Ελλάδα: Τελικά ιμπεριαλιστική ή εξαρτημένη; – Βασίλης Λιόσης

7-Transmitting Symmetry 

»Με αφορμή τις Θέσεις του 19ου συνεδρίου, θα επιχειρήσω στο παρόν κείμενο να δώσω απαντήσεις σε ορισμένα, καίρια κατά τη γνώμη μου, ερωτήματα: ποια ήταν η εξέλιξη της άποψης του ΚΚΕ σχετικά με την εξάρτηση από το 10ο συνέδριο κι έπειτα, πώς πραγματοποιήθηκε η διολίσθηση της ηγεσίας, πώς σχετίζονται οι αντιθέσεις στην ελληνική κοινωνία με τον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, γιατί η έννοια της αλληλεξάρτησης δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο χαρακτήρα χωρών όπως η Ελλάδα, τι σημαίνει ότι μια χώρα είναι ιμπεριαλιστική και τι εξαρτημένη, γιατί η Ελλάδα είναι εξαρτημένη και γιατί η ύπαρξη των μονοπωλίων σε μια χώρα δε σημαίνει ότι αυτή η χώρα είναι αναγκαστικά ιμπεριαλιστική

Πηγή:Εργατικός Αγώνας

eleximperΤο ζήτημα του χαρακτηρισμού μιας χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα είναι ένα κομβικό ζήτημα για τη χάραξη της τακτικής και στρατηγικής του επαναστατικού φορέα. Ο Λένιν αντιλαμβανόμενος τη σχέση ανάμεσα στη θέση μιας χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και την τακτική του επαναστατικού φορέα που δρα σε αυτή τη χώρα, ήρθε σε αντιπαράθεση με δογματικές απόψεις που σχετίζονταν με την «καθημερινή» πολιτική και την επανάσταση και συγκρούστηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τόσο με τη Λούξεμπουργκ όσο και με το ρεύμα του ιμπεριαλιστικού οικονομισμού, ενώ κατηγοριοποίησε τις καπιταλιστικές χώρες σε τρεις «ζώνες» (ιμπεριαλιστικές, εξαρτημένες, αποικιοκρατούμενες).

Το αν, λοιπόν, χαρακτηρίσουμε την Ελλάδα ιμπεριαλιστική, μισοϊμπεριαλιστική, υποϊμπεριαλιστική, αλληλεξαρτημένη ή εξαρτημένη δεν είναι κάτι που αφορά τους ακαδημαϊκούς κύκλους. Δεν πρόκειται για βυζαντινολογίες και συζητήσεις που προσπαθούν να απαντήσουν στο «πόσοι άγγελοι χωράνε στο κεφάλι της καρφίτσας». Ο χαρακτηρισμός της Ελλάδας είναι κρίσιμης σημασίας για το λαϊκό κίνημα και την εργατική τάξη, γιατί η χάραξη μιας λανθασμένης τακτικής μπορεί να αποβεί μοιραία για τα λαϊκά στρώματα, ενώ αντιθέτως ο ορθός χαρακτηρισμός μιας χώρας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να οδηγήσει επιτυχώς μέχρι το τέλος την υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης.

Είναι γνωστό στους κομμουνιστές –τουλάχιστον σε πολλούς από αυτούς– και σε όσους παρακολουθούν τα ντοκουμέντα του ΚΚΕ, ότι η ηγεσία του ΚΚΕ με τη μέθοδο της διολίσθησης, (δηλαδή είτε μέσα από αρθρογραφία και δηλώσεις στελεχών, είτε μέσα από κομματικές διαδικασίες και ντοκουμέντα που ανέτρεπαν το Πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου), αφαιρέθηκε αυθαίρετα ο χαρακτηρισμός της Ελλάδας ως εξαρτημένης, σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν της κομματικής παράδοσης αλλά κυρίως σε αντίθεση με την ίδια την πραγματικότητα.

Με αφορμή τις Θέσεις του 19ου συνεδρίου, θα επιχειρήσω στο παρόν κείμενο να δώσω απαντήσεις σε ορισμένα, καίρια κατά τη γνώμη μου, ερωτήματα: ποια ήταν η εξέλιξη της άποψης του ΚΚΕ σχετικά με την εξάρτηση από το 10ο συνέδριο κι έπειτα, πώς πραγματοποιήθηκε η διολίσθηση της ηγεσίας, πώς σχετίζονται οι αντιθέσεις στην ελληνική κοινωνία με τον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, γιατί η έννοια της αλληλεξάρτησης δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο χαρακτήρα χωρών όπως η Ελλάδα, τι σημαίνει ότι μια χώρα είναι ιμπεριαλιστική και τι εξαρτημένη, γιατί η Ελλάδα είναι εξαρτημένη και γιατί η ύπαρξη των μονοπωλίων σε μια χώρα δε σημαίνει ότι αυτή η χώρα είναι αναγκαστικά ιμπεριαλιστική.

 

Α. 10Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΗ

Δε θα σταθώ σε μια καταγραφή της άποψης του ΚΚΕ για το εν λόγω ζήτημα από την ημέρα της γέννησής του, αλλά θα αναφερθώ στο πώς αντιμετωπίστηκε από το 10ο συνέδριο κι εντεύθεν.

Στο Πρόγραμμα του 10ου συνεδρίου (1978) αναφέρεται: «Η Ελλάδα, χώρα καπιταλιστική, ανήκει στο παγκόσμιο σύστημα του καπιταλισμού, που περνά την Τρίτη φάση της γενικής του κρίσης. Οι συνέπειες της κρίσης αυτής γίνονται αισθητές και στη χώρα μας, ιδίως εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησής της από το κεφάλαιο […]

»Η ένταση της οικονομικής εξάρτησης της χώρας από τα διεθνή μονοπώλια, που στηρίχθηκε στο νομικά κατοχυρωμένο νόμο για την προστασία του ξένου κεφαλαίου, εκφράστηκε στη σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, στην παραπέρα διείσδυση του ξένου κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία και τη μετατροπή της χώρας σε οικονομικό ορμητήριο των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών […]

»Η Ελλάδα δεν υποφέρει μόνο από τον οικονομικό ζυγό των ξένων ιμπεριαλιστών και των ντόπιων μονοπωλίων, που συνεργάζονται μαζί τους. Οι αμερικανοί ιμπεριαλιστές επεμβαίνουν ωμά σε όλη τη ζωή της χώρας. Διορίζουν ουσιαστικά τις κυβερνήσεις, διευθύνουν τις ένοπλες δυνάμεις, υπαγορεύουν την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της. Με την εγκατάσταση αεροπορικών και ναυτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος, με τη δημιουργία του πυραυλοκίνητου κέντρου της Κρήτης και τελευταία με την εκχώρηση μόνιμων αγκυροβολίων στον 6ο αμερικανικό στόλο, που περιπολεί στη Μεσόγειο, η Ελλάδα μπλέκεται ακόμη πιο πολύ στα γρανάζια του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε πολεμική βάση και ορμητήριο των ΕΠΑ και του ΝΑΤΟ ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες και τις χώρες της Μέσης και της Εγγύς Ανατολής. Δημιουργούνται τεράστιοι κίνδυνοι για την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό, που απειλείται από ολοκληρωτική πυρηνική καταστροφή […]

»Μεταπολεμικά, δυνάμωσε η οικονομική εξάρτηση της πατρίδας μας από το ξένο κεφάλαιο. Αυτή εκφράζεται στην αύξηση των επενδύσεών του στην ελληνική οικονομία και στη διόγκωση του εξωτερικού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, που σήμερα ανέρχονται σε 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή περίπου στο 1/3 του εθνικού εισοδήματος. Εκφράζεται επίσης στην τεράστια ελλειμματικότητα του εξωτερικού εμπορίου, στις διάφορες διεθνείς συμβάσεις με τους ιμπεριαλιστές, που περιορίζουν ουσιαστικά την αυτοτέλεια της χώρας. Η σύνδεσή της με την κοινή αγορά μεγάλωσε την εξάρτησή της […]

»Το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο εκμεταλλεύεται μεγάλο μέρος των παραγωγικών πηγών και του εργατικού δυναμικού της πατρίδας μας. διεισδύει κατά πρώτο λόγο στη βιομηχανία. Διεισδύει επίσης στη ναυτιλία, στον τουρισμό και ως ένα βαθμό στην αγροτική οικονομία. Κατακτά όλο και περισσότερο την εσωτερική αγορά. Γίνεται ιδιοκτήτης όλο και μεγαλύτερου μέρους των παραλιών μας. ιδιαίτερα σοβαρή είναι η διείσδυση των πολυεθνικών μονοπωλίων (ΕΣΣΟ, Πεσσινέ, Ιντερνάσιοναλ Τέλεφον εντ Τέλεγραφ κ.ά.) σε βασικούς βιομηχανικούς κλάδους. Κυρίαρχη θέση κατέχει το αμερικανικό κεφάλαιο. Ακολουθούν το γαλλικό και δυτικογερμανικό. Το αγγλικό κεφάλαιο, που έχασε τον κυρίαρχο προπολεμικό ρόλο του, προσπαθεί να τον ανακτήσει. Το ληστρικό ξένο κεφάλαιο εισπράττει από τη χώρα μας βαρύτατο φόρο υποτέλειας με τα μονοπωλιακά υπερκέρδη από τις τοποθετήσεις του στην ελληνική οικονομία, με τις ανισόμετρες ανταλλαγές, με τους υψηλούς τόκους των δημοσίων και ιδιωτικών δανείων. Η αφαίμαξη αυτή περιορίζει τις δυνατότητες της εσωτερικής συσσώρευσης και γενικότερα επιβραδύνει και παραμορφώνει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων […]

»Η ανάπτυξη του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, από τη μια, και το μεγάλωμα της έντασης της εξάρτησης της χώρας από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο, μαζί με τη στενή πρόσδεσή της στο άρμα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, από την άλλη, όξυναν όλες τις αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας και δημιούργησαν νέες […]

»Η Ελλάδα είναι χώρα καπιταλιστική, βιομηχανική-αγροτική, βρίσκεται σε μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και έχει σα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμά την πολύ μεγάλη εξάρτησή της από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο και το διεθνή ιμπεριαλισμό. Δυναμώνει σε αυτή και αναπτύσσεται ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός», η υπογράμμιση δική μου[1].

Το πρόγραμμα του 10ου συνεδρίου είναι απολύτως σαφές και δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.

 

Β. 15Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΗ

Το πνεύμα του 10ου συνεδρίου δεν ανατρέπεται στα συνέδρια που ακολούθησαν και ούτε στο προγραμματικό 15ο, εκτός από μια λεπτομέρεια που όπως όλα έδειξαν στη συνέχεια είχε τη σημασία της.

Στο πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου (22-26 Μαΐου του 1996) γράφεται: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιάμεση και εξαρτημένη θέση στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της καθορίστηκαν από ιστορικούς λόγους: Από την αργή και βασανιστική ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, η οποία πραγματοποιήθηκε κάτω από την άμεση οικονομική και πολιτική και στρατιωτική ανάμειξη των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών και με όρους εξάρτησης από το ξένο κεφάλαιο. Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός στη χώρα μας αναπτύχθηκε αργότερα από ό,τι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και ενώ είχε ήδη διαμορφωθεί το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με αποτέλεσμα να στηριχθεί σε σχετικά χαμηλή υλικοτεχνική βάση. Στα μεταδικτατορικά χρόνια αναπτύχθηκε περισσότερο ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός, δυνάμωσε η εξάρτηση από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο και το διεθνή ιμπεριαλισμό. Στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, η Ελλάδα προσαρμόζεται περισσότερο οργανικά στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ και με τη συμμετοχή της σε διεθνείς διακρατικές συμφωνίες.

»Με τη συνθήκη του Μάαστριχτ αναβαθμίζεται η παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη θεσμοθετημένη δυνατότητά του, να αναμειγνύεται στο οικονομικό, προστίθεται και η δυνατότητα να αναμειγνύεται και στο πολιτικό και στο στρατιωτικό επίπεδο, στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της λεγόμενης εσωτερικής ασφάλειας.

»Το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο ελέγχει την ελληνική οικονομία και βασικούς τομείς της χώρας. Οι πολυεθνικές και τα μονοπώλια κατέκτησαν νέες θέσεις, διείσδυσαν βαθύτερα και ασκούν άμεσο ρόλο σε τομείς καίριους για τη διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς, της κοινωνικής συνείδησης της εργατικής τάξης και του λαού. Κυρίαρχη τάση είναι η διασύνδεση μαζί του, η εξάρτηση και η προσαρμογή στους γενικότερους σχεδιασμούς. Η γενική τάση διαπλοκής δεν αλλάζει από το γεγονός ότι τμήματα του ντόπιου κεφαλαίου πλήττονται από τις πολυεθνικές»[2].

Δυο συμπεράσματα: α) ο γενικός χαρακτηρισμός περί εξαρτημένης παραμένει και δεν αναιρείται. Ίσα ίσα υπάρχει συγκεκριμένη επιχειρηματολογία που θεμελιώνει τον εξαρτημένο χαρακτήρα της χώρας, β) η διαφοροποίηση έγκειται στον προσδιορισμό που μπαίνει για την εξαρτημένη Ελλάδα. Ενώ στο ντοκουμέντο του 10ου η Ελλάδα είναι μέσου επιπέδου ανάπτυξης, στο ντοκουμέντο του 15ου γίνεται αναφορά για ενδιάμεση θέση. Το ενδιάμεση θέση σχετικοποιεί αυτή τη θέση, αφού μπορεί να σημαίνει τάση και προς τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ενώ το μέση θέση είναι περισσότερο ακριβές. Παρ’ όλα αυτά η θεώρηση του Προγράμματος είναι ξεκάθαρη στο ζήτημα της εξάρτησης και κατά βάση δεν αναιρεί τη θέση του προηγούμενου Προγράμματος.

 

Γ. 17Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΗ

Στο 17ο συνέδριο στη θέση 9 με τίτλο Η θέση της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και την ΕΕ, ενώ παραμένει η διαπίστωση ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιάμεση κι εξαρτημένη θέση στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, διαπιστώνεται παράλληλα ότι «ενισχύθηκαν βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλιστικού σταδίου του ελληνικού καπιταλισμού, όπως η εξαγωγή κεφαλαίων στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά. Η συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις. Η συμμετοχή στο σχεδιασμό και προώθηση αντεργατικών και αντιλαϊκών κατευθύνσεων και μέτρων βασικών ιμπεριαλιστικών κέντρων και ενώσεων, όπως είναι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα ο ελληνικός καπιταλισμός υφίσταται τις συνέπειες των ανταγωνισμών, την όξυνση των αντιθέσεων και αντιφάσεων της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης»[3] (η υπογράμμιση δική μας).

Η γραμματέας του κόμματος φρόντισε να παρουσιάσει αναλυτικότερα τις παραπάνω εκτιμήσεις στη συνδιάσκεψη της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ) σε μια τοποθέτηση που παρά τις αντιφάσεις της, λέει εμμέσως πλην σαφώς ότι η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική:

«Το έχουμε δει αυτό το θέμα και σε προηγούμενα συνέδρια. Τριάντα χρόνια μιλάμε για ανάπτυξη του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού στην Ελλάδα, για μονοπωλιακό καπιταλισμό. Ο ιμπεριαλισμός, όπως γνωρίζουμε, είναι μονοπωλιακός καπιταλισμός, είναι το ανώτατο και τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Άλλοτε γράφεται ή λέγεται ανώτερο, ανώτατο, τελευταίο, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ισχύει αυτό που η θεωρία μας υπογραμμίζει, ότι μετά από αυτό το στάδιο δεν υπάρχει κάτι άλλο, είναι το πρόθυρο στο σοσιαλισμό. Βεβαίως, ο καπιταλισμός και στο στάδιο αυτό εξελίσσεται σε κάθε χώρα, δε μένει στάσιμος. Η ουσία είναι ότι η εκτίμηση αυτή καθορίζει το χαρακτήρα της επανάστασης ως σοσιαλιστικής.

»Δε μένουμε μόνο στο βασικό για τον ελληνικό καπιταλισμό, προσθέτουμε δίπλα και το ζήτημα της ενδιάμεσης, εξαρτημένης θέσης της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που δεν αλλάζει όμως το γενικό χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού. Άλλωστε εμείς ξέρουμε ότι υπάρχει η ανισόμετρη ανάπτυξη και σχέσεις ανισοτιμίας στις διακρατικές ιμπεριαλιστικές ενώσεις και γενικότερα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

»Λόγου χάρη, δίνουν σημαντικά στοιχεία οι εξελίξεις της τελευταίας 15ετίας. Τα χρόνια που πέρασαν η Ελλάδα έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στα Βαλκάνια. Ήταν η μοναδική χώρα – μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ σε ένα χώρο που είχε ανατραπεί ο σοσιαλισμός κι ακόμα δεν είχε διαμορφωθεί ο καπιταλισμός. Η Ελλάδα ήταν το μακρύ χέρι όχι μόνο στον πόλεμο, έπαιξε ρόλο και στη διαμόρφωση του πολιτικού συστήματος. Λέμε στις Θέσεις ότι στην πορεία θα αρχίσει να υποβαθμίζεται αυτή η θέση, γιατί οι γειτονικές χώρες αναπτύσσονται καπιταλιστικά, προσελκύουν επενδύσεις. Υπάρχει και άλλη πλευρά, το μεγάλο κεφάλαιο ενδιαφέρεται να κάνει επενδύσεις σε μεγάλες αγορές, σε μεγαλύτερες αγορές σε σχέση με την ελληνική, π.χ. στην Τουρκία.

»Γιατί μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Γιατί διεκδικούμε αναβάθμιση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα; Όχι, βέβαια. Αλλά γιατί πρέπει να αξιοποιούνται και να υπολογίζονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, οι ανακατατάξεις που γίνονται γύρω μας.

»Ο Λένιν ανάμεσα στα 5 βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού αναδείκνυε το μονοπώλιο, δηλαδή στο πεδίο της οικονομίας. Γιατί το μονοπώλιο ωθεί στη συγκέντρωση, στις εξαγωγές κεφαλαίων, έχει συμφέρον και από τον πόλεμο για τη διανομή και αναδιανομή.

»Βεβαίως, μιλούσε για μια χούφτα ιμπεριαλιστικών ηγετικών χωρών και σήμερα μπορούμε να το λέμε, σήμερα μάλιστα μια από αυτές, οι ΗΠΑ, είναι στην κορυφή. Όμως η αντίθεση αυτή ανάμεσα στις ισχυρές και στις λιγότερο ισχυρές, στις μεγάλες και στις μικρές, δεν είναι η κυρίαρχη, αλλά είναι μέρος του συνόλου των σχέσεων. Κι αν ήταν ή είναι και σήμερα αυτή η αντίθεση κυρίαρχη, γιατί οι άλλες χώρες, οι μικρές καπιταλιστικές, δεν κάνουν ένα μέτωπο απέναντι στις πιο ισχυρές;

»Η εξάρτηση δε σημαίνει ότι καθυστερεί την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη συγκεκριμένη εξαρτημένη χώρα. Το αντίθετο γίνεται, συμβάλλει στην ταχύτερη ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, βέβαια αυτό γίνεται με βάση τους νόμους του καπιταλισμού, την ανισομετρία. Συνεπάγεται και ανισόμετρη ανάπτυξη των κλάδων, και ένταση των δυσαναλογιών κλπ. Η εξάρτηση δεν αλλάζει το χαρακτήρα της επανάστασης, ούτε δημιουργεί δυνατότητα μιας ενδιάμεσης επαναστατικής εξουσίας.

»Ο όρος σήμερα «εθνική ανεξαρτησία» δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες. Όταν εμείς προτείνουμε αποδέσμευση από ΕΕ και ΝΑΤΟ, αυτό μπορεί και πρέπει να βρίσκει σύμφωνους και συνεργαζόμενους, γενικότερα λαϊκές δυνάμεις που βλέπουν το ζήτημα της «εθνικής ανεξαρτησίας» από τη δική τους σκοπιά. Μπορεί να μιλάς για πάλη για την εθνική ανεξαρτησία (ανεξάρτητα πόσο δόκιμος είναι ο όρος) και να μη θίγεις το ζήτημα των δεσμεύσεων και εξαρτήσεων που επιβάλλει η ΕΕ και το ΝΑΤΟ; Γιατί δεν μπορούμε μ’ αυτή τη θέση να κερδίσουμε κι ανθρώπους που συμφωνούν στο ότι κάθε λαός πρέπει να αποφασίζει για τη μοίρα του»[4] (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Πριν γίνει αναφορά στο 18ο συνέδριο, θα πρέπει να παραθέσουμε ορισμένες σκέψεις για το παραπάνω απόσπασμα. Η ΑΠ υπονοεί ότι η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική χώρα, απλώς δεν το διατυπώνει με σαφήνεια. Υπονοεί, ακόμη, πως όποιος αναφέρεται στο ζήτημα της εξάρτησης σταδιοποιεί την επαναστατική διαδικασία. Επιπλέον, υπαινίσσεται πως η ύπαρξη των μονοπωλίων σε μια χώρα καθορίζει τον ιμπεριαλιστικό της χαρακτήρα. «Ο όρος εθνική ανεξαρτησία δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες», καταλήγει η Α. Παπαρήγα, χωρίς να εξηγεί το γιατί.

Κατ’ αρχάς, να διευκρινίσουμε το εξής. Όταν ο Λένιν έκανε περιοδολόγηση του καπιταλισμού με βάση τα εθνικά κινήματα, διέκρινε δύο εποχές: στην πρώτη εποχή ξυπνούν τα εθνικά κινήματα, στη δεύτερη τα μαζικά αστικοδημοκρατικά κινήματα εκλείπουν. Ωστόσο, ο διαλεκτικός Λένιν σπεύδει να συμπληρώσει: «Βέβαια, οι εποχές αυτές δε χωρίζονται η μια από την άλλη με τείχη, μα συνδέονται με πολυάριθμους κρίκους, ενώ οι διάφορες χώρες διαφέρουν επίσης σχετικά με την ταχύτητα της εθνικής ανάπτυξης, την εθνική σύνθεση του πληθυσμού, την κατανομή του κ.λπ. κ.λπ. Ούτε λόγος να γίνεται ότι οι μαρξιστές μιας δοσμένης χώρας δεν μπορούν να καταπιαστούν με την επεξεργασία του εθνικού τους προγράμματος χωρίς να υπολογίσουν όλες αυτές τις γενικές ιστορικές και συγκεκριμένες κρατικές συνθήκες»[5].

Προφανώς, δε διερχόμαστε, στην Ευρώπη, μια εποχή ανάλογη με αυτήν του Λένιν. Όμως, αυτό δε σημαίνει ότι ο τρόπος σκέψης του Λένιν είναι άχρηστος. Το συμπέρασμα περί τέλους της χρησιμότητας του όρου «εθνική ανεξαρτησία» ήταν τουλάχιστον βιαστικό. Πέραν του ότι δεν εξηγείτο το λανθασμένο της χρήσης του, από το ότι δεν υπάρχει μιαν εξήγηση γιατί μέχρι πριν από λίγα χρόνια είχε νόημα ενώ αίφνης αυτό το νόημα εξανεμίστηκε, από το ότι δεν αναδεικνύεται μέσα από το παραπάνω απόσπασμα το περιεχόμενο του όρου όσο αυτός χρησιμοποιούνταν, η τοποθέτηση αυτή δείχνει να μην κατανοεί ότι οι πολιτικοί όροι –τουλάχιστον κάποιοι εξ αυτών– διέπονται από ιστορικότητα: μεταλλάσσεται το περιεχόμενο τους ανάλογα με την εποχή που διανύουμε. Αν κάποτε ο όρος εθνική ανεξαρτησία σήμαινε τη συγκρότηση εθνικών κινημάτων με τη συμμετοχή και της αστικής τάξης ή μέρους της, σήμερα δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Ο προοδευτικός ρόλος της αστικής τάξης έχει παρέλθει προ πολλού, οπότε σήμερα, αλλά και σε πρόσφατες παρελθούσες εποχές, ο όρος εθνική ανεξαρτησία σήμαινε και σημαίνει την ανάγκη αποδέσμευσης από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά που κρατούν «δεμένα» τα λαϊκά στρώματα.

Επιπλέον, δεν κατανοούμε για ποιο λόγο ο όρος «κυριαρχικά δικαιώματα» που αντικατέστησε στην κομματική ορολογία τον όρο «εθνική ανεξαρτησία», είναι επιστημονικότερος ή πιο μαρξιστικός, από τη στιγμή, μάλιστα, που πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιείται κατά κόρο σε διεθνείς οργανισμούς, στη διεθνή ορολογία, από αστικά και μικροαστικά κόμματα. Τι ακριβώς είναι τα κυριαρχικά δικαιώματα, σε ποια κοινωνικά στρώματα αναφέρονται, ποιο είναι το πολιτικό και οικονομικό περιεχόμενο αυτού του όρου; Η απεμπόληση του όρου «εθνική ανεξαρτησία» δεν είναι παρά μια στατική αντιμετώπιση του ζητήματος[6].

Η «νέα» άποψη που ακύρωνε την έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας, έφερνε σε αντίθεση το κόμμα με το πολύ πρόσφατο παρελθόν του. Για παράδειγμα: τα μπλοκ των διαδηλωτών του ΚΚΕ, επί πρωθυπουργίας Σημίτη, κατά τις πορείες τους στην αμερικανική πρεσβεία βροντοφώναζαν (και ασφαλώς καλά έκαναν) το σύνθημα: «Κυβέρνηση Σημίτη υπάλληλοι του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα δεν είναι προτεκτοράτο». Η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ που έχει αποφασίσει πως η Ελλάδα δεν είναι εξαρτημένη, υποχρεούται να απαντήσει στο εξής ερώτημα: το σύνθημα ήταν σωστό ή λάθος; Ή μήπως ακόμη το γεγονός ότι τα μέλη του ΚΚΕ έστειλαν τους νατοϊκούς στη λαχαναγορά της Θεσσαλονίκης ήταν μια πράξη πολιτικά λανθασμένη, αφού υπονοούσε σχέσεις πολιτικής εξάρτησης και επιδίωκε τη γελοιοποίηση του ισχυρού ιμπεριαλιστή;

Τα ερωτήματα αυτά προφανώς είναι ρητορικά. Το ΚΚΕ μέσα από την αντιιμπεριαλιστική του δράση στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά και σε προηγούμενες δεκαετίες (π.χ. με την έντονη προβολή του συνθήματος «έξω οι βάσεις του θανάτου»), μπόρεσε να συγκινήσει τμήματα του ελληνικού πληθυσμού πέρα από τη στενή κομματική του επιρροή. Αυτό ήταν αναμφισβήτητα ένα μεγάλο κέρδος για το κίνημα. Σήμερα;

Κι όμως, παρά αυτήν την τοποθέτηση περί τέλους του όρου «εθνική ανεξαρτησία», το ΠΓ της ΚΕ έρχεται λίγα χρόνια μετά και τοποθετείται ως εξής: «Πατριωτισμός είναι το δίκιο του λαού. Σημαίνει λαϊκή χειραφέτηση και συμμαχία κατά του κεφαλαίου, εγχώριου και ξένου, αποδέσμευση από όλους τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Μόνο η λαϊκή εξουσία και οικονομία μπορεί να εξασφαλίσει την εθνική κυριαρχία, την προστασία της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές επιβουλές, υπέρ του λαϊκού συμφέροντος»[7].

Πέρα από το γεγονός ότι τοποθετήσεις όπως η παραπάνω χαρακτηρίζονται από μοιρολατρία, αφού τη λύση όλων των προβλημάτων την εναποθέτουν στη δικτατορία του προλεταριάτου, αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα κατακτήσεων στον καπιταλισμό, αντιφάσκει με την προηγούμενη τοποθέτηση της Α. Παπαρήγα που παραθέσαμε. Στην ανακοίνωση του ΠΓ αναγνωρίζεται ότι 1) θέμα εθνικής κυριαρχίας υφίσταται και 2) υπάρχουν ιμπεριαλιστικές επιβουλές για την Ελλάδα. Η ηγεσία του ΚΚΕ κάνει αυτήν τη στροφή για ένα και μόνο λόγο: δέσμια μιας οπορτουνιστικής λογικής αναγκάζεται να μιλήσει για εθνική κυριαρχία και για ιμπεριαλισμό, αφού η πραγματικότητα την αναγκάζει να κάνει κάτι τέτοιο. Πώς άλλωστε να μιλήσεις στην Ελλάδα της τρόικας, του Φούχτελ, του Ράιχενμπαχ και της υποθήκευσης όλου του δημόσιου πλούτου στους δανειστές, για αλληλεξάρτηση;

Παρ’ όλα αυτά, όπως θα δούμε παρακάτω η ηγεσία του ΚΚΕ δεν κάνει παρά μερικές διορθωτικές κινήσεις μόνο και μόνο για να μη φανεί εκτός τόπου και χρόνου. Ωστόσο, κατά βάση διατηρεί την καταστροφική της θεώρηση για τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο καπιταλισμό.

 

Δ. 18Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΗ

Περνάμε τώρα στο 18ο συνέδριο στο οποίο γίνεται ένα ακόμη βήμα διολίσθησης, ακόμη μεγαλύτερο αυτή τη φορά, αφού ο χαρακτηρισμός της εξαρτημένης Ελλάδας εξαφανίζεται. Στη θέση 26 με τίτλο «Η θέση της (σ.σ. Ελλάδας) στο ιμπεριαλιστικό σύστημα» γράφεται: «Στο πλαίσιο της ανισόμετρης ανάπτυξης, ο ελληνικός καπιταλισμός διατηρεί την αναβαθμισμένη θέση του στα Βαλκάνια, που πραγματοποιήθηκε μετά την καπιταλιστικοποίησή τους, ενώ δε μεταβάλλεται η ενδιάμεση θέση του στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα»[8].

Τα ερωτήματα που ανακύπτουν, λοιπόν, είναι τα εξής:

[i] Πώς είναι δυνατό ενώ στο μέχρι τότε ισχύον πρόγραμμα του ΚΚΕ να διαπιστώνεται όχι μόνο ότι η Ελλάδα είναι εξαρτημένη αλλά και ότι η εξάρτησή της βαθαίνει, αυτό ξαφνικά να αλλάζει και να καταγράφεται η ενδυνάμωση των ιμπεριαλιστικών της χαρακτηριστικών με συνέπεια την εξαφάνιση του χαρακτηρισμού της «εξαρτημένης»; Ποιες οικονομικές και πολιτικές μελέτες στηρίζουν ένα τέτοιο συμπέρασμα και γιατί αυτές δεν έγιναν ή αν έγιναν, γιατί δεν παρουσιάστηκαν;

[ii] Πώς άλλαξε μια βασικότατη προγραμματική θέση μέσα από ένα συνέδριο μη προγραμματικό; Συνάδει κάτι τέτοιο με το καταστατικό του κόμματος;

[iii] Αν πράγματι έχουν αλλάξει κάποιες συνθήκες που καθιστούν ξεπερασμένη την προηγούμενη εκτίμηση, γιατί δεν υπάρχει μια ευθεία παραδοχή; Αν πάλι το ΚΚΕ έκανε λάθος όλα τα προηγούμενα χρόνια, γιατί δε λέγεται ρητά και χωρίς περιστροφές; Αυτό δεν επιβάλλει η κομμουνιστική κριτική και αυτοκριτική, η κομμουνιστική ηθική σε τελευταία ανάλυση;

[iv] Πώς είναι δυνατό σε μια σειρά γραμμάτων στον προσυνεδριακό του 18ου να επισημαίνεται από πολλά κομματικά μέλη η παραβίαση που έχει γίνει και να δίνεται απάντηση με δισέλιδο άρθρο σε περίοδο προσυνεδριακής συζήτησης;[9] Και μάλιστα με ένα άρθρο που αναλύει το ζήτημα της εξάρτησης και αλληλεξάρτησης παίρνοντας σαφώς θέση υπέρ της δεύτερης; Και όχι μόνο αυτό. Το άρθρο στερείται επιστημονικότητας αφού ο συντάκτης του απαντά με αναφορές μόνο στο Μαρξ, δηλαδή με αναλύσεις για τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό και χωρίς καμία απολύτως αναφορά στο Λένιν που όρισε και ανέλυσε τον ιμπεριαλισμό…

[v] Αν η εξάρτηση δεν αποδίδει την πραγματικότητα για την Ελλάδα τότε τι νόημα έχουν οι αναφορές περί ανισόμετρης ανάπτυξης; Έχει κάποιο πολιτικό παρεπόμενο η ύπαρξη της ανισομετρίας ή πρόκειται για ένα ακαδημαϊκό απόφθεγμα; Και πώς διαφοροποιείται η γραμμή ενός κομμουνιστικού κόμματος σε μια ιμπεριαλιστική χώρα από την αντίστοιχη γραμμή σε μια εξαρτημένη;

Η θέση αυτή του 18ου συνεδρίου υποστηρίχθηκε με ανιστόρητα αποφθέγματα. Ορισμένα στελέχη δε δίστασαν να διατυπώσουν δημόσια θέσεις που έρχονταν σε κατάφωρη αντίθεση με την εκτίμηση του Προγράμματος του ΚΚΕ. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Μάκη Μαΐλη, ο οποίος σε κείμενο σχετικό με τα «Ιουλιανά» αναφέρει πως την περίοδο των Ιουλιανών, δηλαδή τη δεκαετία του 1960, «δεν είχε φτάσει η στιγμή που η αστική τάξη θα επέβαλε την αναβάθμισή της στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, “απογαλακτίζοντάς” την από τον εμφύλιο αναγκαστική “κηδεμονία” των ΗΠΑ στην από κοινού χάραξη της αστικής πολιτικής. Αυτός ακριβώς ο στόχος, μέσα από διαπάλη, ήταν το περιεχόμενο του “αντιαμερικανισμού” του Α. Παπανδρέου, που αργότερα υλοποιήθηκε πρωταρχικά από τον Κ. Καραμανλή και στη συνέχεια από το ΠΑΣΟΚ. Και ναι μεν η θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα παρέμενε κατά πολύ υποδεέστερη σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, με όσες συνέπειες είχε κι έχει αυτό, ωστόσο η εγχώρια αστική τάξη σαφώς αυτονομήθηκε και στις σχέσεις με τις ΗΠΑ (!)»[10] (η υπογράμμιση δική μας).

 

Ε. ΤΟ 19Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Από το 18ο συνέδριο «κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι», ξέσπασε η πιο σοβαρή καπιταλιστική κρίση μετά από αυτήν του 1929-1933 και η Ελλάδα έχει υποστεί τις συνέπειές της με τον πιο δραματικό τρόπο. Η είσοδος του ΔΝΤ στην Ελλάδα, η θέσπιση της δανειακής σύμβασης, το αγγλικό δίκαιο με το οποίο πλαισιώνονται οι όροι δανεισμού, η παράδοση της εθνικής κυριαρχίας μέσα από συγκεκριμένα άρθρα της δανειακής σύμβασης και προσφάτως μέσα από την πράξη νομοθετικού περιεχομένου, οι Ευρωπαίοι επίτροποι που αλωνίζουν τα ελληνικά υπουργεία και τις ελληνικές υπηρεσίες, οι υποδείξεις που έχουν την ισχύ διαταγής στην ελληνική κυβέρνηση από Ευρωπαίους αξιωματούχους και που έφτασαν μέχρι και να μιλάνε για τον περιορισμό του ελληνικού στρατού, όχι μόνο δεν αφήνουν αμφιβολία για τον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά υπογραμμίζουν και τη νέα φάση εξάρτησης της Ελλάδας που φέρει πλέον χαρακτηριστικά νεοαποικιοκρατίας.

Η νέα κατάσταση εξανάγκασε την ηγεσία του ΚΚΕ σε μια σχετική αναδίπλωση που ωστόσο είναι κίβδηλη. Συγκεκριμένα στις Θέσεις του 19ου α) αναφέρεται πλείστες φορές ο όρος ανισομετρία (που πρέπει να διευκρινίσουμε βεβαίως ότι συνδέεται αλλά δεν ταυτίζεται με τον όρο εξάρτηση), β) διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα ανήκει στη κατηγορία των ασθενέστερων και υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης (θέση 4) και πως ο ελληνικός καπιταλισμός επωφελήθηκε για κάποια χρόνια (άρα πλέον δεν επωφελείται) από τις εξελίξεις στα Βαλκάνια, τον Εύξεινο Πόντο κ.λπ. (θέση 21), γ) η προηγούμενη θεώρηση που υπονοούσε την Ελλάδα ως ιμπεριαλιστική αναδιατυπώνεται (πρόσκαιρα όπως θα δούμε λίγο παρακάτω) και θεωρείται πως «στο πλαίσιο της ανισόμετρης ανάπτυξης η Ελλάδα, με στοιχεία υποχώρησης, παραμένει σε ενδιάμεση θέση στη διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα, με εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ» (θέση 5), δ) διατυπώνεται η θέση για ανισότιμη αλληλεξάρτηση (Θέση 72) και ε) υπονοείται και πάλι ότι η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική αφού σύμφωνα με τη θέση 72 «ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο […]».

Γιατί, όμως, υποστηρίζω ότι η αναδίπλωση είναι κίβδηλη;

[i] Είναι άλλο να υποστηρίζει κάποιος πως η Ελλάδα είναι εξαρτημένη και άλλο ότι έχει εξαρτήσεις. Είναι ολοφάνερο ότι το εξαρτημένη έχει μεγαλύτερο φορτίο από ότι το εξαρτήσεις. Το εξαρτήσεις είναι ένα τέχνασμα που ωστόσο είναι απολύτως προβληματικό. Αν κάποιος υιοθετεί το σχήμα της αλληλεξάρτησης –και η ηγεσία του ΚΚΕ το έχει υιοθετήσει– μπορεί κάλλιστα να υποστηρίξει ότι το ένα καπιταλιστικό κράτος εξαρτάται από το άλλο και άρα υπάρχουν εξαρτήσεις και για τον ένα και για τον άλλο.

[ii] Πουθενά δεν εξηγείται για ποιο λόγο δεν υπάρχει διατύπωση ανάλογη του 18ου συνεδρίου και γιατί υπάρχει αυτή η διαφοροποίηση. Η απουσία εξηγήσεων έχει ένα και μόνο σκοπό: η όποια θεώρηση να προσαρμόζεται κατά το δοκούν. Η υποτιθέμενη ιδεολογική καθαρότητα της ΚΕ είναι αρκούντως θολή (θα δούμε παρακάτω ότι σε κείμενο «γραμμής» που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη κατόπιν των Θέσεων, η θέση περί ανισότιμης αλληλεξάρτησης έχει υποστεί κάποιες διαφοροποιήσεις).

[iii] Μέσα στο κείμενο των Θέσεων υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις. Από τη μια διαπιστώνεται ότι με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και των κατοπινών Συμφωνιών εκχωρούνται εθνοκρατικά δικαιώματα (και μάλιστα δε χρησιμοποιείται ο συνήθης όρος κυριαρχικά δικαιώματα/θέση 10), από την άλλη κατηγορούνται όσοι μιλάνε για απώλεια της εθνικής κυριαρχίας (θέση 28).

[iv] Χρησιμοποιείται και πάλι ο όρος ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Ο όρος από μόνος του μπορεί να μη δημιουργεί πρόβλημα. Δημιουργεί πρόβλημα στο βαθμό που κάποιος έχει στο μυαλό του δογματικές θεωρήσεις. Αν για παράδειγμα μιλάμε για το συσσωμάτωμα των ιμπεριαλιστικών χωρών τότε ο όρος δεν είναι προβληματικός. Αν, όμως, εντός της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας εμπεριέχονται όλες οι καπιταλιστικές χώρες τότε το ιδεολογικό και θεωρητικό παράπτωμα είναι πολύ μεγάλο.

[v] Θα πρέπει επιτέλους να εξηγηθεί τι σημαίνει πως ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του». Αυτό σημαίνει ή όχι ότι είναι ιμπεριαλιστική; Γιατί αν δε σημαίνει κάτι τέτοιο ποια είναι η ερμηνεία του;

 

ΣΤ. Η ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Όλες τις καπιταλιστικές χώρες ανεξάρτητα από τη θέση τους στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, ανεξάρτητα από το αν είναι ιμπεριαλιστικές, αν τείνουν να γίνουν τέτοιες, αν είναι εξαρτημένες, αν είναι αποικιοκρατούμενες κ.λπ. τις διαπερνά η βασική αντίθεση. Η αντίθεση, δηλαδή, ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Τι σημαίνει αυτή η αντίθεση; Σημαίνει ότι από τη μια η παραγωγή έχει κοινωνικό χαρακτήρα και από την άλλη τα παραγόμενα προϊόντα ιδιοποιούνται από την ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία. Η αντίθεση αυτή είναι αγεφύρωτη και εκφράζει το βαθύτατο ανταγωνισμό ανάμεσα στη μισθωτή εργασία και στο κεφάλαιο. Η λύση της αντίθεσης αυτής επιτυγχάνεται μόνο με την κοινωνική επανάσταση και καμία μεταρρύθμιση εντός του καπιταλισμού δεν μπορεί να την λύσει.

Όλες οι άλλες αντιθέσεις που υπάρχουν στον καπιταλισμό είναι παράγωγα της βασικής και αυτός είναι ο λόγος που η βασική χαρακτηρίζεται ως τέτοια. Οι αντιθέσεις μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, ανάμεσα σε αστική τάξη και μεσαία στρώματα, ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα μεσοστρώματα κ.λπ. είναι δευτερεύουσες και καθορίζονται από τη βασική.

Όμως, εκτός της βασικής αντίθεσης σε κάθε χώρα υπάρχει και η κυρίαρχη αντίθεση που καθορίζεται από το επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας, από την πολιτική της δύναμη, από τις σχέσεις της με τις άλλες χώρες, από την ιστορική περίοδο που διανύουμε κ.λπ. Με λίγα λόγια αυτή η αντίθεση συνδέεται με τις ιδιαιτερότητες του καπιταλισμού που υπάρχει σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα κυρίαρχη αντίθεση είναι αυτή ανάμεσα στα εγχώρια και ξένα μονοπώλια και στη συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού. Τα μονοπώλια ανεξάρτητα από την εθνική τους προέλευση εκμεταλλεύονται με τον πιο στυγνό τρόπο την εργατική τάξη, εξασφαλίζουν τα μονοπωλιακά υπερκέρδη και καθορίζουν τις μονοπωλιακές τιμές, διεισδύουν σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής: υγεία, παιδεία, ασφάλιση, πολιτισμός, κοινωφελείς οργανισμούς κ.λπ.

Ταυτόχρονα η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου που επιτυγχάνουν, τους δίνει και τη δύναμη να συμπιέζουν μέχρι κονιορτοποίησης τα μεσαία στρώματα. Επομένως, η δράση των μονοπωλίων έρχεται αντικειμενικά αντιμέτωπη όχι μόνο με την εργατική τάξη αλλά με τα λαϊκά στρώματα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αντικειμενικά το έδαφος για αιτήματα ευρύτερης συσπείρωσης, για μεταβατικά αιτήματα και για μίνιμουμ πρόγραμμα, για κοινωνικές συμμαχίες που θα αμφισβητήσουν την εξουσία των μονοπωλίων. Επομένως, βάζει στην ημερήσια διάταξη αντιμονοπωλιακά αιτήματα και στόχους που δεν ταυτίζονται πλήρως με τα αντικαπιταλιστικά, αλλά συνδέονται στενότατα.

Αν, λοιπόν, δεχόμαστε ότι υπάρχει κυρίαρχη αντίθεση και αν αυτή είναι ανάμεσα στα μονοπώλια και στο λαό, τότε προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτή απουσιάζει παντελώς από τις Θέσεις του 19ου συνεδρίου της ΚΕ του ΚΚΕ. Η κυρίαρχη αντίθεση συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της εξάρτησης, αφού μέσα σε αυτή την αντίθεση «παίζουν» έντονα τα ξένα μονοπώλια και αφού μέσω της δράσης τους επιτυγχάνουν τη μεταφορά υπεραξίας από την Ελλάδα σε άλλες χώρες και τη διπλή εκμετάλλευση του ελληνικού προλεταριάτου, ενώ παράλληλα θέτει σε αμφισβήτηση την εθνική κυριαρχία της χώρας.

Η ηγεσία του ΚΚΕ αρνείται την ύπαρξη της κυρίαρχης αντίθεσης, που η αξιοποίησή της βοηθά στην ανάδειξη της βασικής και στην ευκολότερη προσέγγιση του στρατηγικού στόχου. Η εξαφάνιση ή σε κάθε περίπτωση η υποβάθμιση της κυρίαρχης αντίθεσης φαίνεται και από σειρά τοποθετήσεων της γενικής γραμματέως της ΚΕ του ΚΚΕ (ΑΠ) και γίνεται μέσα από την ταύτιση βασικής και κυρίαρχης αντίθεσης: «Επί τριάντα χρόνια ζούμε την αντιπαράθεση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, στη Βουλή, στο αστικό πολιτικό σύστημα. Μια αντιπαράθεση βεβαίως που κυριάρχησε και μέσα στην ελληνική κοινωνία. Μια αντιπαράθεση που ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και μετά και ακόμα περισσότερο στις αρχές της δεκαετία του ’90, παραμόρφωσε κυριολεκτικά, διαστρέβλωσε, έκρυψε την πραγματική αντιπαράθεση που υπάρχει μέσα στην ελληνική κοινωνία, που εμείς τη λέμε αντίθεση εργαζόμενος λαός-μονοπώλια, θέλετε να πείτε κεφάλαιο-εργασία; Πείτε το όπως θέλετε, για να μην κάνω αναλύσεις», η υπογράμμιση δική μας[11].

Επίσης, στην τοποθέτησή της στη 14η Διεθνή Συνάντηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων η ΑΠ είπε: «Ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης είναι ο δρόμος που οδηγεί στη χαλαρότερη ή στενότερη ενσωμάτωση προς το ιμπεριαλιστικό σύστημα και για αυτό ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας είναι αντικαπιταλιστικός αφού έχουμε να κάνουμε με το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού»[12].

Σύντομα συμπεράσματα: για την ΑΠ η κυρίαρχη αντίθεση εξαφανίζεται μέσω της ταύτισής της με τη βασική, ενώ ο αντικαπιταλιστικός αγώνας είναι το ίδιο και το αυτό με τον αντιιμπεριαλιστικό. Πρόκειται για μια δογματική θεώρηση των αντιθέσεων και της πολιτικής. Η κυρίαρχη αντίθεση έχει πολλά στοιχεία της βασικής αλλά έχει και διαφορές. Ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας έχει έντονα στοιχεία αντικαπιταλιστικού αγώνα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί σε μια πούρα σοσιαλιστική επανάσταση. Ο αντιιμπεριαλιστικός και αντιμονοπωλιακός αγώνας και τα αντίστοιχα αιτήματα για χώρες όπως η Ελλάδα είναι εκείνος ο δρόμος που μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσει συνειδήσεις, να βάλει σε κίνηση τις μάζες, να δημιουργήσεις πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις και σε τελική ανάλυση να κάνει ορατή την αναγκαιότητα της κοινωνικής ανατροπής και της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Άλλωστε, καθαρή σοσιαλιστική επανάσταση δε θα συμβεί ποτέ όπως έλεγε ο Λένιν που για κάποιους μάλλον είναι οπορτουνιστής του χειρίστου είδους: «Γιατί, όταν νομίζει κανείς ότι μπορεί να νοηθεί κοινωνική επανάσταση χωρίς εξεγέρσεις των μικρών εθνών στις αποικίες και στην Ευρώπη, χωρίς επαναστατικές εκρήξεις μιας μερίδας των μικροαστών με όλες τις προλήψεις τους, χωρίς κίνημα των μη συνειδητών προλεταριακών και μισοπρολεταριακών μαζών ενάντια στο τσιφλικάδικο, εκκλησιαστικό, μοναρχικό, εθνικό κ.τ.λ. ζυγό, όταν σκέπτεται κανείς έτσι, σημαίνει ότι απαρνείται την κοινωνική επανάσταση. Είναι σαν να πρόκειται να συνταχθεί από το ένα μέρος ένας στρατός που θα πει: “εμείς είμαστε υπέρ του σοσιαλισμού”, και από το άλλο, ένας άλλος στρατός που θα πει: “εμείς είμαστε υπέρ του ιμπεριαλισμού”, κι αυτό φαντάζονται ότι θα είναι κοινωνική επανάσταση!! […].

»Όποιος περιμένει μια “καθαρή” κοινωνική επανάσταση δε θα την δει ποτέ του. Αυτός είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει αληθινή επανάσταση»[13], οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο.

 

Ζ. ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

Είναι αυτονόητο πως αλληλεξάρτηση υπάρχει όχι μόνο στον ιμπεριαλισμό, αλλά υπήρχε και στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό και σε όλες τις προηγούμενες ταξικές κοινωνίες. Η αλληλεξάρτηση από μόνη της δε σημαίνει τίποτα ή καλύτερα απλώς σημαίνει το αυτονόητο. Δε δείχνει σε καμία περίπτωση, αντιθέτως συγκαλύπτει, τις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις μεταξύ των κρατών. Καθιστά εντελώς άχρηστη και ανούσια την όποια αναφορά για ανισόμετρη ανάπτυξη. Γιατί αν η ανισομετρία πραγματοποιείται σε καθεστώς αλληλεξάρτησης κι όχι εξάρτησης για ποιο λόγο αναφερόμαστε σε αυτήν;[14]

Όταν οι κλασικοί χρησιμοποίησαν την έννοια της αλληλεξάρτησης στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ασφαλώς και δεν είχαν κατά νου να την αντιπαραθέσουν στην έννοια της εξάρτησης, αλλά να περιγράψουν το φαινόμενο της διεθνοποίησης: «[…] Οι παλιές ανάγκες που ικανοποιούνταν με τα ντόπια προϊόντα πέρασαν πια και στον τόπο τους παρουσιάστηκαν σήμερα άλλες καινούριες, που για να ικανοποιηθούν απαιτούνε προϊόντα από χώρες και κλίματα πολύ μακρινές. Το ίδιο, και στη θέση της παλιάς εθνικής αυτάρκειας και αυτοτέλειας έρχεται μια ολόπλευρη επικοινωνία, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των Εθνών […]».[15]

Κατά τη γνώμη μας η έννοια «εξάρτηση» αποδίδει ικανοποιητικά τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά και τα υπόλοιπα κράτη. Δείχνει την κυριαρχία και ηγεμονία του ισχυρού και το γεγονός ότι το υποδεέστερο στην καπιταλιστική αλυσίδα κράτος, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την οικονομία του, την πολιτική του ακόμη και ως ένα βαθμό την πολιτιστική του ταυτότητα από τον ιμπεριαλιστικό πόλο.

Στον προσυνεδριακό του 18ου συνεδρίου και αλλού κατέθεσα μια σκέψη για το χαρακτηρισμό της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Θεώρησα πως αν το κόμμα εκτιμά ότι η έννοια της εξάρτησης δεν αποδίδει επιστημονικά τη σχέση ιμπεριαλιστικού κράτους και καπιταλιστικού κράτους που βρίσκεται σε μέσο ή κατώτερο επίπεδο ανάπτυξης, θα μπορούσε να γίνει χρήση της έννοιας της ανισότιμης ή ετεροβαρούς ή ασύμμετρης αλληλεξάρτησης. Επρόκειτο για μια συμβιβαστική λύση που δεν επιδίωκε να συγκαλύψει θεωρητικές διαφορές αλλά να καλύψει τυχόν αδυναμίες του όρου εξάρτηση, αν το κόμμα έκρινε επιχειρηματολογημένα ότι υπήρχαν τέτοιες[16]. Παρ’ όλα αυτά υποστηρίζω ότι η έννοια της εξάρτησης περιγράφει ικανοποιητικά τη σχέση ιμπεριαλιστή με τα υπόλοιπα καπιταλιστικά κράτη κι επιπλέον η λέξη αυτή έχει ένα συγκεκριμένο ιστορικό φορτίο που δεν μπορεί κανείς να το παραβλέψει.

Η ηγεσία του ΚΚΕ δείχνει να υιοθετεί πλέον το σχήμα της ανισότιμης αλληλεξάρτησης τόσο στις Θέσεις όσο και στις αναλύσεις που συνοδεύουν τις Θέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» που αποτελεί κατά τη γνώμη μου τυπικό παράδειγμα ιδεολογικής σύγχυσης και ακροβατισμών κι εν τέλει αντιλενινιστικής και αντιμαρξιστικής σκέψης. Ας δούμε μερικά βασικά σημεία του κειμένου, σημειώνοντας ότι ο συγγραφέας αποφασίζει να χρησιμοποιήσει και τον όρο εξάρτηση, πότε χωρίς πότε με εισαγωγικά, αλλά σε κάθε περίπτωση τον ακυρώνει στην πράξη:

1) «Τις σχέσεις εξάρτησης πρέπει να τις βλέπουμε μέσα από τις σχέσεις αλληλεξάρτησης καπιταλιστικών κρατών με όρους ανισομετρίας, άρα και ανισοτιμίας, ενώ αλληλεξάρτηση υπάρχει και μεταξύ ισχυρών καπιταλιστικών κρατών»[17]. Ο συγγραφέας (που παρεμπιπτόντως δε μας φανερώνει το όνομά του) ονομάζει τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις αλληλεξάρτηση. Αν δεχτούμε ότι η έννοια της αλληλεξάρτησης έχει νόημα (το λέω αυτό με την έννοια ότι περιγράφει το αυτονόητο όπως είπαμε παραπάνω) και πάλι η αλληλεξάρτηση δεν μπορεί να ταυτιστεί με τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις, αν και περιέχει στοιχεία της.

2) «Ας δούμε το ζήτημα εξάρτηση-αλληλεξάρτηση μέσα από το παράδειγμα των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας. Οι ΗΠΑ έχουν το μεγαλύτερο εξωτερικό χρέος, αν και είναι η πιο ισχυρή καπιταλιστική οικονομία διεθνώς, κράτος-ηγέτης στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, αν και έχει χάσει έδαφος λόγω της κρίσης. Επίσης, η οικονομία των ΗΠΑ στις σχέσεις της με την Κίνα, εξαρτιέται απ’ αυτήν ως προς το γεγονός ότι η Κίνα έχει αγοράσει τεράστιο σε αξίες ποσό ομολόγων των ΗΠΑ. Οικονομικοί αναλυτές έχουν μιλήσει για “μπουρλότο” στην αμερικανική οικονομία, στο βαθμό που η Κίνα ζητήσει άμεση ρευστοποίηση των ομολόγων». Και αναρωτιέται ο συντάκτης του κειμένου: «Εδώ τώρα ποιο κράτος εξαρτιέται από ποιο;»[18].

Και σε αυτό το απόσπασμα η σύγχυση είναι φανερή. Αλληλεξάρτηση και εξάρτηση χρησιμοποιούνται μαζί, ενώ η αλληλεξάρτηση ταυτίζεται και πάλι με τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις.

3) Υποστηρίξαμε ότι η έννοια της εξάρτησης ενώ χρησιμοποιείται, στην πράξη ακυρώνεται. Καλύτερη απόδειξη είναι το παρακάτω απόσπασμα: «[…] δεν μπορούμε να διαχωρίζουμε τις σχέσεις εξάρτησης από τις σχέσεις αλληλεξάρτησης στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Αυτό που πρέπει να είναι καθαρό είναι ότι οι σχέσεις εξάρτησης οφείλονται στην ανισόμετρη ανάπτυξη, επομένως έχουμε ανισότιμη αλληλεξάρτηση»[19].

Τι μας λέει, δηλαδή, αυτό το απόσπασμα; Πως αν μιλάμε για αλληλεξάρτηση τότε μιλάμε και για εξάρτηση (αφού ο ένας εξαρτάται από τον άλλο, θα συμπλήρωνα!). Αυτό, όμως, στην καλύτερη περίπτωση ονομάζεται ταυτολογία και στη χειρότερη σαλτιμπαγκισμός.

4) Κατά το συγγραφέα η παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα στην Ελλάδα στήριξε την ελληνική αστική τάξη. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά είναι η μισή αλήθεια. Και ως γνωστό μισή αλήθεια = ολόκληρο ψέμα. Η ελληνική αστική τάξη δέχτηκε αυτή την ιμπεριαλιστική διείσδυση όχι μόνο γιατί στηρίχθηκε, αλλά πολλές φορές γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ο ανώνυμος συγγραφέας υποστηρίζει ότι η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων συμβάλλει στην ενίσχυση της ελληνικής αστικής τάξης. Με άλλα λόγια όταν η ελληνική αστική τάξη εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα αναβαθμίζεται ο ρόλος της στον παγκόσμιο καταμερισμό!!! Πρόκειται για μια πρωτότυπη άποψη που ανατρέπει ακόμη κι αυτήν την κοινή λογική. Αλλά, ας δεχτούμε ότι ο συντάκτης του κειμένου έχει δίκιο. Αυτό που «ξεχνά» να μας πει είναι αν η ιμπεριαλιστική διείσδυση στην ελληνική πραγματικότητα ωφελεί ή όχι την ελληνική εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Η ελληνική εργατική τάξη υφίσταται ή όχι διπλή εκμετάλλευση; Σε αυτό το ερώτημα, το εν λόγω κείμενο δεν παίρνει συνειδητά θέση, γιατί μια τέτοια διαπίστωση θα έδειχνε και το αδιέξοδο των σημερινών πολιτικών αλλαγών της ηγεσίας του ΚΚΕ.

5) Τέλος τίθεται για άλλη μια φορά ένα ερώτημα. Στο 18ο συνέδριο η εξάρτηση αφαιρέθηκε χωρίς καμία εξήγηση. Τώρα υιοθετήθηκε η αλληλεξάρτηση-εξάρτηση χωρίς και πάλι να δοθεί καμία εξήγηση για την αλλαγή που έγινε σε σχέση με το 18ο. Αυτή, όμως, δεν είναι λειτουργία κομμουνιστικού κόμματος. Αυτό δεν είναι δημοκρατικός συγκεντρωτισμός.

Μικρή σημασία έχει αν ο συντάκτης του κειμένου κάνει μια παραχώρηση σχετικά με τη χρησιμοποίηση της έννοιας της εξάρτησης. Πρώτον, γιατί τη χρησιμοποιεί μέσα σε ένα πλαίσιο απίστευτης ιδεολογικής στρέβλωσης της μαρξιστικής λενινιστικής θεωρίας. Δεύτερον, γιατί τα συμπεράσματα που βγαίνουν δεν κάνουν πίσω με τις ανιστόρητες προηγούμενες θεωρήσεις για ιμπεριαλιστική Ελλάδα. Τρίτο, γιατί ακόμη κι αν ερμηνεύει κάποιος με λανθασμένο τρόπο τα γραπτά ή τις προθέσεις του συντάκτη, η «επαναφορά» της λέξης εξάρτηση κάτω από την πίεση των γεγονότων και της πραγματικότητας, δεν έχει καμία μα καμία απολύτως επίπτωση στην τακτική του κόμματος. Η ταύτιση τακτικής στρατηγικής παραμένει συστατικό στοιχείο των ντοκουμέντων και της δράσης που έχει επιβάλλει η ηγεσία του ΚΚΕ στο κόμμα.

 

Η. ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ;

Ποια είναι τα κριτήρια προκειμένου μια χώρα να ενταχθεί στις ιμπεριαλιστικές ή στις εξαρτημένες χώρες; Κατά τη γνώμη μου δεν είναι σωστό η ένταξη αυτή να γίνει με τυπικά κριτήρια, αλλά πρέπει το ζήτημα να ειδωθεί διαλεκτικά. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να φτιάξουμε ένα μαθηματικό μοντέλο το οποίο να το «ταΐζουμε» με στοιχεία, προκειμένου να μας βγάλει κάποιο αποτέλεσμα ή αν εν πάση περιπτώσει αυτό είναι εφικτό, το μοντέλο αυτό θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και να τροφοδοτείται με ένα τεράστιο όγκο στοιχείων. Πέρα, όμως, από τη μαθηματικοποίηση του ζητήματος ας προσεγγίσουμε το πρόβλημα οικονομικά, πολιτικά, δυναμικά και διαλεκτικά.

Ας πάρουμε πρώτα από όλα ως κριτήριο το ΑΕΠ. Η Ελλάδα στη σχετική λίστα της παγκόσμιας κατάταξης βρίσκεται στην 34η θέση για το 2011 με ΑΕΠ που φτάνει τα 298.671 εκατομμύρια δολάρια. Ας δούμε, τώρα ποια είναι η σχέση του ΑΕΠ της Ελλάδας με αντίστοιχα ιμπεριαλιστικών χωρών. Σε σχέση με το ΑΕΠ των ΗΠΑ (1η στη σχετική λίστα) η αναλογία του ΑΕΠ της Ελλάδας προς αυτό των ΗΠΑ είναι 1 προς 51. Το ΑΕΠ της Ελλάδας προς το αντίστοιχο της Ιαπωνίας (2η στη σχετική λίστα) είναι 1 προς 20. Το ΑΕΠ της Ελλάδας προς το αντίστοιχο της Γερμανίας (4η στη σχετική λίστα) είναι 1 προς 12. Το ΑΕΠ της Ελλάδας σε σχέση με το παγκόσμιο ΑΕΠ είναι μόλις το 4 τοις χιλίοις (αναλογία 1 προς 234)[20].

Βεβαίως, μπορεί κάποιος να αντιτείνει πως αυτές οι χώρες έχουν πολλαπλάσιο πληθυσμό. Πράγματι έτσι είναι, αλλά το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Αυτό που μετράει δεν είναι το κατά κεφαλήν εισόδημα, αλλά ο όγκος του παραγόμενου πλούτου. Επιπλέον, ακόμη κι αν επιχειρήσουμε να δούμε τα πράγματα σε σχέση με τον πληθυσμό, θα δούμε πως ενώ για την Ελλάδα και τις ΗΠΑ η αναλογία του ΑΕΠ τους είναι 1 προς 51 όπως είδαμε, η αναλογία των πληθυσμών είναι 1 προς 29, ενώ για την Ελλάδα και τη Γερμανία η αναλογία των πληθυσμών είναι 1 προς 8. Αυτές οι πληθυσμιακές αναλογίες υπογραμμίζουν ακόμη πιο εμφατικά τη συντριπτική αναλογία ανάμεσα στα ΑΕΠ, υπέρ των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Όσον αφορά στην ευρωζώνη η Ελλάδα έχει το τρίτο χαμηλότερο ΑΕΠ ανά κάτοικο εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Είναι 18 μονάδες χαμηλότερο από το μέσο ευρωπαϊκό όρο και 26 μονάδες χαμηλότερο από το μέσο όρο της ευρωζώνης.

Ένα δεύτερο κριτήριο είναι η ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα. Πάλι για το 2011, ο δευτερογενής τομέας στην Ελλάδα καταλαμβάνει το 17,3% της οικονομίας της, ενώ για Ιαπωνία και ΗΠΑ τα ποσοστά είναι αντίστοιχα 39% και 33%. Είναι γνωστό πως ο δευτερογενής τομέας είναι η καρδιά της οικονομίας. Η Ελλάδα ειδικά, έχει περιορισμένη παραγωγή νέων τεχνολογιών, εισάγει σε τεράστιο βαθμό τα εξελιγμένα προϊόντα, τον οπλισμό για τον ελληνικό στρατό, ενώ είναι πολύ περιορισμένη η ανάπτυξη της έρευνας. Για το 2007 η συνολική εθνική χρηματοδότηση για έρευνα και τεχνολογία ως το επί τοις εκατό ποσοστό του ΑΕΠ, είναι για την ΕΕ των 27 το 1,85%, για την ευρωζώνη το 1,93%, για τη Γερμανία το 2,53% και για την Ελλάδα το 0,58%. Αν η σύγκριση γίνει σε απόλυτα νούμερα π.χ. για τη Γερμανία και την Ελλάδα θα είναι συντριπτική, ασφαλώς υπέρ της Γερμανίας[21].

Τρίτο κριτήριο μπορεί να αποτελέσουν οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ). Η Ελλάδα για το 2011, είναι 142η χώρα σε 181 χώρες του ΟΗΕ από πλευρά απόδοσης σε εισροές ΑΞΕ[22]. Επίσης, οι ελληνικές ΑΞΕ κατέγραψαν μεγάλη μείωση της τάξης του 38% σε σχέση με το 2010[23].

Όμως, τα νούμερα είναι απλώς ψυχρά αν ξεχάσουμε ότι η οικονομία συνδέεται με την πολιτική και ότι η δεύτερη καθορίζεται από την πρώτη. Το ποια είναι η πολιτική δύναμη των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών είναι γνωστό. Την άσκηση της πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο την καθορίζουν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι υπόλοιποι ακολουθούν. Οι ΗΠΑ έχουν βάσεις σε όλο τον κόσμο. Συγκεκριμένα μέχρι το 2011 διέθεταν 1100 βάσεις σε όλο τον κόσμο σε πάνω από 150 χώρες[24]. Η Ελλάδα πόσες βάσεις έχει σε ξένα εδάφη;

Οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις είναι γνωστές: Κούβα, Κορέα, Βιετνάμ, Ιράκ, Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία κ.ά. Ο ρόλος των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Γερμανίας ήταν και είναι από ηγεμονικός ως κυρίαρχος. Όλοι οι υπόλοιποι απλώς έπαιζαν συμπληρωματικό ρόλο.

Η πολιτική δύναμη φαίνεται και από την ισχύ της κάθε χώρας στους διεθνείς οργανισμούς. Παράδειγμα: στο ΔΝΤ το ποσοστό των ψήφων των χωρών που ανήκουν στο G7, δηλαδή των ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών φτάνει το 45,5% και το αντίστοιχο ποσοστό στην Παγκόσμια Τράπεζα ανέρχεται στο 42,97%[25]. Δηλαδή το ποσοστό αυτό προσεγγίζει το 50%, ενώ ο πληθυσμός και των 7 χωρών είναι αρκετά κάτω του 50% επί του συνολικού πληθυσμού των χωρών που συμμετέχουν σε αυτούς τους οργανισμούς. Στην πραγματικότητα τα ποσοστά αυτά είναι μεγαλύτερα αφού υπάρχουν και οι δορυφόροι που σύρονται κάτω από τη δύναμη του ισχυρού ιμπεριαλιστή.

Η εξάρτηση της Ελλάδας ξεκινά από τα δάνεια του 1824-1825, συνεχίζεται με το μικρασιατικό πόλεμο, την παρέμβαση του αγγλικού παράγοντα τη δεκαετία του 1940, τη μετέπειτα παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα (Ούνρα, δόγμα Τρούμαν, σχέδιο Μάρσαλ, ένταξη στο ΝΑΤΟ, εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων, απριλιανό πραξικόπημα), τις σκανδαλώδεις ρυθμίσεις από το ελληνικό κράτος για το ξένο κεφάλαιο, την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ και φυσικά τη δανειακή σύμβαση του 2010 και ό,τι την ακολούθησε. Η εξάρτηση αυτή καθορίστηκε από ιστορικούς παράγοντες (μακρόχρονη περίοδος τουρκοκρατίας που καθυστέρησε την καπιταλιστική ανάπτυξη), γερμανική κατοχή που αφαίμαξε την ελληνική κοινωνία από παραγωγικές δυνάμεις και πλούτο, γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας λόγω της οποίας οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παρενέβαιναν ποικιλοτρόπως στην Ελλάδα κ.ά.

Η εξάρτηση της Ελλάδας είναι οικονομική, πολιτική, διπλωματική, τεχνολογική, στρατιωτική και διατροφική. Πρόκειται για ένα αναμφισβήτητο γεγονός που επιβεβαιώνεται πρώτα και κύρια από την πραγματικότητα.

Θ. ΑΝ ΚΑΠΟΙΑ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ;

Ένα επιχείρημα που θέλει να ενισχύσει την άποψη περί ιμπεριαλιστικής Ελλάδας είναι αυτή που λέει πως ο Λένιν στον Ιμπεριαλισμό του δε μιλά για ιμπεριαλιστικές χώρες αλλά για μεγάλες δυνάμεις. Αυτή η άποψη που υπονοεί πως οι δυο έννοιες δεν ταυτίζονται και χρησιμοποιώντας παράλληλα τον πρώτο ορισμό του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό (ιμπεριαλισμός=μονοπωλιακός καπιταλισμός), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι χώρες όπως η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστικές.

Ο ορισμός αυτός του Λένιν κρίνεται από τον ίδιο το Λένιν ως ανεπαρκής: «Οι πολύ σύντομοι, όμως, ορισμοί, αν και είναι βολικοί, γιατί συνοψίζουν το κυριότερο, είναι ωστόσο ανεπαρκείς, όταν πρόκειται να συναγάγουμε ιδιαίτερα από αυτούς τα πιο ουσιαστικά γνωρίσματα του φαινομένου που έχουμε να καθορίσουμε. Για αυτό χωρίς να ξεχνάμε τη συμβατική και σχετική σημασία όλων των ορισμών γενικά, που δεν μπορούν να αγκαλιάσουν τις ολόπλευρες σχέσεις του φαινομένου στην πλήρη ανάπτυξή του, πρέπει να δώσουμε ένα τέτοιο ορισμό του ιμπεριαλισμού, που θα περιέκλειε τα παρακάτω πέντε βασικά του γνωρίσματα: 1) συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου, που έχει φτάσει σε τέτοια υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης, ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή. 2) συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση αυτού του “χρηματιστικού κεφαλαίου”. 3) εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτάει η εξαγωγή του κεφαλαίου, σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων. 4) συγκροτούνται οι διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών, οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο. και 5) έχει τελειώσει το εδαφικό μοίρασμα της γης ανάμεσα στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές Δυνάμεις»[26].

Θα σημειώσουμε σε αυτό το σημείο πως η ισότητα «ιμπεριαλισμός=μονοπωλιακός καπιταλισμός» δεν ισχύει και αντίστροφα. Με άλλα λόγια, κάθε χώρα που βρίσκεται στο κρατικομονοπωλιακό της στάδιο δεν είναι απαραίτητα ιμπεριαλιστική. Ο δεύτερος ορισμός με τα πέντε χαρακτηριστικά είναι αυτός που δίνει με πληρότητα την έννοια του ιμπεριαλισμού. Άλλωστε, αν αρκούσε ο πρώτος ορισμός, ο Λένιν δε θα είχε κανένα λόγο να δώσει το δεύτερο. Αν εφαρμόσουμε τον πρώτο ορισμό του Λένιν μεταφυσικά, τότε θα καταλήξουμε πως ιμπεριαλιστικές χώρες, εκτός της Ελλάδας, είναι η Κύπρος, η Αλβανία, η Μπουργκίνα Φάσο, η Ακτή του Ελεφαντοστού, η Αρμενία, η Γεωργία, η Μάλτα, η Ιρλανδία, η Δανία, η Ταϊβάν, η Ταϋλάνδη, το Εκουαδόρ, το Περού κ.ά. Αλλά ας σοβαρευτούμε.

Αποτολμώ δυο ορισμούς. Ο ένας αφορά στο ποιο κράτος είναι ιμπεριαλιστικό:

Ιμπεριαλιστικό είναι το κράτος που σε αυτό λειτουργούν τα πιο ισχυρά μονοπώλια και χρησιμοποιούν αυτό το κράτος (τους) ως διαμεσολαβητή και διεκπεραιωτή των οικονομικών συμφερόντων τους στη διεθνή (και ασφαλώς στην εθνική) σκηνή.

Μπορούν, λόγω της τεράστιας υλικής δύναμής τους, να επιβάλλουν τη θέλησή τους σε ασθενέστερα μονοπώλια ή και να τα συντρίβουν κάτω από τον ανελέητο καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Τη θέλησή τους συχνά την επιβάλλουν και σε κρατικές οντότητες, αν και όχι πάντα ομαλά. Επιπλέον χαρακτηρίζονται από την εξαγωγή κεφαλαίου που είναι σε υψηλότερα ή πολύ υψηλότερα επίπεδα από τις υπόλοιπες χώρες. Όμως, δε χαράζουν μόνο τις βασικές οικονομικές πολιτικές στη διεθνή σκηνή, αλλά καθορίζουν και τη βασική κατεύθυνση των γενικότερων πολιτικών επιλογών στο παγκόσμιο προσκήνιο και παρασκήνιο. Αυτό το επιτυγχάνουν μέσω των μεγάλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ, ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση) αλλά και «στενότερων» οργανισμών όπως οι G7 και η λέσχη Μπίλντεμπεργκ, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά διιμπεριαλιστικές συμμαχίες.

Επομένως, πρόκειται για τις δυνάμεις που παίρνουν τις αποφάσεις τόσο για τις βασικές οικονομικές επιλογές που εφαρμόζονται στην παγκόσμια σκηνή, όσο και για τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που εκδηλώνονται είτε με τον κατακερματισμό χωρών με πολεμικές αεροπορικές επιχειρήσεις (Γιουγκοσλαβία), είτε με ευθεία ιμπεριαλιστική επέμβαση (Ιράκ, Αφγανιστάν), είτε με την απειλή ότι κάτι τέτοιο επίκειται (Β. Κορέα, Ιράν).

Ο δεύτερος ορισμός αφορά στο ποια χώρα είναι εξαρτημένη:

Εντός του ιμπεριαλιστικού συστήματος λαμβάνει χώρα η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη. Η ανισομετρία αυτή οξύνει τις αντιθέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, εκφράζεται από ποσοτικές παραμέτρους αλλά κυρίως από ποιοτικές. Με άλλα λόγια, στο ιμπεριαλιστικό πλαίσιο υπάρχουν καταρχήν σχέσεις οικονομικής κυριαρχίας, άρα υπάρχουν κρατικές οντότητες εν προκειμένω ιμπεριαλιστικές που χαράζουν πολιτική και την επιβάλλουν και κρατικές οντότητες που ακολουθούν τη σχεδιασμένη πολιτική είτε με την ενεργητική συναίνεσή τους, είτε γιατί αναγκάζονται. Αυτές οι σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ των κρατών εκφράζουν με συμπυκνωμένο τρόπο την εξάρτηση.

Οι σχέσεις εξάρτησης αποτυπώνονται μέσω κυρίως της οικονομικής αλλά και της πολιτικής κυριαρχίας του δυνατού στον «αδύνατο» με διάφορες μορφές: εμπορικά ελλείμματα, δανειοδότηση με επαίσχυντες συμφωνίες, εξαγορά κρατικής περιουσίας και πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας από το ξένο κεφάλαιο με επαχθείς όρους, εκτέλεση δημόσιων έργων από πολυεθνικές και με χρηματοδότηση από το κράτος των πολυεθνικών και στη συνέχεια οικονομική εκμετάλλευση των έργων από τις εταιρείες-κατασκευάστριες, υπαγόρευση ή επιβολή πολιτικών, στρατιωτική, ενεργειακή και τεχνολογική εξάρτηση, ενώ την τελευταία περίοδο εμφανίζονται και νέες μορφές όπως η διατροφική εξάρτηση.

Η εξάρτηση δημιουργεί για τα λαϊκά στρώματα που ζουν στις εξαρτημένες χώρες μια διπλή καταπίεση και διπλή εκμετάλλευση (που εκφράζεται πρώτα και κύρια με την μεταφορά υπεραξίας από τον «αδύνατο» στο δυνατό και την άνιση ανταλλαγή) και που προέρχεται τόσο από το ντόπιο όσο και από το ξένο κεφάλαιο, πράγμα που σημαίνει μιαν ορισμένη ιδιαιτερότητα στο σχεδιασμό της τακτικής και στρατηγικής του επαναστατικού υποκειμένου. Για την αστική τάξη της εξαρτημένης χώρας, οι σχέσεις εξάρτησης δημιουργούν κατά βάση πολιτικά και οικονομικά οφέλη, παρά το γεγονός ότι σε κάποιες ιστορικές στιγμές προκύπτουν ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις ως απόρροια ακριβώς αυτών των σχέσεων εξάρτησης.

Οι αντιθέσεις που περιγράψαμε παραπάνω αναδεικνύουν ως κυρίαρχη αντίθεση της εποχής μας, στα υπό εξάρτηση κράτη, την αντίθεση λαός-μονοπώλια, ενώ ασφαλώς παραμένει η βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, της οποίας προϊόν είναι και η πρώτη.

Τώρα, το ότι ο Λένιν χρησιμοποιεί τον όρο «μεγάλες δυνάμεις» στον Ιμπεριαλισμό είναι ακριβές, αλλά δεν είναι ακριβές για το σύνολο του έργου του. Υπάρχει μια πληθώρα κειμένων όπου χρησιμοποιείται ο όρος «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» και ταυτίζεται με τον όρο «μεγάλες δυνάμεις». Στο μεν Ιμπεριαλισμό, όταν αναφέρεται στις «μεγάλες δυνάμεις», ο Λένιν εννοεί την Αγγλία, τη Ρωσία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία[27]. Σε άλλα κείμενά του, όταν χρησιμοποιεί τον όρο «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις», εννοεί και πάλι τη Γερμανία, την Αγγλία, την Ιαπωνία, την Αμερική (εξαιρείται η Ρωσία, αφού από το 1918 η εργατική τάξη είχε πάρει την εξουσία)[28].

Καταληκτικά, θα λέγαμε πως είναι εύκολο να πέσουμε σε θεωρητικά σφάλματα είτε αν ακολουθούμε μια εκλεκτικιστική τακτική είτε αν εγκλωβιστούμε στην τυπική λογική ή στην «ασφάλεια» ενός σύντομου και με υψηλό επίπεδο αφαίρεσης ορισμού.

Η ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ

Από το 17ο συνέδριο, οπότε ξεκίνησε και η αναθεώρηση του Προγράμματος του 15ου συνεδρίου, η ΚΕ α) παραβίασε το καταστατικό του κόμματος για να αλλάξει ετσιθελικά τη θέση της εξαρτημένης Ελλάδας, β) δεν παρουσίασε καμία μελέτη για να στηρίξει την αλλαγή της θέσης, γ) η αλλαγή αυτή συνδέθηκε με μια γενικότερη πολιτική στροφή που χαρακτηρίζεται από επαναστατική λογοκοπία αλλά από δεξιά πρακτική, δ) η στροφή αυτή έχει φέρει το κόμμα σε μεγάλα αδιέξοδα τα οποία θα ενταθούν στο μέλλον, ε) η ΚΕ έκανε τη συγκεκριμένη στροφή δανειζόμενη θεωρητικά εφόδια από μικροαστικούς σχηματισμούς (τροτσκιστές, αναρχισμός, πολιτικοί απόγονοι του ευρωκομμουνισμού, νεοαριστερά) αλλά ακόμη και από αστικές θεωρήσεις (εκσυγχρονισμός)[29].

Το ΚΚΕ οφείλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Να μελετήσει σοβαρά την πείρα του Ενιαίου Προλεταριακού Μετώπου που χάραξε η Κομμουνιστική Διεθνής και ο Λένιν και να δει πως αυτή εξειδικεύεται στο σήμερα. Να προωθήσει ένα Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο που να αντιστοιχίζεται στην κυρίαρχη αντίθεση που χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα. Να επαναφέρει συνθήματα και αιτήματα αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού περιεχόμενου. Που θα είναι ικανά να συγκινήσουν και να συσπειρώσουν ευρύτατα τμήματα του ελληνικού λαού. Που θα ανοίξουν ρήγματα σε συνειδήσεις και στο πολιτικό σκηνικό. Ρήγματα ικανά να δημιουργήσουν σεισμικές δονήσεις στην κοινωνία και θα φέρουν πλησιέστερα το στρατηγικό στόχο. Ο καλύτερος τρόπος για την ακύρωση της στρατηγικής γίνεται με την υπερπροβολή της και με την εξαφάνιση της τακτικής.

Οι ευθύνες της ηγεσίας του ΚΚΕ είναι ιστορικές αφού έκανε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές στην πιο κρίσιμη μεταπολιτευτική φάση της ελληνικής ιστορίας και του καπιταλισμού. Η σχετική αδράνεια του λαϊκού κινήματος μπροστά σε αυτήν την πρωτόφαντη κατάσταση που βιώνει ο ελληνικός λαός δεν είναι άσχετη με τις επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ. Όσο νωρίτερα συνειδητοποιήσει η βάση του κόμματος τις τεράστιες ιστορικές ευθύνες αυτής της ηγεσίας, τόσο θα υπάρχει ελπίδα προκειμένου το κόμμα να αποκαταστήσει τα λενινιστικά χαρακτηριστικά του και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Να ανταποκριθεί σε αυτό που έχει ανάγκη η εργατική τάξη και ο ελληνικός λαός.


[1] . Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Προγραμματικά Ντοκουμέντα, σ. 352-8, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2008.

[2]. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Προγραμματικά Ντοκουμέντα, σ. 438-439, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2008.

[3]. Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ στο 17ο συνέδριο, θέση 9, Οκτώβρης 2004, ένθετο στο Ριζοσπάστη.

[4]. Ριζοσπάστης, 1/2/2005.

[5]. Λένιν Β. Ι., Άπαντα, Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, τ. 25, σ. 265-266, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

[6]. Πρέπει, βέβαια, να πούμε πως συχνά υπάρχουν αντικρουόμενες δηλώσεις και θεωρήσεις στο ζήτημα της εξάρτησης. Για παράδειγμα, σε αντίθετη κατεύθυνση από τις απόψεις της Α. Παπαρήγα βρίσκεται το άρθρο με τίτλο «Περί παρελάσεων και άλλων τινών», που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη στις 6/11/2005 με την υπογραφή της Βασιλείας Παπαρήγα. Στο άρθρο αυτό απαντιέται η άποψη για τη κατάργηση των εορτασμών της 25ης Μαρτίου και 28ης Οκτωβρίου και υποστηρίζεται ότι οι εορτασμοί και οι παρελάσεις πρέπει να διατηρηθούν.

Από την άλλη, η ιδεολογική σύγχυση επιτείνεται όταν διατυπώνονται απόψεις που αποδέχονται την έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά θεωρούν ότι η υπεράσπισή της ταυτίζεται με τον αστικό εθνικισμό: «[…] εμφανίζονται αστικές δυνάμεις που αυτοχαρακτηρίζονται ως “αντισυστημικές”, θεωρώντας ως “καθεστώς” προς αμφισβήτηση το υπάρχον “καθεστώς κατοχής”. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται η “Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών-Σπίθα”, με κεντρικό σύνθημα του “αντικατοχικού αγώνα”, την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας»,(Της σύνταξης, Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ), τ.4, σ.11, 2011).

Στο παραπάνω απόσπασμα είναι απολύτως κατανοητό γιατί λέξεις όπως η κατοχή μπαίνουν σε εισαγωγικά, όπως κατανοητή είναι και η κριτική που ασκείται σε δυνάμεις σαν την Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών (ΚΑΠ). Για ποιο λόγο, όμως, η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας μένει χωρίς εισαγωγικά; Κάτι τέτοιο δε σημαίνει ότι κατά το συντάκτη του κειμένου ως έννοια υφίσταται και δεν είναι κατασκεύασμα όπως αυτή της κατοχής; Τίθεται, λοιπόν, το εξής ερώτημα: Αν, λοιπόν, υφίσταται μια τέτοια έννοια, δεν αποτελεί πρόβλημα να την αναδεικνύουν και να την υπερασπίζονται αστικές δυνάμεις, ενώ ένα κομμουνιστικό κόμμα να θεωρεί την υπεράσπισή της ως αστική επιρροή, χωρίς μάλιστα να λαμβάνεται υπόψη η θετική ιστορική εμπειρία που υπάρχει γύρω από αυτό το ζήτημα;

Μάλιστα, στο ίδιο τεύχος της ΚΟΜΕΠ σε άλλο κείμενο (Τραβασάρος Τάσος, «Ορισμένες κινήσεις αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων», τ.4, σ.46, 2011), η εξάρτηση μπαίνει σε εισαγωγικά, πάλι σε κριτική που ασκείται στην ΚΑΠ, κατά τα άλλα σωστή. Έτσι, ο αναγνώστης εκλαμβάνει την έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας ως κίβδηλη και κατασκευασμένη από αστικές δυνάμεις, προκειμένου να εγκλωβιστούν οι εργατικές μάζες. Αντί, λοιπόν, να ασκηθεί κριτική στη, στρεβλωμένη από αστικές και μικροαστικές δυνάμεις έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας, «μαζί με τα απόνερα πετιέται και το παιδί».

[7]. Ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «Για την παρεμπόδιση και την ανατροπή της πολιτικής που εξοντώνει το λαό», Ριζοσπάστης, 14/10/2011.

[8]. «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 18ο συνέδριο», ΚΟΜΕΠ, τ.6, 2008.

[9] . Λουκάς Στέφανος, «Σχέσεις εξάρτησης ή αλληλεξάρτησης;», Ριζοσπάστης, 25/1/2009.

[10]. Μαΐλης Μάκης, «Για τα “Ιουλιανά”», ένθετο στο Ριζοσπάστη, 17/7/11.

[11] . Ομιλία Αλέκας Παπαρήγα στη Βουλή, στο πλαίσιο της συζήτησης για τον προϋπολογισμό, Ριζοσπάστης, 13/11/12.

[12] . Ριζοσπάστης, 25/11/12.

[13]. Λένιν Β.Ι., Άπαντα, Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση, τ. 30, σ. 54, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

[14]. Υποψιαζόμαστε την απάντηση. Γιατί, ίσως, θα λέγανε κάποιοι, η ανισομετρία συνδέεται με τον αδύνατο κρίκο και τη δυνατότητα σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Κάτι τέτοιο σημαίνει πως βλέπουν μόνο ή κυρίως την πολιτική διάσταση του ζητήματος, ξεχνώντας πως η πολιτική διάσταση είναι παράγωγο της οικονομικής. Κι ακόμη, θα πρέπει να απαντηθεί αν η επανάσταση θα πραγματοποιηθεί σε όλες τις χώρες, από τις ΗΠΑ μέχρι και την Μπουργκίνα Φάσο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Χρειάζεται να απαντηθεί αν αυτό που πρέπει να προβάλλεται σε όλες τις γωνιές του κόσμου από τα κομμουνιστικά κόμματα, είναι αποκλειστικά και μόνο η βασική αντίθεση του καπιταλισμού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, οι ταξικοί συσχετισμοί κ.α.

Αν, λοιπόν, η απάντηση είναι αυτή που υποψιαζόμαστε, τότε δεν μπορούμε να πούμε τίποτα άλλο, παρά ότι αυτή δεν έχει καμία σχέση με το λενινισμό κι ούτε με την ίδια την πραγματικότητα. Ο Λένιν έγραφε χαρακτηριστικά: «…Όσον καιρό θα υπάρχουν εθνικές και κρατικές διαφορές ανάμεσα στους λαούς και στις χώρες-και αυτές οι διαφορές θα διατηρούνται πάρα πολύ καιρό ακόμη και ύστερα από την πραγματοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα-η ενότητα της διεθνούς τακτικής του κομμουνιστικού εργατικού κινήματος όλων των χωρών δεν απαιτεί τον παραμερισμό κάθε ποικιλομορφίας ούτε την εξάλειψη των εθνικών διαφορών (αυτό για τις σημερνές συνθήκες είναι ένα ανόητο όνειρο), αλλά απαιτεί μια τέτοια εφαρμογή των βασικών αρχών του κομουνισμού (Σοβιετική εξουσία και δικτατορία του προλεταριάτου) που θα παράλλαζε σωστά αυτές τις αρχές σε επιμέρους ζητήματα, που θα τις προσάρμοζε και θα τις εφάρμοζε σωστά στις εθνικές και εθνοκρατικές διαφορές. Να ερευνηθεί, να μελετηθεί, να αναζητηθεί, να μαντευθεί, να κατανοηθεί το εθνικά ιδιαίτερο, το εθνικά ειδικό στους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους κάθε χώρα αντιμετωπίζει τη λύση του ενιαίου διεθνούς καθήκοντος, τη νίκη ενάντια στον οπορτουνισμό και στον αριστερό δογματισμό μέσα στο εργατικό κίνημα, την ανατροπή της αστικής τάξης, την εγκαθίδρυση της Σοβιετικής δημοκρατίας και της προλεταριακής δικτατορίας, να σε τι συνίσταται το βασικό καθήκον της ιστορικής στιγμής που περνούν οι προηγμένες (και όχι μόνο οι προηγμένες) χώρες», (οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο/ Λένιν, Άπαντα, Ο «Αριστερισμός», Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού, τ. 41, σ. 77,εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

[15]. Μαρξ-Ένγκελς, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, σ. 58, εκδ. Αλφειός, χ.χ.

[16]. Βλέπε αναλυτικότερα Λιόσης Βασίλης, Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση, σελ. 149, εκδ. ΚΨΜ, 2012.

[17]. Σ., «Η ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη και η κατεύθυνση της λαϊκής πάλης», Ριζοσπάστης, 22-23/12/2012.

[18]. Ο.π.

[19]. Ο.π.

[20] . Επεξεργασία από στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας.

[21]. Στοιχεία Eurostat.

[22]. Στοιχεία UNCTAD.

[23] . Λίτσης Μωυσής, Αυξάνονται οι ξένες επενδύσεις στον κόσμο, μειώνονται στην Ελλάδα.

[24]. Χατζηστεφάνου Άρης, Το μέγεθος…δεν μετράει στις νέες αμερικανικές βάσεις, Επίκαιρα, τ.149, 23/08-29/08/12.

[25]. Πηγή: IMF 2001

[26]. Λένιν Β. Ι., Ο ιμπεριαλισμός…, Άπαντα, τ. 27, σ. 392-393, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

[27]. Βλ. χαρακτηριστικά Λένιν Β. Ι., Ο Ιμπεριαλισμός…, Άπαντα, τ. 27, σελ. 384, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

[28]. Βλ. χαρακτηριστικά, Λένιν Β.Ι., Εισήγηση για την εξωτερική πολιτική στην κοινή συνεδρίαση της ΠΚΕΕ και του Σοβιέτ Μόσχας 14 του Μάη 1918, Άπαντα, τ. 36, σελ. 327.

[29]. Βλέπε αναλυτικότερα Λιόσης Βασίλης, Ιμπεριαλισμός και Εξάρτηση, Κεφάλαιο ΣΤ, εκδ. ΚΨΜ.

108100944 

 

 

 

 

 

 

 

 

 http://ergatikosagwnas.gr/EA/index.php/dialogos/673-2013-02-04-16-30-21

Explore posts in the same categories: Βασίλης Λιόσης

Ετικέτες: , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: