Ο κ. Στρατής Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο – Γ. Σεφέρης

1.

Μα τι έχει αυτός ο άνθρωπος;
Όλο το απόγεμα (χτες προχτές και σήμερα) κάθεται με τα μάτια καρφωμένα σε μια φλόγα
σκόνταψε πάνω μου το βράδυ καθώς κατέβαινε τη σκάλα
μου είπε:
«Το κορμί πεθαίνει το νερό θολώνει η ψυχή διστάζει
κι ο αγέρας ξεχνάει όλο ξεχνάει
μα η φλόγα δεν αλλάζει».
Μου είπε ακόμη:
«Ξέρετε αγαπώ μια γυναίκα που έφυγε ίσως στον κάτω κόσμο· δεν είναι γι αυτό που φαίνομαι τόσο ερημωμένος
προσπαθώ να κρατηθώ από μια φλόγα
γιατί δεν αλλάζει».
Ύστερα μου διηγήθηκε την ιστορία του.

2. ΠΑΙΔΙ

Όταν άρχισα να μεγαλώνω με βασάνιζαν τα δέντρα
γιατί χαμογελάτε; πήγε ο νους σας στην άνοιξη που είναι σκληρή για τα μικρά παιδιά;
μ’άρεσαν πολύ τα πράσινα φύλλα
νομίζω πως έμαθα λίγα γράμματα γιατί το στουπόχαρτο πάνω στο θρανίο μου ήταν κι εκείνο πράσινο
με βασάνιζαν οι ρίζες των δέντρων όταν μέσα στη ζεστασιά του χειμώνα ερχόντανε να τυλιχτούν γύρω στο κορμί μου
δεν έβλεπα άλλα όνειρα σαν ήμουν παιδί·
έτσι γνώρισα το κορμί μου.

3. ΕΦΗΒΟΣ

Το καλοκαίρι στα δεκαέξι μου χρόνια τραγούδησε μια ξένη φωνή μέσα στ’αυτιά μου
ήταν θυμούμαι στην ακροθαλασσιά, ανάμεσα τα κόκκινα δίχτυα και μια βάρκα ξεχασμένη στην άμμο, σκελετός
δοκίμασα να την πλησιάσω τη φωνή εκείνη βάζοντας την ακοή μου πάνω στην άμμο
η φωνή χάθηκε
μα ένα πεφταστέρι
σα να ‘βλεπα για πρώτη φορά ένα πεφταστέρι
και στα χείλια η αρμύρα του κυμάτου.
Τη νύχτα εκείνη δεν ήρθαν πια οι ρίζες των δέντρων.
Την άλλη μέρα ένα ταξίδι ανοίχτηκε μέσα στο νου μου κι έκλεισε πάλι σα ζωγραφισμένο βιβλίο·
συλλογίστηκα να πηγαίνω κάθε βράδυ στ’ακρογιάλι
να μάθω πρώτα τ’ακρογιάλι κι έπειτα να πάρω το πέλαγο·
την τρίτη μέρα αγάπησα μια κοπέλα πάνω σε μια κορφή
είχε ένα άσπρο σπιτάκι σα ρημοκλήσι
μια γριά μάνα στο παραθύρι με σκυμμένα γυαλιά πάνω σε βελόνες, πάντα σιωπηλή
μια γλάστρα βασιλικό μια γλάστρα γαρούφαλα
την έλεγαν νομίζω Βάσω Φρόσω ή Μπίλιω·
έτσι ξέχασα τη θάλασσα.
Μια Δευτέρα του Οχτώβρη
βρήκα μια σπασμένη στάμνα μπροστά στο άσπρο σπιτάκι
η Βάσω (για συντομία) φάνηκε μ’ένα μαύρο φουστάνι αχτένιστα μαλλιά και κόκκινα μάτια
όταν τη ρώτησα:
«Πέθανε, ο γιατρός λέει πέθανε γιατί δε σφάξαμε το μαύρο κόκορα στα θεμέλια… που να βρεθεί μαύρος κόκορας εδώ-πέρα.. μονάχα άσπρα κοπάδια… και τα πουλιά τα πουλούν μαδημένα στην αγορά».
Δε φανταζόμουνα έτσι τη θλίψη και το θάνατο
έφυγα και ξαναγύρισα στη θάλασσα.
Τη νύχτα πάνω στην κουβέρτα του «Αι-Νικόλα» ονειρεύτηκα μια παμπάλαιη ελιά να δακρύζει.

4. ΠΑΛΙΚΑΡΙ

Ταξίδεψα ένα χρόνο με τον Καπετάν Δυσσέα
ήμουν καλά
στην καλοκαιριά βολευόμουνα στην πλώρη πλάι στη γοργόνα
τραγουδούσα τα κόκκινα χείλια της κοιτάζοντας τα χελιδονόψαρα
στη φουρτούνα τρύπωνα σε μια γωνιά στ’αμπάρι μαζί με το καραβόσκυλο που με ζέσταινε.
Σα βγήκε ο χρόνος είδα ένα πρωί μιναρέδες
ο ναύκληρος μου είπε:
«Είναι η Αγια-Σοφιά, θα σε πάω το βράδυ στις γυναίκες».
Έτσι γνώρισα τις γυναίκες που φορούν μονάχα κάλτσες
εκείνες που διαλέγουμε, μάλιστα.
Ήταν ένας περίεργος τόπος
ένα περιβόλι με δυό καρυδιές μια δράνα ένα πηγάδι
τριγύρω ο τοίχος με σπασμένα γυαλιά στην άκρη
ένα αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».
Τότες είδα για πρώτη μου φορά μια καρδιά τρυπημένη με την γνωστή σαΐτα
ζωγραφισμένη στον τοίχο με κάρβουνο.
Είδα τα φύλλα της κληματαριάς κίτρινα
πεσμένα χάμω
κολλημένα στις πλάκες στη φτωχή λάσπη
κι έκανα ένα βήμα να πάω πίσω στο καράβι
Τότες ο ναύκληρος μ’άρπαξε από το γιακά και με πέταξε μέσα στο πηγάδι·
το ζεστό νερό και τόση ζωή τριγύρω στο δέρμα…
Έπειτα το κορίτσι μου είπε παίζοντας απρόσεχτα με το δεξί του στήθος:
«Είμαι από τη Ρόδο, με αρρεβώνιασαν 13 χρονώ για 100 παράδες».
Και τ’αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».
Θυμήθηκα τη σπασμένη στάμνα μέσα στο δροσερό απομεσήμερο και συλλογίστηκα·
«Θα πεθάνει κι αυτή, πως θα πεθάνει;»
Της είπα μονάχα
«Πρόσεξε θα το χαλάσεις είναι η ζωή σου».
Το βράδυ στο καράβι δε βάσταξα να σιμώσω τη γοργόνα, τη ντρεπόμουνα.

5. ΑΝΔΡΑΣ

Από τότες είδα πολλά καινούρια τοπία· πράσινους κάμπους που σμίγουν το χώμα με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το σπόρο, μέσα σε μιαν ακαταμάχητη υγρασία· πλατάνια και έλατα· λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους γιατί έχασαν τη φωνή τους—σκηνικά που ξετύλιγε ο θεληματικός σύντροφος μου, ο πλανόδιος εκείνος θεατρίνος, καθώς έπαιζε το μακρύ βούκινο που του είχε ρημάξει τα χείλια, και γκρέμιζε με μια στριγκιά φωνή, ό,τι πρόφταινα να χτίσω, σαν τη σάλπιγγα στην Ιεριχώ. Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα· τη θαύμαζε πολύς λαός. Παράσταινε την ανάσταση του Λαζάρου. Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ’ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε. Αγωνιζότανε να προστατέψει την ανάσα του μ’ένα πελώριο πανί που του κρεμότανε από το κεφάλι. Αυτός ο κύριος της «Αναγέννησης» μ’έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία…

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξανάβρουμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά , τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λιγότερο απ’ό,τι χρειάζεται, σβήνει· α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ’ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τέλειωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ. Είναι ώρες που έχω την εντύπωση πως έφτασα στο τέρμα, πως όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η μηχανή στο σημείο να ξεκινήσει. Μπορώ μάλιστα να τη φανταστώ σε κίνηση, ζωντανή, σαν κάτι ανυποψίαστα καινούργιο. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα· ένα απειροελάχιστο εμπόδιο, ένα σπυρί της άμμου, που μικραίνει, μικραίνει χωρίς να είναι δυνατό να εκμηδενιστεί. Δεν ξέρω τι πρέπει να πω ή τι πρέπει να κάνω. Το εμπόδιο αυτό μου παρουσιάζεται κάποτε σαν ένας κόμπος δάκρυ χωμένος σε κάποια κλείδωση της ορχήστρας που θα την κρατά βουβή ώσπου να διαλυθεί. Κι έχω το ασήκωτο συναίσθημα πως ολόκληρη η ζωή που μου απομένει δε θα ‘ναι αρκετή για να καταλύσει αυτή τη στάλα μέσα στην ψυχή μου. Και με καταδιώκει η σκέψη πως αν μ’έκαιγαν ζωντανό αυτή η επίμονη στιγμή θα παραδινότανε τελευταία.

Ποιος θα μας βοηθούσε; Κάποτε όταν ήμουν ακόμη στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό μελτέμι μου έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν και κάθισαν λίγο παραπέρα μια νέα γυναίκα με διάφανο φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναξε Τζιμ. Τα λόγια του όμως δεν είχαν κανένα βάρος και οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι οι μόνοι άνθρωποι, που είδα στη ζωή μου να μην έχουν το αρπαχτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σ’όλους τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν’ανήκουν στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδί των αρνιών. Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ’ένα από τα νησιώτικα κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση κι έπειτα πλησίασαν και φιληθήκανε. Η γυναίκα έγινε μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν αν ήξεραν πως είχαν βγει από τα δίχτυα του κόσμου…

Είναι καιρός να πηγαίνω. Ξέρω ένα πεύκο που σκύβει κοντά σε μια θάλασσα. Το μεσημέρι, χαρίζει στο κουρασμένο κορμί έναν ίσκιο μετρημένο σαν τη ζωή μας, και το βράδυ, ο αγέρας περνώντας μέσα από τα βελόνια του, πιάνει ένα περίεργο τραγούδι, σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο, τη στιγμή που ξαναρχίζουν να γίνουνται δέρμα και χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω από αυτό το δέντρο. Την αυγή ήμουνα καινούργιος σα να με είχαν κόψει την ώρα εκείνη από το λατομείο.

Α! να ζήσει κανείς τουλάχιστο έτσι, αδιάφορο.

Λονδίνο, 5 Ιουνίου 1932

                Οι πίνακες είναι έργα του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου

Advertisements
Explore posts in the same categories: Ποίηση, αυτοί που φεύγουν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: