Kώστας Λαπαβίτσας-RMF: “Ρήξη; Διέξοδος από την Κρίση της Ευρωζώνης”

lapavitsas2012

Σας παρουσιάζουμε αναλυτικά τα περιεχόμενα της μελέτης του Κώστα Λαπαβίτσα και των συνεργατών τού RMF“Ρήξη; Διέξοδος από την Κρίση της Ευρωζώνης”εκδ.Λιβάνης 2012 , καθώς και ένα απόσπασμα από το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου(6.2)

Πίνακας περιεχομένων

 Κεφάλαιο1 Ανάμεσα στις Συμπληγάδες

1.1 Παγκόσμια αναταραχή
1.2 Το ευρώ: Μια νέα μορφή διεθνούς αποθεματικού νομίσματος

1.3 Το ευρώ διαμεσολαβεί την παγκόσμια κρίση στην Ευρώπη

Κεφάλαιο 2 Νομισματική Μη-Ένωση: Θεσμική δυσλειτουργία και σχέσεις εξουσίας

2.1 Η ΕΚΤ και τα όρια παροχής ρευστότητας
2.2 Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθεροποίησης βαδίζουν στα τυφλά

Κεφάλαιο 3 H λιτότητα αποτυγχάνει: Ταξικά συμφέροντα και θεσμικές  περιπλοκές
3.1 Ο «ενάρετος κύκλος» της λιτότητας: Ζημία χωρίς αποτέλεσμα
3.2 Απεγνωσμένη αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων

Κεφάλαιο 4 Φυγόκεντρη πίστωση: Εκ νέου ενίσχυση των δεσμών μεταξύ τραπεζών και εθνικών κρατών

4.1 Ενδυνάμωση των εθνικών χρηματοπιστωτικών σχέσεων

4.2 Οι ελληνικές τράπεζες έρχονται πιο κοντά στο ελληνικό κράτος

Κεφάλαιο 5 Η κοινωνική και πολιτική σημασία της ρήξης

5.1 Το περιεχόμενο της ρήξης

5.2 Πλευρές της αθέτησης πληρωμών

Κεφάλαιο 6 Αθέτηση πληρωμών και έξοδος: Κόβοντας τον γόρδιο δεσμό

6.1 Αθέτηση πληρωμών της Ελλάδας με παραμονή στην ΟΝΕ

6.1.1. Οι τράπεζες

6.1.2 Το πρωτογενές έλλειμμα

6.2 Αθέτηση πληρωμών της Ελλάδας και έξοδος από την ΟΝΕ

6.2.1 Μια κατάλληλη σύγκριση

6.2.2 Το χρέος

6.2.3 Οι τράπεζες

6.2.4 Το πρωτογενές έλλειμμα

6.2.5 Το νομισματικό πρόβλημα

6.2.6 Το πρόβλημα του συναλλάγματος

6.3 Αντί συμπεράσματος

”Ρήξη; Διέξοδος από την κρίση της Ευρωζώνης”.

 

6.2. Αθέτηση πληρωµών της Ελλάδας και έξοδος από την ΟΝΕ

Η αθέτηση πληρωµών µε πρωτοβουλία του οφειλέτη είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επέφερε την έξοδο από την ΟΝΕ. Το ελληνικό κράτος θα κήρυττε µονοµερή παύση πληρωµών του χρέους του, ανακοινώνοντας επίσης ότι θα σταµατούσε την αναγνώριση τόκων υπερηµερίας.

Θα προέκυπταν άµεσα προβλήµατα αναπλήρωσης του κεφαλαίου και της ρευστότητας των τραπεζών, χωρίς να υπάρχει άµεση πρόσβαση στους µηχανισµούς της ΕΕκαι της ΟΝΕ. Εποµένως, θα ήταν επιτακτική ανάγκη για την Ελλάδα να ανακτήσει τον άµεσο έλεγχο της νοµισµατικής πολιτικής. Θα ακολουθούσε η έξοδος από την ΟΝΕ, τροποποιώντας τους όρους βάσει των οποίων θα γινόταν και η αθέτηση πληρωµών.

Η αθέτηση πληρωµών µε πρωτοβουλία του οφειλέτη και η έξοδος από την ΟΝΕ είναι µια δύσκολη επιλογή για την Ελλάδα, ή και για οποιαδήποτε άλλη χώρα της περιφέρειας, για λόγους που εξηγούνται πιο κάτω. Αλλά το πρώτο ζητούµενο είναι να καθοριστεί το σηµείο αναφοράς βάσει του οποίου µπορούν να κριθούν οι επιπτώσεις τους.

 rixi-eurozone

6.2.1. Μια κατάλληλη σύγκριση

Το σηµείο αναφοράς δεν µπορεί σαφώς να είναι η κατάσταση πραγµάτων που επικρατούσε πριν από την κρίση. Η κατάλληλη σύγκριση είναι µε την πιθανή κατάσταση της χώρας εάν συνεχίζονταν οι πολιτικές λιτότητας στο πλαίσιο της ΟΝΕ, ακόµα και µετά από αθέτηση πληρωµών µε πρωτοβουλία του πιστωτή. Υποστηρίχτηκε προηγουµένως ότι το αποτέλεσµα θα ήταν πιθανότατα µια µεγάλη συρρίκνωση του ΑΕΠ, που θα την ακολουθούσε χαµηλή ανάπτυξη, µόνιµα υψηλά ποσοστά ανεργίας και χαµηλά εισοδήµατα. Θα υπήρχε επίσης απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας και διάβρωση της δηµοκρατίας.

Επιβεβαίωση της εκτίµησης αυτής έχει προέλθει από αναπάντεχη πλευρά. Στα τέλη Οκτωβρίου του 2011 υπήρξε διαρροή επίσηµου εγγράφου µε λεπτοµέρειες από µελέτη βιωσιµότητας του ελληνικού χρέους, που πραγµατοποιήθηκε για τα υψηλότερα κέντρα λήψης αποφάσεων εντός της ΕΕ και του ∆ΝΤ. Αναγνωρίζοντας ότι στην ελληνική οικονοµία έχει σηµειωθεί δραµατική κάµψη από το καλοκαίρι του 2011, το έγγραφο ανέµενε συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 5,5% και 3% για τα έτη 2011 και 2012 αντίστοιχα. Ανέµενε δε ότι θα ακολουθούσε αύξηση ελαφρώς µεγαλύτερη του 2% ετησίως µέχρι το 2020, για να υποχωρήσει και πάλι σε ποσοστό περίπου 1,7% τη δεκαετία του 2030. Το αποτέλεσµα θα ήταν η Ελλάδα να λιµνάσει για είκοσι χρόνια. Η µελέτη δεν το ανέφερε µε σαφήνεια, αλλά είναι προφανές ότι η υψηλή ανεργία θα γινόταν µόνιµη πραγµατικότητα.

Οι συντάκτες της µελέτης ανησυχούσαν περισσότερο για τις συνέπειες στο δηµόσιο χρέος, το οποίο αναµενόταν να κορυφωθεί στο 186% του ΑΕΠ το 2013, να µειωθεί µόνο στο 152% του ΑΕΠ µέχρι το τέλος του 2020 και να παραµείνει στο 130% του ΑΕΠ µέχρι το τέλος του 2030. Η Ελλάδα θα ήταν ουσιαστικά αφερέγγυα ακόµα και το 2030 και θα χρειαζόταν συνεχώς επίσηµη βοήθεια, που θα ανερχόταν σε εκατοντάδες δισεκατοµµύρια ευρώ για όλη αυτή την περίοδο. Η µελέτη κατέληγε στο συµπέρασµα ότι η Ελλάδα θα έπρεπε ως εκ τούτου να διαγράψει το χρέος της, ενδεχοµένως έως και κατά 60%, µε µεγάλο µέρος του κόστους να επιβαρύνει τις ιδιωτικές τράπεζες.

Αφήνοντας κατά µέρος την αριθµητική ακρίβεια, δεν µπορεί να υπάρχουν αµφιβολίες για την ορθότητα των συµπερασµάτων. Είναι λογικό να αναµένεται χαµηλή ανάπτυξη όταν επιβάλλεται αυστηρή λιτότητα σε µια οικονοµία που έχει ήδη χάσει την ικµάδα της µετά από µία δεκαετία επέκτασης, η οποία στηρίχτηκε σε φτηνές πιστώσεις. Ακόµα περισσότερο, η χαµηλή ανάπτυξη θα προκύψει από την αδυναµία να υποτιµηθεί η συναλλαγµατική ισοτιµία και άρα στην προσπάθεια να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα µέσω της βάναυσης µεθόδου µείωσης του µοναδιαίου κόστους εργασίας. Αυτοί οι περιορισµοί στην ανάπτυξη δε θα εξαλείφονταν σε περίπτωση που η Ελλάδα κατέφευγε στο µέτρο της αθέτησης πληρωµών µε πρωτοβουλία του πιστωτή. Το πιθανότερο αποτέλεσµα θα εξακολουθούσε να είναι η µακροπρόθεσµη οικονοµική και κοινωνική συρρίκνωση, µε βαθιά προβληµατικές επιπτώσεις για την εθνική ανεξαρτησία και τις δηµοκρατικές διαδικασίες.

∆εν υπάρχει αµφιβολία ότι η αθέτηση πληρωµών µε πρωτοβουλία του οφειλέτη και η έξοδος θα έχουν καλύτερα µακροπρόθεσµα αποτελέσµατα, τόσο για την ανάπτυξη όσο και για την απασχόληση. Το λιγότερο που θα προσφέρουν θα είναι να απελευθερώσουν τη χώρα από το δόκανο της λιτότητας όπως και από την κλειδωµένη και υψηλή συναλλαγµατική ισοτιµία. Γενικότερα, µπορούν να ανοίξουν το δρόµο για δυναµική βελτίωση της παραγωγικότητας, µακριά από τις αποτυχηµένες πρακτικές της απελευθέρωσης και της ιδιωτικοποίησης. Σε περίπτωση που η αθέτηση πληρωµών µε πρωτοβουλία του οφειλέτη και η έξοδος συνοδεύονταν από ευρύ πρόγραµµα αλλαγών, θα µπορούσαν να επιτύχουν καλύτερα αποτελέσµατα ανάπτυξης, µε µεγαλύτερη ισότητα, ενισχύοντας παράλληλα και τη θέση της εργασίας στην κοινωνία.

Η πραγµατική αναλυτική δυσκολία δεν έγκειται στο να εξακριβωθούν τα πιθανά µακροπρόθεσµα αποτελέσµατα για την Ελλάδα, αλλά στο να προσδιοριστεί µε ακρίβεια η πορεία προσαρµογής, ιδιαίτερα κατά την αρχική περίοδο. Ειδικότερα, τα πραγµατικά εισοδήµατα είναι πιθανό να παρουσιάσουν διακυµάνσεις σε απρόβλεπτες κατευθύνσεις, καθώς οι σχετικές τιµές θα αλλάξουν µετά την έξοδο. Είναι πιθανό, για παράδειγµα, ότι οι τιµές των τροφίµων θα µειωθούν, καθώς τα ελληνικά γεωργικά προϊόντα θα ανακαταλάβουν την εγχώρια αγορά. Αλλά οι τιµές των αυτοκινήτων, των ταξιδιών στο εξωτερικό, του ρουχισµού και άλλων καταναλωτικών αγαθών είναι πιθανό να αυξηθούν. Όταν αρχίσει η ανοδική πορεία της ανάκαµψης, η πρόσβαση σε πολλά από τα προϊόντα αυτά θα γίνει πιο εύκολη, ενώ το πραγµατικό εισόδηµα θα αυξηθεί. Ωστόσο, η προσαρµογή κατά το αρχικό χρονικό διάστηµα θα παραµείνει δύσκολη.

Κατά συνέπεια, πολλοί παράγοντες συνηγορούν υπέρ της προοπτικής προοδευτικής εξόδου που θα διαµορφώσει ενεργά την πορεία προσαρµογής. Μια προοδευτική κυβέρνηση, που θα αντλεί δύναµη από τη λαϊκή υποστήριξη –κυρίως από τις οργανωµένες δυνάµεις της εργασίας–, θα επανακτήσει τον έλεγχο των εργαλείων της οικονοµικής πολιτικής. Θα είναι σε θέση να προσφέρει αποτελεσµατική προστασία της απασχόλησης, δεδοµένου ότι η ανεργία είναι η πιο σηµαντική αιτία της φτώχειας για τους εργαζόµενους. Θα είναι επίσης σε θέση να υποστηρίξει τις µικρές και µεσαίες επιχειρήσεις –τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονοµίας– µε τη βοήθεια της πιστωτικής και φορολογικής πολιτικής. Η σταθερότητα της απασχόλησης και ένα σταθερό πλαίσιο δραστηριότητας για τις µικρές και µεσαίες επιχειρήσεις θα δηµιουργήσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους εργαζόµενους, ανεξάρτητα από το αν το πραγµατικό εισόδηµα µπορεί βραχυπρόθεσµα να παρουσιάσει διακυµάνσεις.

Μια προοδευτική κυβέρνηση, που θα έχει τον έλεγχο των εργαλείων της οικονοµικής πολιτικής, θα είναι επίσης σε θέση να παρέµβει στην κατανοµή του εισοδήµατος βραχυχρόνια. Τα ασθενέστερα στρώµατα της κοινωνίας µπορούν να στηριχτούν µέσω επιλεγµένων αυξήσεων των µισθών και των ηµεροµισθίων, καθώς και µέσω επιδοτήσεων για τα µέσα µαζικής µεταφοράς, το πετρέλαιο θέρµανσης και άλλα βασικά αγαθά. Εξίσου σηµαντικό είναι ότι η αναδιανοµή του εισοδήµατος και του πλούτου µπορεί να πραγµατοποιηθεί µε την αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήµατος, δίνοντας µεγαλύτερο βάρος στους άµεσους φόρους και επιβάλλοντας φορολογική πειθαρχία στα πιο εύπορα κοινωνικά στρώµατα, τα οποία διαφεύγουν συστηµατικά τη φορολόγηση εδώ και δεκαετίες.

Ορισµένα βασικά ζητήµατα της πορείας προσαρµογής εξετάζονται στη συνέχεια του κεφαλαίου. Είναι ωστόσο σηµαντικό να τονιστεί στο σηµείο αυτό ένα καίριο θέµα. Εάν η Ελλάδα προβεί σε αθέτηση πληρωµών και βγει από την ΟΝΕ, θα έρθει πιθανότατα σε σύγκρουση µε την ΕΕ, δεδοµένου ότι οι απαιτούµενες οικονοµικές πολιτικές θα έρθουν σε αντίθεση µε το νεοφιλελεύθερο πυρήνα της Συνθήκης του Μάαστριχτ και µια σειρά από άλλες συνθήκες και συµφωνίες. Συνεπώς, η πορεία της προσαρµογής θα εξαρτηθεί από την κοινωνική και πολιτική πάλη, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η αθέτηση πληρωµών και η έξοδος που θα πραγµατοποιηθεί σε προοδευτική βάση µε λαϊκή υποστήριξη θα ενισχύσει τις δηµοκρατικές διαδικασίες στην Ελλάδα, επιτρέποντας στη χώρα να αντιµετωπίσει καλύτερα την πρόκληση. Αν ο ελληνικός λαός αποφασίσει ότι οι αναγκαίες πολιτικές προσαρµογής είναι ασύµβατες µε την παραµονή στην ΕΕ, θα είναι στο χέρι του να επιλέξει την έξοδο και από την ΕΕ. Αλλά είναι επίσης πιθανό ότι η προοδευτική αθέτηση πληρωµών και η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ θα οδηγήσουν σε ραγδαίες αλλαγές στην ΕΕ, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ο µη βιώσιµος χαρακτήρας της νοµισµατικής ένωσης. Η ΕΕ θα είναι πολύ διαφορετική µετά την αναταραχή που θα προκληθεί από την αθέτηση πληρωµών και την έξοδο της Ελλάδας από την ΟΝΕ.

6.2.2. Το χρέος

Μετά την παύση πληρωµών, το κράτος θα επιδιώξει διαπραγµατεύσεις µε στόχο την ουσιαστική διαγραφή του χρέους. Είναι λογικό ότι, όταν η Ελλάδα εισέλθει σε αυτή την πορεία, δε θα δεχτεί κατ’ ανάγκη µια απλή µείωση ύψους 50% ή άλλου ποσοστού το οποίο θα θελήσουν να επιβάλουν οι δανειστές. Αφού το χρέος υποβληθεί σε ανεξάρτητη έρευνα από Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, η χώρα θα µπορέσει να επιλέξει πολύ µεγαλύτερο ποσοστό ακύρωσης, συµπεριλαµβανοµένου και του χρέους που βρίσκεται στα χέρια επίσηµων οργανισµών. Ωστόσο, για να είναι τα πράγµατα σε µεγάλο βαθµό συγκρίσιµα µε την ανάλυση που προηγήθηκε, ας υποθέσουµε ότι η ακύρωση παραµένει στο 50% και αφορά τους ιδιώτες κατόχους οµολόγων, αλλά τώρα και την ΕΚΤ.

Ακόµα και µε την παραδοχή ότι η διαγραφή θα αγγίζει το 50%, η έξοδος από την ΟΝΕ θα µεταβάλει σηµαντικά το πρόβληµα του δηµόσιου χρέους. Από τη µια πλευρά, το εγχώριο δηµόσιο χρέος θα µετατραπεί στο νέο νόµισµα – τη νέα δραχµή. Είναι πιθανό όµως το κράτος να συνεχίσει να αποτιµά την αξία του χρέους που υπάρχει στο εξωτερικό σε ευρώ. ∆εδοµένου ότι η νέα δραχµή θα υποτιµηθεί γρήγορα, ο λόγος του χρέους που αποτιµάται σε ευρώ προς το ΑΕΠ θα αυξηθεί. Η δυνατότητα αυτή οδηγεί συχνά σε µια παρανόηση µεταξύ όσων αντιτίθενται στην έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Εάν, προς χάριν της συζήτησης, η νέα δραχµή υποτιµηθεί κατά 50%, ο λόγος του εξωτερικού, αποτιµώµενου σε ευρώ, δηµόσιου χρέους προς το αποτιµώµενο σε δραχµές ΑΕΠ θα εξακολουθήσει να παραµένει πολύ υψηλός, ακόµα και µετά από µια αθέτηση πληρωµών σε ποσοστό 50%. Η χώρα φαίνεται έτσι να χάνει ένα µεγάλο µέρος από το όφελος της αθέτησης πληρωµών.

Η παρατήρηση αυτή απλώς συγχέει την αριθµητική µε την οικονοµική ανάλυση. Σε περίπτωση που πραγµατοποιηθεί η αθέτηση πληρωµών, το άχθος του δηµόσιου χρέους επί της ελληνικής οικονοµίας θα µειωθεί κατά την αντίστοιχη ζηµία που θα υποστούν οι πιστωτές, δηλαδή κατά 50%. Οι πραγµατικοί πόροι που θα απαιτούνται για την εξυπηρέτηση του υπόλοιπου αποτιµώµενου σε ευρώ χρέους θα µειωθούν σηµαντικά, ανεξάρτητα από την υψηλότερη αξία που θα έχει το χρέος αποτιµώµενο στη νέα δραχµή. Η πραγµατική διαφορά τόσο για το ελληνικό κράτος όσο και για τους πιστωτές του θα είναι ότι το υπόλοιπο µέρος του χρέους που θα αποτιµάται σε ευρώ θα φέρει σχετικό συναλλαγµατικό κίνδυνο. Αλλά η δυσκολία που θα αντιµετωπίσει η Ελλάδα θα είναι η ίδια µε αυτή που αντιµετωπίζουν πολλές αναπτυσσόµενες και άλλες χώρες οι οποίες δανείζονται σήµερα σε ξένο νόµισµα.

Η έξοδος θα προσφέρει στο ελληνικό κράτος περαιτέρω επιλογές σχετικά µε το χρέος, αφού οι διεθνείς υποχρεώσεις του θα µπορούσαν επίσης να µετατραπούν σε νέες δραχµές. Σε τελική ανάλυση, η Ελλάδα δανείστηκε στο εθνικό της νόµισµα όταν συσσώρευσε χρέος σε ευρώ και µπορεί να πληρώσει ξανά στο εθνικό της νόµισµα, αν χρησιµοποιήσει νέες δραχµές για το διακανονισµό. Το κράτος θα µπορούσε µεµιάς να µετατρέψει ολόκληρο το χρέος που αποτιµάται σε ευρώ σε εγχώριο χρέος που θα αποτιµάται σε νέες δραχµές. Η αναπόφευκτη υποτίµηση της νέας
δραχµής θα µετέθετε το βάρος στο δανειστή – το κούρεµα θα προέκυπτε από την πτώση της συναλλαγµατικής ισοτιµίας. Η Ελλάδα θα αποκτούσε ένα επιπλέον πλεονέκτηµα, καθώς οι χώρες του κέντρου θα είχαν συµφέρον να στηρίξουν τη νέα δραχµή, αν και η αποτελεσµατικότητα της εν λόγω ενίσχυσης θα ήταν πολύ περιορισµένη στην αρχική περίοδο, καθώς το νέο νόµισµα θα πωλούνταν επιθετικά.

Να σηµειωθεί τέλος ότι το κόστος από τη µείωση της αξιοπιστίας της Ελλάδας λόγω της αθέτησης πληρωµών µε πρωτοβουλία του οφειλέτη και την έξοδο δε θα είναι αναγκαστικά µεγαλύτερο από εκείνο που θα προέκυπτε αν γινόταν µεγάλο κούρεµα του χρέους µε πρωτοβουλία του πιστωτή µέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ. Όσον αφορά τις διεθνείς αγορές οµολόγων, η Ελλάδα θα θεωρηθεί παραβάτης είτε προβεί σε αθέτηση πληρωµών εντός της ΟΝΕ είτε εκτός, παροµοίως είτε η ζηµία επιβληθεί σε ευρώ είτε σε δραχµές. Το λογικό για την Ελλάδα είναι η αθέτηση πληρωµών να γίνει µε τον πλέον επωφελή τρόπο για την ίδια.

6.2.3. Οι τράπεζες

Για τις ελληνικές τράπεζες διαγραφή κατά 50% θα προκαλούσε και πάλι απώλειες της τάξης των 25-30 δισ. ευρώ. Εφόσον δε θα υπάρχει πρόσβαση σε κονδύλια διάσωσης από την ΕΕ, δε θα υπάρχει καµία άλλη επιλογή από την εθνικοποίηση χωρίς αποζηµίωση προς τους µετόχους. Η διαφορά µε την περίπτωση που αναλύθηκε παραπάνω είναι ότι η εθνικοποίηση θα στοχεύει στη διάσωση των τραπεζών, µε σκοπό να στηρίξουν την αναδιάρθρωση της οικονοµίας. Υπό δηµόσια ιδιοκτησία, τα κρατικά οµόλογα που κατέχουν οι τράπεζες θα µπορούσαν να ανταλλαχθούν µε νέα, πολύ πιο µακροπρόθεσµα και µε χαµηλό επιτόκιο, αλλά ίδιας ονοµαστικής αξίας. Τα νέα οµόλογα θα µπορούσαν να βασιστούν στην κρατική ιδιοκτησία, συµπεριλαµβανοµένων της ακίνητης περιουσίας και των δηµόσιων επιχειρήσεων. Το βάρος εξυπηρέτησης του χρέους θα µπορούσε έτσι να µειωθεί σε αναλογία που θα ισοδυναµεί µε κούρεµα 50%.

Ο ισολογισµός των εθνικοποιηµένων τραπεζών θα πρέπει στη συνέχεια να εξυγιανθεί µέσα από τη σταδιακή αύξηση των κεφαλαίων και την αναδιοργάνωση των δανείων. Ένα απαραίτητο βήµα εν προκειµένω θα ήταν ο περιορισµός της διεθνούς παρουσίας των ελληνικών τραπεζών, πουλώντας πιθανώς θυγατρικές στην Τουρκία, τα Βαλκάνια και αλλού. Υπό δηµόσια ιδιοκτησία και έλεγχο, οι τράπεζες θα µεταβάλουν το µείγµα παροχής πιστώσεων στην οικονοµία, µεταξύ άλλων στηρίζοντας και τις µικρές και µεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τον κεντρικό άξονα της ελληνικής οικονοµίας και την κύρια πηγή απασχόλησης. Η εθνικοποίηση των τραπεζών θα δώσει σε µια προοδευτική κυβέρνηση τα εργαλεία για την εφαρµογή πιστωτικής πολιτικής, αναζωογονώντας έτσι την παραγωγή και προστατεύοντας την απασχόληση.

Η έξοδος βέβαια θα επιφέρει περαιτέρω περιπλοκές στις τράπεζες, δεδοµένου ότι θα ενσωµατώσουν συναλλαγµατικό κίνδυνο στον ισολογισµό τους, αφού τόσο το ενεργητικό τους όσο και το παθητικό τους, που αποκτήθηκε κάτω από διεθνές δίκαιο, θα πρέπει να παραµείνει σε ευρώ. Επιπλέον, οι τράπεζες δε θα είναι σε θέση να ανακυκλώσουν υποχρεώσεις τους σε ευρώ, αφού θα αποκλειστούν από τις διατραπεζικές αγορές και θα χάσουν την πρόσβαση στη ρευστότητα της ΕΚΤ. Η απώλεια της ρευστότητας σε ευρώ θα επηρεάσει τη χρηµατοδότηση του ενεργητικού των τραπεζών, είτε σε ευρώ είτε σε νέες δραχµές.

Για την αντιµετώπιση αυτής της πτυχής της κρίσης για τις τράπεζες, το κράτος θα πρέπει να ανασυστήσει αµέσως την κεντρική τράπεζα, αποσπώντας την από το Ευρωσύστηµα και επιτρέποντάς της να παρέχει δραχµική ρευστότητα στις τράπεζες. Θα πρέπει να αποκατασταθεί ο έλεγχος στη νοµισµατική πολιτική, επιτρέποντας έτσι στις τράπεζες να στηρίξουν το αποτιµώµενο σε δραχµές ενεργητικό τους. Παρ’ όλα αυτά, οι τράπεζες θα πρέπει να συνεχίσουν να απαλλάσσονται από το ενεργητικό τους σε ευρώ, παράλληλα µε την αναπόφευκτη συρρίκνωση του αποτιµώµενου σε ευρώ παθητικού τους. Η διαδικασία αυτή θα απαιτήσει χρόνο και είναι πιθανό να οδηγήσει σε πτωχεύσεις ιδιω-τικών επιχειρήσεων και σε δικαστικές αντιδικίες. Όταν τελειώσει, οι ελληνικές τράπεζες κατά πάσα πιθανότητα θα είναι µικρότερες και περισσότερο εστιασµένες στον παραγωγικό τοµέα, λειτουργώντας έτσι ως µοχλός για την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονοµίας.

Όσον αφορά τα 30 δισ. ευρώ που κατέχουν τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταµεία, θα ήταν σηµαντικό και πάλι να ανταλλαγούν τα κρατικά οµόλογα που διακρατούν µε πολύ πιο µακροπρόθεσµα νέα οµόλογα, τα οποία θα βασίζονται σε ακίνητα και άλλη δηµόσια περιουσία. Ο στόχος θα είναι να αποφευχθούν απώλειες αξίας που θα απειλήσουν τη βιωσιµότητα των ασφαλιστικών ιδρυµάτων. Η κανονική καταβολή των συντάξεων θα πρέπει ωστόσο να εξασφαλιστεί από τον κρατικό προϋπολογισµό. Σε σχέση µε αυτό, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι συντάξεις αποτελούν στην ουσία ένα µέρος του ετήσιου ΑΕΠ που απορροφάται µέσω αξιώσεων που κατέχουν οι διάφορες κατηγορίες συνταξιούχων. Η καλύτερη εγγύηση για τις συντάξεις είναι η επανεκκίνηση της διαδικασίας ανάπτυξης, και άρα της µεγέθυνσης του ΑΕΠ, που αναµένεται να ακολουθήσει την αθέτηση πληρωµών και την έξοδο. Τέλος, οι µικροί αποταµιευτές θα µπορούσαν επίσης να βοηθηθούν µέσω ανταλλαγής των οµολόγων που διακρατούν, πάντα µετά από ανεξάρτητο λογιστικό έλεγχο του χρέους.

∆ιαγραφή κατά 50% θα σήµαινε επίσης απώλειες για την ΕΚΤ και άλλες ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήµατος, κατ’ αρχάς στα οµόλογα που διακρατούν. Τα οµόλογα αυτά αποκτήθηκαν κυρίως µέσω του Προγράµµατος Αγοράς Τίτλων, που δηµιουργήθηκε από την ΕΚΤ σε βάση κοινής ευθύνης για τις απώλειες. Αλλά αποκτήθηκαν επίσης µέσω αγορών καλυµµένων οµολόγων, που διεκπεραιώ-θηκαν από την ελληνική ΕθνΚΤ, η οποία φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τις ζηµίες. Το µέγεθος των απωλειών εξαρτάται από το κούρεµα που εφαρµόστηκε τη στιγµή της αγοράς, το ύψος του οποίου δεν είναι δηµόσια γνωστό.

Με την υπόθεση ότι τα ελληνικά οµόλογα αποκτήθηκαν µε κούρεµα 20% και δεδοµένου ότι οι συνολικές τοποθετήσεις είναι περίπου 56 δισ. ευρώ, µια αθέτηση πληρωµών της τάξης του 50% πιθανότατα θα οδηγήσει σε απώλειες µικρότερες από 20 δισ. ευρώ. ∆εν πρόκειται για σηµαντικό ποσό για την ΕΚΤ και ούτε η ελληνική ΕθνΚΤ θα υποστεί σηµαντικές επιπτώσεις από το δικό της µερίδιο ζηµιών. Ωστόσο, το πλήγµα στην αξιοπιστία της ΕΚΤ θα είναι ουσιαστικό.

Η µεγαλύτερη όµως επιπλοκή από τη διαγραφή του χρέους θα προέλθει από τον αντίκτυπο στις εγγυήσεις που κατέχει η ΕΚΤ έναντι της ρευστότητας που παρείχε στις ελληνικές τράπεζες, ως µέρος των µακροπρόθεσµων πράξεων αναχρηµατοδότησης. Σύµφωνα µε την ΕΚΤ, το µέσο ποσό των επιλέξιµων εγγυήσεων το 2010 ανήλθε σε 14 τρισ. ευρώ, εκ των οποίων το 41% ήταν γενικό κυβερνητικό χρέος, ενώ το υπόλοιπο αποτελείται από ποικιλία ιδιωτικών χρεογράφων, συµπεριλαµβανοµένων των µη καλυµµένων τραπεζικών οµολόγων, των καλυµµένων τραπεζικών οµολόγων, των εταιρικών οµολόγων, καθώς και τίτλων καλυµµένων από στοιχεία ενεργητικού και άλλων οµολόγων. Ωστόσο, οι πραγµατικές εγγυήσεις που έχουν κατατεθεί στην ΕΚΤ είναι ύψους 2 τρισ. ευρώ και αποτελούνται ως επί το πλείστον από ιδιωτικούς τίτλους, καθώς και από αυξανόµενο όγκο µη εµπορεύσιµων περιουσιακών στοιχείων (τραπεζικά δάνεια). Λιγότερο από το 20% είναι κρατικά οµόλογα, αν και το ποσοστό έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Το κούρεµα που έχει ήδη εφαρµοστεί στις εγγυήσεις δεν είναι γνωστό. Η διαφορά µεταξύ των τίτλων που έχουν κατατεθεί και εκείνων που θεωρητικά είναι αποδεκτοί δείχνει σηµαντική υπεροχή των ιδιωτικών τίτλων. Το συµπέρασµα είναι ότι η ΕΚΤ µάλλον επιβάλλει σηµαντικά µικρότερο κούρεµα στους ιδιωτικούς σε σχέση µε τους δηµόσιους τίτλους. Όσον αφορά τις ελληνικές εγγυήσεις, δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη σύνθεσή τους, ούτε για το κούρεµα που επιβλήθηκε στα ιδιωτικά και κρατικά οµόλογα. Ωστόσο, είναι λογικό να υποθέσουµε ότι η συνολική ρευστότητα που είχαν δανειστεί οι ελληνικές τράπεζες µέχρι τον Οκτώβριο του 2011 ήταν τουλάχιστον 100 δισ. ευρώ και η σύνθεση των εγγυήσεων ήταν 80% ιδιωτικά και 20% κρατικά οµόλογα. Σε αυτή τη βάση, µια αθέτηση πληρωµών της τάξης του 50% στα κρατικά οµόλογα θα οδηγούσε άµεσα σε σηµαντικές απώλειες, αναγκάζοντας την ΕΚΤ να προβεί σε απαίτηση κατάθεσης υψηλότερων εγγυήσεων. Να σηµειωθεί επίσης ότι η αξία των ιδιωτικών οµολόγων θα µειωθεί, οδηγώντας σε περαιτέρω απώλειες στις κατατεθειµένες εγγυήσεις, εάν βεβαίως η ΕΚΤ επιχειρούσε να µεταπωλήσει τα οµόλογα στις ανοιχτές αγορές.

Αντιµέτωπες µε το αίτηµα επιπλέον εγγυήσεων, οι ελληνικές τράπεζες θα προέβαιναν σε αθέτηση πληρωµών επί της ρευστότητας που έχουν ήδη δανειστεί. Οι συνολικές απώλειες για την ΕΚΤ είναι αδύνατο να εκτιµηθούν, λόγω της έλλειψης επαρκούς πληροφόρησης για τις τιµές και το κούρεµα των οµολόγων, αλλά δε θα ήταν έκπληξη αν αποδεικνύονταν µεγαλύτερες από τις απώλειες στα οµόλογα που διακρατούνται στο πλαίσιο του Προγράµµατος Αγοράς Τίτλων και των προγραµµάτων καλυµµένων οµολόγων. Είναι αµφίβολο όµως ότι η ζηµία θα ήταν σηµαντική για την ΕΚΤ. Το σηµαντικότερο αποτέλεσµα θα αφορούσε την απώλεια αξιοπιστίας.

Αξίζει επίσης να σηµειωθεί ότι η ελληνική ΕθνΚΤ θα βρεθεί σε δύσκολη θέση, δεδοµένου ότι έχει ενεργήσει ως δίαυλος για τη διο-χέτευση της ρευστότητας της ΕΚΤ κατά τη διάρκεια της κρίσης. Πιο συγκεκριµένα, αν οι ελληνικές τράπεζες αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους προς την ΕΚΤ, που απορρέουν από τη ρευστότητα που τους έχει παράσχει, στην πραγµατικότητα θα αθετήσουν τις οφειλές τους προς την ελληνική κεντρική τράπεζα, η οποία στη συνέχεια θα αναγκαστεί να κάνει αθέτηση πληρωµών στην ΕΚΤ. Οι απώλειες στις εγγυήσεις θα προκύψουν πρώτα από την ελληνική κεντρική τράπεζα και στη συνέχεια θα µεταβιβαστούν στην ΕΚΤ. Όσο για την επίδραση της αθέτησης πληρωµών προς τις υποχρεώσεις του µηχανισµού Επείγουσας Παροχής Ρευστότητας από την ελληνική ΕθνΚΤ προς τις ελληνικές τράπεζες, είναι αδύνατο να υπολογιστεί λόγω έλλειψης επαρκούς πληροφόρησης. Για τους ίδιους λόγους, επιτακτικό καθήκον θα είναι η ανασυγκρότηση της κεντρικής τράπεζας.

6.2.4. Το πρωτογενές έλλειµµα

Όσον αφορά το πρωτογενές έλλειµµα, η αθέτηση πληρωµών και η έξοδος θα προσφέρουν βραχυπρόθεσµα περαιτέρω επιλογές στην Ελλάδα. Να σηµειωθεί κατ’ αρχάς ότι ο επίσηµος προϋπολογισµός για το 2011 (που σχεδιάστηκε υποθέτοντας υψηλότερες δαπάνες και λιγότερα έσοδα από αυτά που ισχύουν σήµερα) εκτιµά ότι οι εισροές φόρων (εξαιρουµένων των καθαρών εισπράξεων από την ΕΕ) αρκούν για να καλυφθούν οι πιο πιεστικές κοινωνικές ανάγκες, καθώς και όσες αφορούν την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας.

Συγκεκριµένα, οι συνολικές δαπάνες για µισθούς και συντάξεις, για χρηµατοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης, για το Υπουργείο Υγείας, το Υπουργείο Παιδείας και το Υπουργείο Εθνικής Άµυνας προβλέπονταν στο ύψος των 51,6 δισ. ευρώ. Από την άλλη πλευρά, τα συνολικά έσοδα από άµεσους και έµµεσους φόρους προβλέπονταν στο ύψος των 52,9 δισ. ευρώ. Εποµένως, το πρώτο βήµα στην αντιµετώπιση του προβλήµατος του πρωτογενούς ελλείµµατος θα πρέπει να είναι η αναδιάταξη των δηµόσιων δαπανών µε βάση τις κοινωνικές προτεραιότητες.

Πέρα από την αναδιάταξη των δαπανών, το κράτος θα είναι σε θέση να καλύψει το έλλειµµα µε αύξηση της νοµισµατικής κυκλοφορίας για µια βραχυχρόνια περίοδο, δεδοµένου ότι θα έχει ανακτήσει τον έλεγχο επί της νοµισµατικής πολιτικής. Το άµεσο αποτέλεσµα της αύξησης της νοµισµατικής κυκλοφορίας θα είναι επωφελές για την οικονοµία, καθώς θα τερµατιστεί η λιτότητα που αυτή τη στιγµή την πνίγει. ∆ε θα υπάρχει ανάγκη επιβολής περαιτέρω περικοπών στις δηµόσιες δαπάνες, ούτε αυξήσεων στους έµµεσους και άλλους φόρους που έχουν προγραµµατιστεί για το 2012 και µετά. Επιπλέον, θα εγκαταλειφθεί η στρατηγική της τρόικας, για επιβολή ακραίας δηµοσιονοµικής αυστηρότητας µε σκοπό τη δηµιουργία πρωτογενούς πλεονάσµατος το συντοµότερο δυνατό, ώστε να εξευµενιστούν οι αγορές οµολόγων και να επιτρέψουν στην Ελλάδα να επιστρέψει στο διεθνή δανεισµό. Η Ελλάδα θα είναι σε θέση να υιοθετήσει µια στρατηγική µείωσης των δηµοσιονοµικών ελλειµµάτων µέσω της ανάπτυξης σε λογικό χρονικό ορίζοντα.

Θα υπάρξει βέβαια ο κίνδυνος του πληθωρισµού, αν η αύξηση της νοµισµατικής κυκλοφορίας συνεχιστεί για µεγάλο χρονικό διάστηµα, ιδίως ενόψει της αύξησης στις τιµές των εισαγόµενων προϊόντων µετά την υποτίµηση. Αλλά να σηµειωθεί ότι το µέγεθος του πρωτογενούς ελλείµµατος πιθανώς θα είναι περιορισµένο για το υπόλοιπο του 2011 και το 2012, ενδεχοµένως της τάξης του 2-3% του ΑΕΠ. Ακόµα και αν εγκαταλειφθεί η προγραµµατισµένη λιτότητα και το πρωτογενές έλλειµµα καταλήξει στο επίπεδο του 5%-6% του ΑΕΠ το 2012, και πάλι το κενό που θα πρέπει να καλυφθεί µέσω της αύξησης της νοµισµατικής κυκλοφορίας για ένα σύντοµο χρονικό διάστηµα δε θα είναι τεράστιο. Υπό τις παρούσες συνθήκες βαθιάς ύφεσης της ελληνικής οικονοµίας, η αύξηση της νοµισµατικής κυκλοφορίας θα δώσει ώθηση στη συνολική ζήτηση. Ο κίνδυνος του πληθωρισµού δε θα πρέπει να µεγαλοποιείται.

Εάν, όµως, εµφανιστεί υψηλός πληθωρισµός για µια χρονική περίοδο, οι µισθοί και τα ηµεροµίσθια θα µπορούσαν να αναπροσαρµοστούν µε βάση τον τιµάριθµο, ώστε να προστατευτεί το εισόδηµα των εργαζοµένων. Επιπλέον, ο υψηλός πληθωρισµός θα είχε ως ευεργετικό αποτέλεσµα τη µείωση της αξίας του υπόλοιπου δηµόσιου αλλά και ιδιωτικού χρέους, ελαττώνοντας έτσι το βάρος τους για την ελληνική οικονοµία. Εν κατακλείδι, λαµβάνοντας υπόψη την τρέχουσα δυσχερή κατάσταση της οικονοµίας, ο πληθωρισµός δεν είναι ο µεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα.

Η µακροπρόθεσµη αντιµετώπιση του προβλήµατος του δηµοσιονοµικού ελλείµµατος θα πρέπει βέβαια να είναι διαρθρωτική. Η απάντηση στα ελλείµµατα θα πρέπει να δοθεί µέσω της ανάπτυξης και όχι της λιτότητας. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρξει συνολική αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήµατος και ελάττωση της φοροδιαφυγής, αναγκάζοντας τους εύπορους να πληρώνουν φόρους κανονικά. Το ελληνικό φορολογικό σύστηµα είναι ένα από τα πιο άδικα στην Ευρώπη. Το ποσοστό των άµεσων φόρων επί του κεφαλαίου στην Ελλάδα θα έπρεπε να αυξηθεί από το επίπεδο του 15,8% το 2006 (τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία), φτάνοντας τουλάχιστον στο µέσο όρο της ΕΕ, δηλαδή στο 25,4%, ή στο µέσο όρο της Ευρωζώνης, δηλαδή στο 26,9%. Η αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήµατος θα πρέπει να εξαλείψει επίσης τη θεσµοθετηµένη φοροδιαφυγή των εφοπλιστών, της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των τραπεζών.

Τέλος, η κυβέρνηση θα είναι σε θέση να χρηµατοδοτήσει κάποια περιορισµένα ελλείµµατα, εφόσον αναδιαρθρώσει το εγχώριο πιστωτικό σύστηµα µέσω κρατικής ιδιοκτησίας. Ο εγχώριος δανεισµός ήταν ο σταθερός τρόπος χρηµατοδότησης των πρωτογενών ελλειµµάτων στην Ελλάδα µέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990. Η υιοθέτηση του ευρώ είχε δύο βαθιά αρνητικές επιπτώσεις, που τελικά οδήγησαν στην καταστροφή. Πρώτον, ενθάρρυνε την αύξηση της εγχώριας δαπάνης µε χρηµατοδότηση από φτηνές πιστώσεις, η οποία είχε ως αποτέλεσµα να φτάσει η συνολική κατανάλωση στο επίπεδο του 70% του ΑΕΠ. Η αποταµίευση µειώθηκε αναλογικά και έγινε ακόµα και αρνητική στο δεύτερο µισό της δεκαετίας του 2000, µε αποτέλεσµα να παύσει να υφίσταται η δυνατότητα χρηµατοδότησης του ∆ηµοσίου από εγχώριους πόρους. ∆εύτερον, το ελληνικό κράτος µπόρεσε να έχει πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, διότι µπορούσε να δανειστεί σε ευρώ. Κατά συνέπεια, άλλαξε η σύνθεση του χρέους του, µετατρέποντας τα δύο τρίτα σε εξωτερικό χρέος, όπως φαίνεται στο Πλαίσιο 8.

Όλα τα κράτη αντιµετωπίζουν µεγάλα προβλήµατα όταν δεν υπάρχει εγχώρια αποταµίευση, την οποία να µπορούν να χρησιµοποιήσουν για τη χρηµατοδότηση των τρεχουσών δαπανών τους, και αναγκάζονται έτσι να βασίζονται στις διεθνείς αγορές οµολόγων. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το κράτος των ΗΠΑ, και αυτό γιατί οι ΗΠΑ εκδίδουν το κυρίαρχο αποθεµατικό νόµισµα. Η υιοθέτηση του ευρώ µετέτρεψε το ελληνικό κράτος σε όµηρο των διεθνών αγορών οµολόγων, του ∆ΝΤ και της ΕΕ. Μια χώρα όπως η Ελλάδα πρέπει να µπορεί να συντηρήσει το δηµόσιο τοµέα της µε την επανεκκίνηση της διαδικασίας ανάπτυξης, καθώς και µε την εκ νέου ενίσχυση του εσωτερικού δανεισµού. ∆εν της χρειάζεται τίποτα περισσότερο από µια περιστασιακή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές οµολόγων.

6.2.5. Το νοµισµατικό πρόβληµα

Το νοµισµατικό πρόβληµα της µετάβασης στη νέα δραχµή είναι αναλυτικά ασήµαντο, αν και παρουσιάζει αρκετές τεχνικές περιπλοκές. Η ανακοίνωση τραπεζικής αργίας για ένα περιορισµένο χρονικό διάστηµα, ίσως µία εβδοµάδα, θα µειώσει τον κίνδυνο τραπεζικής χρεοκοπίας (bank run). Η µετατροπή πρέπει να γίνει µε όσο το δυνατόν µεγαλύτερη ταχύτητα, ίσως κάποια Παρασκευή βράδυ. Το κράτος θα πρέπει να δηλώσει αµέσως ότι η νέα δραχµή αποτελεί το επίσηµο νόµισµα, κηρύσσοντας όλες τις δηµόσιες υποχρεώσεις πληρωτέες σε αυτό. Θα δοθούν οδηγίες στις τράπεζες να µετατρέψουν τους ισολογισµούς τους στο νέο νόµισµα, συµπεριλαµβανοµένων των δανείων και των καταθέσεων. Η νοµική βάση για τη µετατροπή του ενεργητικού και του παθητικού που έχουν συναφθεί υπό την ελληνική νοµοθεσία είναι σαφής. Ωστόσο, δεδοµένου ότι οι τράπεζες κατέχουν επίσης στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που έχουν συναφθεί µε µη κατοίκους της Ελλάδας ή στο πλαίσιο ξένης νοµοθεσίας, το τραπεζικό σύστηµα θα διατηρήσει σηµαντικό µέρος του ενεργητικού και του παθητικού του σε ευρώ, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω.

Εποµένως, θα ήταν απαραίτητο να επιβληθεί έλεγχος στη ροή κεφαλαίων, µε άµεση ισχύ, που θα συµπεριλαµβάνει και τα χαρτονοµίσµατα που µπορεί να βγουν έξω από τη χώρα. Οι αναλήψεις από υπόλοιπα λογαριασµών σε ευρώ θα πρέπει να παγώσουν έως ότου επιστρέψει η οµαλότητα στις συναλλαγές. Χωρίς αµφιβολία, ωστόσο, το πιο αποφασιστικό βήµα για τη σταθεροποίηση της νοµισµατικής κυκλοφορίας θα είναι η εθνικοποίηση των τραπεζών, που θα επιτρέψει στο κράτος να προσφέρει ανοιχτή εγγύηση στις δραχµικές καταθέσεις.

Το νοµισµατοκοπείο θα πρέπει να τεθεί αµέσως σε λειτουργία για την παραγωγή του νέου νοµίσµατος που θα κυκλοφορήσει. Ο επαναπρογραµµατισµός των ΑΤΜθα πρέπει επίσης να αρχίσει αµέσως. Φυσικά, θα αποδειχτεί πρακτικά αδύνατο να πραγµατοποιηθούν όλες οι υλικές αλλαγές σε µία µόνο εβδοµάδα, ιδιαίτερα καθώς είναι δύσκολο να τυπωθούν οι νέες δραχµές πριν από την αναγγελία της αλλαγής. Έτσι, ορισµένα ευρώ που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των τραπεζών και του κράτους θα µπορούσαν να σφραγιστούν και να ονοµαστούν νέες δραχµές, αν και θα ήταν σκόπιµο να εξοικονοµηθούν, καθώς πλέον θα πρόκειται για ξένο συνάλλαγµα.

Λαµβάνοντας υπόψη τις φυσικές δυσκολίες της αντικατάστασης του νοµίσµατος, το κράτος θα µπορούσε επίσης να προσφύγει σε έκδοση βραχυπρόθεσµων υποσχετικών γραµµατίων και οµολόγων εκφρασµένων σε νέες δραχµές για να κάνει τις πληρωµές του. Θα ήταν µια απλή µορφή νοµίσµατος αναγκαστικής κυκλοφορίας, µε περιορισµένη αποδοχή έξω από τη σφαίρα της προσωπικής κατανάλωσης. Όσο πιο γρήγορα θα έπαυε να χρησιµοποιείται, τόσο το καλύτερο για τη σταθερότητα της νοµισµατικής κυκλοφορίας. Ωστόσο, θα µπορούσε να διευκολύνει τη µετάβαση στη νέα δραχµή για αρκετούς µήνες.

Αφού η νέα δραχµή εισέλθει στην κυκλοφορία, θα χρειαστεί χρόνος για να κερδίσει την εµπιστοσύνη του κόσµου. Θα υπάρξει παράλληλη κυκλοφορία του ευρώ και της νέας δραχµής για µια περίοδο και ένα σύστηµα διπλών τιµών που θα αντανακλά τη δια-κύµανση της συναλλαγµατικής ισοτιµίας µεταξύ των δύο. Η διπλή αποτίµηση της αξίας θα επιφέρει συναλλακτικά κόστη για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, ενώ θα προσφέρει ευκαιρίες για κερδοσκοπία. Ωστόσο, τα φαινόµενα αυτά είναι απίθανο να συνεχιστούν για πολύ, αν το κράτος εξακολουθήσει να κάνει τις πληρωµές και τις αγορές του στη νέα δραχµή.

Ένα ζήτηµα µε µεγαλύτερο κόστος θα είναι η µετατροπή των υφιστάµενων συµβάσεων στο νέο νόµισµα. Η νοµική βάση θα παρασχεθεί από την υιοθέτηση του νέου νοµίσµατος από το κράτος, αλλά θα υπάρχουν συναλλακτικά κόστη όπως και περιθώριο για αυθαίρετες µεταβολές των σχετικών τιµών, ιδιαίτερα καθώς θα αποµένει κάποιος χρόνος µέχρι να διεκπεραιωθούν οι υπάρχουσες συµβάσεις. Επιπλέον, η προσαρµογή του τραπεζικού συστήµατος στη νέα λογιστική µονάδα θα είναι δαπανηρή. Θα πρέπει να υπάρξει προσαρµογή των υπολογιστικών προγραµµάτων, των τεχνικών συµψηφισµού, της τήρησης των λογαριασµών και ούτω καθεξής. Θα χρειαστούν αρκετοί µήνες έως ότου οι τράπεζες µάθουν να λειτουργούν οµαλά µε τη νέα δραχµή.

Κανένα από αυτά τα τεχνικά προβλήµατα δεν είναι αξεπέραστο και κανένα δε δικαιολογεί την παραµονή στην ΟΝΕ. Το σύστηµα τιµών και η λειτουργία της νέας δραχµής στο εσωτερικό πιθανότατα θα αποκατασταθούν µέσα σε λίγους µήνες. Να σηµειωθεί τέλος ότι η µετατροπή στη νέα δραχµή προσφέρει το πλεο-νέκτηµα άσκησης αναδιανεµητικής πολιτικής. Η απλούστερη ισοτιµία µετατροπής για τις υποχρεώσεις και τα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών θα µπορούσε να είναι 1:1 ευρώ/δραχµές, αλλά µια σειρά άλλων λόγων µετατροπής θα µπορούσε επίσης να χρησιµοποιηθεί για να επέλθει αναδιανοµή του πλούτου. Έτσι, οι καταθέσεις, για παράδειγµα, κάτω των 10.000 ευρώ θα µπορούσαν να µετατραπούν µε λόγο µετατροπής 0,5:1 ευρώ/δραχµές, αυτές µεταξύ 10.000 και 30.000 θα µπορούσαν να µετατραπούν µε τη σχέση 0,8:1 και εκείνες άνω των 30.000 µε τη σχέση 1:1. Η αναδιανοµή µπορεί επίσης να καταστήσει ευκολότερη την αποδοχή του νέου νοµίσµατος σε µια χώρα τόσο άνιση όπως η Ελλάδα.

6.2.6. Το πρόβληµα του συναλλάγµατος

Η νέα δραχµή θα υποστεί άµεση µείωση της αξίας της στις αγορές ξένου συναλλάγµατος, αν και είναι αδύνατο να εκτιµηθεί ο βαθµός της υποτίµησης. Φαίνεται πιθανό ότι η ισοτιµία στην αρχή θα πέσει υπερβολικά και στη συνέχεια θα παραµείνει ασταθής. Την πρώτη περίοδο θα είναι αδύνατο να υιοθετηθεί συµβατική συναλλαγµατική πολιτική, διότι η νέα δραχµή θα γίνει στόχος επιθετικών πωλήσεων, αλλά και γιατί η Ελλάδα παρουσιάζει έλλειµµα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στερείται συναλλαγµατικών αποθεµάτων.

Παρ’ όλα αυτά, πιθανώς να µπορέσει να ασκηθεί έλεγχος στη συναλλαγµατική ισοτιµία, µέσω διοικητικών ελέγχων σε συγκεκριµένες συναλλαγές σε συνάλλαγµα και µέσω ελέγχων στις ροές κεφαλαίου. Μεσοπρόθεσµα και αν το έλλειµµα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αρχίσει να συρρικνώνεται και να συσσωρεύο-νται αποθέµατα, θα ήταν δυνατό για το κράτος να υιοθετήσει πολιτική σταθεροποίησης της συναλλαγµατικής ισοτιµίας.

Η υποτίµηση θα είναι κατά πάσα πιθανότητα επωφελής για την ελληνική οικονοµία. Η κινδυνολογία –που προέρχεται κυρίως από ερευνητικά τµήµατα των τραπεζών– ότι η υποτίµηση θα είναι αναποτελεσµατική και θα προκαλέσει καλπάζοντα πληθωρισµό πρέπει να αντιµετωπίζεται µε µεγάλο σκεπτικισµό. Μια από τις πιο ενδελεχείς µελέτες για το θέµα εκτιµά ότι µια υποτίµηση της νέας δραχµής θα οδηγούσε σε πληθωρισµό της τάξης του 5-9% το πρώτο έτος, ενώ η ανταγωνιστικότητα θα αυξανόταν κατά 37-42%. Η υποτίµηση θα προσδώσει άµεσα θετική ώθηση στην ελληνική οικονοµία µε την ανάκτηση της χαµένης ανταγωνιστικότητας, χωρίς την κοινωνικά καταστροφική µέθοδο της µείω-σης του µοναδιαίου κόστους εργασίας. Βραχυπρόθεσµα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα ανακάµψει.

Εντούτοις, η υποτίµηση θα αυξήσει την τιµή των εισαγόµενων προϊόντων και εποµένως θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο εισόδηµα των εργαζοµένων και άλλων στρωµάτων. Να σηµειωθεί ότι το πρόβληµα δεν είναι ο πληθωρισµός αυτός καθαυτός, µολονότι είναι πιθανό να αυξηθεί ο εισαγόµενος πληθωρισµός. ∆εδοµένης της ύφεσης της ελληνικής οικονοµίας, ένας σχετικά περιορισµένος πληθωρισµός είναι απίθανο να αποτελέσει µεγάλη πηγή ανησυχίας. Το πραγµατικό πρόβληµα θα είναι ότι η υποτίµηση θα αλλάξει τις σχετικές τιµές των εισαγοµένων, επηρεάζοντας έτσι το καλάθι κατανάλωσης των εργαζοµένων και άλλων. Από την πλευρά αυτή, τα ακόλουθα τρία σηµεία είναι ζωτικής σηµασίας.

Πρώτον, σε αντίθεση µε την πολιτική της άµεσης µείωσης του µοναδιαίου κόστους εργασίας (ή την εσωτερική υποτίµηση, όπως αποκαλείται µερικές φορές), η νοµισµατική υποτίµηση δε φέρνει αποτελέσµατα µέσω της µείωσης του εισοδήµατος των εργαζοµένων. Πρόκειται για παρανόηση που συχνά καλλιεργείται σκόπιµα από τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης και άλλους. Απεναντίας, η υποτίµηση µεταβάλλει τη σχετική τιµή των εξαγωγών και των εισαγωγών, επηρεάζοντας έτσι τη ζήτηση. Στην πραγµατικότητα, η υποτίµηση απελευθερώνει προς το εξωτερικό ένα µέρος των πιέσεων που συσσωρεύονται στην εγχώρια οικονοµία, επιτρέποντάς της να ανακτήσει αµέσως τη χαµένη της ανταγωνιστικότητα. Για το λόγο αυτό είναι προτιµότερη από την τρέχουσα πολιτική της τρόικας.

∆εύτερον, λόγω της αύξησης της σχετικής τιµής των εισαγωγών, η υποτίµηση θα µειώσει το εισόδηµα των εργαζοµένων και άλλων. Εντούτοις, η µετακύλιση της πίεσης στις τιµές των εισαγοµένων δε θα είναι πλήρης βραχυπρόθεσµα – η άνοδος των τιµών θα ήταν απίθανο να αντιστοιχεί σε ολόκληρη την επίδραση της υποτίµησης. Επιπλέον, οι εργαζόµενοι θα είναι σε θέση να επιλέξουν ποια προϊόντα θα περιλάβουν στο καλάθι της κατανάλωσης. Εποµένως, η πτώση στο πραγµατικό εισόδηµα δε θα καθοριστεί πλήρως από εξωγενείς παράγοντες, όπως συµβαίνει µε την τρέχουσα πολιτική.

Τρίτον, οι εργαζόµενοι είναι πιθανό να έχουν οφέλη από την αύξηση της παραγωγής και άρα από την ώθηση στην απασχόληση που θα προκύψει από την υποτίµηση. Και στο θέµα αυτό ο αντίκτυπος της υποτίµησης πρέπει να εκτιµηθεί σε σχέση µε τις τρέχουσες πολιτικές στασιµότητας και υψηλής ανεργίας. Επίσης, οι εργαζόµενοι θα αντλήσουν οφέλη από περαιτέρω µεταβολές στις σχετικές τιµές, καθώς η οικονοµία θα ανακάµπτει. Η εισαγωγή του ευρώ οδήγησε σε σηµαντικές αυξήσεις στις τιµές πολλών βασικών τροφίµων στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όπως των λαχανικών και των γαλακτοκοµικών προϊόντων. Είναι λογικό να αναµένεται ότι η σχετική τιµή των τροφίµων θα µειωθεί µετά την επιστροφή στη δραχµή και την ανάκαµψη της ελληνικής γεωργίας.

Πολύ βραχυπρόθεσµα, όµως, η απότοµη άνοδος στις σχετικές τιµές της ενέργειας, των τροφίµων και των φαρµάκων, στα οποία η Ελλάδα έχει σηµαντική εισαγωγική εξάρτηση, θα είναι προβληµατική. Να σηµειωθεί ότι η χώρα είναι πρακτικά αυτάρκης στην ηλεκτρική ενέργεια, βασιζόµενη στην εγχώρια παραγωγή λιγνίτη, που θα πρέπει να εντατικοποιηθεί για µια περίοδο. Από την άλλη, έως και τα δύο τρίτα της ενέργειας που καταναλώνει η Ελλάδα παρέχονται από εισαγόµενο πετρέλαιο –που χρησιµοποιείται κυρίως για τις µεταφορές– και τα εθνικά αποθέµατα είναι απίθανο να διαρκέσουν για περισσότερο από τρεις µήνες.

Εποµένως, η προτεραιότητα για τις αρχές βραχυχρόνια θα ήταν, πρώτον, να εξασφαλίσουν την πρόσβαση στο συνάλλαγµα και, δεύτερον, να εξασφαλίσουν επείγουσα πρόσβαση σε παροχή ενέργειας, τροφίµων και φαρµάκων. ∆ιµερείς συµφωνίες µε παραγωγούς πετρελαίου, όπως η Ρωσία, και µε άλλους παραγωγούς ζωτικής σηµασίας προϊόντων θα είναι πολύ σηµαντικές. Είναι επίσης πιθανό ότι θα πρέπει να υπάρξει διανοµή µε δελτίο και άλλα διοικητικά µέτρα για το πετρέλαιο και άλλα βασικά προϊόντα τους πρώτους µήνες µετά την έξοδο από την ΟΝΕ.

Η πίεση θα γίνει αισθητή στα νοικοκυριά, καθώς εξαρτώνται σηµαντικά από το εισαγόµενο πετρέλαιο και άλλα εµπορεύµατα. Θα είναι, λοιπόν, απαραίτητη η κινητοποίηση της φορολογικής πολιτικής και των επιδοτήσεων για την ελάφρυνση των φτωχότερων στρωµάτων σε ό,τι αφορά το κόστος µεταφορών και θέρµανσης. Στην πράξη, η χώρα θα βρεθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για αρκετούς µήνες στην αρχική περίοδο και µέχρι η οικονοµία να αρχίσει να ανακάµπτει. Θα πρόκειται για µέρος του κόστους αποφυγής της µακροχρόνιας συρρίκνωσης εντός της ΟΝΕ.

Πέρα από τα βραχυχρόνια προβλήµατα, η υποτίµηση θα είναι επίσης ανεπαρκής για να επιφέρει από µόνη της µακροχρόνια οφέλη για την ελληνική οικονοµία. Μετά από µια περίοδο, ο ευεργετικός αντίκτυπός της θα εξαφανιστεί, καθώς η άνοδος στην τιµή των εισαγοµένων θα περάσει τελικά στις εγχώριες τιµές και στις τιµές των εξαγωγών. Αλλά ο στόχος της εξόδου από την ΟΝΕ δεν είναι να αποκατασταθεί η υγεία της ελληνικής οικονοµίας µέσω της υποτίµησης. Αντίθετα, ο στόχος είναι η διάσωση της ελληνικής οικονοµίας από τον καταστροφικό εναγκαλισµό της ΟΝΕ
– και η υποτίµηση είναι ένα αναπόφευκτο υποπροϊόν της εξόδου.

Η αθέτηση πληρωµών και η έξοδος θα πρέπει εποµένως να είναι το προοίµιο για ένα ευρύ πρόγραµµα αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονοµίας και κοινωνίας. Με την άρση της λιτότητας και την ταχεία ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας θα δηµιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για µέτρα που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα, θα βελτιώσουν την τεχνολογία, θα εξορθολογήσουν το εµπόριο, καταργώντας προνόµια και πρακτικές ελέγχου της αγοράς και σπάζοντας τη µονοπωλιακή θέση των εταιρειών σε κρίσιµες αγορές, όπως τα φάρµακα, τα τρόφιµα και άλλα. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα ήταν αρκετά γρηγορότερη απ’ ό,τι στη Γερµανία τα τελευταία χρόνια, όπως παρουσιάζεται στο Γράφηµα 2, υποδεικνύοντας τη λανθάνουσα ισχύ του παραγωγικού τοµέα.

Η έξοδος από την ΟΝΕ θα καταστήσει έτσι δυνατή την αναµόρφωση της ελληνικής οικονοµίας προς το συµφέρον των εργαζοµένων και θα δηµιουργήσει τις προϋποθέσεις για µια βιώσιµη αύξηση. Ο στόχος του προγράµµατος θα είναι να διατηρηθεί η απασχόληση σε υψηλά επίπεδα και να αυξηθεί το µερίδιο της εργασίας στο εθνικό προϊόν. Ένα ζωτικής σηµασίας στοιχείο είναι η επέκταση των δηµόσιων επενδύσεων, λαµβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την πλήρη κατάρρευση των ιδιωτικών και δηµόσιων επενδύσεων από το 2008 και µετά. Οι πόροι θα προέλθουν εν µέρει από την αθέτηση πληρωµών του δηµόσιου χρέους: οι τόκοι και οι πληρωµές αναµένεται να κυµανθούν µεταξύ 15 και 20 δισ. ευρώ στο άµεσο µέλλον. Πόροι θα µπορούν επίσης να εξασφαλιστούν µέσω του εθνικοποιηµένου τραπεζικού συστήµατος, καθώς και από την επανάκαµψη της εγχώριας αποταµίευσης.

Η απαραίτητη οικονοµική πολιτική θα πρέπει επίσης να στοχεύει στην αποκατάσταση της ισορροπίας της ελληνικής οικονοµίας όσον αφορά τη σχέση µεταξύ βιοµηχανίας, υπηρεσιών και γεωργίας, αλλά και µεταξύ εµπορεύσιµων και µη εµπορεύσιµων αγαθών. Η Ελλάδα παρουσιάζει σηµαντικά εµπορικά ελλείµµατα εδώ και χρόνια, που συνήθως αντισταθµίζονταν από πλεονάσµατα στις υπηρεσίες (τουρισµός, ναυτιλία). Η µείωση της ανταγωνιστικότητας από την ένταξη στην ΟΝΕ και µετά διεύρυνε το εµπορικό έλλειµµα, ενώ το πλεόνασµα στις υπηρεσίες µειώθηκε. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει γίνει πολύ πιο ελλειµµατικό επειδή έχουν αυξηθεί οι πληρωµές τόκων για το χρέος, ενώ σηµειώνεται εκροή κερδών. Ο λογαριασµός κίνησης κεφαλαίων κάλυψε το έλλειµµα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών µέσω δανείων από τις τράπεζες του κέντρου, όπως αναλύθηκε στο Κεφάλαιο 1.

Η στροφή από τη βιοµηχανία προς τις υπηρεσίες στην ελληνική οικονοµία τα τελευταία χρόνια συνοδεύτηκε από µετατόπιση από τα εµπορεύσιµα στα µη εµπορεύσιµα προϊόντα, ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας στον τοµέα των εµπορεύσιµων ήταν ανεπαρκής. Ο ελληνικός τοµέας των υπηρεσιών απέτυχε να δηµιουργήσει ταχεία αύξηση των εξαγωγών, πιθανώς λόγω χαµηλής παραγωγικότητας, αλλά ίσως και επειδή στερούνταν στρατηγικού προσανατολισµού και οργάνωσης. Οι υπηρεσίες σε κάθε περίπτωση είναι γνωστές για την αδυναµία τους στην τόνωση των εξαγωγών. Ακόµα και υπό αυτό το πρίσµα, η ελληνική συµµετοχή στην ΟΝΕ (και την ΕΕ) ήταν αποτυχηµένη.

Η έξοδος από την ΟΝΕ θα προσφέρει τη δυνατότητα αποκατάστασης της ισορροπίας στους τοµείς υπηρεσιών και βιοµηχανίας, όσο και των µη εµπορεύσιµων προς τα εµπορεύσιµα προϊόντα, αλλά δε θα πρέπει η αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας να αφεθεί στην ελεύθερη αγορά. Μετά βεβαιότητας, η εξισορρόπηση δε θα πρέπει να περιλαµβάνει τον αποδεκατισµό του δηµόσιου τοµέα, υπό την υπόθεση ότι αυτός ευθύνεται για την αναποτελεσµατικότητα της ελληνικής οικονοµίας. Πρόκειται για µια καθαρά νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, που επιφέρει σήµερα την οικονοµική καταστροφή της Ελλάδας. Ως οικονοµική πολιτική, είχε πολύ χαµηλά αποτελέσµατα ανάπτυξης σε ολόκληρο τον κόσµο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες.

Ένα ακανθώδες ζήτηµα θα είναι οι υποχρεώσεις σε ευρώ των ελληνικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Μια εκτίµηση του µεγέθους τους κυµαίνεται στο επίπεδο των 68 δισ. ευρώ, αρκετά υψηλό ώστε να προκαλέσει σηµαντικές διαταραχές λόγω συναλλαγµατικού κινδύνου και δυσκολίας στην ανανέωση των γραµµών πίστωσης. Τόσο οι επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά θα χρειαστούν κρατικές εγγυήσεις για το ιδιωτικό χρέος τους, καθώς επίσης και για τη δυνατότητά τους να λαµβάνουν διεθνή πίστωση, έτσι ώστε να αποφευχθούν οι µαζικές πτωχεύσεις. Από την άλλη, υποθέτοντας ότι οι περισσότερες από αυτές τις επιχειρήσεις έχουν εξαγωγικό προσανατολισµό, η ικανότητά τους να έχουν εισπράξεις σε ευρώ πιθανώς θα αυξηθεί, βελτιώνοντας κατά συνέπεια τη δυνατότητά τους να επαναδιαπραγµατευτούν τους όρους πίστωσης µε τους πιστωτές τους.

Συνοψίζοντας, η Ελλάδα χρειάζεται µια ευέλικτη βιοµηχανική πολιτική, ικανή να προστατεύσει και να προωθήσει περαιτέρω τα συµφέροντα της εργασίας και συνεπώς της κοινωνίας συνολικά. Η βιοµηχανική πολιτική θα πρέπει να θέσει τόσο το δηµόσιο όσο και τον ιδιωτικό τοµέα σε διαφορετική πορεία, αξιοποιώντας τα πλεονεκτήµατα αµφοτέρων. Χρειάζεται να εξισορροπηθούν εκ νέου οι τοµείς των εµπορεύσιµων και µη εµπορεύσιµων αγαθών. Θα πρέπει επίσης να δηµιουργηθεί περιθώριο για την ελληνική βιοµηχανία, ώστε να εδραιωθεί ξανά στην εγχώρια αγορά, µετατοπίζοντας την οικονοµία συνολικά προς πιο παραγωγικές και εµπορεύσιµες δραστηριότητες.

Προκειµένου να στηριχτεί µια τέτοια στρατηγική, είναι απαραίτητο να υπάρξει εθνικοποιηµένο τραπεζικό σύστηµα και έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, αλλά επίσης και ένα ριζικά αναδοµηµένο κράτος. Προπάντων, είναι απαραίτητο να υπάρξει ηγεσία από την πλευρά της οργανωµένης εργασίας και της κοινωνίας των πολιτών. Ο στόχος θα είναι να µετατοπιστεί δραστικά η κοινωνική ισορροπία υπέρ της εργασίας και εναντίον του κεφαλαίου. Εάν, τελικά, αυτή η στρατηγική έρθει σε σύγκρουση µε την ΕΕ, θα επαφίεται στον ελληνικό λαό να επανεξετάσει τις σχέσεις του και µε την Ένωση συνολικά.

6.3. Αντί συµπεράσµατος

Είναι εµφανές ότι η αθέτηση πληρωµών µε πρωτοβουλία του οφειλέτη και η έξοδος από την ΟΝΕ δε θα είναι καθόλου εύκολη επιλογή για την Ελλάδα ή οποιαδήποτε άλλη χώρα της περιφέρειας. Αλλά ποια είναι η εναλλακτική λύση που προσφέρεται αυτή τη στιγµή στις περιφερειακές χώρες; Παγιδευµένες στην Ευρωζώνη, απειλούνται µε συνεχή λιτότητα, χαµηλή ανταγωνιστικότητα, υψηλή ανεργία, αυξανόµενες κοινωνικές εντάσεις και απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας. Επιπλέον, το δηµοκρατικό πολίτευµά τους πιθανώς θα πληγεί, καθώς η λήψη καίριων αποφάσεων θα µεταφερθεί στην ΕΚΤ, το ΕΤΧΣ και άλλα µη εκλεγµένα όργανα της ΕΕ. Η προοπτική για την περιφέρεια είναι η οικονοµική, κοινωνική και πολιτική παρακµή στο άµεσο µέλλον. Αυτό είναι το τίµηµα που πρέπει να πληρώσουν οι πιο αδύναµες οικονοµίες για να παραµείνουν στο πλαίσιο ενός νέου διεθνούς αποθεµατικού νοµίσµατος, σχεδιασµένου να εξυπηρετεί τα συµφέροντα των µεγάλων τραπεζών και των µεγάλων επιχειρήσεων.

Η αθέτηση πληρωµών µε πρωτοβουλία του οφειλέτη και η έξοδος προσφέρουν στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της περιφέρειας µια οδό διαφυγής από την παγίδα της Ευρωζώνης. Στην πράξη, η παραµονή στην Ευρωζώνη δηµιουργεί αφόρητες συνθήκες, που ήδη πιέζουν την περιφέρεια στην κατεύθυνση της εξόδου. Αλλά αν η Ελλάδα αναγκαστεί να προβεί σε αθέτηση πληρωµών και έξοδο, µε το πολιτικό της σύστηµα να τελεί υπό κατάρρευση και την κοινωνία υπό διάλυση, το αποτέλεσµα θα είναι τραγικό.

Εάν, από την άλλη πλευρά, η αθέτηση πληρωµών και η έξοδος πραγµατοποιηθούν προσεκτικά από µια αποφασισµένη κυβέρνηση που θα βασιστεί στη λαϊκή στήριξη, είναι δυνατό να τεθούν τα θεµέλια της ανάκαµψης. Τουλάχιστον θα απελευθερωθεί η Ελλάδα από τη µέγκενη της λιτότητας που επιβάλλεται από την ΟΝΕ. Θα υπάρξει επίσης ανακούφιση από το βάρος του χρέους, επιτρέποντας στη χώρα να ανακτήσει αµέσως την ανταγωνιστικότητά της. Τέλος, θα µπορέσει η Ελλάδα να διεκδικήσει εκ νέου την εθνική ανεξαρτησία της, που έχει πληγεί στη διάρκεια της κρίσης.

Ακόµα περισσότερο, εάν οι δυνάµεις που κυβερνούν τη χώρα έχουν σαφές όραµα κοινωνικής αλλαγής και υιοθετήσουν ένα κατάλληλο µεταβατικό πρόγραµµα για την οικονοµία και την κοινωνία, θα δοθεί µε τον πιο αποφασιστικό τρόπο η ευκαιρία για να αλλάξει η ισορροπία δυνάµεων υπέρ της εργασίας. Η ελληνική κοινωνία θα µπορούσε να αναζωογονηθεί εισερχόµενη σε πορεία βιώσιµης ανάπτυξης µε µεγαλύτερη ισότητα και εξυγίανση του κράτους της. Το σοκ θα γινόταν αισθητό σε όλη την Ευρώπη, η οποία ήδη παραπαίει υπό την επίδραση της παγκόσµιας κρίσης.

Η Ελλάδα βρίσκεται αντιµέτωπη µε µια ιστορική επιλογή: να παραδοθεί στις κυρίαρχες δυνάµεις της Ευρωζώνης, αντιµετωπίζοντας ένα ζοφερό οικονοµικό, κοινωνικό και πολιτικό µέλλον, ή να βρει το θάρρος να δράσει, αλλάζοντας τον εαυτό της και ίσως και την Ευρώπη. Σύντοµα θα ξέρουµε την απάντηση.

……………………………….

Μετάφραση από τα αγγλικά: ‘Αννα Κόκκαλη

Επιστημονική επιμέλεια: Λεωνίδας Βατικιώτης

Γλωσσική επιμέλεια: Μαρία Οικονομίδου

Advertisements
Explore posts in the same categories: Βιβλίο, Κώστας Λαπαβίτσας

Ετικέτες: , , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: