Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι(7 Ιουλίου1893 – 14 Απριλίου1930)

 Αγαπώ

Συνήθως έτσι

Η αγάπη είναι δεδομένη για κάθε έναν που γεννιέται, –

ανάμεσα όμως στις υπηρεσίες,

τα έσοδα

και τα λοιπά

από μέρα σε μέρα

νεκρώνει της καρδιάς το χώμα.

Η καρδιά φοράει το κορμί,

το κορμί – την πουκαμίσα.

Μα δεν αρκεί αυτό!

Κάποιος –

ηλίθιος! –

φόρεσε μανσέτες

κι άρχισε να κολλαρίζει το στήθος του.

Να κομπάζει για τα γερατειά.

Η γυναίκα βάφεται.

Ο άντρας, στον μύλο του Μίλερ φτερουγίζει.

Μα είναι αργά.

Πληθαίνουν οι ρυτίδες στο δέρμα.

Ο έρωτας ανθίζει,

ανθίζει –

και μαραίνεται.

 

Πιτσιρικάς

Αναφορικά με τον έρωτας ήμουν χαρισματικός.

Από την παιδική μου όμως ηλικία

ο ντουνιάς

υποβάλλεται σε εξαντλητικές εργασίες.

Ενώ εγώ –

κατέφυγα στις όχθες του Ριόν[1]

και περιφερόμουν,

δίχως να κάνω τίποτα απολύτως.

Η μαμά στεναχωριόταν:

«Παλιόπαιδο!»

Με φοβέριζε λέγοντας πως ο μπαμπάκας θα με χτυπούσε με το ζωνάρι.

Εγώ όμως,

χαλώντας ένα πλαστό χαρτονόμισμα τριών ρουβλίων,

έπαιζα μ’ ένα στρατιώτη στην αυλή, το παιχνίδι «τρία χαρτιά».

Χωρίς το φορτίο της πουκαμίσας

δίχως φόρτο στα παπούτσια

ψηνόμουν στον καύσωνα του Κουταίσι.

Γυρνούσα στον ήλιο πότε την πλάτη,

πότε την κοιλιά –

μέχρι να ιδρώσουν τα πλευρά μου.

Απολάμβανα τον ήλιο:

«Μικροκαμωμένος είναι!

Αλλά έχει

καρδιά.

Δεν το βάζει κάτω ο μικρούλης!

Πώς βρέθηκε

σε τούτον δω

τον τόπο

τόσο μακριά –

και σ’ εμένα,

και στο ποτάμι

και στις πανύψηλες πλαγιές; !»

Αρχείο:Mayakovsky 1912.jpg

Νεαρός

Η νιότη έχει πολλές ασχολίες.

Μελετάμε ανόητα την γραμματική και είμαστε ηλίθιοι.

Εμένα δε

με απέβαλαν από την 5η τάξη.

Πήγαμε να ρίξουμε τις φυλακές της Μόσχας.

Στον μικρόκοσμο

του τετραγώνου μας

αντί για παστάδες φυτρώνει η σγουρόμαλλη λυρική ποίηση.

Τι μπορείς να βρεις σ’ αυτήν την γεμάτη υποκοριστικά λυρική ποίηση; !

Εμένα λοιπόν

μου έμαθαν ν’ αγαπώ

στην Μπουτίρκα[2].

Τι να την κάνω τη νοσταλγία

για το δάσος της Βουλώνης;

Τι να μου κάνει ο αναστεναγμός την ώρα που βλέπεις τη θέα της θάλασσας;!

Εγώ λοιπόν

στο «Γραφείο Κηδειών»

ερωτεύτηκα

το ματάκι του κελιού Νο 103.

Κοιτάζουν τον καθημερινό ήλιο,

κομπάζουν.

«Για ποιο λόγο – τάχα – υπάρχουν αυτές οι μικρές αχτίνες;»

Εγώ όμως

για ένα εντοιχισμένο

μικρό κίτρινο λαγό

θα έδινα τα πάντα στον κόσμο τούτο.

Το πανεπιστήμιο μου

Γαλλικά γνωρίζετε.

Δι-αι-ρέστε.

Πολλαπλασιάστε.

Κλίνετε το θαυ-μά-σια.

Εμπρός λοιπόν κλίνετε το!

Πείτε –

μπορείτε να την κοπανίσετε

από το σπίτι;

Καταλαβαίνετε την γλώσσα των τραμβαγέρηδων;

Πουλάκι ανθρώπινο,

μόλις βγήκες απ’ τ’ αυγό –

με τα βιβλία στο χέρι,

με τα τετράδια στη χούφτα.

Εγώ όμως έμαθα την αλφάβητο απ’ τις ταμπέλες,

Ξεφυλλίζοντας σελίδες ατσαλιού και λευκοσίδερου.

Θα πάρουν τη γη

ξεριζώνοντας,

ξεγυμνώνοντας την –

θα διδάξουν,

και όλη αυτή δεν είναι παρά μια μικροσκοπική γήινη σφαίρα.

Εγώ όμως

πλαγίως μελέτησα γεωγραφία –

δεν είναι τυχαίο άλλωστε

ξαπλωμένος στη γη

φτιάχνω το λημέρι μου

να διανυκτερεύσω!

Θολώνουν οι αρρωστημένες ερωτήσεις των Ιλοβάισκ[3]:

Ήταν, άραγε, πυρόξανθη η γενειάδα του Μπαρμπαρόσα; –

Τέλος πάντων!

Δεν ανακατεύομαι στην σκονισμένη ανοησία –

γνωρίζω κάθε ιστορίας της Μόσχας!

Παίρνουν τον Ντομπρολιούμποφ (για να μισήσουν το κακό), –

το επίθετο όμως απεναντίας,

ακούγεται χαρούμενο.

Από μικρός έμαθα

τους χοντρούς

να μισώ,

που πουλούσαν τον εαυτό τους

για ένα πιάτο φαγητό.

Θα μάθουν,

να κάθονται –

έτσι ώστε να αρέσουν στην κυρία,

σκεψούλες κουδουνίζουν σαν μπρούτζινα μπιμπελό

Μα ‘γω

μιλούσα

μόνο με τα σπίτια.

Οι νερουλάδες ήταν μοναχά οι συνομιλητές μου.

Με το παράθυρο της ακοής άκουγαν προσεκτικά,

πιάνοντας ποντίκια – τι λέω εγώ.

Και μετά μιλούσαν

για τη νύχτα

και ο ένας για τον άλλον,

τριζοβολώντας,

στριφογυρίζοντας την γλώσσα – ανεμοδείκτη.

Ενήλικας

Οι ενήλικες έχουν δουλειές πολλές.

Ρούβλια στις τσέπες.

Θέλετε ν’ αγαπήσετε;

Παρακαλώ!

Για εκατό ρούβλια.

Εγώ όμως,

άστεγος,

έχωσα το χεράκι

στην αδειανή μου τσέπη

και περιδιάβαινα, χαζεύοντας.

Νύχτα.

Φορέστε τα καλύτερα ρούχα σας.

Διασκεδάστε με τις συζύγους, με τις χήρες.

Εμένα

η Μόσχα με έπνιξε στις αγκαλιές

με το δαχτυλίδι των ατελείωτων κήπων της.

Στις καρδιές,

στα ρολογάκια

κυλούν οι ερωμένες.

Ενθουσιάζονται οι παρτενέρ της ερωτικής παστάδας.

Της πρωτεύουσας το άγριο καρδιοχτύπι

έπιασα,

στου πά-θους την πλατεία ξαπλωμένος.

Ξεκούμπωτος,

η καρδιά σχεδόν φαίνεται –

ανοίγω τον εαυτό μου στον ήλιο και στο νερόλακκο.

Πάθη εισέλθετε!

Έρωτες ελάτε!

Από σήμερα δεν έχω καμιά εξουσία στην καρδιά μου.

Για τους άλλους ξέρω πως η καρδιά το σπίτι είναι.

Είναι στο στήθος – το ξέρει ο καθένας!

Μ’ εμένα όμως

τρελάθηκε η ανατομία.

Μια καρδιά –

χτυπάει παντού.

Ω, πόσες απ’ αυτές

ανοιξιάτικες μόνο,

μέσα σε 20 χρόνια φλεγόμενες κατέρρευσαν!

Από τον φόρτο ακάματος – απλά ανυπόφορος.

Ανυπόφορος όχι έτσι,

γιατί βολεύει τον στίχο,

μα κυριολεκτικά.

Το αποτέλεσμα

Περισσότερο απ’ όσο πρέπει,

περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται –

θαρρείς

κι ένα ποιητικό παραλήρημα ξέσπασε στον ύπνο –

ένα κουβάρι της καρδιάς φύτρωσε τεράστιο:

ο ογκόλιθος του έρωτα,

ο ογκόλιθος του μίσους.

Από το βάρος

τα πόδια μας

παραπατούσαν –

ξέρεις,

εγώ όμως

είμαι καλοφτιαγμένος –

και παρόλα αυτά

θα τα βγάλω πέρα με την κρίση της καρδιάς,

σηκώνοντας στους ώμους μου ο γιγαντόσωμος.

Ανακατεύω στίχους με γάλα

– και δεν χύνονται –

πουθενά, νομίζω – θα γεμίσω ξανά.

Με καταπιέζει ο λυρισμός –

του κόσμου του φαμελιάρη,

η υπερβολή

της πρωτομορφής του Μοπασάν.

Καλώ

Σή – κω – σα σαν παλικαράς,

Κουβάλησα σαν ακροβάτης.

Όπως οι εκλογείς μαζεύονται στη συγκέντρωση,

όπως τα  χωριά

που καίγονται

καλούν με κωδωνοκρουσίες –

κάλεσα:

«Α να το!»

Να το!

Πάρτε το !

Όταν

ένα τέτοιο θηρίο βογκούσε –

χωρίς να κοιτάζει,

τη σκόνη,

την βρωμιά,

τη χιονοστιβάδα

παραμέρισε σαν ρακέτα

μακριά μου:

«Να ήμασταν λιγότεροι,

μήπως ταγκό χορεύαμε …»

Να κουβαλήσω δεν μπορώ –

μα το φορτίο μου κουβαλώ.

Να το πετάξω θέλω –

μα ξέρω,

πως δεν θα το κάνω!

Η διάθεση δεν θ’ αντέξει την πίεση των πλευρών.

Το στήθος τρίζει από την πίεση.

Εσύ

Ήρθες –

βιαστικά,

για το ουρλιαχτό,

για το ύψος,

αφού έριξες μια ματιά,

κοίταξες απλά τον πιτσιρικά.

Άρπαξες,

ξερίζωσες την καρδιά

και απλά

πήγες να παίξεις –

σαν κορίτσι με την μπάλα.

Και κάθε μια –

σαν από θαύμα αναρωτιέται –

πως ξεχωρίζεις τη γυναίκα

απ’ το κορίτσι.

«Αυτόν ν’ αγαπήσω;

Αυτός θα πέσει με τα μούρα!

Θα πρέπει να γίνω θηριοδαμάστρια!

Θα πρέπει να τον εξημερώσω!»

Κι εγώ ενθουσιάζομαι.

Δεν υπάρχει –

ο ζυγός!

Απ’ τη χαρά μου τρελαμένος,

χοροπηδούσα,

χόρευα σαν ινδιάνος γαμπρός,

ήταν όλα τόσο χαρούμενα,

τόσο ανάλαφρα.

Αδύνατον

Μόνος μου δεν μπορώ –

να κουβαλήσω το πιάνο

(πολύ περισσότερο μια πυρίμαχη ντουλάπα).

Κι αν δεν είναι ντουλάπα,

Κι αν πιάνο δεν είναι,

τότε εγώ θα μπορούσα

την καρδιά να κουβαλήσω πίσω, εκεί όπου την πήρα.

Οι τραπεζίτες ξέρουν:

«Είναι δίχως όρια πλούσιοι.

Οι τσέπες μας δεν φτάνουν –

θα τα βάλουμε στο πυρίμαχο».

Ο έρωτας

για σένα –

είναι πλούτος σε σίδερο –

τον έκρυψα,

περπατώ

και χαίρομαι σαν Κροίσος.

Μήπως όμως,

αν το θελήσω πολύ,

θα πάρω ένα χαμόγελο,

μισό χαμόγελο

μπορεί και μικρότερο,

και μ’ άλλα κόλλυβα,

θα ξοδέψω τα με-σά-νυ-χτα

δεκαπέντε ρούβλια λυρικής ανοησίας.

Έτσι και μ’ εμένα

Οι στόλοι – συγκεντρώνονται στα λιμάνια.

Το τραίνο – τρέχει προς το σταθμό.

Κι εγώ, όμως, εδώ και καιρό εσένα

– εγώ βλέπεις αγαπώ ! –

νοσταλγώ και θέλω.

Λιγομίλητος του Πούσκιν ο ιππότης κατεβαίνει

στο υπόγειο με τους δικούς του να βρεθεί τον λάκκο του να σκάψει.

Έτσι κι εγώ

επιστρέφω σ’ εσένα, αγαπημένη.

Δική μου είναι η καρδιά,

μ’ αυτήν αγαπώ εγώ

Στο σπίτι χαρούμενα επιστρέψτε.

Είστε βρώμικος

ξεφλουδίζεστε όταν πλένεστε και ξυρίζεστε.

Έτσι κι εγώ

σ’ εσένα επιστρέφω, –

άραγε,

όταν έρχομαι σ’ εσένα,

δεν είναι σα να γυρίζω σπίτι μου;!

Τους χειμωνιάτικους τους υποδέχεται ο χειμωνιάτικος κόλπος.

Σε τελική ανάλυση επιστρέφουμε στο στόχο.

Έτσι κι εγώ

ποθώ εσένα διαρκώς,

κι ας χωρίσαμε λίγο πριν,

κι ας ειδωθήκαμε τόσο λίγο

Συμπέρασμα

Τον έρωτα δεν ξεθωριάζουν

ούτε οι καυγάδες,

ούτε οι αποστάσεις.

Μελετημένο,

εξακριβωμένο,

ελεγμένο.

Υψώνοντας θριαμβευτικά τον δακτυλιδοφορεμένο στίχο

Ορκίζομαι –

αγαπώ

σταθερά και πιστά!

 (1922)

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©


[1] Ποταμός στον Δυτικό Καύκασο (σ.τ.μ)

[2] Διάσημη φυλακή της Μόσχας (σ.τ.μ.)

[3] Παλιό γένος Ρώσων ευγενών (σ.τ.μ.)

Explore posts in the same categories: Ποίηση

Ετικέτες: , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: