Αρχείο για 22 Ιουλίου, 2012

Μυθιστόρημα:»Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς»-Θανάσης Σκαμνάκης

22 Ιουλίου, 2012

»Ηταν τότε που οι μικροί αντάρτες της επαναστατικής αίρεσης «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» αποφάσισαν την αναμέτρηση, για να μοιράσουν με νέο τρόπο τη διαθέσιμη ζωή κι έστησαν ενέδρες στα περάσματα του χρόνου… Στο δούναι και λαβείν των ημερών, στον υπολογισμό του κέρδους και στο λογαριασμό των πιθανοτήτων, αντιπρότειναν το μάταιο, το περιττό… Ηταν τότε που τόσες σπαταλημένες ζωές επιστρατεύτηκαν, τόσες ημέρες που εκχωρήθηκαν στο ασήμαντο διεκδικούσαν τη θέση τους.»

Το βιβλίο του  Θανάση Σκαμνάκη »Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις ΣΤΑΧΥ.

Ο συγγραφέας περιγράφει την πορεία μιας  γενιάς, αναδεικνύει  με αιχμηρό τρόπο  τα κακώς κείμενα και  αυτονόητα της καθημερινής μας ζωής, μιλάει  γι αυτούς που επιμένουν  και στις πιο δύσκολες στιγμές  να μην υποκύπτουν στο μικρόβιο της φθοράς και  της αλλοτρίωσης.

Με την άδεια του συγγραφέα,Θανάση Σκαμνάκη και του εκδότη, Τάσου Κωσταμπάρη, που τους ευχαριστούμε θερμά, σας παρουσιάζουμε σήμερα  ολόκληρο το μυθιστόρημα , με την ελπίδα »Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» να σας συντροφεύσουν και να σας χαρίσουν στιγμές χαράς ,τούτο το δύσκολο καλοκαίρι.

Στη φύση, στη ζωή

και στα παιδιά.

Που πάντα νικάνε.

Κι ακόμα:

Στο Μάκη (που δεν

είναι πια εδώ)

και τη Νίνα

   ΜΕΡΟΣ    1ο

1

Kάτι όμοιο δεν μαρτύραγε κανείς απ’ την καταβολή του κόσμου. Ούτε οι συγκρούσεις των Τιτάνων, ούτε οι Διγενήδες όπως έλεγαν τα παλιά τραγούδια, ούτε οι αιματηρές μάχες των ηλεκτρονικών παιχνιδιών μπορούσαν να συγκριθούν μ’ ό,τι έγινε εκείνη τη φορά.

Στις φαντασιακές οθόνες  δεν προβλήθηκε ποτέ τέτοιος αδυσώπητος αγώνας.

Η είδηση μεταδόθηκε γρήγορα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και γρήγορα μαζεύτηκε πολύς κόσμος στην αγορά. Όχι μονάχα οι γνωστοί θαμώνες των δημοσίων θεαμάτων, όχι μονάχα οι περίεργοι κι οι αργόσχολοι, οι εργαζόμενοι στην αγορά και οι περίοικοι.

Απ’ όλη την πόλη, απ’ όλες τις πόλεις, απ’ όλο το γνωστό και τον άγνωστο κόσμο, άρχισαν να κατεβαίνουν μεγάλοι, μικροί, γυναίκες, άντρες, μαθητές και δάσκαλοι. Να δουν το ανεπανάληπτο.

Παράτησαν στη μέση τις τηλεοπτικές σειρές και τον αγώνα στο γήπεδο. Και στα «ηλεκτρονικά» δεν έμεινε ψυχή. To διαδίκτυο έψαχνε, αλλά δεν έβρισκε πια  επικοινωνία.

Κι εκείνοι που δεν ήρθαν να δουν με τα μάτια τους δεν ήταν αμέτοχοι. Έφτανε ως τ’ αυτιά τους ο αχός, οι φωνές των μαχητών, τα αχ του κόσμου. Κράταγαν την ανάσα τους για να ακούν τον αέρα, τι σημάδια στέλνει.

Οι νοικοκυρές δεν μπορούσαν να κανονίσουν πόση ώρα χρειάζεται να βράσει το ρύζι, οι σταθμάρχες έμειναν να κοιτούν τα ακίνητα λεωφορεία, μάταια τα εμπορεύματα περίμεναν προς εκφόρτωση, ένας ήλιος αμφέβαλλε αν πρέπει να δύσει.

Διακοπή χρόνου.

Ο Χρόνος είχε εμπλακεί σε σκληρό καβγά. Μία αναμέτρηση για όλες.

Γενιές τώρα μάτωνε τον τόπο. Ανίκητος κι αδιαμφισβήτητος.

Διέκοπτε συχνά τις προθεσμίες, έδινε πίστωση σ’ αχρείαστους, σε περιττούς να πούμε, και απαιτούσε επιμόνως από άλλους την εξόφληση πριν από την ορισθείσα ημερομηνία.

Έκοβε όποτε ήθελε τη ροή της ζωής και τη διαδρομή πολύτιμων ανθρώπων, καμιά φορά των πιο πολύτιμων, έπαιρνε αυθαίρετα δοσίματα, νέες ζωές, προκαλούσε πανικό με διαρροές εντέχνως διοχετευμένες για έκτακτη φορολογία στο διαθέσιμο καιρό.

Ξόδευε αλόγιστα το αγαθό που έκλεβε κι έκλεβε ακόμα πιο πολύ για να ξοδεύει.

Ο πόνος κι η αγωνία που προκαλούσε  δεν άφηναν τους ανθρώπους σε ησυχία,να σκεφτούν, να σχεδιάσουν το μέλλον, να ονειρευτούν τη ζωή τους.

Όλοι, υποτελείς και επισφαλείς, είχαν μοναδική ιδέα τη ματαιότητα. Τίποτα δεν αξίζει, τίποτα δεν μένει.

Ήταν τότε που οι μικροί αντάρτες της επαναστατικής αίρεσης  «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» έβαλαν στο νου τους την ιδέα μιας ανατροπής του καθεστώτος.

Για να ξαναβάλουν τα πράγματα σε νέα θέση, να μοιράσουν στους ανθρώπους με νέο τρόπο τη διαθέσιμη ζωή.

Κι αποφάσισαν μια από τις απελπισμένες αναμετρήσεις εκείνων που κουβαλάνε μέσα τους το μυστήριο σημάδι της αποκοτιάς.

Που δεν παίρνουν υπόψη τους συσχετισμούς. Εις πείσμα.

Δεν τους νοιάζει να χάνουν στους αγώνες, ίσως και να το επιδιώκουν. Λένε πως έτσι μένει το ίχνος, μια προσθήκη πάνω στ’ άλλα.

Στο μικρό δούναι και λαβείν των ημερών, των τόσων ημερών, στον υπολογισμό του κέρδους και ακόμα περισσότερο στο λογαριασμό των πιθανοτήτων, αντιπρότειναν το μάταιο, το περιττό, το «από χέρι χαμένοι».

Γι’ αυτό έστησαν ενέδρες πάνω στα περάσματα του Χρόνου. Να προκαλέσουν την τύχη τους.

Επέλεγαν την αναμέτρηση και τη σφοδρή πιθανότητα της ήττας για να ξαναδέσει ο κρίκος, να ενωθούν το πριν και το μετά, να ξαναβρεί το χαμένο νόημα η επιθυμία.

Να απελευθερωθούν οι άνθρωποι από το Χρόνο, από τον εκβιασμό και τα δεσμά του θανάτου.

(περισσότερα…)