Από το βιβλίο του Βασίλη Λιόση-»Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση»(κεφ.Δ10.α- κεφ.Δ10β.)

 Το βιβλίο του Βασίλη Λιόση ‘’Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση ‘’,που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΚΨΜ , ανοίγει μια συζήτηση και θέτει ερωτήματα που έρχονται ξανά στην επιφάνεια στο φόντο της καπιταλιστικής κρίσης.

 Ποιο είναι το περιεχόμενο της έννοιας του ιμπεριαλισμού και της εξάρτησης; Πώς αντιμετωπίστηκαν αυτές οι έννοιες από τους κλασικούς του μαρξισμού; Πώς επηρεάζει η νοηματοδότηση αυτών των εννοιών την τακτική και τη στρατηγική του επαναστατικού κινήματος;

Πώς το εθνικό συνδέεται με το διεθνικό, το εθνικό με το ταξικό, η μεταρρύθμιση με την επανάσταση; Πώς προσδιορίζεται η έννοια του πατριωτισμού στη σύγχρονη εποχή και τι περιεχόμενο πρέπει να έχει η συγκρότηση ενός κοινωνικού και πολιτικού Μετώπου στη σημερινή δύσκολη, για το λαό, κατάσταση; Ερωτήματα σαν τα παραπάνω είναι κρίσιμα για τη σημερινή συγκυρία.

Οι θεωρητικές διαμάχες δεν αποτελούν ακαδημαϊκό ζήτημα μόνο για ειδήμονες. Οι ιδέες μπορούν και πρέπει να μετατρέπονται σε υλική δύναμη και από αυτήν την άποψη, η κατανόηση, η απόρριψη ή η υιοθέτησή τους είναι μείζονος σημασίας για την πορεία του συνδικαλιστικού, του εργατικού, του νεολαιίστικου και του λαϊκού κινήματος.

 

Για να συμβάλουμε  στη συζήτηση και να προσεγγίσουμε τη σκέψη του Βασίλη Λιόση ,δημοσιεύουμε σήμερα δύο υποκεφάλαια, από το Τέταρτο Κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο: Πώς εκφράστηκε και εκφράζεται η εξάρτηση στην Ελλάδα

 Κεφάλαιο Δ10α.

Η στρατηγική του γερμανικού ιμπεριαλισμού όπως αυτή χαράχθηκε από το 19ο αιώνα

 Ηγεμονικό ρόλο στην εξαγωγή της κρίσης στους ασθενέστερους καπιταλιστικούς κρίκους για την Ευρώπη, παίζει το γερμανικό κεφάλαιο στο οποίο και θα επικεντρώσουμε. Πρώτα από όλα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το γερμανικό κεφάλαιο τα τελευταία εκατόν είκοσι, περίπου, χρόνια έχει ως στρατηγική επιδίωξη την κυριαρχία του, τουλάχιστον στην Ευρώπη. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια βιολογική προδιάθεση της γερμανικής φυλής, λογική που συχνά χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει αυτήν τη στρατηγική, αλλά στη δύναμη του γερμανικού κεφαλαίου καθώς και σε άλλους ιστορικούς παράγοντες.

Το 1879 ο Φρίντριχ Φάμπρι (θεωρητικός της γερμανικής αποικιοκρατίας) διαπιστώνει ότι η ραγδαία πληθυσμιακή αύξηση στη Γερμανία προκαλεί κοινωνική κρίση και καθιστά αδήριτη την ανάγκη για μια αποικιακή πολιτική. Αυτή η τελευταία είναι παράγοντας εθνικής συσπείρωσης. Πέρα, όμως, από το ιδεολογικό στοιχείο που θέτει ο Φάμπρι, δεν κρύβει ότι τα ελατήρια που ωθούν στην αποικιακή πολιτική έχουν υλική βάση: «[…] Όταν ένα κράτος κατέχει δικές του αποικίες, τα προϊόντα που εισάγονται απ’ αυτές στην μητρόπολη ή στο παγκόσμιο εμπόριο, καταλογίζονται στο ενεργητικό του οικονομικού ισοζυγίου του, ενώ εκείνα τα προϊόντα, που προέρχονται από τις ξένες αποικίες, είναι καταχωρητέα στο παθητικό του. κι όταν οι μετανάστες κατευθύνονται στις αποικίες του κράτους τους, τότε το κράτος διατηρεί το πιο πολύτιμο εθνικό δυναμικό, που σε αντίθετη περίπτωση θα διαγραφόταν από το οικονομικό ισοζύγιο και θα μεταφερόταν ως κέρδος στον λογαριασμό ενός άλλου κράτους. Εκτός αυτού, ένα κράτος με αποικίες προάγει τη δική του παραγωγή, το δικό του εμπόριο και ναυσιπλοΐα, διότι από τις συναλλαγές με τις αποικίες αποκτάται, όπως είναι φυσικό, ένα σημαντικό ανταγωνιστικό προβάδισμα έναντι των άλλων κρατών […]»[1]. Πέντε χρόνια αργότερα, ο καγκελάριος Μπίσμαρκ ακολουθεί μια παρόμοια λογική[2].

Το 1887 ο Heinrich von Treitschke (Γερμανός εθνικιστής ιστορικός και πολιτικός συγγραφέας κατά τη διάρκεια της γερμανικής αυτοκρατορίας) έλεγε: «όλα τα μεγάλα έθνη […] επιθυμούν να αφήσουν το στίγμα τους στα βάρβαρα εδάφη […[ όσοι δε συμμετέχουν σε τούτη την κούρσα θα παίξουν ένα αξιοθρήνητο ρόλο στο μέλλον. Ο αποικισμός έγινε ένα ζωτικής σημασίας θέμα για τα μεγάλα έθνη»[3].

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Γερμανός γεωγράφος Φρίντριχ Ράτζελ εισάγει τη φράση «ζωτικός χώρος» και τη «θεωρία της σύγκρουσης για το χώρο»[4].

Αποκαλυπτική είναι η ομιλία του Γερμανού υπουργού αποικιών το 1907, αναφορικά με τους στόχους της γερμανικής αποικιακής πολιτικής: «Το ανθρώπινο και κεφαλαιακό πλεόνασμα διοχετεύτηκε κατά βάση στη γερμανική βιομηχανία. Τούτη η γερμανική βιομηχανία για να μπορέσει να συντηρηθεί έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ να προμηθεύει από τη μια ξένες ή υπερπόντιες περιοχές και πάντως όχι γερμανικές και από την άλλη, για να εξασφαλίζει υλικά παραγωγής. Επιπλέον, έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ να προμηθεύεται πρώτες ύλες και να ικανοποιεί τις επισιτιστικές ανάγκες της από μη γερμανικές περιοχές»[5].

Κατόπιν αυτής της διαπίστωσης χαράζεται και η στρατηγική της γερμανικής αποικιακής πολιτικής που συμπυκνώνεται σε τέσσερις άξονες: 1) τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας εντός Γερμανίας και την εξασφάλιση καλύτερων όρων διαβίωσης για την εργατική τάξη (σ.σ. όχι από ουμανιστικά κίνητρα, αλλά προς αποσόβηση κοινωνικών εκρήξεων και γενικά για την ανάπτυξη του γερμανικού καπιταλισμού), 2) τη σωστή διοίκηση των αποικιών προκειμένου να εξασφαλίζονται οι πρώτες ύλες, 3) τη δυνατότητα διαμόρφωσης των τιμών των πρώτων υλών στην παγκόσμια αγορά από το γερμανικό καπιταλισμό και 4) την ενίσχυση του ισοζυγίου πληρωμών που θα επέφερε τη νομισματική σταθερότητα[6].

Το 1910 ένας εκ των προβεβλημένων εκπροσώπων του φιλελεύθερου ιμπεριαλισμού, ο Φρίντριχ Νόιμαν δήλωνε: «Ναι, ακόμα κι αν εμείς οι Γερμανοί δεν θέλαμε να εφαρμόσουμε την λογική της πολιτικής ισχύος, ακόμα κι αν μπορούσαμε να αποφασίσουμε ελεύθερα για περισσότερη πολιτική μετριοπάθεια, εν τούτοις η σταθερή αύξηση του πληθυσμού μας θα ήταν εκείνη που θα μας ωθούσε προς τα μπρος […]

»Χρειαζόμαστε γη, οπουδήποτε στην υφήλιο, η οποία θα οργώνεται για να παραχθεί το ένα τρίτο τουλάχιστον του ψωμιού μας με τον ιδρώτα κάποιων ανθρώπων, χρειαζόμαστε εδάφη στους Τροπικούς, όπου θα καλλιεργούνται για μας καφές, ρύζι και βαμβάκι και θα ευδοκιμούν εσπεριδοειδή. Χρειαζόμαστε ξένες στέπες, όπου θα παράγεται για μας μαλλί και δέρμα. Το ζήτημα αυτό έχει πάψει προ πολλού να είναι εμπορικό κι έχει γίνει το μεγάλο ζωτικό ζήτημα του έθνους, διότι χωρίς μια σχεδόν μυθώδη αύξηση της ποσότητας των αγαθών δεν μπορεί επ’ ουδενί να υπάρξει πρόοδος»[7].

Το 1912 ο Φρίντριχ Βον Μπερναρντί (Πρώσος στρατηγός και ιστορικός της ιστορίας του πολέμου) θέτει το θέμα ως εξής: «Απέναντι στις αγγλικές και γαλλικές αξιώσεις, όπως αυτές έρχονται ξεκάθαρα στο φως και κρίνονται τόσο περισσότερο άξιες προσοχής, όσο τα δυο κράτη έχουν ομονοήσει πολιτικά, ο γερμανικός λαός δικαιούται απόλυτα, από τη σκοπιά της πολιτισμικής του σπουδαιότητας, όχι μόνο να διεκδικεί μια θέση στον ήλιο […] αλλά να επιδιώκει πλήρες μερίδιο στην κυριάρχηση της γης πολύ πέρα από τα σημερινά όρια της σφαίρας επιρροής του. Αυτό το στόχο όμως μόνο τότε θα μπορέσουμε να τον πραγματοποιήσουμε, αν επιτύχουμε πρώτα να κατοχυρώσουμε τη θέση ισχύος μας στην Ευρώπη με τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση […]

»Μια παρόμοια επέκταση της ισχύος μας, ανάλογη της σπουδαιότητάς μας, δεν είναι καθόλου μόνο μια απαίτηση. Πολύ σύντομα θα έλθει στην επιφάνεια ως πολιτική αναγκαιότητα»[8].

Όταν στις 9 Σεπτεμβρίου του 1914 μαινόταν η μάχη του Μάρνη και οι Γερμανοί ήλπιζαν να εισβάλλουν στο Παρίσι, ο καγκελάριος Θέομπλοντ Μπέτμαν Χόλβεγκ παρουσίαζε στον Κάιζερ ένα έγγραφο το οποίο περιέγραφε το σκοπό του πολέμου: «Η διασφάλιση του γερμανικού ράιχ από τη Δύση και την Ανατολή για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Για το σκοπό αυτό, η Γαλλία πρέπει να αποδυναμωθεί σε βαθμό που να μην μπορεί να διεκδικήσει ξανά ρόλο μεγάλης δύναμης, η Ρωσία πρέπει κατά το μέγιστο δυνατό να απωθηθεί από τα γερμανικά σύνορα και να σπάσει η επικυριαρχία της πάνω στους λαούς που ζουν υπό φεουδαρχικά καθεστώτα. Είναι απαραίτητο να επιτευχθεί ένας κεντρικός ευρωπαϊκός οικονομικός συνασπισμός μέσω κοινών τελωνειακών συμφωνιών μεταξύ Γαλλίας, Βελγίου, Ολλανδίας, Δανίας, Αυστροουγγαρίας, Πολωνίας και πιθανώς Ιταλίας, Σουηδίας και Νορβηγίας. Ο συνασπισμός αυτός, παρά την έλλειψη κοινής συνταγματικής υπερδομής και των ακραίων ανισοτήτων των μελών του, μπορεί να τεθεί υπό γερμανική κυριαρχία και να λειτουργήσει σταθεροποιητικά για μια γερμανική οικονομική παντοκρατορία πάνω από την Κεντρική Ευρώπη»[9].

Ένα χρόνο αργότερα σε ένα επίσης αποκαλυπτικό κείμενο γράφεται: «Θεωρώ ότι έχω δείξει πώς είναι ο πρωτοπόρος της ιδέας της Μεσευρώπης. Δουλειά μας είναι να συνεχίσουμε το έργο του. Σκοπός ήταν να οργανωθεί η περιοχή αυτή στη βάση της συνεργασίας Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας, οδηγώντας στη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους (Groistaat) με πολλές εθνικότητες: Και πάνω από όλα, πάνω από τους Γερμανούς, Γάλλους, Δανούς, Πολωνούς πολίτες του Γερμανικού Ράιχ, πάνω από τους Ούγγρους, Γερμανούς, Ρουμάνους, Σλοβάκους, Κροάτες και Σέρβους, πολίτες της ουγγρικής αυτοκρατορίας. πάνω από τους Γερμανούς, Τσέχους, Σλοβάκους, Πολωνούς και Γιουγκοσλάβους της αυστριακής αυτοκρατορίας, οραματιζόμαστε για άλλη μια φορά την ιδέα της Μεσευρώπης. Αυτή η Μεσευρώπη θα είναι γερμανική στον πυρήνα της και θα χρησιμοποιεί φυσικά τη γερμανική γλώσσα, επιτρέποντας την αμοιβαία κατανόηση […]»[10].

Κατά τη δεκαετία του 1930 η Γερμανία ακολούθησε από τη μία, ένα αυστηρό οικονομικό πρόγραμμα περιορισμού της εγχώριας κατανάλωσης και συμπίεσης του εργατικού εισοδήματος και από την άλλη, αυξημένων εξαγωγών προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη καθώς και τη Λ. Αμερική και συσσώρευσης εισοδήματος στα κρατικά ταμεία. Το πλεόνασμα προοριζόταν για την πολεμική βιομηχανία[11].

Στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η λογική αυτή όχι μόνο συνεχίστηκε, αλλά εκφράσθηκε με νέο τρόπο μέσα από την ιδεολογία του ναζισμού. Η επιδίωξη κυριαρχίας του γερμανικού κεφαλαίου διατυπώθηκε μέσω του σχήματος του ζωτικού χώρου με τα γνωστά αποτελέσματα. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός ως ηττημένος, του οποίου η ήττα κατοχυρώθηκε με σκληρό για αυτόν τρόπο μέσω της συνθήκης των Βερσαλλιών[12], επιδίωκε να επανέλθει στο ιστορικό προσκήνιο και να διεκδικήσει το νέο του ρόλο. Οραματιζόταν μια τεράστια αυτοκρατορία στην οποία θα υπήρχε έλεγχος των λαών, των αγορών και των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Άλλωστε, αυτός ήταν και ο λόγος που τα γερμανικά μονοπώλια στήριξαν ποικιλοτρόπως το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα και το Χίτλερ, ενώ από την άλλη καταδίωξαν κι εξόντωσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο ίδιος ο φασισμός και ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος δεν ήταν απότοκα της «ψυχοπάθειας» του Χίτλερ, όπως συχνά διατείνονται αστοί ιστοριογράφοι και δημοσιολόγοι, αλλά αποτέλεσμα της επιδίωξης του γερμανικού ιμπεριαλισμού να επανακτήσει χαμένα εδάφη και οικονομική δύναμη που κατείχε πριν και να προχωρήσει σε ακόμη μεγαλύτερη επέκταση.

Ο Χίτλερ προειδοποιούσε πως η ιστορία (βλέπε γερμανικό κεφάλαιο) θα κουρελιάσει την απόφαση που καταδίκαζε τη Γερμανία για τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο: «Οι δικαστές αυτού του κράτους μπορούν με την ησυχία τους να μας καταδικάσουν τώρα για τις πράξεις μας, όμως η ιστορία, λειτουργώντας σα θεά μιας ανώτερης αλήθειας και μιας ανώτερης δικαιοσύνης, μια μέρα θα σχίσει με χαμόγελο αυτή την απόφαση, απαλλάσσοντάς μας από κάθε ενοχή και κατηγορία»[13].

Το 1941, σύμφωνα με μια έκθεση που περιγράφει τις γερμανικές επιδιώξεις για τα νοτιοανατολικά ευρωπαϊκά κράτη, η εκβιομηχάνιση «είναι ασυμβίβαστη με το γεωργικό χαρακτήρα αυτών των χωρών […] [Αυτές οι χώρες] θα πρέπει επίσης να προσαρμόσουν τις οικονομίες τους στις ανάγκες της ηπειρωτικής οικονομίας […] Η αγροτική παραγωγή τους θα πρέπει να κατευθύνεται από τις ανάγκες των άλλων τμημάτων της ηπείρου. τα βασικά προϊόντα θα πρέπει να είναι τα δημητριακά και οι ελιές […] η γεωργική βιομηχανία μπορεί να αναπτυχθεί […] Η παραγωγή των πρώτων υλών θα συμπληρωθεί από την τοπική επεξεργασία τους σε ημικατεργασμένα προϊόντα […] Τελικά, θα αποτρέψουν τη δημιουργία βιομηχανίας που θα μπορούσε να είναι ενοχλητική για τη γερμανική πλευρά»[14].

Η γερμανική κεφαλαιοκρατία σχεδίαζε ένα συγκεκριμένο καταμερισμό για την Ευρώπη: ήθελε η ζώνη της Νοτιανατολικής Ευρώπης να προμηθεύει γεωργικά προϊόντα και πρώτες ύλες, η ζώνη της κατειλημμένης Δυτικής Ευρώπης να είναι συμπληρωματική στη γερμανική οικονομία ως προς τα βιομηχανικά προϊόντα και η ζώνη των πολωνικών και ρωσικών εδαφών να ληστεύεται ανελέητα[15].

Το 1942 κατατίθεται μια μελέτη της οποίας ένας εκ των βασικών συγγραφέων ήταν ο υπουργός οικονομικών και πρόεδρος της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας Βάλτερ Φουνκ. Σκοπός της μελέτης ήταν ένα πρόγραμμα μακρόπνοης ανάπτυξης σε ηπειρωτικό επίπεδο. Στο κείμενο επισημαινόταν η ανάγκη ευρωπαϊκής συνεργασία κι εκτιμούσε ότι «Αυτό απαιτεί συνεχή προσπάθεια κατανόησης των βασικών σκοπών και προσαρμογή σε αυτούς, καθώς και ετοιμότητα υποταγής των ίδιων των συμφερόντων της ευρωπαϊκής κοινότητας. Αυτός είναι ο μεγάλος στόχος που θέτουμε για τα ευρωπαϊκά έθνη […] Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με εθελοντική συνεργασία των ανεξάρτητων κρατών, αποδεχόμενων φυσικά την πολιτική ηγεσία ενός μόνο έθνους»[16].Σε άλλο κείμενο εκτιμάται πως «τα μικρά ευρωπαϊκά έθνη πρέπει να γνωρίζουν ότι ήταν πάντοτε εξαρτώμενα στους γείτονές τους και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξοικειωθούν με αυτή την κατάσταση»[17].

Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός δεν παραιτήθηκε των επιδιώξεών του παρά τις δύο αλλεπάλληλες ήττες του στους δυο παγκόσμιους πολέμους. Όμως, μεταπολεμικά κινήθηκε με διαφορετικό τρόπο. Λίγο πριν και μετά τη διάλυση των σοσιαλιστικών χωρών, η Γερμανία «αρπάζει» την ευκαιρία. Το 1990 ο Χέλμουτ Κολ παρέχει εκατομμύρια ευρώ για την ασθμαίνουσα σοβιετική οικονομία, προκειμένου η Σοβιετική Ένωση να παραιτηθεί από τα «δικαιώματά» της στην Ανατολική Γερμανία και να επιτρέψει την επανένωση των δύο Γερμανιών. Η επανένωση κατέστησε τη Γερμανία την πολυπληθέστερη ευρωπαϊκή χώρα με μια μεγάλη εσωτερική αγορά, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, βαριά βιομηχανία και μεγάλες εξαγωγικές δυνατότητες[18].

ΚεφάλαιοΔ10β.

Οι σημερινές επιδιώξεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού

Πράγματι η Γερμανία δεν παραιτήθηκε ποτέ των σκοπών της. Σήμερα επανέρχεται με παραλλαγή των παλιών δογμάτων της, ωστόσο η ουσία είναι ίδια: ο γερμανικός ιμπεριαλισμός επιδιώκει την κυριαρχία του με την υποταγή των ασθενέστερων καπιταλιστικών κρατών. Με την ένταση της εξάρτησής τους και την πλήρη υποταγή τους. O γνωστός Γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ, παρά το γεγονός ότι διατυπώνει θέσεις που επιδέχονται κριτική, με τον τρόπο του καταγράφει ορισμένες αλήθειες: «Ο υπ’ αριθμόν 1 νόμος της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας του ρίσκου είναι: Μην αφήσεις ποτέ ανεκμετάλλευτο έναν παγκόσμιο κίνδυνο, αποτελεί πάντοτε μια ευκαιρία για προσωπικό όφελος […] Ο στόχος (σ.σ. της Μέρκελ) είναι η υποταγή της ευρωπαϊκής οικονομίας στους κανόνες της δημοσιονομικής σταθερότητας που ίσχυαν στη Γερμανία την εποχή του μάρκου και η κατάλυση της ευρωπαϊκής συνοχής: Τα κράτη-μέλη της Κοινότητας αποξενώνονται τεχνηέντως και υποχρεούνται να λύνουν από μόνα τους τα προβλήματά τους»[19].

Σε στρατιωτικό επίπεδο το 1999 μπορεί να θεωρηθεί χρονιά ορόσημο για το σύγχρονο γερμανικό ιμπεριαλισμό, αφού πρόκειται για τη χρονιά που η Γερμανία στέλνει στρατεύματα στο Κόσσοβο. Παράλληλα, το γερμανικό δόγμα της επιβολής εκφράστηκε ανάμεσα σε άλλα και με την καθιέρωση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Ο Martin Wolf (Γερμανός καθηγητής του πανεπιστημίου του Μονάχου και διευθυντής του Ifo Institute, Hans–Werner Sinn) σημείωσε σε ένα αποκαλυπτικό άρθρο του ότι το ευρώ σχεδιάστηκε, βασικά από τη γερμανική οικονομική ελίτ, με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Η άποψη αυτή ενισχύεται από ένα αντικειμενικό γεγονός: η οικονομία της Γερμανίας εξαρτάται σε μεγαλύτερο βαθμό από την οικονομία της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, από τις εξαγωγές της, όπως δείχνει το γεγονός ότι το 47% της συνολικής ζήτησής της προέρχεται από τις εξαγωγές, σε αντίθεση με τις άλλες προαναφερόμενες οικονομίες για τις οποίες το αντίστοιχο νούμερο είναι της τάξης του 28%. Στην περίοδο, μάλιστα, 2000-2008 τα 2/3 της γερμανικής ανάπτυξης, οφείλονταν στην αύξηση των εξαγωγών της. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι, κατά συνέπεια, η γερμανική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ξένες αγορές και από την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της. Ο ίδιος καθηγητής συμπέρανε επίσης ότι «Η Γερμανία ήταν (και είναι) ο μεγάλος ευεργετούμενος από την ύπαρξη της ευρωζώνης. Είναι, επομένως, προς όφελος των γερμανικών συμφερόντων να σπρώξουν (την Ευρώπη) προς ένα μέλλον όπου η Ευρωζώνη επιβιώνει και οι περιφερειακές χώρες προσαρμόζονται επιτυχώς […]. Η Γερμανία έχει πελώρια πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα να εξασφαλίσει την ομαλή λειτουργία της ευρωζώνης»[20].

Η κυριαρχία της γερμανικής οικονομίας είναι αναμφισβήτητη και αντικαθρεπτίζεται στο εμπορικό ισοζύγιο. Ο Πίνακας 14 είναι απόδειξη αυτού του ισχυρισμού.

Πίνακας 14[21]

Εμπόριο: χώρες της ζώνης του ευρώ

Ιανουάριος-Νοέμβριος 2010       Εμπορικό ισοζύγιο

(σε δις ευρώ)                       Εμπόριο εντός Ε.Ε. Παγκόσμιο εμπόριο

Αυστρία                                                  -9,72                           -4,27

Βέλγιο                                                     20,64                          16,64

Γαλλία                                                  -65,12                        -57,48

Γερμανία                                               61,84                       140,38

Ελλάδα                                                 -13,14                        -21,00

Εσθονία                                                  -1,27                           -0,52

Ιρλανδία                                                29,59                          40,44

Ισπανία                                                   -8,06                        -44,74

Ιταλία                                                      -5,69                        -24,59

Κύπρος                                                    -3,26                           -4,71

Λουξεμβούργο                                     -2,16                           -3,06

Μάλτα                                                     -1,12                           -1,18

Ολλανδία                                            136,66                          38,33

Πορτογαλία                                       -13,59                        -18,02

Σλοβακία                                                 5,16                           -0,43

Σλοβενία                                                  0,55                           -0,31

Φινλανδία                                             -3,61                             0,92

 ……………………………..

Πηγή: Eurostat

 

Ο πίνακας δείχνει ότι από τις 17 χώρες του ευρώ θετικό ισοζύγιο έχουν μόνο έξι: Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ιρλανδία, Σλοβακία και Φινλανδία. Η Γερμανία, ωστόσο, έχει σαφή υπεροχή έναντι όλων των ανταγωνιστών της. Να σημειώσουμε δε ότι η Ιρλανδία βρίσκεται στην «προνομιακή» εξάδα λόγω του χαμηλού συντελεστή φορολόγησης που ελκύει ένα πλήθος ξένων μονοπωλίων εντός του εδάφους της[22].

Η εικόνα δεν άλλαξε το 2011. Την ώρα που η κρίση χτυπά σκληρά τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας αυξήθηκε σε σχέση με το 2010, χάρη στην αύξηση των εξαγωγών κατά 11,4%. Ομοίως, το πλεόνασμα των τρεχουσών συναλλαγών[23] διαμορφώθηκε σε 19,3 δις ευρώ (Φεβρουάριος 2012) από 14,7 δις (Νοέμβριος 2011)[24].

Η θέσπιση του ευρώ ως επιλογή του γερμανικού κεφαλαίου είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Σε κείμενο που παρουσιάζει την παρέμβαση του Γερμανού βουλευτή Μίκαελ Σλεχτ αναφέρεται πως «Η κρίση του ευρώ οφείλεται στο γερμανικό μισθολογικό ντάμπινγκ, το οποίο καθιστά τα γερμανικά αγαθά φτηνότερα, αυξάνοντας τον τζίρο στο εξωτερικό. Έτσι, η Γερμανία καταγράφει από το 2000 πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που υπερβαίνει το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ. Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ελλάδα συσσώρευσαν στο ίδιο διάστημα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που ανέρχονται συνολικά σε ένα τρισεκατομμύριο ευρώ.

»Τις ανισορροπίες στην ευρωζώνη απέδωσε στον υπερβολικά βραδύ –συγκριτικά με την παραγωγικότητά της– ρυθμό ανάπτυξης των μισθών στη Γερμανία. Ο ρυθμός αυτός εκφράζεται από το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, το οποίο στη Γερμανία έχει αυξηθεί μόλις κατά 6% και στην υπόλοιπη Ευρώπη έκτοτε κατά 27%. Έτσι, η σχετική ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας ως προς τις άλλες χώρες της ευρωζώνης αυξανόταν σταθερά, χωρίς οι τελευταίες να μπορούν να αντιδράσουν με υποτίμηση των νομισμάτων τους.

»Γι’ αυτό, όπως υποστήριξε, η πραγματική λύση θα υπάρξει μόνο με τον τερματισμό του γερμανικού ντάμπινγκ στους μισθούς. Διαφορετικά, το ευρώ βαίνει προς τον όλεθρο. Χωρίς το ευρώ, η Γερμανία θα ανατιμούσε το νέο της νόμισμα κατά 40% περίπου, εξανεμίζοντας την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής εξαγωγικής οικονομίας.

»Μιλώντας για το ελλειμματικό ελληνικό εξωτερικό εμπόριο είπε ότι με την εισαγωγή του ευρώ το 1999, το κοινοτικό νόμισμα διασφάλισε στις ελληνικές επιχειρήσεις ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης και η Ελλάδα λειτουργούσε ως εφαλτήριο για τις δυτικοευρωπαϊκές επιχειρήσεις στις αγορές της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ανάμεσα στο 2000 και το 2007, η ελληνική οικονομία σημείωσε κατά μέσο όρο πραγματική ανάπτυξη της τάξης του 4,3%.

»Το 2009, ένα χρόνο μετά την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κατάρρευσης της Lehman Brothers, η ελληνική οικονομία είχε ωστόσο αρχίσει να συρρικνώνεται. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 37 δις και το ποσοστό του δημόσιου χρέους προς τις οικονομικές επιδόσεις αυξήθηκε από 110% στα 127%. Η ελληνική οικονομία στο σύνολό της χρεώθηκε ιδιαίτερα έναντι του εξωτερικού, γεγονός που γίνεται ορατό στα ελλείμματα των ελληνικών ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία μέσα στην ευρωζώνη κατέγραφαν σε τακτική βάση αρνητικά ρεκόρ ως προς τις οικονομικές επιδόσεις […]

»Ο βουλευτής του Die Linke συμπεραίνει ότι το γερμανικό ντάμπινγκ των μισθών επηρεάζει έμμεσα την ανταγωνιστικότητα των άλλων μελών της ευρωζώνης. Το γερμανικό πλεόνασμα εμπορικών συναλλαγών αυξάνει τη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων και κυρίως έναντι του δολαρίου. Διά μέσου αυτής της οδού το γερμανικό ντάμπινγκ στους μισθούς επιδρά εμμέσως αρνητικά και επί της ελληνικής ανταγωνιστικότητας.

»Ενδεικτικά ανέφερε ότι στο διάστημα 2000-2008, το γερμανικό πλεόνασμα από τις εξαγωγές προς τις χώρες εκτός ευρωζώνης αυξήθηκε μεγαλοπρεπώς κατά 265%. Το μεγαλύτερο τμήμα της εμπορίας αγαθών εκτός ευρωζώνης συνεχίζει να διεκπεραιώνεται σε δολάρια. Τα πλεονάσματα οδηγούν σε άνοδο της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ-δολαρίου, διότι οι γερμανικές επιχειρήσεις μετατρέπουν τα δολαριακά έσοδα, προερχόμενα από τις εξαγωγές, σε ευρώ […]

»Θυμίζοντας ότι λίγο μετά την εισαγωγή του ευρώ, το 2000, το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού ελλείμματος στο ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών οφειλόταν ακόμη στο εμπόριο με την Ιταλία. Στα αμέσως επόμενα χρόνια, το ελληνικό έλλειμμα σημείωσε τόση αύξηση στις εμπορικές σχέσεις με τη Γερμανία όσο με καμιά άλλη χώρα. Στο διάστημα από το 2000 έως το 2008, αυξήθηκε κατά 2,1 δις ευρώ, με επακόλουθο το 2008, το εμπόριο με τη Γερμανία να ευθύνεται για το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού ελλείμματος εμπορικών συναλλαγών»[25].

Στο παρακάτω γράφημα φαίνεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση το πώς επωφελήθηκε η Γερμανία από τη θέσπιση του ευρώ.

Τις ίδιες εκτιμήσεις –με όσες ήδη αναφέραμε παραπάνω– έχουν και επιφανείς αστοί πολιτικοί. Έτσι, κατά το Μέιτζορ «εντός της Ευρωζώνης Γαλλία και Γερμανία έχουν μεγαλύτερη κυριαρχία στο ευρώ από ό,τι οι μικρότερες χώρες […]»[26].

Η παραπάνω διαπίστωση δεν έμεινε στο επίπεδο της θεωρίας, αφού «η ελληνική κρίση από τη στιγμή που ξέσπασε, συντέλεσε στην ανάπτυξη της Ευρώπης, και κυρίως της Γερμανίας, αλλά και στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ΗΠΑ και της Ασίας. Η Ευρώπη “αναστήθηκε” από την πτώση του ευρώ, ενώ οι ΗΠΑ και η Ασία πέτυχαν την ανατίμηση των νομισμάτων τους που χρειάζονταν στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα»[27].

Ας δούμε, όμως, τον τρόπο με τον οποίο δεξαμενές σκέψης εκ Γερμανίας χαράζουν την πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου όπως αυτή παρουσιάστηκε σε μια ιστοσελίδα: «Το πιο έγκυρο γερμανικό περιοδικό εξωτερικής πολιτικής προβλέπει μια νέα εποχή ιμπεριαλισμού. Ο αγώνας για ενέργεια, πρώτες ύλες και νερό θα κυριαρχήσει στην παγκόσμια πολιτική σκηνή του 21ου αιώνα, δήλωσε ένας πρώην υπεύθυνος του κυβερνώντος χριστιανοδημοκρατικού κόμματος για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής, στο περιοδικό Internationale Politik. Ο εθνικισμός, η αποικιοκρατία και ο ιμπεριαλισμός του 19ου αιώνα επιστρέφουν, γράφει στο άρθρο του. Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη, ο συγγραφέας βλέπει το τέλος της μεταβατικής περιόδου της παγκόσμιας ιστορίας και την αρχή μιας νέας εποχής, η οποία θα φέρει μελλοντικούς πολέμους για την ενέργεια.

»Ο συγγραφέας που είναι βαθύς γνώστης της διεθνούς τάξης πραγμάτων, θεωρεί ότι η Κίνα και οι ΗΠΑ είναι οι κύριοι αντίπαλοι. Κατά συνέπεια η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να κάνει μεγαλύτερες προσπάθειες αν δε θέλει να την εκτοπίσουν από την παγκόσμια πολιτική σκηνή […] Η απαίτηση για πιο επιθετική εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνοδεύεται από εντολές στα κράτη μέλη να την ενισχύσουν […]

»[…] Το άρθρο του Pfluger στο Internationale Politik δημοσιεύεται την περίοδο που το Βερολίνο χρησιμοποιεί την ελληνική κρίση για να διεκδικήσει περαιτέρω ανάμειξη σε βασικά κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Την προηγούμενη Τρίτη ο Γερμανός υπουργός εξωτερικών […] έθεσε μεταξύ άλλων ζήτημα ανάκλησης, αν κριθεί απαραίτητο, του δικαιώματος σύνταξης οικονομικού προϋπολογισμού από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης […]»[28].

Με απίστευτο κυνισμό εκφράστηκε η γερμανική στρατηγική και μέσω του Spiegel σε άρθρο με τίτλο «Όλη η εξουσία στο κέντρο», όπου με τη λέξη κέντρο εννοείται το Βερολίνο. Το άρθρο διαπιστώνει σε πρώτη φάση τον κίνδυνο εκδημοκρατισμού της Ευρώπης, γιατί κάτι τέτοιο, κατά το συντάκτη του, θα δημιουργούσε φυγόκεντρες τάσεις. Η λύση, πάντα κατά το συγκεκριμένο άρθρο, είναι η ενίσχυση των κεντρομόλων κι όχι των φυγόκεντρων δυνάμεων, αλλά κάτι τέτοιο θα επιτευχθεί με ένα κέντρο απόλυτης εξουσίας. Με άλλα λόγια, προτείνεται η συγκέντρωση των εξουσιών στη Γερμανία και η απόλυτη υποταγή σε αυτήν των υπόλοιπων κρατών[29]

Η ηγεμονία του γερμανικού κεφαλαίου στη γηραιά ήπειρο εκφράζεται και με τη συζήτηση που γίνεται σχετικά με την έκδοση του ευρωομολόγου. Πρόκειται για την ιδέα έκδοσης ενός ομολόγου που θα εγγυώνται όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Η ενδεχόμενη εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου ασφαλώς δεν αποτελεί ένα σοσιαλιστικό μέτρο και είναι απολύτως εντός συστήματος. Εντούτοις η Γερμανία αντιδρά σε ένα τέτοιο σενάριο διότι αναγκασμένη ούσα να εγγυηθεί για χώρες όπως η Ελλάδα, δηλαδή για χώρες με χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα, αυτό πιθανώς να έφερνε και τη δική τους πιστοληπτική υποβάθμιση με αποτέλεσμα, ενώ σήμερα δανείζεται με επιτόκια κάτω του 2,5% για δεκαετή ομόλογα, τα επιτόκια αυτά να αυξάνονταν. Ο μόνος λόγος να δεχτεί η Γερμανία να μπει σε μια τέτοια διαδικασία, δηλαδή στην έκδοση ενός ευρωομολόγου, θα ήταν οι παραπέρα εμπράγματες εγγυήσεις που θα δίνονταν από το δανειζόμενο, δηλαδή η εκχώρηση πλήρως της εθνικής κυριαρχίας και σε κάθε περίπτωση ό,τι έχει απομείνει από αυτήν[30]. Όπως εύστοχα διαπιστώνεται «σε αυτό το παιχνίδι η Γερμανία, ως ισχυρότερος παίκτης της Ε.Ε., διεκδικεί μεθοδικά το δικό της ρόλο σε μια Ευρώπη που θα υπακούει στους κανόνες και τα συμφέροντα του Βερολίνου»[31].

Η στρατηγική του γερμανικού ιμπεριαλισμού παρουσιάζει μια εντυπωσιακή εξέλιξη και στο ζήτημα των στρατιωτικών εξοπλισμών κι εν γένει των στρατιωτικών κινήσεων. Συγκεκριμένα: 1) επιδιώκει τη μεγιστοποίηση πωλήσεων στρατιωτικού εξοπλισμού, διεκδικώντας ακόμη καλύτερη θέση στην παγκόσμια κατάταξη, όταν ήδη κατέχει την τρίτη θέση μετά τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, 2) υποχρεώνει χώρες όπως η Ελλάδα σε αγορά πολεμικού υλικού προκειμένου να δώσει δάνεια, 3) ανατρέπει το «ηθικό» δόγμα της μη πώλησης σε αυταρχικά καθεστώτα, πουλώντας πλέον και σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, 4) μερικές από τις πωλήσεις αφορούν σε στρατιωτικά οχήματα που δεν είναι άμεσα για πολεμική σύρραξη, αλλά είναι προσαρμοσμένα για την αντιμετώπιση του εσωτερικού εχθρού, δηλαδή την αντιμετώπιση κοινωνικών εκρήξεων, 5) επιδιώκει την ανάπτυξη γερμανικών στρατευμάτων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, αντιγράφοντας ουσιαστικά τον αμερικανικό καπιταλισμό[32].

Δε θα πρέπει, επιπλέον, να ξεχνάμε ότι ο βαθμός διείσδυσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερος κάθε άλλου ιμπεριαλιστικού ή εν γένει καπιταλιστικού κράτους, κάτι που ξεκάθαρα εκφράζεται από τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ)[33] σε εκατομμύρια ευρώ.

Το παρακάτω ραβδόγραμμα που αφορά στην περίοδο 2003-2010 δεν αφήνει καμία αμφιβολία:

Κλικ για να δείτε το Διάγραμμα

 Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος 2011

 Τέλος, ο γερμανικός ιμπεριαλισμός όλα δείχνουν ότι «κοιτάζει μακριά». Οι τελευταίες του βλέψεις έχουν να κάνουν με τη δημιουργία στην Ελλάδα Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ). Στις αρχές Ιουνίου του 2011 ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Βόλφανγκ Σόιμπλε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Die Zeit», φρόντισε να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα, αναφερόμενος στην εξαγωγή της ηλιακής ενέργειας από την Ελλάδα και χαρακτηρίζοντάς το ως περιζήτητο πλεονέκτημα. Η αναφορά αυτή δεν έγινε τυχαία. Από τη μία η Γερμανία θεώρησε ότι το ενδεχόμενο για ένα αντίστοιχο πρόγραμμα σε χώρες της Βόρειας Αφρικής είναι κοστοβόρο αλλά και επικίνδυνο λόγω της πολιτικής αστάθειας σε αυτές τις χώρες. Από την άλλη, το γερμανικό επιτελείο ξέρει πως στην παρούσα φάση η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση, κάτι που θα εξασφάλιζε ευνοϊκότατους όρους για τη γερμανική πλευρά. Άλλωστε, η ελληνική αστική τάξη και η γραφειοκρατία της έχει να επιδείξει μια σωρεία περιπτώσεων πολιτικών υποχωρήσεων που έφταναν συχνά στην υποτέλεια.

Οι Γερμανοί έχουν στο μυαλό τους το συνδυασμό ενός τέτοιου προγράμματος με τη δημιουργία ΕΟΖ. Δεν πρόκειται για εικασία, αφού ο υφυπουργός οικονομικών της Γερμανίας, Στέφαν Κάπφεφερ, με καταιγισμό δηλώσεων και συνεντεύξεων ξεκαθάρισε πως η δημιουργία ενός τέτοιου προγράμματος για την ηλιακή ενέργεια πρέπει να συνοδευτεί με τη δημιουργία ΕΟΖ.

Τι ακριβώς είναι οι ΕΟΖ; Πρόκειται για περιοχές εντός μιας χώρας στις οποίες επικρατεί ειδικό οικονομικό καθεστώς, το οποίο φέρει τα παρακάτω χαρακτηριστικά: εισαγωγή ξένων προϊόντων σε αυτές χωρίς καταβολή δασμών και ΦΠΑ, αδασμολόγητη εισαγωγή κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και ανταλλακτικών, 100% φοροαπαλλαγή για δέκα χρόνια για τις επιχειρήσεις που παράγουν, μεταφέρουν ή διανέμουν ενέργεια, όπως και για εκείνες που έχουν κατασκευάσει και διαχειρίζονται κάποια ΕΟΖ, 100% φοροαπαλλαγή επί των μερισμάτων ή των τόκων απολαμβάνουν και οι εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικού κινδύνου που χρηματοδοτούν τις επιχειρήσεις του κλάδου της κατασκευής, λειτουργίας και συντήρησης υποδομών, 100% φοροαπαλλαγή επί των κερδών από εξαγωγές για τα πρώτα πέντε χρόνια λειτουργίας τους, εξαίρεση από την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κ.ά.

Δεν πρόκειται για σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αφού αυτό το μοντέλο των ΕΟΖ εφαρμόζεται ήδη στην Κίνα, την Ινδία, την Ουκρανία και την Πολωνία[34].

Αξίζει, όμως, να σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύει ο γερμανικός ιμπεριαλισμός την εκμετάλλευση των πηγών ενέργειας στην Ελλάδα. Το άρθρο 13 του Κειμένου Συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής που αναφέρεται στο πώς θα εξοφληθεί το ελληνικό χρέος, κάνει αναφορά στην επικείμενη μεθόδευση.

Το ελληνικό κράτος «δέχεται να εκχωρεί όλα τα έσοδά του από ένα τεράστιο επενδυτικό πρόγραμμα, το πρόγραμμα ΗΛΙΟΣ στους δανειστές του, να έχουν οι δανειστές του τον απόλυτο έλεγχο, την τιμολόγηση, την πώληση και την αγορά και να μην μπορεί ούτε μία κιλοβατώρα από αυτό το τεράστιο έργο να απορροφηθεί από την εγχώρια αγορά! […]

»Η ακριβής διατύπωση του άρθρου 13 είναι η εξής: «Greece commits future cash flows from project Helios or other privatisation revenue in excess of those already included in the adjustment programme to further reduce indebtedness of the Hellenic Republic by up to 15 billion euros with the aim of restoring the lending capacity of the EFSF».

»Δηλαδή η Ελλάδα δεσμεύεται όλα τα έσοδα από το ΗΛΙΟΣ να πάνε για αποπληρωμή του δανείου, μέχρι το ποσό των 15 δισεκατομυρίων ευρώ. Είναι η πρώτη φορά που ένα μελλοντικό επενδυτικό πρόγραμμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και όχι πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης δεσμεύει όλα τα μελλοντικά του έσοδα για την αποπληρωμή των δανείων!»[35].

Έτσι, είναι η πρώτη φορά που ένα ενεργειακό αγαθό που βρίσκεται εντός της Ελλάδας, θα το εκμεταλλεύονται οι Γερμανοί, θα το πωλούν οι Γερμανοί, θα επωφεληθούν από την κατασκευή του έργου οι γερμανικές εταιρείες, η τοπική αγορά δε θα απολαμβάνει καθόλου τα ενεργειακά οφέλη, η Γερμανία θα παράγει ενέργεια με χαμηλότερο κόστος από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση λόγω της μεγάλης ηλιοφάνειας στην Ελλάδα, οι Γερμανοί θα εισπράττουν τις επιδοτήσεις για το έργο από την τράπεζα KfW και τα χρήματα από την εκμετάλλευση του έργου θα τα εισπράττουν και πάλι οι Γερμανοί.

Ποιος αλήθεια μπορεί να ισχυριστεί ότι στο πλαίσιο της «αλληλεξάρτησης», ο ελληνικός καπιταλισμός θα μπορούσε να χαράξει μια αντίστοιχη στρατηγική όπως αυτή που φάνηκε ότι χάραξε και χαράζει ο γερμανικός ιμπεριαλισμός; Το ερώτημα είναι βεβαίως ρητορικό…

………………………………………………………………………….. 

[1]. Αναφέρεται στο: Mommsen Wolfgang, Ιμπεριαλισμός, Οι πνευματικές, Πολιτικές και Οικονομικές ρίζες του, σ. 179, εκδ. Πολύτροπον, 2007.

 2]. Βλέπε χαρακτηριστικά ό.π., σ. 182-183.

[3]. Αναφέρεται στο: Berend Ivan, Οικονομική Ιστορία του Ευρωπαϊκού 20ου αιώνα, Τα οικονομικά καθεστώτα από το Laissez- Faire στην Παγκοσμιοποίηση, σ. 53, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2009.

[4]. Ό.π.

[5]. Το κείμενο υπάρχει στο: Mommsen Wolfgang, Ιμπεριαλισμός, Οι πνευματικές, Πολιτικές και Οικονομικές ρίζες του, σ. 201, εκδ. Πολύτροπον, 2007.

[6]. ΄Ο.π., σ. 203-204.

[7]. Το κείμενο υπάρχει στο Mommsen Wolfgang, Ιμπεριαλισμός, Οι πνευματικές, Πολιτικές και Οικονομικές ρίζες του, σ. 208, εκδ. Πολύτροπον, 2007.

[8]. Ό.π., σ. 223-224.

[9]. Giertych Maciej (ανεξάρτητος Πολωνός ευρωβουλευτής), «Ευρώπη: quo vadis?», περιοδικό Άρδην, τ. 79, σ. 31.

[10]. Ό.π., σ. 31.

[11]. Πρόεδρος Φιλίππου, «Η Γερμανική εξωτερική πολιτική στον 21ο αιώνα: Προς μία Γερμανική Ευρώπη ή προς μια Ευρωπαϊκή Γερμανία;», Εκδοτικός οίκος Πάπυρος, Ιστορία, τ. 524, σ. 33.

[12]. Η συνθήκη των Βερσαλλιών ήταν η συνθήκη που υπογράφηκε με τη λήξη του Α΄ παγκόσμιου πολέμου με επαχθείς όρους για τη γερμανική πλευρά: η Γερμανία έχασε όλες της τις αποικίες, το 1/8 των εδαφών της, ενώ συγχρόνως είχε απολέσει το 10% του πληθυσμού της. Επίσης αποφασίστηκε η Γερμανία να δώσει πολεμικές επανορθώσεις στις νικήτριες χώρες. Βλέπε αναλυτικότερα α) Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Η1-Η2, σ. 162-167, εκδ. Μέλισσα, 1962 και β) Ψυρούκης Νίκος, Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, σ. 54-55, εκδ. Επικαιρότητα, 1985.

[13]. Χίτλερ Αδόλφος, Ο Αγών μου, σ. 861, εκδ. Κάκτος, 2006.

[14]. Αναφέρεται στο: Berend Ivan, Οικονομική Ιστορία του Ευρωπαϊκού 20ου αιώνα, Τα οικονομικά καθεστώτα από το Laissez- Faire στην Παγκοσμιοποίηση, σ.190, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2009.

[15]. Βλέπε αναλυτικότερα ό.π., σ.191-192.

[16]. Giertych Maciej (ανεξάρτητος Πολωνός ευρωβουλευτής), «Ευρώπη: quovadis?», περιοδικό Άρδην, τ. 79, σ. 33.

[17]. Ό.π., σ. 33.

[18]. Πρόεδρος Φιλίππου, «Η Γερμανική εξωτερική πολιτική στον 21ο αιώνα: Προς μία Γερμανική Ευρώπη ή προς μια Ευρωπαϊκή Γερμανία;», Εκδοτικός οίκος Πάπυρος, Ιστορία, τ. 524, σ. 36-37.

[19]. Ευρωεθνικισμός, «Το νέο “uberalles” των Γερμανών», Βήμα, 9/5/2010.

[20]. Για όλα τα παραπάνω βλέπε αναλυτικότερα, Φωτόπουλος Τάκης, Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ, σ. 146-149, εκδ. Γόρδιος, 2010.

[21]. Σούλερ Κόνραντ, «Γιατί η Γερμανία και οι χώρες του ευρώ χρειάζονται μια άλλη Ευρώπη, transform!», ∂˘Úˆ·˚΋ ÂÈıÂÒÚËÛË ÂÓ·ÏÏ·ÎÙÈÎÔ‡ ÚÔ‚ÏËÌ·ÙÈÛÌÔ‡ Î·È ÔÏÈÙÈÎÔ‡ ‰È·ÏfiÁÔ˘, τ. 08/2011, σ. 163. 

[22]. Βλέπε αναλυτικότερα, Σούλερ Κόνραντ, Γιατί η Γερμανία και οι χώρες του ευρώ χρειάζονται μια άλλη Ευρώπη, transform!, Ευρωπαϊκή επιθεώρηση εναλλακτικού προβληματισμού και πολιτικού διαλόγου, τ. 08/2011, σ. 161-173.

[23]. Στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών συμπεριλαμβάνονται: το εμπορικό ισοζύγιο, το ισοζύγιο υπηρεσιών, το ισοζύγιο εισοδημάτων, το ισοζύγιο τρεχουσών μεταβιβάσεων.

[24]. Παπαβασιλείου Δάνης, «Με ρεκόρ αλλά και “βουτιά” το γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα», Ριζοσπάστης, 12/2/2012.

 25]. Δάμα Γεωργία, «Με το ευρώ η Γερμανία αύξησε το εμπορικό πλεόνασμά της κατά 265%», Ελευθεροτυπία, 19 Νοεμβρίου 2011.

[26]. Ναυτεμπορική, 18/8/2010.

[27]. Παναγιώτου Πάνος, Η υπόθεση «Ελληνική Κρίση», σ. 94, εκδ. Λιβάνη, 2011.

[28]. Το άρθρο για το οποίο γίνεται λόγος είναι το «A new Era of Imperialism» και ο σχολιασμός του γίνεται στο http://www.german-foreign-policy.com

[29]. Δελαστίκ Γιώργος, «Η πολιτική διακήρυξη του Δ’ Ράιχ», Επίκαιρα, 14/7-20/7/11, τ. 91, σ. 24-25.

[30]. Βλέπε αναλυτικότερα, Παπαϊωάννου Γ., «Εθνική κυριαρχία τέλος με το ευρωομόλογο», Βήμα, 21/8/2011.

[31]. Γελανταλί Μιχάλης, «Ευρωπαϊκό κοστούμι γερμανικής ραφής», Ελευθεροτυπία, 14/8/2011. 

[32]. Βλέπε αναλυτικότερα, Χατζηστεφάνου Άρης, «Το νέο στρατηγικό δόγμα της Γερμανίας», Επίκαιρα, 21/7-27/7/11, τ. 92.

[33]. Ως ΑΞΕ (Foreign Direct Investment – FDI) ορίζουμε εκείνες τις επενδύσεις που δημιουργούν μακροχρόνιες απαιτήσεις σε επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν εξωχώρια δραστηριότητα σε σχέση με τη χώρα την οποία βρίσκεται ο επενδυτής. Οι ΑΞΕ καθορίζουν τη σχέση μεταξύ δύο εταιρειών: της Μητρικής Εταιρείας και μιας ξένης θυγατρικής. Μαζί αυτές οι εταιρίες συνιστούν έναν πολυεθνικό οργανισμό. Με άλλα λόγια, οι ΑΞΕ υλοποιούνται με την ίδρυση θυγατρικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό οι οποίες είναι, μερικώς ή ολικώς, ιδιοκτησία της Μητρικής Επιχείρησης. Μια επένδυση θεωρείται ως Ξένη Άμεση Επένδυση όταν υπόκειται στον έλεγχο της Μητρικής εταιρείας (Δες KokkinouA. και PsycharisI., «Foreign Direct Investments, Regional Incentives and Regional Attractivenes in Greece», 2004).

[34]. «Το γερμανικό κρατίδιο “Ήλιος”», Το Ποντίκι, 1/9/2011.

[35]. http://www.tsantiri.gr

………………………………….. 

*Ο Βασίλης Λιόσης γεννήθηκε στο Κερατσίνι το 1967 και είναι μαθηματικός. Εργάζεται στην ιδιωτική εκπαίδευση. Δραστηριοποιείται συνδικαλιστικά στο χώρο της εκπαίδευσης. Πλήθος άρθρων του με πολιτικό και επιστημολογικό περιεχόμενο έχουν δημοσιευθεί στον τύπο.

 Ευχαριστούμε το Βασίλη Λιόση και τις εκδόσεις ΚΨΜ που μας επέτρεψαν την δημοσίευση των αποσπασμάτων του βιβλίου.

Παλαιότερη ανάρτηση στο ιστολόγιό μας  

Βιβλίο: Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση-Βασίλης Λιόσης

Μαΐου 29, 2012

Πρόλογος του Δημήτρη Καλτσώνη Το βιβλίο του Βασίλη Λιόση έρχεται να ξαναφέρει στην επικαιρότητα και να θέσει υπό συζήτηση ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, την εξάρτηση της Ελλάδας από τις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις. Αν συνυπολογίσει κανείς τη συγκυρία, είναι φανερό ότι η εργασία του συγγραφέα είναι παραπάνω από επίκαιρη. Αποτελεί μια αναγκαία συμβολή στον προβληματισμό και στο […]

Advertisements
Explore posts in the same categories: Βιβλίο

Ετικέτες: , , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: