Αρχείο για 3 Ιουλίου, 2012

Communist Dilemmas on the Greek Euro-Crisis: To Exit or Not to Exit?

3 Ιουλίου, 2012

 Syriza on Europe: to exit or not to exit?

 Πηγή: http://shirazsocialist.wordpress.com/July 2, 2012

“Put simply, for those of us outside the eurozone, far from there being too little Europe, there is too much of it. Too much cost; too much bureaucracy; too much meddling in issues that belong to nation states or civic society or individuals.  Whole swathes of legislation covering social issues, working time and home affairs should, in my view, be scrapped” – David Cameron in The Sunday Telegraph.

As Cameron raises the possibility of a referendum on the social and employment protection aspects of EU membership, and Liam Fox says “life outside the EU holds no terror,” the anti-EU stance of the majority of the British far-left is looking increasingly untenable. Of course, it’s true that just because you find yourself taking apparently the same position as the right wing, doesn’t necessarily make your arguments wrong. But on the question of the EU it’s becoming increasingly apparent that the British left’s anti-EU obsession can only play into the hands of little-England reactionaries and the most vicious nationalist, anti-worker and often downright racist elements in the Tory Party and UKIP. This idiot-left needs to have a long, hard think about its anti-EU posturing and what it means in the real world. If the latest pronouncements of Cameron and Fox don’t wake their ideas up, perhaps the following extremely thoughtful and sophisticated article  from members of the Greek radical left party Syriza will force a re-think:

Authors: Christos Laskos, John Milios, Euclid Tsakalotos

This article by three Syriza members presents their argument that a “euro-exit” strategy for Greece is “a return to a form of popular frontism” and cuts against “a return to class politics”.

Click here to download as pdf.


Communist Dilemmas on the Greek Euro-Crisis:

To Exit or Not to Exit?

One section of the Greek left converged on a strategy of default and exiting the euro, together with restructuring the economy through devaluation, nationalization of the banks and the renationalization of public utilities, industrial policies etc. At the intellectual level this approach gained powerful support from a number of Greek academics working abroad. At the political level the exit strategy was promoted as a central policy plank by the extra-parliamentary left, especially Antarsya, but also found a strong, albeit minority, support within some sections of Syriza (see Kouvelakis, 2011, p. 30)[1] . The forces coalescing around the exit strategy obviously had internal differences and we cannot hope to do justice to all the nuances here. Rather we shall focus on the arguments as presented by those providing the intellectual gravitas to the exit strategy.

The exit strategy has two main elements. The first relies on a deconstruction of any argument that the EU provides any privileged terrain for left wing strategies. The second relies on showing how debt default and withdrawing from the euro provide the indispensable starting point for such strategies. Thus the first report published in 2010 from the Research in Money and Finance Group, based in SOAS, argued that the “good euro” option (for instance introducing eurobonds, enlarging the EU budget to include larger fiscal transfers between states or transforming the ECB into a lender of last resort) was politically infeasible (Lapavitsas et. al., 2010). Europeanists, whether “reluctant” or “revolutionary”, Lapavitsas (2012) argues, are widely overoptimistic at what can be achieved on the supranational level. Why should “the main powers” accept major losses from a fundamental restructuring of debt at the EU level (p. 292)? Is it surprising that the “eurozone establishment” has given short shrift to proposals for direct ECB financing of public debt (p. 293)? Moreover is it likely that we could arrive at a coordinated European-level response to macroeconomic imbalances? After all “There is no capitalist class that would systematically aim at raising the wages of its own workers since it would then be ruined in competition. If wage restraint was broken in Germany, the monetary union would become a lot less attractive to the German ruling class, raising the issue of its own continued euro membership” (p. 294-5).

It is difficult to know what to make of this style of argumentation. “Revolutionary Europeanists”, to accept for the sake of the argument Lapavitsas’ widely misleading term for those he disagrees with, are hardly likely to believe that the “main powers” and the “eurozone establishment” will accept willingly either debt restructuring or monetary financing of public debt. Nor do they think that it is somehow in the interests of German, or any other for that matter, capital to increase the wages of their workers. Nor, to take a final example, are they likely to be unaware of the fact that German capital is committed to the euro as a hard currency whose credibility is crucial to providing the framework for capital accumulation[2] . A radical strategy for the Left that gives more weight to the European-wide level is just as likely to point to the need for a fundamental shift in the balance of class forces as is one that places more emphasis on the nation state.

Thus Syriza, which did not support the exit strategy, was fully aware of the scale of the task in changing the balance of class forces at the supra-national level. But it considered that building alliances with radical forces in both the PI(I)Gs and in the Northern economies was a critical component of any response; not just to respond to the rising debt crisis, but to seek common ground to challenge ruling ideas and practices concerning both production and redistribution. It was under no illusion about the scale of the resistance to be expected to any restructuring of debt, but its analysis maintained that the global nature of the capitalist crisis presented severe limitations for any merely national response. In any case Syriza’s internationalist interventions were supplemented with national-level initiatives, calling for a radical redistribution of income, socialization of the financial sector and many of the policies supported by those in the exit camp. Moreover Syriza was in some sense more radical in its skepticism with respect to leftist strategies that relied on the “reconstruction of the national economy” as a stepping stone towards socialism, thereby somewhat sidelining the issue of the relations of production.


Η μαθηματική σταθερά π=3,14 στο πιάνο

3 Ιουλίου, 2012

 Η μαθηματική σταθερά π τι είναι;

 Είναι ένας πραγματικός αριθμός που ορίζεται ως ο λόγος του μήκους της περιφέρειας ενός κύκλου προς τη διάμετρό του.

Περιγράφεται στην Ευκλείδεια γεωμετρία, και χρησιμοποιείται πολύ συχνά στα μαθηματικά, τη φυσική και τη μηχανολογία.

Ο Αρχιμήδης καθόρισε την πρώτη επιστημονικά αποδεδειγμένη μέθοδο με την οποία υπολογίζεται ο αριθμός.

Συνήθως χρησιμοποιείται η προσέγγιση π ≈ 3,14. Τα πρώτα 50 δεκαδικά ψηφία του π είναι:

3,14159 26535 89793 23846 26433 83279 50288 41971 69399 37510

Η μαθηματική σταθερά π τι σχέση έχει με τη μουσική; Παρακολουθήστε το βίντεο.

Για τα αποτελέσματα των εκλογών της ΕΜΔΥΔΑΣ Αττικής

3 Ιουλίου, 2012

Πηγή:Συσπείρωση Αριστερών Μηχανικών

Οι φετινές εκλογές στο σωματείο μας, έγιναν μετά από μια διετία καταστροφικών μνημονιακών πολιτικών που σταδιακά ξηλώνουν ότι κέρδισαν οι εργαζόμενοι και ο λαός μας μετά από δεκαετίες αγώνων. Στην περίπτωση μας ο μισθός μειώθηκε πάνω από 50%, η μονιμότητα μετατράπηκε σε εφεδρεία, η ασφάλιση σε μακρινό όνειρο, το τεχνικό αντικείμενο εργασίας σε τροχονόμο fast track σχημάτων. Η διετία αυτή όμως σημαδεύτηκε και από μεγάλους κοινωνικούς αγώνες. Από τις 19 μεγάλες πανεργατικές απεργίες, το κίνημα «δεν πληρώνω», τις λαϊκές συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα και τις πλατείες όλης της χώρας έως τα περιβαλλοντικά και τοπικά κινήματα αναπτύχθηκαν ισχυρότατες αντιστάσεις που όμως δεν έχουν καταφέρει ακόμα να ανατρέψουν τις μνημονιακές κυβερνήσεις και το ειδικό καθεστώς που έχουν επιβάλλει ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ

συσπειρωση αριστερων μηχανικων

Η ΕΜΔΥΔΑΣ ήταν παρούσα στις περισσότερες από αυτές τις μάχες (πολλές φορές μετά από δική μας πίεση), έδωσε και κάποιους περιορισμένους κλαδικούς αγώνες, δεν έκανε όμως τη διαφορά. Καθυστέρησε να αντιληφθεί το μέγεθος της επίθεσης, δεν ανέβασε τον πήχη της αντιπαράθεσης (μέχρι πριν λίγους μήνες δε ζητούσε καν να πέσει η κυβέρνηση του ΓΑΠ), δεν προετοίμασε τον κόσμο για σκληρούς και ανυποχώρητους αγώνες. Δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι στη σημερινή εποχή χωρίς ευρύτερες ανατροπές δε μπορείς να εξασφαλίσεις ούτε τοι αυτονόητο.

Το «νέο» μισθολόγιο φτωχολόγιο έδωσε στο σωματείο ένα ισχυρότατο χτύπημα με την κατάργηση των κλαδικών επιδομάτων 6 και 7 %0. Ο Καλλικράτης, η κατάργηση των πολεοδομιών, τα σταμάτητα των δημοσίων έργων αφαίρεσαν μεγάλο μέρος του αντικειμένου εργασίας των μηχανικών. Η εφεδρεία και οι καταργήσεις Οργανισμών (όπως ο ΟΕΚ) έστειλαν ισχυρό μήνυμα ότι οι απολύσεις είναι πλέον εδώ (με «αξιολόγηση» ή χωρίς).

Στο έδαφος αυτό αναπτύσσονται αντιφατικές συμπεριφορές στους εργαζόμενους. Ένα αξιόλογο μέρος κινητοποιήθηκε, απέργησε, κατέλαβε υπουργεία, γέμισε τις πλατείες, αντιστάθηκε. Σε ένα άλλο κυριάρχησε η απογοήτευση, η ιδιώτευση, ο φόβος για το αύριο. Ένα ακόμα μικρότερο συνεχίζει να κινείται με βάση προσωπικά, ιδιοτελή κίνητρα (ανέλιξη, διαφθορά κλπ). Αυτές οι συμπεριφορές καταγράφηκαν και στις πρόσφατες εκλογές. Η απογοήτευση του «τίποτα δε γίνεται» ενίσχυσε το ρεύμα της αποχής, το οποίο έχει σε μεγάλο βαθμό συντηρητικό πρόσημο. Δευτερευόντως οφείλεται στις συνταξιοδοτήσεις, στην εποχή (καλοκαίρι), στις απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις. Δεν πρέπει τέλος να υποτιμούμε τη σημαντική απαξίωση, έλλειψη εμπιστοσύνης στον παραδοσιακό συνδικαλισμό και τη ρουτινιάρικη – γραφειοκρατική διέθεση με την οποία διαχειρίζονται τα σωματεία.


Η Τρόικα επέστρεψε στην Αθήνα, έτοιμη για το τελικό χτύπημα

3 Ιουλίου, 2012


Τις ανύπαρκτες «κόκκινες γραμμές» της ελληνικής κυβέρνησης στις συζητήσεις που θα ξεκινήσουν τις επόμενες μέρες με την Τρόικα, καθώς και το περιεχόμενο των προγραμματικών δηλώσεων επεξεργάσθηκαν χθες, στη διάρκεια σύσκεψης στην οικία του πρωθυπουργού, στην Κηφισιά, οι τρεις κυβερνητικοί συνεταίροι Αντώνης Σαμαράς, Ευάγγελος Βενιζέλος και Φώτης Κουβέλης.

Οι λεγόμενες, λοιπόν, «κόκκινες γραμμές» που χαράσσει η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ αποτελούν ουσιαστικά την γραμμή «αναδιαπραγμάτευσης» που έχει ορίσει ήδη η τρόικα! Τουτέστιν, πρώτα θα υπάρξουν απτές αποδείξεις υλοποίησης των προγραμμάτων που επιτάσσει το Μνημόνιο και κατόπιν η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε «αναδιαπραγμάτευση» η οποία συμπυκνώνεται στο εξής απλό: παράταση του προγράμματος προσαρμογής και αλλαγή των όρων δανεισμού με ενδεχόμενη μείωση του επιτοκίου.

Την Παρασκευή αναμένεται να κάνει ο πρωθυπουργός τις προγραμματικές δηλώσεις. Το κλιμάκιο της τρόικας θα φτάσει στην Αθήνα την Πέμπτη και θα φύγει το Σάββατο. Στο πλαίσιο της συνάντησης με την τρόικα, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να παρουσιάσει έναν «πειστικό» προς τους δανειστές της χώρας σχεδιασμό προώθησης και υλοποίησης «μεταρρυθμίσεων» με αιχμή του δόρατος τις ιδιωτικοποιήσεις.

Δηλαδή, αφού ξεκινήσει το ξεπούλημα του δημοσίου πλούτου και μάλιστα με καταιγιστικό ρυθμό, για να καλυφθεί η 3μηνη καθυστέρηση, η κυβέρνηση θα θέσει υπόψη των δανειστών της χώρας την επιμήκυνση του προγράμματος και τη μείωση του επιτοκίου δανεισμού.

Στη συνάντηση στην οικία του πρωθυπουργού, δίωρης διάρκειας, ήταν παρόντες ο υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Στουρνάρας, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, ο υφυπουργός, Κ. Μαυραγάνης, καθώς και μέλη του οικονομικού επιτελείου και ο υπουργός Ανάπτυξης, Κωστής Χατζηδάκης.

O κυβερνητικός εκπρόσωπος, Σίμος Κεδίκογλου, μετά το τέλος της συνάντησης ανέφερε ότι έγινε μία ευρύτατη συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης και πρόσθεσε ότι θα συνεχιστούν οι επαφές με τους Ευ. Βενιζέλο και Φ. Κουβέλη. Αναφερόμενος στις δυσκολίες της διαπραγμάτευσης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είχε τονίσει νωρίτερα ότι εάν η τρόικα πεισθεί πως με μια διαφορετική συνταγή η Ελλάδα μπορεί να πετύχει τους ίδιους στόχους, τότε υπάρχει η δυνατότητα επίτευξης προσαρμογών στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να «αποκρούσει» ψηφισμένα μέτρα στο Μνημόνιο 2, όπως η μείωση των Ειδικών Μισθολογίων στο Δημόσιο 12% κατά μέσο όρο από 1ης Ιουλίου (αφορά δικαστικούς, ιατρούς, καθηγητές πανεπιστημίου, ένστολους, κληρικούς) και οι απολύσεις 15.000 δημοσίων υπαλλήλων. Η «απόκρουση» των απολύσεων θα γίνει για το θεαθήναι, αφού ήδη συζητείται η εφαρμογή της εργασιακής εφεδρείας. Απολύσεις από το παράθυρο δηλαδή!

Οσον αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις, στις προγραμματικές δηλώσεις ο πρωθυπουργός θα αναφερθεί στη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για αυτές, τη σύνδεσή τους με την ανάπτυξη και όχι μόνο με εισπρακτικούς στόχους, καθώς και στη διατήρηση της κυριότητας του κράτους στα δίκτυα.


Ο Μίλτης και ο δάσκαλος

3 Ιουλίου, 2012

Πηγή: sarant  3 Ιουλίου, 2012

 Tο σημερινό είναι το δωδέκατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.  Επειδή έχω δεχτεί τηλεμηνύματα με ερωτήσεις: ναι, υπάρχει σκέψη να εκδοθεί το βιβλίο αλλά λόγω της κακής συγκυρίας μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί εκδότης.

Με το σημερινό άρθρο περνάμε στο τρίτο Καλοκαίρι του βιβλίου, το καλοκαίρι του 1944 -όταν ο αφηγητής είναι δεκαπέντε ετών. Ωστόσο, το σημερινό άρθρο κάνει μια γενικότερη αναδρομή στο σχολείο επί κατοχής, με τα πορτρέτα δυο δασκάλων του πατέρα μου, του Μίλτη Παρασκευαΐδη και του Απόστολου Αποστόλου, που είχα την τύχη να γνωρίσω κι εγώ.

Ο πατέρας μου προτάσσει στο τρίτο αυτό καλοκαίρι τον εξής πρόλογο:

Το τρίτο καλοκαίρι μου φάνηκε σα να βάσταξε σχεδόν από τον Απρίλη ως το Νοέμβρη. Όχι γιατί όλους αυτούς τους μήνες ο καιρός ήταν καλός, αλλά γιατί ένιωθα μέσα μου, κι εγώ και όλοι σχεδόν οι άνθρωποι στο νησί, μια πρωτόγνωρη ζεστασιά.

Ελπίδες και προσδοκίες μας θέρμαιναν την ψυχή και μας φώτιζαν το πρόσωπο. Ήταν το καλοκαίρι πριν από την Απελευθέρωση και οι πρώτοι μήνες μετά. Το τελευταίο του πολέμου. Ήταν ζεστό και ξερό, με μια μόνο δυνατή μπόρα.

Ένα καλοκαίρι που μου έμεινε αξέχαστο. Είχα τελειώσει την έκτη οκταταξίου και από το Νοέμβρη του περασμένου χρόνου είχα οργανωθεί στην ΕΠΟΝ. Αυτό το καλοκαίρι φίλησα το πρώτο μου κορίτσι, έπιασα όπλο και μίλησα σε συγκέντρωση, κι ας ήμουν μόνο δεκαπέντε χρονών.

Τον Ιούνιο (του 1944) τέλειωσα την έκτη οκταταξίου. Για τρίτη χρονιά τα φιλολογικά μαθήματά μας τα ‘κανε ο Μίλτης. Ένας από τους καλύτερους εκπαιδευτικούς που πέρασαν ποτέ από το γυμνάσιο της πόλης μας, που φημιζόταν εν τούτοις για τους άριστους δασκάλους του (φημιζόταν και για κάτι άλλο, από τη δεκαετία του ‘20 κιόλας: ήταν «φυτώριο κομμουνιστών και δημοτικιστών»).

και μετά αυτό τον πρόλογο περνάει στην εξιστόρηση:

Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, τα μαθήματα σταμάτησαν και τα σχολεία κλείσανε. Ήμουν τότε στην τρίτη οκταταξίου γυμνασίου και στις δύο πρώτες τάξεις είχαμε την τύχη να μας κάνει ελληνικά ο Γιώργος ο Βαλέτας. Βέβαια με τη μετάθεση του πατέρα μου στη Σάμο, τη δεύτερη τάξη την έκανα εκεί κι όταν ξαναγυρίσαμε στο νησί, τον Ιούλιο του ‘40, ο Βαλέτας είχε μετατεθεί στην Αθήνα. Φαίνεται πως δεν ορίστηκε αμέσως αντικαταστάτης του, γιατί στις λίγες μέρες που μεσολάβησαν από το άνοιγμα των σχολείων ως το ξέσπασμα του πολέμου, το μάθημα των ελληνικών μας το ‘κανε ο Δημητράκης ο Βογαζιανός, καθηγητής των γαλλικών.


Όταν το χρήμα αγοράζει τα πάντα-Μαριάννα Τζιαντζή

3 Ιουλίου, 2012

Post image for Τρία εκατ. Κινέζοι παρακολούθησαν διαλέξεις για τη δημοκρατία

 Πηγή: aristeroblog 

Όταν λέμε ότι «πωλούνται όλα», εννοούμε όλα. Με αυτές τις επτά λέξεις μπορούμε να περιγράψουμε το Τι δεν μπορεί να αγοράσει το χρήμα (WhatMoney Can’t Buy) του πολιτικού φιλοσόφου Μάικλ Σαντέλ, μια μελέτη για τα «ηθικά όρια των αγορών», που φαίνεται ότι θα γίνει ένα από πιο πολυσυζητημένα βιβλία της χρονιάς. Μόνο που ο καθηγητής του Χάρβαρντ υποστηρίζει ότι δεν θα έπρεπε να είναι όλα για πούλημα, ότι υπάρχουν πράγματα που θα έπρεπε να βρίσκονται εκτός αγοράς ώστε να μην ξεχαρβαλωθεί εντελώς η ανθρώπινη κοινωνία.

 Με νηφάλιο τόνο, χωρίς ακαδημαϊκή υπεροψία αλλά και χωρίς ρηχή καταγγελτική διάθεση, ο Σαντέλ μοιάζει να περιγράφει τις τελευταίες μέρες της παγκόσμιας καπιταλιστικής Πομπηίας, παροτρύνοντας τους αναγνώστες του όχι να οργανωθούν και να εξεγερθούν, όπως ίσως θα έκανε ο Νόαμ Τσόμσκι ή κάποιος άλλος διάσημος ακτιβιστής θεωρητικός, αλλά να σκεφτούν, να στοχαστούν, να αλλάξουν. Και ίσως, αλλάζοντας οι ίδιοι, μπορέσουν να αλλάξουν και τον κόσμο γύρω τους. Το βιβλίο του Σαντέλ είναι πολύτιμο γιατί δεν απευθύνεται στους ήδη πεισμένους, αλλά μπορεί να κλονίσει αυτούς που θεωρούν ότι έτσι είναι η ζωή, έτσι είναι το σύστημα και, αν το δούμε διαφορετικά, κινδυνεύουμε να γίνουμε γραφικοί.

 O 59χρονος Αμερικανός καθηγητής είναι ένα είδος ροκ σταρ στον ακαδημαϊκό χώρο, αφού κατά τις παραδόσεις του στο Χάρβαρντ, όπου διδάσκει πολιτική φιλοσοφία εδώ και 30 χρόνια, παρατηρείται το αδιαχώρητο. Μάλιστα, το μάθημά του με θέμα «Δικαιοσύνη» έχει αναρτηθεί στο Διαδίκτυο και οι επισκέπτες του ανέρχονται σε εκατομμύρια. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε πέρυσι η μελέτη του Δικαιοσύνη. Τι είναι το σωστό; (μετάφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιόλης, εκδ. Πόλις), που έκανε μέσα σε λίγους μήνες τρεις εκδόσεις, κάτι όχι πολύ συνηθισμένο για θεωρητικά βιβλία. Πρόσφατα ο Σαντέλ έκανε μια παγκόσμια περιοδεία-μαμούθ για την προώθηση του νέου βιβλίου του, στη διάρκεια της οποίας έδωσε διαλέξεις και συνεντεύξεις και προσείλκυσε την προσοχή των ΜΜΕ.

 Στην Ελλάδα της κρίσης, με τις αχαλίνωτες ιδιωτικοποιήσεις προ των πυλών, με τα δημόσια νοσοκομεία και σχολεία σε κατάσταση διάλυσης, η σκέψη του Σαντέλ μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς μας υπενθυμίζει αφενός την έννοια της «κοινής» δημόσιας σφαίρας και αφετέρου της «κόκκινης γραμμής» για τα αγαθά και τις αξίες που θα έπρεπε να βρίσκονται έξω από τον έλεγχο της αγοράς.


Τυνησία: Μία μετάβαση μακρά, δύσκολη και βασανιστική.

3 Ιουλίου, 2012


 Της Annamaria Rivera *

Τη νύχτα μεταξύ 15 και 16 του περασμένου Ιουνίου,o  Karim Alimi, ένας νεαρός Τυνήσιος μπλόγκερ, αγωνιώντας -όπως ισχυρίζονται ορισμένοι- για την μοίρα  της μετάβασης  στη χώρα του , αυτοκτόνησε . Ήταν μία από τις φωνές της επανάστασης της 14ης Ιανουαρίου ,που εναντιώθηκαν στο καθεστώς. Ωστόσο, περιέργως η αυτοκτονία του, αν και τόσο συμβολική, είχε χλιαρές αντιδράσεις  , λίγα  σχόλια και μηδαμινή αλληλεγγύη , ακόμη και από τους μπλόγκερς, που είναι τόσο καταξιωμένοι στην Τυνησία και πολύ περισσότερο στη Δύση. Δεν μίλησε ούτε καν,η Lina Ben Mhenni, , η συλλέκτρια βραβείων -ένα εκ των οποίων παρέλαβε από τα χέρια του   Gianni Alemanno* αν λέει κάτι αυτό, -και υποψήφια  για το βραβείο Νόμπελ για την Ειρήνη: η τέλεια, δηλαδή,προβολή της Δυτικής αφήγησης  για την  » Επανάσταση των Γιασεμιών «, η οποία εξαφάνισε  τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της λαϊκής εξέγερσης που ανέτρεψαν το καθεστώς, δηλαδή τους νεαρούς  προλετάριους και τους λούμπεν του περιθωρίου της «βαθιάς», Τυνησίας , εκείνης  των παράκτιων περιοχών και των μητροπολιτικών συνοικιών των απόκληρων.

Η αυτοκτονία του Alimi συνέβη στο αποκορύφωμα του κύματος των ταραχών, της βίας στους δρόμους, των επιθέσεων και των εμπρησμών σε κρατικά ιδρύματα ,και  στις έδρες των συνδικάτων και των προοδευτικών κομμάτων  , που διαπράχθηκαν  από συμμορίες Σαλαφιστών και μικροεγκληματίες που λέγεται ότι ενθάρρυναν ή ενορχήστρωσαν , από το παρασκήνιο, κάποιοι από  τους ηγέτες  του παλαιού καθεστώτος,το οποίο  ασκεί ακόμη μεγάλη επιρροή. Το  πρώην ενιαίο κόμμα, ο Συνταγματικός Δημοκρατικός Συναγερμός (RCD), εξακολουθεί να είναι  βαθιά ριζωμένο στα δίκτυα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, στο χρηματοπιστωτικό  σύστημα, στα κρατικά όργανα ασφαλείας.Η  βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων, οι μυστικές φυλακές, τα βασανιστήρια των κρατουμένων και των φυλακισμένων συνεχίζονται σαν να μη συνέβη τίποτε .Την ίδια περίοδο, ο Beji Caid Essebsi,ο πρώην υπουργός Εσωτερικών  του Μπεν Αλι και πρώην επικεφαλής μιας εκ των προσωρινών- μετά την επανάσταση- κυβερνήσεων, κάνει  μεγάλη προσπάθεια για να ανασυντάξει ένα νέο κόμμα ,με στελέχη   του έκπτωτου καθεστώτος.

Αν τo έναυσμα αποτέλεσαν οι ταραχές με την ταινία ΄΄Περσέπολις’’, η πολιορκία στο Πανεπιστήμιο της Manouba στην Τύνιδα, η λεηλασία του κινηματογράφου Afric’Art, οι επιθέσεις εναντίον  καλλιτεχνών και δημοσιογράφων (για να αναφέρουμε μόνο μερικά γεγονότα, μεταξύ πολλών άλλων),  ο νέος κύκλος της βίας, με την  υπερ-ισλαμιστική σφραγίδα  και με την αντεπαναστατική διάθεση , εγκαινιάστηκε τη νύχτα μεταξύ 10 και 11 Ιουνίου με την καταστροφή κάποιων  έργων τέχνης που εκτίθεντο στο Μέγαρο τέχνης Εl Ebdellia, στη Marsa, κοντά στην Τύνιδα  και τα οποία οι Σαλαφιστές  θεώρησαν βλάσφημα. Αντί να καταδικάσουν την αποτρόπαιη πράξη, οι Υπουργοί Εσωτερικών και Θρησκευμάτων – και οι δύο μέλη του  Ennhada, του ισλαμικού κόμματος που ηγείται  της μεταβατικής κυβέρνησης, με επικεφαλής τον Hamadi Jebali-επικύρωσαν την απόφαση της βλασφημίας. Ακόμα και ο Υπουργός Πολιτισμού, ο ανεξάρτητος και πολύ κοσμικός Mehdi Mabrouk, κοινωνιολόγος επί του μεταναστευτικού,που στο παρελθόν είχε πρωτοπόρες θέσεις, έσπευσε  να διατάξει το κλείσιμο της έκθεσης και του μεγάρου  και να καταγγείλει τους καλλιτέχνες και τους διοργανωτές, επίσης για βλασφημία. Το περιστατικό χρησιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση για να προβεί σε περαιτέρω καταστολή και να αυξήσει την προπαγάνδα ενάντια στους εχθρούς του Ισλάμ και τους  »αριστερούς  και δεξιούς  εξτρεμιστές.»

Ορίσαμε ως συμβολική την αυτοκτονία του Alimi. Στην πραγματικότητα, η επανάσταση όπως και η αντεπανάσταση, εκδηλώνονται με μια πράξη αυτοκτονίας. Η διαδικασία που θα οδηγήσει  στο τέλος του καθεστώτος του Μπεν Αλι επιταχύνθηκε, όπως είναι γνωστό, μετά την δημόσια αυτο-θυσία του Mohamed Bouazizi που αυτοπυρπολήθηκε- μια αυτοκτονία ανάμεσα σε τόσες ,πριν και μετά την 14η Ιανουαρίου, αλλά και σήμερα- που αποτέλεσε τη θρυαλλίδα. Αντίστοιχα, η αντεπανάσταση, η οποία δεν έπαψε ποτέ να υπονομεύει τη λεγόμενη μετάβαση εκδηλώνεται με πολύ έντονο τρόπο,   με την αυτοκτονία του μπλόγκερ.

Απειλή δεν αποτελεί μόνο ο φανατισμός του κόμματος  Ennhada ,η βία των Σαλαφιστών ή τα δίκτυα χωρών του εξωτερικού που , κοιτάζοντας  με στραβό μάτι  τη δημοκρατική μετάβαση, στηρίζουν με τη δύναμη  των πετροδολαρίων τους ιεροκήρυκες του Ουαχάμπι. Πάνω απ ‘όλα είναι η κυβερνητική ,και όχι μόνο, ανοησία, σε ο,τι αφορά στην επίλυση των σοβαρότατων οικονομικών και κοινωνικών  προβλημάτων  της χώρας, κατά κύριο λόγο της ανεργίας που καλπάζει, της δραματικής ανασφάλειας και των ουσιαστικών   περιφερειακών ανισοτήτων. Η ίδια  η πολιτική και κοινωνική αντιπολίτευση, που συχνά παγιδεύεται σε μάταιες συζητήσεις για την  αραβο-μουσουλμανική ταυτότητα της Τυνησίας, δεν μπορεί, με ελάχιστες  εξαιρέσεις, να οργανώσει ορθολογικά τις ανάγκες, τις απαιτήσεις και τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Και ούτε μπορεί να διεξάγει μια συνεπή μάχη όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα  , για τα οποία έχει γίνει τόση συζήτηση, την ελευθερία έκφρασης ,κλπ.