Οταν οι ΗΠΑ ακύρωσαν το απεχθές χρέος της Κούβας-Sebastian Dubas

Το 1898, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, έχοντας νικήσει στον πόλεμο εναντίον της Ισπανίας, υποχρέωσαν την τελευταία να ακυρώσει το χρέος της Κούβας, πρώην ισπανικής αποικίας. Η απόφασή τους, που καθιέρωσε ένα νέο δόγμα, βασιζόταν στο σκεπτικό ότι το χρέος επιβλήθηκε με τη δύναμη των όπλων και συνέβαλε στην καθυπόταξη του κουβανέζικου λαού

εφημ ΤΑ ΝΕΑ

Αφότου ανακαλύφθηκε το νησί από τον Χριστόφορο Κολόμβο, το 1492, η Κούβα τελεί υπό ισπανική κυριαρχία. Η Μαδρίτη διαχειρίζεται τον Στρατό της, την Αστυνομία της, τον χρυσό της, τις φυτείες ζαχαροκάλαμου και καπνού της, τους σκλάβους και τα χρέη της. Και από τα μέσα του 19ου αιώνα η εξέγερση υποφώσκει. Οι ΗΠΑ κρατούν αποστάσεις, εξοπλίζοντας λίγο ώς πολύ μυστικά τούς κουβανούς εξεγερμένους.

Ομως στις 15 Φεβρουαρίου 1898, το αμερικανικό θωρηκτό «USS Maine» ανατινάζεται στον κόλπο της Αβάνας και βυθίζεται παίρνοντας μαζί του 266 μέλη του πληρώματός του. Το πολεμικό βρισκόταν στην Κούβα για να προστατεύσει τα αμερικανικά συμφέροντα. Οι μάχες που φέρνουν αντιμέτωπους την Ισπανία και τους μαχητές της ανεξαρτησίας είναι μια απειλή για τις φυτείες ζαχαροκάλαμου, ένα μεγάλο μέρος της συγκομιδής από τις οποίες προορίζεται για την αμερικανική αγορά.

Το ναυάγιο του θωρηκτού θα χρησιμεύσει ως πρόσχημα για μια αμερικανική επέμβαση. Οι ΗΠΑ ανεβάζουν τους τόνους: αναγνωρίζουν ένα ανεξάρτητο και ελεύθερο κουβανέζικο κράτος, απευθύνουν τελεσίγραφο στον ισπανικό Στρατό, επιβάλλουν αποκλεισμό στο νησί. Στις 24 Απριλίου, η Ισπανία κηρύσσει τον πόλεμο. Ο Splendid Little War (υπέροχος μικρός πόλεμος), όπως τον είπαν οι Αμερικανοί, δεν θα διαρκέσει παρά τέσσερις μήνες. Στριμωγμένη από τους αντιπάλους της, η Ισπανία συνθηκολογεί και στις 12 Αυγούστου 1898 μια προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης βάζει τέλος στις εχθροπραξίες. Η αστερόεσσα επωφελείται για να προσαρτήσει το Πόρτο Ρίκο και τη νήσο Γκουάμ και να αγοράσει τις Φιλιππίνες έναντι 20 εκατ. δολαρίων.

Επισήμως οι Αμερικανοί ήρθαν να βοηθήσουν τους Κουβανέζους που αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία τους. Στην πραγματικότητα, η επέμβαση σηματοδοτεί μια ιστορική στροφή για τις ΗΠΑ. Καθιερώνει ως νέα εξωτερική πολιτική το δόγμα Μονρόε, το οποίο είχε εξαγγελθεί το 1823 από τον φερώνυμο πρόεδρο και καθιστά το αμερικανικό ημισφαίριο – Βόρειο και Νότιο – αποκλειστική σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Η Κούβα γίνεται ντε φάκτο ένα αμερικανικό προτεκτοράτο. Η κατάσταση θα διαρκέσει ώς το 1959 και την άνοδο του Φιντέλ Κάστρο στην εξουσία.

Η Ισπανική Αυτοκρατορία από την πλευρά της, τέσσερις αιώνες μετά τον Χριστόφορο Κολόμβο, δεν είναι παρά σκιά του εαυτού της. Το στέμμα δεν έχει πια τις αποικίες του, όμως κατά τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ στο Παρίσι, τον Δεκέμβριο του 1898, ζητάει την αποπληρωμή των χρεών που είχαν συναφθεί από την Κούβα, όταν το νησί τελούσε υπό τη διοίκησή του. Ηταν κάτι συνηθισμένο την εποχή εκείνη. Οι Αμερικανοί απορρίπτουν αυτό το αίτημα. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει περίπτωση να αποπληρωθεί ένα χρέος που επιβλήθηκε στον κουβανέζικο λαό χωρίς τη συμφωνία του και με τη δύναμη των όπλων.

Οι ΗΠΑ θεωρούν, εξάλλου, ότι η πλειονότητα των δανείων που είχαν συναφθεί από την Κούβα δεν χρησίμευσαν παρά για την ενίσχυση του ελέγχου του νησιού από τον ισπανικό Στρατό και για την εξουδετέρωση της εξέγερσης. Μολονότι η Ισπανία ουδέποτε αποδέχθηκε αυτά τα επιχειρήματα, παραδέχθηκε πως, μετά το 1880, τα νέα χρέη δεν χρησίμευαν παρά μόνο για να αποπληρώνονται τα προηγούμενα. Θεωρώντας πως οι πιστωτές γνώριζαν πώς χρησιμοποιούνται τα δάνειά τους, η αμερικανική επιτροπή κατέληξε στην ακύρωση των χρεών αυτών που υπολογίζονταν σε 400 εκατ. δολάρια.

Η αμερικανική λογική δεν είναι καινούργια. Το 1867, η μεξικανική κυβέρνηση του Μπενίτο Χουάρες είχε αρνηθεί να εξοφλήσει ένα χρέος που είχε συναφθεί από τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Α’ του Μεξικού, τον οποίο είχε προωθήσει στην εξουσία το 1863 η Γαλλία έπειτα από τρία χρόνια εμφύλιου πολέμου. Ο Μαξιμιλιανός είχε πάρει δάνεια από γαλλικές τράπεζες για να μπορέσει να ελέγξει το Μεξικό.

Το κουβανέζικο επεισόδιο και η Συνθήκη του Παρισιού που ήταν αποτέλεσμά του αντιπροσωπεύουν ωστόσο την εμφάνιση ενός δόγματος σε διεθνή κλίμακα: του απεχθούς χρέους. Το δόγμα αυτό εφαρμόζεται πολύ περισσότερο όταν τα εν λόγω χρέη δεν οφείλονται σε χώρες που έχουν κερδίσει έναν πόλεμο. Εξάλλου – και παρά τα προηγούμενα του Μεξικού και της Κούβας – οι περιπτώσεις στις οποίες έγινε επίκληση του δόγματος για να αποφευχθεί η αποπληρωμή χρέους που είχε συνάψει ένα παλιό καθεστώς είναι σπάνιες στον 20ό αιώνα. Το 1918 οι μπολσεβίκοι αρνήθηκαν το τσαρικό χρέος. Επίσης η Συνθήκη των Βερσαλλιών, τον Ιούνιο του 1919, ακύρωσε το χρέος που απαιτούσαν η Γερμανία και η Πρωσία από την Πολωνία. Ενα χρέος που και σε αυτήν την περίπτωση είχε συναφθεί για να χρηματοδοτηθεί η κατοχή του πολωνικού εδάφους…

Η πιο εμβληματική περίπτωση παραμένει αυτή της Κόστα Ρίκα το 1923, που την έφερε αντιμέτωπη με τη Βρετανία. Βγαίνοντας από μια δικτατορία που διήρκεσε από το 1917 ώς το 1919, η κοσταρικανή κυβέρνηση αρνήθηκε να τιμήσει τα χρέη του στρατηγού Τινόκο. Η διαιτησία ανατέθηκε στον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Ουίλιαμ Ταφτ, ο οποίος αποφάνθηκε πως τα χρέη πρέπει να ακυρωθούν. Με βάση την αρχή της «καλής πίστης», ο αμερικανός δικαστής τιμώρησε τους πιστωτές της Κόστα Ρίκα επειδή δάνεισαν χρήματα σε μια μη νόμιμη κυβέρνηση.

Το 1927, ο πρώην υπουργός του τσάρου Νικολάου Β’ και καθηγητής Δικαίου στο Παρίσι, ο Αλεξάντρ Ναούμ Σακ, θα επισημοποιήσει επιτέλους το δόγμα: «Αν μια δεσποτική εξουσία συνάψει ένα χρέος (…) για να ενισχύσει το δεσποτικό καθεστώς της και να καταπιέσει τον πληθυσμό που τη μάχεται, αυτό το χρέος είναι απεχθές για τον πληθυσμό του κράτους. Δεν είναι συνεπώς υποχρεωτικό για το έθνος: είναι ένα χρέος καθεστώτος, χρέος προσωπικό της εξουσίας που το συνήψε• κατά συνέπεια εκπίπτει με την πτώση της εξουσίας» έγραψε.

Στο τέλος του 20ού αιώνα η αρχή του απεχθούς χρέους επανήλθε, κυρίως χάρη σε μη κυβερνητικές οργανώσεις όπως η Επιτροπή για την Ακύρωση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου, Ιωβηλαίος 2000, ATTAC ή Odious Debt (Απεχθές Χρέος). Ακόμη και η Παγκόσμια Τράπεζα εξέτασε το θέμα. Πολλές μελέτες έγιναν, όμως οι συντάκτες τους κατέληγαν συχνά στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια έννοια πολύ περίπλοκη και δύσκολη στην εφαρμογή της.

Οι ΗΠΑ επέβαλαν επίσης την ακύρωση – τουλάχιστον μερική – ενός χρέους που θεωρούνταν απεχθές. Αυτό συνέβη την άνοιξη του 2003 με το ιρακινό χρέος. Η αρχή είναι η ίδια: ο ιρακινός λαός δεν οφείλει να πληρώσει χρέη που συνήφθησαν από τον Σαντάμ Χουσεΐν. Η Ουάσιγκτον που έχει εισβάλει στο Ιράκ πίεσε τη Μόσχα, το Παρίσι και το Βερολίνο, τρεις σημαντικούς πιστωτές, να ακυρώσουν το χρέος του Ιράκ. Το θέμα θα διευθετηθεί στους κόλπους της Λέσχης του Παρισιού, όπου θα ακυρωθεί το 80% του χρέους αυτού – αποφεύγοντας, όμως, επιμελώς οποιαδήποτε αναφορά στο δόγμα του απεχθούς χρέους.

http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4753390

 

Το  άρθρο στη γαλλική γλώσσα

»Cuba, ou quand la dette devient odieuse»

Par Sébastien Dubas

En 1898, les Etats-Unis ont forcé l’Espagne à annuler la dette de leur ancienne colonie. Une pratique qui continue à faire débat plus d’un siècle après

Depuis la découverte de l’île par Christophe Colomb en 1492, Cuba est sous domination espagnole. Son armée, sa police, son or, ses cultures de canne à sucre et de tabac, ses esclaves ainsi que ses dettes sont administrés par Madrid. Or, dès le milieu du XIXe siècle, un vent de révolte souffle sur la plus grande île des Caraïbes. Les Etats-Unis, grand voisin du nord, préfèrent se tenir en retrait, armant de manière plus ou moins cachée les insurgés cubains.

Mais le 15 février 1898, le cuirassé USS Maine est victime d’une explosion dans la baie de La Havane. Il sombre avec 266 membres d’équipage à son bord. Le navire de guerre américain venait d’arriver à Cuba pour y protéger les intérêts américains dans la région. Les combats qui opposent la couronne espagnole aux mouvements indépendantistes représentent une menace pour les plantations sucrières dont une grande partie des récoltes est destinée au marché américain.

Le naufrage du cuirassé servira de prétexte à une intervention américaine. Galvanisés par la presse et une partie de l’opinion publique, les Etats-Unis haussent le ton. C’est l’escalade diplomatique: reconnaissance d’un Etat cubain indépendant et libre, ultimatum contre l’armée espagnole, blocus de l’île. Le 24 avril, l’Espagne n’a d’autre choix que de déclarer la guerre. Surnommée la «Splendid Little War» par les Américains, la guerre hispano-américaine ne va durer que quatre mois. Acculée par la puissance de feu de ses adversaires, l’Espagne capitule et, le 12 août 1898, un traité de paix préliminaire met fin aux hostilités. La bannière étoilée a profité de la guerre pour annexer Porto Rico et l’île de Guam et acquérir les Philippines contre 20 millions de dollars. Si les Etats-Unis réfutent toute volonté expansionniste à Cuba, la Destinée manifeste, idéologie empreinte d’une mission divine qui conduisit à la conquête de l’Ouest, pointe désormais vers le Sud.

Officiellement, les Américains sont venus aider les Cubains épris d’indépendance. En réalité, l’intervention marque un tournant historique pour les Etats-Unis. Elle consacre pour nouvelle politique extérieure la Doctrine Monroe, énoncée par le président du même nom en 1823 devant le parlement américain et qui fait de l’hémisphère américain – Nord comme Sud – la sphère d’influence exclusive des Etats-Unis. Les puissances coloniales européennes n’y sont plus les bienvenues. Non seulement les Etats-Unis entendent y assurer l’ordre, mais la première puissance économique mondiale a également besoin de nouveaux débouchés pour assurer sa croissance. Cuba devient ainsi de facto un protectorat américain. Une situation qui perdurera jusqu’en 1959 et l’arrivée de Fidel Castro au pouvoir.

De son côté, quatre siècles après Christophe Colomb, l’Empire espagnol n’est plus que l’ombre de lui-même. Dépouillée de ses dernières colonies, la couronne réclame néanmoins, lors des négociations de paix avec les Etats-Unis qui se déroulent à Paris en décembre 1898, le paiement des dettes contractées par Cuba lorsque l’île était encore sous son administration. Une pratique courante à l’époque. Les Américains, qui n’ont pas pris la peine de faire participer les Cubains aux discussions, rejettent aussitôt cette requête. Pas question de rembourser le moindre cent d’une dette qui fut imposée au peuple cubain sans son accord et par la force des armes, argumentent-ils. En outre, les Etats-Unis considèrent que la grande majorité des emprunts souscrits par Cuba n’a servi qu’à renforcer l’emprise de l’armée espagnole sur l’île et à mater la rébellion. Si l’Espagne n’a jamais reconnu l’argumentation américaine, elle admet toutefois qu’à partir de 1880, les nouvelles dettes ne servaient pratiquement plus qu’à rembourser les précédentes. Jugeant que les créanciers savaient pertinemment l’usage qui serait fait de leurs prêts, à savoir l’asservissement du peuple cubain, la Commission américaine conclut donc à la nullité de ces dettes. Une ardoise estimée à quelque 400 millions de dollars.

Le raisonnement des Etats-Unis n’est pas tout à fait nouveau. En 1867 déjà, le nouveau gouvernement mexicain de Benito Juarez avait refusé de s’acquitter d’une dette contractée par son prédécesseur, l’empereur Maximilien Ier du Mexique, propulsé au pouvoir par la France en 1863 après trois années de guerre civile. Ce dernier avait souscrit des emprunts auprès de banques françaises afin de financer l’occupation du Mexique.

L’épisode cubain et le traité de Paris qui en découle représentent néanmoins l’avènement d’une nouvelle doctrine à l’échelon international: celle de la dette odieuse. Une doctrine d’autant plus facilement applicable lorsque les dettes en question ne sont pas dues aux pays vainqueurs de la guerre. En l’occurrence, il était difficilement imaginable pour l’Espagne d’aller réclamer ce qu’elle considérait comme étant son dû par la force des armes.

D’ailleurs, et malgré les précédents mexicain et cubain, les cas où fut invoquée la doctrine pour se soustraire au paiement d’une dette contractée par un ancien régime sont restés rares durant tout le XXe siècle. On citera notamment l’exemple des Bolcheviks qui, en 1918, répudièrent la dette tsariste. Ou encore celui du Traité de Versailles qui, en juin 1919, annulait la dette réclamée par l’Allemagne et la Prusse à la Pologne. Une dette qui, là aussi, avait été contractée pour financer l’occupation du territoire polonais…

Le cas le plus emblématique reste toutefois celui du Costa Rica en 1923. Ou tout du moins, l’affaire qui opposa le pays d’Amérique centrale à la Grande-Bretagne demeure-t-elle, aujourd’hui encore, le cas de jurisprudence le plus connu. Au sortir d’une dictature qui dura de 1917 à 1919, le nouveau gouvernement refuse d’honorer les dettes accumulées par le général Tinoco. Chargé d’arbitrer l’affaire à l’échelon international, le président de la Cour suprême des Etats-Unis William Taft conclut à la nullité des dettes qui n’ont fait que servir des intérêts personnels. En vertu du principe de la «bonne foi», le juge américain punit les créanciers du Costa Rica, au premier rang desquels on retrouve la Royal Bank of Canada – une banque britannique – pour avoir prêté de l’argent à un gouvernement illégitime.

Quatre ans plus tard, en 1927, l’ancien ministre russe du tsar Nicolas II et professeur de droit à l’Université de Paris Alexander Sack formalisa enfin la doctrine pour la première fois: «Si un pouvoir despotique contracte une dette non pas selon les besoins et les intérêts de l’Etat, mais pour fortifier son régime despotique, pour réprimer la population qui le combat, cette dette est odieuse pour la population de l’Etat entier. Elle n’est donc pas obligatoire pour la nation: c’est une dette de régime, dette personnelle du pouvoir qui l’a contractée; par conséquent, elle tombe avec la chute du pouvoir», écrivit-il.

Mais de la théorie à la pratique il y a un pas que peu se sont risqué à franchir. Les nouveaux gouvernements, à l’image de celui qui succéda au régime d’apartheid en Afrique du Sud, craignent en effet qu’un défaut de paiement ne ternisse leur image sur la scène internationale. Et ne compromette leurs chances d’attirer des investisseurs étrangers sur leur territoire. Fidel Castro lui-même n’a pas invoqué explicitement la doctrine de la dette odieuse lorsqu’il appela les pays d’Amérique du Sud, en 1985, à ne pas rembourser leurs dettes. De toute manière, cela n’aurait servi à rien puisque le Mexique, le Brésil et la Colombie firent front pour empêcher la formation d’un bloc sud-américain face aux créanciers occidentaux. Le paiement de certaines dettes publiques fut ainsi suspendu, le temps de relancer la machine économique, mais en rien annulé.

Il faut dire que les Etats-Unis veillaient au grain, leurs grandes banques figurant en bonne position sur l’ardoise des Etats sud-américains. Les grandes puissances, qui ont souvent eu l’occasion de financer des régimes non démocratiques, ne voient pas d’un très bon œil la reconnaissance d’un tel principe en droit international. Elles ne veulent pas d’une brèche qui risquerait d’ouvrir la voie à d’autres défauts. Malheureusement, l’invocation de la doctrine de la dette odieuse dépend souvent du bon vouloir des puissants de ce monde.

A la fin du XXe siècle, ce principe controversé du droit international revient cependant sur le devant de la scène. Un retour que l’on doit en grande partie à des Organisations non gouvernementales telles que le Comité pour l’annulation de la dette du tiers-monde (CADTM*), Jubilee 2000, Attac ou encore le collectif Odious Debt. Toutefois, preuve du regain d’intérêt, même la Banque mondiale et le Fonds monétaire international (FMI) se sont penchés sur la question. Plusieurs études ont même été rédigées mais, la plupart du temps, les auteurs ont conclu qu’il s’agissait d’un concept fort complexe et difficilement applicable.

Une fois n’est pas coutume, ce sont les Etats-Unis qui vont conduire à l’annulation – partielle tout du moins – d’une dette considérée par beaucoup comme étant odieuse. C’est au printemps 2003. La dette n’est plus cubaine mais irakienne et le marché du sucre a été remplacé par celui du pétrole. Mais le principe reste le même: le peuple irakien n’a pas à s’acquitter des dettes contractées par Saddam Hussein et sa clique dictatoriale. Washington, qui vient d’envahir l’Irak, presse Moscou, Paris et Berlin, trois créanciers importants, d’annuler la dette de l’Irak. La question sera finalement réglée au sein du Club de Paris où 80% de la dette irakienne sera annulée. En évitant soigneusement toute allusion à la doctrine de la dette odieuse.

Explore posts in the same categories: Ιστορία, Χρέος

Ετικέτες: , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: