Ποιος θέλει να δει τον Πάπα; – Νίκος Σαραντάκος

951F91F2DBCAF03321D5C0A7DFCD1A9C 

Πηγή: sarant 

Η είδηση της παραίτησης του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ’, ο οποίος εκτίμησε ότι δεν έχει πια τις δυνάμεις να ασκεί τα καθήκοντά του, πλησιάζει άλλωστε τα 86, προκάλεσε μεγάλη έκπληξη, μια και είναι γεγονός σχεδόν πρωτοφανές. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η θαρραλέα παραδοχή της ανθρώπινης αδυναμίας αξίζει έπαινο και σεβασμό, αλλά κάποιοι πιστοί Χριστιανοί που πιστευουν ότι ο Πάπας ανέβηκε στον θρόνο με τη θέληση του Θεού θα περίμεναν ίσως να τον εγκαταλείψει μόνο όταν τον πάρει ο Θεός κοντά του. (Το ίδιο άλλωστε πιστεύουν και κάποιοι φανατικοί μοναρχικοί, οι οποίοι δεν καλοβλέπουν τις παραιτήσεις εστεμμένων, όπως του Μεγάλου Δούκα Ιωάννη του Λουξεμβούργου ή της Βεατρίκης της Ολλανδίας). Εμείς όμως εδώ δεν θεολογούμε αλλά λεξιλογούμε κι έτσι θα αφιερώσω το σημερινό άρθρο σε μερικά γλωσσικά και ιστορικά που μπορεί κανείς να τα θεωρήσει σχετικά με την είδηση της παραίτησης.

Είπα πιο πάνω ότι η παραίτηση του Βενέδικτου είναι κάτι *σχεδόν* πρωτοφανές, επειδή έχει ξανασυμβεί, αλλά στο μακρινό παρελθόν. Ο προηγούμενος πάπας που παραιτήθηκε από το θρόνο ήταν ο Γρηγόριος ΙΒ’ το 1415, πριν από 598 χρόνια. Μάλιστα, ο Γρηγόριος δεν παραιτήθηκε με τη θέλησή του. Προκειμένου να γεφυρωθεί το σχίσμα του καθολικισμού, τόσο ο Γρηγόριος ΙΒ΄ της Ρώμης όσο και ο αντίπαπας Βενέδικτος ΙΓ΄της Αβινιόν παραιτήθηκαν ή εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση. Ο προηγούμενος πάπας που εγκατέλειψε με δική του πρωτοβουλία τον θρόνο, χωρίς έξωθεν πιέσεις, ήταν ο Σελεστίνος Ε’, το 1294, πριν από 719 χρόνια. Ο Σελεστίνος είχε ανακηρυχθεί Πάπας περίπου παρά τη θέλησή του, και παραιτήθηκε ύστερα από 5 μόνο μήνες στο αξίωμα. Ο διάδοχός του, ο Βονιφάτιος, δεν τον άφησε σε ησυχία, αλλά τον έκλεισε σε ένα ανήλιαγο μπουντρούμι όπου πέθανε μερικούς μηνες αργότερα, ίσως δολοφονημένος. Αργότερα ο Σελεστίνος αγιοποιήθηκε, αλλά ο Δάντης, που θεώρησε φυγομαχία την παραίτηση, τον έστειλε στα περίχωρα της Κόλασης, αφού τον εμφανίζει (χωρίς να τον κατονομάζει) στο έργο του. Αλλά και μετά τον Σελεστίνο Ε’ κανείς άλλος πάπας δεν πήρε αυτό το όνομα, που μάλλον είναι ένδειξη αποδοκιμασίας. Φαντάζομαι όμως ο Βενέδικτος τα ήξερε αυτά πριν πάρει την απόφασή του -και άλλωστε στην εποχή μας δεν υπάρχουν μεγάλοι ποιητές.

Επέμεινα κάπως στην ιστορία του Σελεστίνου και στον Δάντη, επειδή έχει μεγάλο φιλολογικό ενδιαφέρον ειδικά για μας τους Έλληνες. Ο Δάντης στο Γ’ της Κόλασης περιγράφει έναν προθάλαμο της Κόλασης, πριν μπει στους εννιά της κύκλους, όπου βρίσκονται και βασανίζονται εκείνοι που “δίχως ατιμιά και δόξα εζήσαν” (στη μετάφραση του Καζαντζάκη), όσοι θα λέγαμε παρέμειναν αναποφάσιστοι ανάμεσα στο κακό και στο καλό. Ο ποιητής μιλάει με απόλυτη περιφρόνηση για τις θλιβερές αυτές ψυχές και τους επιφυλάσσει μαρτύρια (“ολόγυμνοι γυρνούν και τους δαγκάνουν αλύπητα χοντρόμυγες και σφήκες”). Και, στο σημείο που μας ενδιαφέρει, γράφει:

Poscia ch’io v’ebbi alcun riconosciuto,
vidi e conobbi l’ombra di colui
che fece per viltade il gran rifiuto.

ή

Σε μερικούς ξεχώρισα στο ασκέρι
είδα κι απείκασα τον ίσκιο εκείνου
που από αναντριά το μέγα φώναξε Όχι! (πάντα από τον Καζαντζάκη)

Αν και είναι παλιά ιταλικά, τον τρίτο στίχο της δαντικής τερτσίνας θα τον έχουν αναγνωρίσει όχι μόνο οι δαντιστές, αλλά οι καβαφιστές, αφού είναι ο τίτλος ενός πασίγνωστου καβαφικού ποιήματος, μόνο που ο Καβάφης απάλειψε τις μεσαίες λέξεις επίτηδες αλλάζοντας το νόημα. Εξηγούμαι: ο τρίτος στίχος, κατά λέξη λέει “που είπε από δειλία το μεγάλο Όχι”, ενώ ο Καβάφης απάλειψε τις λέξεις “από δειλία”:

Che fece … il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

Ξεστρατίσαμε, θα πείτε, αλλά όχι. Σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, αυτός που “από αναντριά το μέγα φώναξε Όχι” δεν είναι άλλος από τον Σελεστίνο Ε’, τον Πάπα που παραιτήθηκε το 1294. Πρώτος που έκανε αυτή την ταύτιση ήταν ο γιος του Δάντη, και οι μελετητές που ακολούθησαν την ίδια γνώμη είχαν, αν και η νεότερη έρευνα θεωρεί πιθανό να εννοείται ο Πόντιος Πιλάτος ή κάποιο άλλο ιστορικό πρόσωπο. Πάντως, όταν το έγραφε ο Καβάφης το ποίημα, η γνώμη των δαντιστών ήταν ότι το μεγάλο Όχι το είπε από δειλία ο Σελεστίνος.

Η λέξη “πάπας” (papa στα ιταλικά) είναι ομόρριζη με τη δική μας “παπάς”, και ανάγονται και οι δυο, σύμφωνα με τα λεξικά, στο αρχαίο “πάππας” που ήταν η παιδική λέξη για τον πατέρα, το αντίστοιχο του δικού μας μπαμπά. Πάππα φίλε αποκαλεί στον Όμηρο η Ναυσικά τον Αλκίνοο, που το μεταφράζουν “Κύρη καλέ” οι Καζαντζάκης-Κακριδής αλλά ίσως το “Μπαμπακούλη μου” να είναι πιο κοντά. Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια πάππας ή πάπας ήταν ο επίσκοπος, ιδιαίτερα της Ρώμης, και από εκεί η λέξη πέρασε στα λατινικά της εποχής. Πάντως τον τίτλο του Πάπα τον φέρει και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας (Πάπας και Πατριάρχης λέγεται). Τόσο το ΛΚΝ όσο και ο Μπαμπινιώτης θεωρούν αντιδάνειο τη λέξη “πάπας” σήμερα, πράγμα που δεν το καταλαβαίνω και τόσο αφού η λέξη δεν φαίνεται να εγκατέλειψε ποτέ τη γλώσσα, αλλά δεν επιμένω. Κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. εμφανίζεται και ο τύπος “παπάς”, με κατέβασμα του τόνου, για τους ιερωμένους. Ο Μπαμπινιώτης επιμένει να γράφει με δύο πι τον παπά, αλλά όχι τον πάπα (παρόλο που είναι αντιδάνειο και τα αντιδάνεια τα γράφει καλαμαριστί, π.χ. τσηρώτο), μια πρακτική που αν επικρατήσει απειλεί να διπλασιάσει το ελληνικό χρέος αφού θα πρέπει να μετονομαστούν όλοι οι Παπαδόπουλοι σε Παππαδόπουλους.

Ο πάπας λέγεται και ποντίφικας, λέξη που δεν έχει σχέση με τον ποντικό  (παρά μόνο απώτατη), αλλά προέρχεται από το λατινικό pontifex, που ήταν τίτλος του αρχιερέα ήδη στην προχριστιανική Ρώμη και κατά λέξη θα πει “γεφυροποιός”, αφού pons είναι η γέφυρα. Οι κάπως παλιότεροι θα θυμούνται ότι γεφυροποιό αποκαλούσαν τον Ευάγγελο Αβέρωφ μετά τη μεταπολίτευση.

Για να φτάσουμε και στον τίτλο του άρθρου, τώρα με την παραίτηση του Βενέδικτου ακούστηκε πολύ στη μπλογκόσφαιρα το τραγούδι “Θέλω να δω τον Πάπα”, που το τραγούδησε σε επανεκτέλεση η Δήμητρα Γαλάνη (προειδοποιώ ότι το βιντεάκι στο 2.35 έχει μια σκηνή ακατάλληλη για ανηλίκους)

Το τραγούδι έχει ιστορία. Προέρχεται από την οπερέτα “Θέλω να δω τον Πάπα” του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, στο οποίο δυο νεόνυμφοι κάνουν το ταξίδι του μέλιτος στη Ρώμη και η νύφη έχει σφοδρή επιθυμία να γνωρίσει τον Πάπα. Η οπερέτα, σύμφωνα με τις πηγές του Διαδικτύου ανέβηκε το 1921, αλλά σύμφωνα με τη δική μου έρευνα πρωτοπαίχτηκε στη θερινή σεζόν του 1920. Βασίζομαι σε δημοσίευμα της εφημερίδας Πατρίς από τις 9 Ιουλίου 1920, όπου διαβάζω ότι η οπερέτα ανέβηκε στο Θέατρο Παπαϊωάννου και ότι άρεσε “προπαντός το τραγούδι του Πάπα με τους πικάντικους στίχους του οφειλομένους εις την έμπνευσιν του ιδίου του συνθέτου”.  Η επιτυχία της οπερέτας γενικά και του τραγουδιού ειδικά ήταν πρωτοφανής, πιθανόν επειδή κάποιοι έβλεπαν πονηρό υπονοούμενο στο “θέλω να δω τον πάπα”, με μια άλλη λέξη που αρχίζει από π. Φαίνεται πως παιζόταν κατ’ επανάληψη, όλη τη σεζόν και την επόμενη.

Μόνο που το τραγούδι αυτό οδήγησε σε τραγωδία. Στις 11 Δεκεμβρίου 1921, το βράδυ, που ήταν παραμονή Χριστουγέννων για τους Καθολικούς (εμείς είχαμε ακόμα το παλιό ημερολόγιο), μια παρέα μεθυσμένοι πέρασαν έξω από τον καθολικό ναό του Αγίου Παύλου στον Πειραιά, ο οποίος ήταν γεμάτος πιστούς, και άρχισαν να τραγουδούν “το γνωστόν άσμα του Πάπα”. Ένας από τους εκκλησιαζόμενους, ο λαχανοπώλης Αντώνιος Ρηγούτσος ή Ριγούτζος ή Ραγκούζης ή Ραγκούσης από την Άνω Σύρο (ένα όνομα είχε ο άνθρωπος, αλλά στις εφημερίδες της εποχής δίνονται όλες αυτές οι παραλλαγες, με συχνότερη πάντως την πρώτη, όσο κι αν η τελευταία είναι πιθανότερη αφού το επώνυμο Ραγκούσης επιχωριάζει στα κυκλαδονήσια) βγήκε και τους έκανε παρατήρηση, καβγάδισαν, και τότε ο εικοσάχρονος ανθρακεργάτης Παναγιώτης Μπουραζάνης τον χτύπησε τέσσερις φορές με στρατιωτικό ξιφίδιο. Το θύμα μεταφέρθηκε στο Ζάννειο όπου εξέπνευσε. Στην κηδεία του θύματος, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος (ο οποίος για κάποιο λόγο ήταν Γάλλος, ονόματι Λουί Πετί) μίλησε για μισαλλοδοξία, αλλά στην ανακοίνωση της αστυνομικής διεύθυνσης η εκδοχή αυτή απορρίφθηκε αφού, κατά την ανακοίνωση, τη φασαρία την έκανε μια παρέα παιδιών ηλικίας 12-16 ετών που μόλις είχαν σχολάσει από την Εμπορική Σχολή και μόνο ο φονιάς ήταν 18χρονος, ενώ τονίστηκε επίσης ότι πρώτος ο Ρηγούτσος “ερράπισε τετράκις” τον μετέπειτα φονιά.

Ήταν πάντως άγριοι καιροί τότε, στη Μικρασία γινόταν ο πόλεμος, στην Ελλάδα παρακρατικοί αλώνιζαν στο δρόμο και σκότωναν κόσμο (την προηγούμενη μέρα είχε γίνει απόπειρα κατά του Κουντουριώτη, λίγο αργότερα σκότωσαν τον δημοσιογράφο Καβαφάκη, νωρίτερα τον δικαστικό Φατσέα). Μια κυβερνητική εφημερίδα, η Πρωτεύουσα, έγραψε ότι “η ηλιθία επωδός ενός περισσότερον ηλιθίου τραγουδιού μιας ακόμη περισσότερον ηλιθίας επιθεωρήσεως” στοίχισε τη ζωή ενός ανθρώπου και αναρωτήθηκε αν θα σκεφτεί η αστυνομία “έστω και έτος ολόκληρον μετά την εμφάνισιν της εκφύλου επιθεωρήσεως ‘Θέλω να ιδώ τον Πάπα’ να απαγορεύση την παράστασίν της”. Σε κάποιες πηγές γράφεται ότι πράγματι απαγορεύτηκε μετά το φονικό η παράσταση της οπερέτας, αλλά την προηγούμενη φορά που είχαμε συζητήσει το θέμα, στα σχόλια ενός άρθρου για τα μούσμουλα (!) η Μισιρλού είχε παραθέσει άρθρο (σχόλιο 69) σύμφωνα με το οποίο η απαγόρευση έγινε για λόγους πένθους, τον Γενάρη του 1922, όταν πέθανε ο τότε Πάπας Βενέδικτος IE’. Μπορεί να είναι έτσι, δεν το διασταύρωσα, και τα λινκ έχουν εντωμεταξύ ακυρωθεί. Η δική μου εικασία, που δεν την έχω τεκμηριώσει πάντως, είναι ότι λόγω του σκανδάλου άλλαξε ο τιτλος της οπερέτας (διότι βρίσκεται επίσης στη βιβλιογραφία με τίτλους “Ταξίδι του Γάμου” και “Ταξίδι του Μέλιτος”) αλλά ότι το επίμαχο τραγούδι συνέχισε να ακούγεται. ‘Αλλωστε, το 1922 ηχογραφήθηκε από τον τενόρο Τέτο Δημητριάδη (αδελφό του γελοιογράφου Φωκίωνα Δημητριάδη), που έχει πει και κάμποσα σμυρνέικα και ρεμπέτικα:

Ένας Πάπας που παραιτείται, ένας άλλος που ποιητική αδεία βρέθηκε στον προθάλαμο της Κόλασης, η συνάντηση του Δάντη με τον Καβάφη κι ένα ελαφρό τραγούδι που έγινε αφορμή για ένα φονικό, πολλά έγραψα σήμερα και σας κούρασα -αλλά θα συμφωνήσετε πως ήταν εξαιρετική η περίσταση, δεν παραιτείται κάθε μέρα Πάπας. Τώρα πια, το μόνο είδος ανθρώπου που παραμένει  α-παραίτητο είναι οι υπουργοί μας!

http://sarantakos.wordpress.com/2013/02/12/papa/

 

Advertisements
Explore posts in the same categories: Νίκος Σαραντάκος

Ετικέτες: , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: