους της. Οι κάτοχοι των ομολόγων προσέφεραν αρχικά μια μείωση 75% στα κεφάλαια, χαμηλότερα επιτόκια και μακρύτερη ωρίμανση του χρέους. Οι δανειστές αντέδρασαν οργισμένα, δημιουργώντας μια ομάδα πίεσης που εργάστηκε μαζί με το ΔΝΤ για να απαιτήσει καλύτερους όρους. Το ΔΝΤ, τον Ιανουάριο του 2004, αρνήθηκε μια βελτιωμένη προσφορά της κυβέρνησης της Αργεντινής για μείωση των κεφαλαίων κατά 45%. Η κυβέρνηση τότε προχώρησε σε ένα άνευ προηγουμένου βήμα για αναπτυσσόμενη χώρα, δηλαδή να προχωρήσει την αναδιάρθρωση χωρίς την στήριξη του ΔΝΤ. Έως το Φεβρουάριο του 2005, το 76% των πιστωτών της Αργεντινής είχε αποδεχθεί απρόθυμα τους νέους όρους.40

 Μερικά μαθήματα από την Αργεντινή

 Η επίσημη θεώρηση της αθέτησης χρέους υπογραμμίζει το σημαντικό κόστος, και ιδιαίτερα τη μείωση της παραγωγής, την αύξηση της ανεργίας και την πιθανή πτώχευση. Τα παραπάνω συμβαδίζουν με την πλειονότητα της συμβατικής οικονομικής σκέψης, που υποστηρίζει ότι το κόστος αποθαρρύνει τις κυβερνήσεις να παραβούν την εξυπηρέτηση του χρέους τους.41 Ωστόσο υπάρχει και η αντίθετη άποψη στα πλαίσια της δεσπόζουσας θεωρίας, η οποία στην ουσία αντιμετωπίζει την αθέτηση πληρωμών ως μια επιλογή με ζημίες και οφέλη.42 Η εμπειρία της Αργεντινής συνάδει με την άποψη ότι η αθέτηση πληρωμών μπορεί να είναι ένα θετικό βήμα για μια οικονομία που συνθλίβεται από το χρέος. Η δραματική κατάρρευση της οικονομίας της Αργεντινής εκδηλώθηκε στο πρώτο τρίμηνο του 2002 όταν η κυβέρνηση επιχείρηση να διατηρήσει μια νέα σταθερή ισοτιμία χωρίς αξιοπιστία. Την ίδια περίοδο, επιχείρησε να επιβάλλει την «πεσοποίηση», ενώ το πέσο ήταν παντελώς αναξιόπιστο, και συνεπώς ενθάρρυνε την έξοδο κεφαλαίων. Η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει σθεναρά μόνο μετά την εγκατάλειψη της αυταπάτης για ένα ισχυρό εσωτερικό νόμισμα.

 Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι η κρίση χρέους της Αργεντινής δεν ήταν προϊόν μιας χαλαρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το πρωτογενές έλλειμμα παρέμενε «αξιοσημείωτα σταθερό» σε σχέση με το ΑΕΠ την περίοδο 1993-2001.43 Τα δημοσιονομικά προβλήματα προέκυψαν καθώς προχωρούσε η ύφεση το 1997-98, οδηγώντας σε σημαντική μείωση των φορολογικών εσόδων. Μάλιστα, πολλά από τα δημοσιονομικά προβλήματα της Αργεντινής μπορούν να ανιχνευτούν στην ιδιωτικοποίηση του pay-as-you-go συστήματος κοινωνικής ασφάλισης όπως προέβλεπε το Σχέδιο Μετατρεψιμότητας.44 Τα δημόσια έσοδα μειώνονταν αλλά –πράγμα εκπληκτικό- η κυβέρνηση διατήρησε όλες τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της για την κοινωνική ασφάλιση. Ως το 2001, το άνοιγμα ανάμεσα στις απολεσθείσες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τις συνεχιζόμενες πληρωμές στους συνταξιούχους συνυπολογιζομένου του επιτοκίου δανεισμού- αντιστοιχούσε στην πράξη στο σύνολο του πρωτογενούς ελλείματος.45  Η Αργεντινή σίγουρα επηρεάστηκε από τη μείωση των εμπορικών συναλλαγών ως συνέπεια της κρίσης στην Ασία το 1997, από την επιβράδυνση στις ΗΠΑ το 2001, καθώς και από την αποχώρηση κεφαλαίων και την άνοδο των spread στις αναπτυσσόμενες χώρες μετά τη ρωσική κρίση του 1998. Αλλά αυτές οι επιπτώσεις δεν ήταν μεγαλύτερες απ’ ότι στις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.46 Το βάθος και η δριμύτητα της κρίσης στην Αργεντινή οφειλόταν στο νομισματικό πλαίσιο της χώρας, και ειδικά στη σύνδεση δολαρίου-πέσο υπό την εποπτεία ενός νομισματικού συμβουλίου. Η σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία συνέβαλε σε ένα έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών το οποίο έκλεισε μόνο μέσω της ύφεσης. Το αποτέλεσμα ήταν αυξανόμενο χρέος του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στο τέλος του ’90 και τις αρχές του ΄2000.47

Η επιμονή σε «αξιοσέβαστες» «ορθόδοξες» οικονομικές πολιτικές, με την εποπτεία του ΔΝΤ, αποδείχθηκαν επίσης καταστροφικές για την Αργεντινή. Σε κάθε φάση παρεμπόδισε αποφασιστικές  δράσεις που θα αφαιρούσαν το νομισματικό δεσμό που βρίσκονταν στην καρδιά του προβλήματος, και προκαλούσε περαιτέρω σύγχυση. Τελικά, η «ορθόδοξη» πολιτική δημιούργησε το έδαφος για την αθέμιτη εξαγωγή κεφαλαίου από μεγάλα τμήματα της αργεντίνικης άρχουσας και μεσαίας τάξης. Εσωτερικό κεφάλαιο που ήταν έξω από τα σύνορα  μπορούσε να σπεκουλάρει πάνω στην προοπτική της «πεσοποίησης», αποσταθεροποιώντας συνεχώς την οικονομία. Όταν η «πεσοποίηση» ήταν γεγονός, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για μεταφορά πλούτου προς όφελος της άρχουσας τάξης. Η αθέτηση πληρωμών και η «πεσοοποίηση» απάλλαξαν την οικονομία από το ζουρλομανδύα του Πλάνου Μετατρεψιμότητας, αλλά οι πλούσιοι της Αργεντινής είχαν και πάλι τον τρόπο να επωφεληθούν.

 Ρωσία: Η μετάβαση από τη σχεδιασμένη οικονομία – Κατάρρευση και ανάκαμψη

 Η Ρωσία δαπάνησε τη δεκαετία του ’90 για τη μετάβαση στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς κάτω από την κηδεμονία του ΔΝΤ. Τη δεκαετία του ’80, το εξωτερικό χρέος της ΕΣΣΔ είχε αυξηθεί εντυπωσιακά και η Ρωσία, ως το κύριο διάδοχο κράτος, το ανέλαβε στο σύνολό του. Ως γνωστόν, η διαδικασία μετάβασης οδήγησε σε οικονομική κατάρρευση. 48 Το χρήμα εξαφανίστηκε από αρκετές πλευρές της οικονομικής ζωής – στις αρχές του 1998 οι μισές πωλήσεις της βιομηχανίας γίνονταν με ανταλλαγή. Η συλλογή φόρων από την κεντρική κυβέρνηση ήταν εξαιρετικά χαώδης, και μόνο μικρό μέρος καταβαλλόταν με μετρητά.49 Η Ρωσία συνήψε συμφωνίες με το ΔΝΤ το 1995 και το 1996 οι οποίες, παράλληλα με την υιοθέτηση μιας υψηλής και σταθερής ισοτιμίας, φαινόταν να οδηγούν σε έλεγχο του πληθωρισμού. 50 Η πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές έδειχνε να ομαλοποιείται μετά το 1996.51

 Η επιτυχία ήταν παντελώς εικονική. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης στην Ασία, το ρούβλι δέχτηκε κερδοσκοπική επίθεση. Οι τιμές του πετρελαίου και των μη σιδηρούχων μετάλλων, που από κοινού αντιστοιχούν στα δύο τρίτα των ρωσικών εξαγωγών, άρχισαν να πέφτουν.52 Την οικονομική αδυναμία ακολούθησε η πολιτική αναταραχή. Η συλλογή φόρων ήταν εξαιρετικά μειωμένη και το δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ άρχισε να ανεβαίνει από 43,4% το 1996 σε 53,6% το 1997 σε 68,2% το 1998 και σε 90,2% το 1999. Ο φόβος της αθέτησης πληρωμών και της υποτίμησης οδήγησε σε αύξηση το επιτόκιο δανεισμού των τραπεζών από την Κεντρική Τράπεζα, και η ρωσική κυβέρνηση αδυνατούσε να συνεχίσει τις πρακτικές βραχυπρόθεσμου δανεισμού. Σε μια προσπάθεια στήριξης, ανακοινώθηκε τον Ιούλιο ένα διεθνές πακέτο στήριξης  ύψους 22,6 δις δηλ., με άμεση εκταμίευση 4,8 δις.53 Η πρόθεση ήταν να στηριχτεί η σταθερή ισοτιμία, ενώ ανταλλάσσονταν μακροπρόθεσμα ομόλογα με ακριβά βραχυπρόθεσμα. Το πακέτο απέτυχε εντός ημερών και η διαφυγή κεφαλαίων έφτασε μέχρι και τα 4 δις δολ. Μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου.

 Στις 17 Αυγούστου του 1998 η κυβέρνηση Γιέλτσιν ανακοίνωσε την υποτίμηση του ρουβλίου και το πάγωμα όλων των υποχρεώσεων του δημοσίου σε ρούβλια και την αναστολή πληρωμών σε όλες τις υποχρεώσεις σε ξένο συνάλλαγμα των ρωσικών οικονομικών οργανισμών. Ένα νέο κύμα πολιτικής αναταραχής προκάλεσε νέες πιέσεις στο ρούβλι και κάθε προσπάθεια ελέγχου της ισοτιμίας εγκαταλείφθηκε το Σεπτέμβριο. Το ρούβλι βυθίστηκε στο ένα τρίτο της αξίας του σε σχέση με το δολάριο.54 Η προσπάθεια υπεράσπισης της σταθερής ισοτιμίας από τον Οκτώβριο του 1997 έως το Σεπτέμβριο του 1998 κόστισε περίπου 30 δις δολ., δηλαδή περίπου το ένα έκτο του ΑΕΠ της Ρωσίας εκείνη την εποχή.55

 Η αθέτηση πληρωμών δημιούργησε μια μεγάλη τραπεζική κρίση καθώς το συνολικό κεφάλαιο των ρωσικών τραπεζών ήταν σχεδόν ίσο με τον όγκο των παγωμένων πληρωμών δανείων της Ρωσίας. Η αναταραχή στα οικονομικά ιδρύματα σιγόβραζε από τον Αύγουστο του 1998, όταν άρχισαν να σχηματίζονται ουρές ανησυχούντων καταθετών έξω από τις εισόδους των τραπεζών. Ως απάντηση, η κεντρική τράπεζα προχώρησε σε μαζικές ενέσεις ρευστότητας στο σύστημα,  μειώνοντας το απαιτούμενο ύψος αποθεματικών, δανείζοντας μεγάλα ιδρύματα και ανταλλάσσοντας παγωμένα ομόλογα με μετρητά.

 Τα μέτρα συνέβαλλαν στον έλεγχο του πανικού, με κόστος την μεγαλύτερη πίεση για την υποτίμηση του ρουβλίου και  τον συνεπακόλουθο πληθωρισμό.

Η υποτίμηση είχε ως συνέπεια την εκτόξευση του κόστους  εξυπηρέτησης του χρέους που ήταν εκφρασμένο σε δολάρια.  Τον Ιανουάριο του 1999 οι εταιρείες αξιολόγησης κήρυξαν τη Ρωσία σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας πληρωμών. Η ρωσική κυβέρνηση άρχισε αμέσως διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές με σκοπό την αναδιάρθρωση. Το Μάιο του 1999 η συμφωνία έκλεισε με περίπου το 95% των εσωτερικών και το 89% των εξωτερικών κατόχων χρέους. Οι κάτοχοι των ομολόγων «εισέπραξαν» μειώσεις χρέους ύψους περίπου 53%.56

 Η άμεση αντίδραση στην τραπεζική κρίση, η ταχύτατη αναδιαπραγμάτευση του χρέους και η υποτίμηση του νομίσματος άνοιξαν το δρόμο για μια έντονη ανάκαμψη της ρωσικής οικονομίας. Η ανάπτυξη κινήθηκε γοργά, φτάνοντας το 6,3% το 1999 και το 10% το 2000 και δεν έπεσε κάτω από το 4% ετησίως μέχρι την ύφεση του 2008. Ανταλλαγές, καθυστερήσεις και αρνήσεις πληρωμών σβήστηκαν από το χάρτη. 57 Η Ρωσία παρουσίασε πλεόνασμα για πρώτη φορά το 2000, και ως το 2005 είχε εξοφλήσει στο σύνολό τους τα χρέη της στο ΔΝΤ.  Το πλεόνασμα εξωτερικών συναλλαγών της Ρωσίας ξεπέρασε τα 200 δις δολ. Το 2006, το τέταρτο μεγαλύτερο ανάμεσα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.58

 Μεγάλο μέρος αυτής της επιτυχίας καθορίστηκε από τις μεγάλες αυξήσεις τιμών σε πρώτες ύλες και ειδικά στο πετρέλαιο από το 1999 και μετά. Αλά η ανάκαμψη βοήθησε και τους παραγωγούς στο εσωτερικό, καθώς η κατανάλωση στράφηκε από τα ακριβά ξένα προϊόντα στις τοπικές παραγωγές. Η οικιακή κατανάλωση επίσης αυξήθηκε έντονα στη βάση της μεγάλης αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.59 Λίγη αμφιβολία χωρεί στο γεγονός ότι μια τέτοια ανάπτυξη θα ήταν αδύνατη, ακόμα και με ανοδικές τιμές πετρελαίου, αν η Ρωσία επιχειρούσε ακόμα να συντηρήσει την υπερτιμημένη ισοτιμία του ρουβλίου. Η αθέτηση πληρωμών και η υποτίμηση, αν και αναμφίβολα επέφεραν άμεσο κόστος , αποδείχθηκαν μια πιο εφαρμόσιμη επιλογή για τη ρωσική οικονομία.

 Τελικά, η  αθέτηση πληρωμών δεν είναι καταστροφή

 Βασικό χαρακτηριστικό της κρίσης και στην Αργεντινή και στη Ρωσία ήταν η προσπάθεια να διατηρηθεί μια υπερτιμημένη ισοτιμία, με το πρόσχημα της σταθεροποίησης των τιμών. Το αποτέλεσμα ήταν το τσεκούρωμα της παραγωγής του ιδιωτικού τομέα, η δημιουργία ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών και η παραγωγή ιδιωτικού και δημόσιου χρέους. Συνεπώς τα δημοσιονομικά προβλήματα και στις δύο χώρες προκλήθηκαν από το ευρύτερο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που επέβαλλε το ΔΝΤ καθώς και εξωτερικά χτυπήματα. Η τελική επιλογή της αθέτησης χρέους και  υποτίμησης, παρά το σοβαρό οικονομικό κόστος, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για ραγδαία οικονομική ανάκαμψη. Και οι δύο χώρες ανταπεξήλθαν σχετικά ομαλά την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, χωρίς την επίσημη στήριξη του ΔΝΤ. Η πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές αποκαταστάθηκε σχετικά νωρίς μετά την αθέτηση πληρωμών. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο,  ότι η Αργεντινή συνέχισε να βασίζεται σε διμερή δανεισμό από τη Βενεζουέλα. Σε κάθε περίπτωση, η αθέτηση πληρωμών δεν εμπόδισε την πρόσβαση των δύο χωρών σε δανεισμό.

 Η Ρωσία και η Αργεντινή χειρίστηκαν την αθέτηση πληρωμών και την υποτίμηση αρκετά διαφορετικά. Η ρωσική κυβέρνηση, αντιμέτωπη με μια αστήρικτη σταθερή ισοτιμία και ένα επιδεινούμενο δανεισμό, ενήργησε αποφασιστικά και γρήγορα για το πάγωμα των πληρωμών και την υποτίμηση. Η όλη διαδικασία κράτησε συνολικά περίπου πέντε μήνες, ενώ η αναδιαπραγμάτευση του μεγάλου μέρους του χρέους τέλειωσε κάτι πάνω από ένα χρόνο αργότερα. Οι κυβερνήσεις της Αργεντινής, αντίθετα, προσκολλήθηκαν σε ένα ανεφάρμοστο νομισματικό συμβούλιο για χρόνια, υιοθετώντας γενικότερα την άποψη ότι οι «ορθόδοξες» μέθοδοι θα επέλυαν την επιδεινούμενη οικονομική κρίση. Περαιτέρω, με την εκδήλωση της τραπεζικής κρίσης μετά την αθέτηση πληρωμών, η Ρωσία έλυσε το πρόβλημα άμεσα μέσω απαγορεύσεων στην κίνηση κεφαλαίων και εθνικοποιώντας τα τραπεζικά αποθεματικά. Η αναβλητικότητα και η σύγχυση πολιτικών στην Αργεντινή συνέβαλε στον τραπεζικό πανικό που οδήγησε σε ταραχές και νεκρούς.

 Η αθέτηση πληρωμών και η υποτίμηση αναμφίβολα έχουν κόστος. Αλλά μπορεί κάλλιστα να είναι η καλύτερη επιλογή για μια χώρα που αντιμετωπίζει μια δυσεπίλυτη κρίση χρέους, απόρροια σε μεγάλο βαθμό των διεθνών χρηματοοικονομικών σχέσεων. Το κόστος μπορεί να μειωθεί και να ανοιχτεί ο δρόμος για μια οικονομική ανάπτυξη, αν οι κυβερνήσεις είναι αποφασισμένες να δράσουν αποφασιστικά, σπάζοντας και τη διεθνή ομοφωνία αν χρειαστεί.

 Ταυτόχρονα, η αθέτηση πληρωμών και η υποτίμηση, ειδικά όταν περιλαμβάνουν μια αλλαγή στο νομισματικό καθεστώς, όπως στην Αργεντινή, επίσης συνεπάγονται μεταφορά πλούτου και μια αναδιάταξη των ταξικών σχέσεων. Μπορούν να ενδυναμώσουν την εξουσία της τοπικής αστικής τάξης, αλλά και να δημιουργήσουν ευκαιρίες μετατόπισης της ισχύος προς όφελος της εργασίας. Μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχο των τραπεζών, δημόσιο έλεγχο σε άλλους οικονομικούς τομείς, βιομηχανική πολιτική και αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου. Με άλλα λόγια, το τελικό αποτέλεσμα της επιλογής της αθέτησης χρέους και της υποτίμησης εξαρτάται από τους κοινωνικούς αγώνες. Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση με την οποία βρίσκονται αντιμέτωποι σήμερα οι εργαζόμενοι στην περιφέρεια της Ευρωζώνης.

Advertisements
Explore posts in the same categories: Βιβλίο, Κώστας Λαπαβίτσας, Uncategorized

Ετικέτες: , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: