Σημεία συζήτησης για την Πανελλαδική Σύσκεψη της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ 9-10 Μαρτίου 2013

poster paremvasi 2logoΕδώ σε μορφή pdf

1 – Για τον Κόσμο, την Ευρώπη, την Ελλάδα

Α. Η επιθετική παρακμή του καπιταλισμού

1. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός βουλιάζει σε μια ιστορικών διαστάσεων κρίση. Το βάθος, η έκταση, η διάρκεια, οι εναλλασσόμενες μορφές της επιβεβαιώνουν ότι οι εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού χρεοκοπούν το σύστημα παγκόσμια, ακόμη και ελλείψει αντιπάλου. Πρόκειται για τραγική και ταυτόχρονα πανηγυρική επιβεβαίωση του μαρξισμού, ακόμη κι αν οι φορείς του τελούν σε σύγχυση ή σε απουσία. Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας. Οι ανθρώπινες και κοινωνικές χωματερές που δημιουργεί ο παγκόσμιος καπιταλισμός, στην καρδιά της πιο βαθιάς σύγχρονης κρίσης του, είναι απόδειξη για το γερασμένο και σάπιο σύστημα, για την αναγκαιότητα υπέρβασης και ανατροπής του, πράγμα που θέτει επί τάπητος το καθήκον ανασυγκρότησης για το κομμουνιστικό κίνημα, παγκόσμια, περιφερειακά, εθνικά. Η κρίση είναι τόσο βαθιά και διαρκής που θέτει βασικά ερωτήματα: Ποια είναι η επόμενη μέρα για τον καπιταλισμό; Ποια είναι η επόμενη φάση της ιστορίας; Ποιες πολιτικές διαχείρισης θα επιλεγούν; Θα ανανεωθεί, για πόσο και με ποιες απώλειες το καπιταλιστικό σύστημα; Ποιες μορφές θα παίρνει η ταξική πάλη; Θα διαρραγεί η παγκοσμιοποίηση; Θα σπάσει η ιμπεριαλιστική αλυσίδα; Θα ανατραπούν τα νεοφιλελεύθερα πειράματα;

poster paremvasi 1

2. Η κρίση χαρακτηρίζει μια ολόκληρη εποχή περίπου τεσσάρων δεκαετιών. Δεν έχουμε μεμονωμένα επεισόδια, αλλά μια παρατεταμένη παγκόσμια κρίση από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70, με σημαντικά ξεσπάσματα που συνέχεια πυκνώνουν για να φτάσουμε στην παρούσα κρίση. Η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, από εκείνη την εποχή «αντιμετωπίζεται» με διαδοχικά φάρμακα-πολιτικές τελείως αναποτελεσματικές για το ίδιο το σύστημα. Ο επιθετικός νεοφιλελευθερισμός, η διάλυση των κοινωνικών κατακτήσεων της προηγούμενης περιόδου, η ήττα των επαναστατικών κινημάτων και αποπειρών, η τυπική κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η ενσωμάτωση ενός μεγάλου μέρους του πλανήτη στον ενοποιημένο καπιταλισμό, η παρασιτική χρηματιστηριοποίηση, η ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση, η πρωτοφανής ασυδοσία του κεφαλαίου, δεν μπόρεσαν να δώσουν διέξοδο. Η μία και μοναδική μορφή πολιτικής διαχείρισης που επιχείρησε να απαντήσει στη δομική καπιταλιστική κρίση, ο νεοφιλελευθερισμός, ακόμα κι αν εφαρμόστηκε από κοινού από συντηρητικές και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, έσκαψε έναν ακόμα μεγαλύτερο λάκκο για το καπιταλιστικό σύστημα. Την ίδια ώρα όμως, αυτές οι τριακονταετείς πολιτικές ανατρέπουν καθοριστικά το συσχετισμό δύναμης, συμπιέζουν σε πρωτόγνωρο βαθμό τον κόσμο της εργασίας εδραιώνοντας παγκοσμίως προοκτωβριανά τοπία. Η οικονομική κρίση φέρνει στην επιφάνεια τα όρια του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής αλλά ταυτόχρονα και τους όρους ανατροπής του. Η έλλειψη όμως του υποκειμένου της ανατροπής στις ώριμες πλέον αντικειμενικές συνθήκες, μεταβιβάζει-μετακυλίει την κρίση σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Την ίδια στιγμή, η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου μετά από μια περίοδο διάσπασης του συστήματος, ενώ έδωσε μια προσωρινή ανάσα, παγκοσμιοποιεί σήμερα την κρίση. Όλοι οι παράγοντες συνηγορούν στο να χαρακτηριστεί η υπάρχουσα κρίση ως γενική δομική συστημική κρίση.

3. Στο έδαφος αυτό υπάρχουν τεκτονικές μετακινήσεις και αλλαγές σε πλανητική κλίμακα. Η παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ έχει φθαρεί έντονα από την κρίση. Διατηρεί στρατιωτική ισχύ, περνάει όμως τεράστιες δυσκολίες σε επίπεδο οικονομίας (χρηματοπιστωτικό, βιομηχανία), προσπαθεί να διατηρήσει ή –σε άλλες περιπτώσεις– να εισχωρήσει σε περιοχές γεωπολιτικού, οικονομικού και ενεργειακού ενδιαφέροντος. Η μετατόπιση του βάρους στις χώρες των BRICS, με την ταυτόχρονη μείωση του ειδικού βάρους της ΕΕ, σηματοδοτούν σημαντικές μετατοπίσεις σε έναν πολυπολικό κόσμο. Η κρίση αποτελεί καταλύτη που επιταχύνει τις αλλαγές, τους δίνει πρόσημο, αναδεικνύει δυνάμεις, υποβιβάζει άλλες. Η περιφερειακή – ευρωπαϊκή και η εθνική – ελληνική πραγματικότητα είναι άμεσα συναρτώμενη από την παγκόσμια σκακιέρα και τη διάταξη δυνάμεων με ορίζοντα τις επόμενες δεκαετίες.

4. Θεωρητικά, υπάρχουν δύο τρόποι εξόδου από την κρίση. Ο ένας τρόπος είναι εντός συστήματος με ανανεωμένο ή αναθεωρημένο το οικονομικό και πολιτικό του σκέλος. Ανανέωση σημαίνει «δημιουργική καταστροφή» και επανεκκίνηση της καπιταλιστικής μηχανής, με τρόπους που περιλαμβάνουν από τη μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πρώτα από όλα της ζωντανής εργασίας μέχρι προσφυγές σε πολεμικές αναμετρήσεις. Αναθεώρηση σημαίνει μια νέα μορφή πολιτικής διαχείρισης για το κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα με «έξοδο» από το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα και πιθανά δοκιμασία παρεμβατικών κρατικών πολιτικών. Επίσης, μπορεί να σημαίνει αναθεώρηση της παγκοσμιοποίησης και επιστροφή σε εθνικά αναχώματα. Κυρίαρχη επιλογή φαίνεται η πρώτη και όχι η δεύτερη. Ο καπιταλισμός άλλωστε δεν θα υποκύψει σε ηπιότερες μορφές ή σε σημειωτόν βήματα, εκτός κι αν αναγκαστεί από έναν επικίνδυνο αντίπαλο.
Ο άλλος τρόπος είναι εκτός συστήματος είτε με πορεία ανατροπών και ρήξεων είτε με επαναστάσεις που απευθείας βάζουν ζητήματα νέας κοινωνίας. Η κρίση και η ύφεση χρησιμοποιείται σαν μοχλός και όπλο για τον καπιταλισμό στη σύγκρουση ενάντια στην εργασία. Στην κρίση επιχειρούνται τεράστιες αλλαγές σε βάρος της εργατικής τάξης. Η κρίση έχει όλα τα στοιχεία ενός πολέμου μεταξύ δύο κοινωνικών τάξεων, της αστικής και της εργατικής, και των συμμάχων τους. Και βέβαια ο πόλεμος θα πάρει στρατιωτική μορφή όταν δεν μπορεί πλέον να πάρει κάποια άλλη. Οι ενδιάμεσες κατηγορίες και στρώματα –είτε το θέλουν είτε όχι– συνωστίζονται και στοιχίζονται ανάλογα με τα συμφέροντά τους, και όχι μόνο, μέσα από αυτές τις βασικές τάξεις. Η εποχή μας αναδεικνύει ακριβώς αυτό. Οι ενδιάμεσες τάξεις συνωθούνται ραγδαία προς τα κάτω, χωρίς να ακολουθεί με αντίστοιχους ρυθμούς και η συνείδησή τους. Έτσι κι αλλιώς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αντικειμενικές εξελίξεις, αλλά κυρίως από την ταξική πάλη.

5. H εποχή της κρίσης δεν θα τελειώσει άμεσα. Μετά την κρίση τίποτα δεν θα είναι όπως φαίνεται σήμερα, η κρίση υπαγορεύει μια μη γραμμική εξέλιξη των πραγμάτων. Το κεντρικό ερώτημα που δίνει το σημείο εκκίνησης των ανταγωνιστικών στο σύστημα αποπειρών, είναι αν βρισκόμαστε στην ακμή ή στην παρακμή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Πρόκειται για βασικό ζήτημα για τις επαναστατικές, κομμουνιστικές ή αντισυστημικές δυνάμεις. Με προσανατολισμό και κατεύθυνση ότι ο καπιταλισμός είναι ανατρέψιμος όταν σαπίζει, πρέπει να δοθεί η μάχη. Είτε για να κερδηθεί, είτε για να μπει χειρόφρενο, είτε γιατί είναι ευκαιρία να (ανα)γεννηθεί – (ανα)συγκροτηθεί το κομμουνιστικό κίνημα, γιατί είναι ευκαιρία να υπάρξει θετική υπέρβαση του ‘89-‘91. Υπάρχουν περισσότεροι και καλύτεροι όροι σε περισσότερες χώρες και περιοχές του πλανήτη για να αναδειχθεί η ωριμότητα υποδοχής ενός νέου συστήματος. Απουσιάζει η δύναμη κατεδάφισης του καπιταλισμού, η δύναμη ανάδειξης της δυνατότητας ενός νέου συστήματος. Είκοσι χρόνια μετά την πτώση του τείχους, το κομμουνιστικό κίνημα παραμένει μειοψηφικό και αδύναμο, αν και τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν αυθόρμητα κινήματα και γκρεμίστηκαν μύθοι και αστικά ιδεολογήματα. Όμως τα χρόνια της κρίσης δεν είναι σαν οποιαδήποτε άλλη εποχή.
Η κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης για ευρύτατα στρώματα, η βίαιη αναδιάταξη κοινωνικών συμμαχιών, η κοινωνική πόλωση, δίνει δυνατότητες για μια ανατρεπτική, αντισυστημική πολιτική. Αυτή η δυνατότητα μπορεί να προκύψει. Είναι ρεαλιστική, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιη, ούτε πρέπει να περιμένουμε γραμμική εξέλιξη ή επανάληψη γνωστών σχημάτων.
Σήμερα είναι εποχή ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος, εμπλουτισμού του επαναστατικού μαρξισμού. Το κομμουνιστικό κίνημα, σε τελευταία ανάλυση, θα μπορούσε να εκφράσει ηγεμονικά τη νέα κατάσταση. Δεν εγκυμονείται κάτι τέτοιο, πρέπει όμως να τεθεί. Όσο πιο γρήγορα τεθεί, όχι απλά σαν έλλειψη, αλλά σαν διαδικασία και έμπρακτη προσπάθεια κάλυψης, τόσο το καλύτερο για την ανθρωπότητα. Σε αυτό το καθήκον θα κριθούμε όλοι. Δεν έχει καμία σημασία από ποια χώρα και με ποιο τρόπο θα προκύψει μια τέτοια απόπειρα. Έχει όμως σημασία να αποβληθεί από τη σκέψη μας ότι θα προκύψει ταυτόχρονα ή με απλές αναπαλαιώσεις, ανασυνθέσεις σχημάτων, απόψεων, ανθρώπων που κινούνται με τη δύναμη αδράνειας του προηγούμενου αιώνα.

6. Τα παραπάνω σημαίνουν δύο πράγματα για την αριστερά: (α) Δεν μπορεί να υπάρξει μάχη που προσβλέπει σε μικροδιορθώσεις στα πλαίσια του συστήματος, δηλαδή μια άλλη πολιτική διαχείρισης της κρίσης. Μια τέτοια προσδοκία, αν στις δεκαετίες του ‘70 και ‘80 συνιστούσε «αποστασία» και σοσιαλδημοκρατικοποίηση της αριστεράς, σήμερα επιπλέον αποτελεί ουτοπία. Ενδιάμεσος δρόμος δεν υπάρχει, ακόμα κι αν η εναλλακτική λύση της αντισυστημικής ανατροπής φαντάζει πολύ μακρινή. Ο καπιταλισμός δεν θα λοξοδρομήσει αυτοβούλως από την καταστροφική πορεία που έχει επιβάλει στους λαούς. (β) Δεν μπορεί να υπάρξει αριστερά (και ειδικά κομμουνιστική) που να παραπέμπει στο μακρινό μέλλον την αντιπαράθεση διότι «οι καιροί δεν είναι ώριμοι και οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν». Αν στην εποχή της πιο βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού, ο δήθεν αντίπαλος, το κομμουνιστικό κίνημα, αποχωρεί, αποστασιοποιείται, προτιμά τις ιδεολογικές διακηρύξεις και την παραπομπή στο μέλλον, στην πραγματικότητα εκχωρεί το καθήκον της εξόδου από την καπιταλιστική κρίση. Ποιος, αν όχι η κομμουνιστική αριστερά; Πότε, αν όχι σήμερα;

Β. Παγκοσμιοποίηση, η «επιστροφή» του ιμπεριαλισμού

7. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο καταθλιπτικά παρών ο ιμπεριαλισμός και ποτέ άλλοτε δεν μιλήσαμε τόσο λίγο για αυτόν. Η εποχή της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η εποχή του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, ξεκινά από τη δεκαετία του ’70, με ιστορικό σταθμό την τυπική κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά των ανατολικών κρατών. Σε όλη αυτή την πορεία διαμορφώθηκαν και αναπτύχθηκαν νέες επιθετικές καπιταλιστικές στρατηγικές. Η «πρωτοβουλία» του καπιταλισμού βρίσκει χώρο, αναπτύσσεται και επιβάλλει μια σειρά αλλαγών σε πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό επίπεδο. Ο ιμπεριαλισμός σημαίνει όρους οικονομικής και πολιτικής επικυριαρχίας του κεφαλαίου, αλλά και δημιουργία νέων υποκειμένων, υπερκρατικών οντοτήτων και οργανισμών, σαν την ΕΕ. Το γεγονός αυτό είναι καθοριστικό τόσο για την ερμηνεία των πραγμάτων όσο και για την ανατροπή τους. Η θεώρηση του ιμπεριαλισμού ως στρατιωτικές επεμβάσεις, η απομόνωση της οικονομικής βάσης από το πολιτικό εποικοδόμημα, η επί της ουσίας ακύρωση της θεωρίας του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης στους κόλπους της ίδιας της αριστεράς, συνέτειναν καθοριστικά στη σύγχυση και στον αφοπλισμό. Η ίδια η καπιταλιστική κρίση πήρε ειδικές μορφές και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης. Συντριπτικός βαθμός χρηματιστικοποίησης, ταχύτατος τρόπος μετάδοσης, βούλιαγμα υπερεθνικών ιμπεριαλιστικών οργανισμών, ισορροπία τρόμου και αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις βασικές καπιταλιστικές δυνάμεις. Οποιαδήποτε απόπειρα για το ξεπέρασμα της κρίσης θέτει σε αμφισβήτηση έναν κατακτημένο βαθμό παγκοσμιοποίησης, απειλεί τον ρόλο και την ίδια την υπόσταση δομών, οργάνων και πολιτικών της. Η αναζήτηση λαϊκής, αντισυστημικής διεξόδου από την κρίση δεν μπορεί παρά να αναμετριέται με αυτή την πλευρά.

8. Στο έδαφος της κρίσης οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί εντείνονται, οξύνονται γεωπολιτικές συγκρούσεις, εμφανίζονται πιθανές πολεμικές εστίες. Η κρίση δεν αλλάζει μόνο τις ταξικές σχέσεις, αλλά διαφοροποιεί και ανατρέπει διεθνείς και διακρατικές σχέσεις. Ο ιμπεριαλισμός δημιουργεί νέους φορείς, νέα υποκείμενα δράσης, παράγει νέες πολιτικές και οικονομικές δομές, μετασχηματίζει υπάρχουσες.
Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο ανταγωνισμός εκφράζεται με ανοιχτό ή καλυμμένο τρόπο, αλλά προς το παρόν με συνείδηση ενός ορισμένου βαθμού αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα βασικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, τέτοια που να κάνει ανεπιθύμητη μια γενικευμένη ρευστότητα και αποσταθεροποίηση. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να κοντύνουν αλλά όχι να ανατινάξουν την Ευρωζώνη, η πλεονασματική Κίνα έχει ανάγκη τις ελλειμματικές ΗΠΑ κοκ. Κοινό σημείο όμως παραμένει η ιδιοποίηση, η αφαίρεση πόρων από χώρες, περιοχές και ολόκληρες περιφέρειες. Η ιδιωτικοποίηση των πάντων, το βούτηγμα τεράστιων περιουσιακών, κρατικών πόρων, η επέκταση μέσω της γεωοικονομίας και της γεωπολιτικής, αποτελεί κορυφαία επιλογή του συστήματος στην προσπάθεια να υπερβεί την κρίση του.
Η κρίση είναι τόσο ισχυρή και η επιθετική παρακμή του συστήματος τόσο βαθιά, που δεν μπορεί να αποκλειστεί η πολεμική διέξοδος σε μέρη του πλανήτη ή σε ολόκληρες περιφέρειές του. Αυτό αφορά και την περιοχή μας, δυναμικό σημείο διαδρομής – μεταφοράς ενεργειακών πόρων, αντικείμενο πρόσβασης ή υφαρπαγής από τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια. Η κρίση θα επιταχύνει τέτοιες αρπακτικές συμπεριφορές, στο όνομα της ανάπτυξης, της αξιοποίησης, των επενδύσεων για την επανεκκίνηση της οικονομίας.
Η αντιπαράθεση στη Μ. Ανατολή και στην Ευρασία είναι κομβική για την ηγεμονία στην παγκόσμια σκακιέρα. Ο εμφύλιος στη Συρία αλλά και η διακηρυγμένη πρόθεση χτυπήματος του Ιράν έχουν άμεση σχέση με την ιμπεριαλιστική ηγεμονία των ΗΠΑ, με τις ροές ενέργειας, αλλά και την πρόσβαση σε μια περιοχή όπου οι αναδυόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Ρωσίας και της Κίνας έχουν νέες ή παλιές προσβάσεις.

9. Περίπου έναν αιώνα πριν, η επαναστατική θεωρία εμπλουτίστηκε με δύο ισχυρά και πρωτοπόρα σημεία αναφοράς: Πρώτον, ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός που σαπίζει, δηλαδή πρόκειται για ένα σύστημα παρασιτικό και ταυτόχρονα αδιέξοδο. Δεύτερον, ότι σε μια χώρα ή μια περιοχή, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, είναι δυνατόν να συγκεντρωθούν αντιφάσεις και όροι για μια επαναστατική κατάσταση που θα σπάσει τον ευαίσθητο κρίκο. Και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν σήμερα τεράστια σημασία για όσους πασχίζουν για την αντιστροφή της κατάστασης. Οι δυνατότητες υπέρβασης-ανατροπής του πλαισίου της παγκοσμιοποίησης και του ιμπεριαλιστικού πλέγματος, δεν θα αφορούν μια στιγμή αλλά μια πολύπλευρη εθνική και διεθνική διαδικασία δοκιμασιών, πειραματισμών, εναλλακτικών σχεδίων και δυνατοτήτων, που συνεχώς θα καταργούν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Η ιμπεριαλιστική αλυσίδα σήμερα είναι πιο μεγάλη, περισσότερο πολύπλοκη και επικίνδυνα εύθραυστη σε πολλά σημεία. Απόπειρες εξόδου από την κρίση σε όφελος της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας οφείλουν να παίρνουν υπόψη και να αναμετριούνται διαρκώς τόσο με τον αδιέξοδο και παρασιτικό χαρακτήρα του συστήματος συνολικά, όσο και με τη δυνατότητα ρήξεων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, εκμεταλλευόμενες τις εγγενείς αντιφάσεις του αντιπάλου, τις αντιθέσεις του απέναντι στρατοπέδου και τη συσσώρευση ευνοϊκών όρων και προϋποθέσεων.

10. Εάν η παγκοσμιοποίηση και η ιμπεριαλιστική αλυσίδα κινδυνεύει να «σπάσει» από τις αντιφάσεις του ίδιου του συστήματος, το ερώτημα του τι κάνουν οι αντισυστημικές επαναστατικές δυνάμεις, αλλά και η ευρύτερη αριστερά, είναι κρίσιμο. Η αναμονή και υποταγή σε αυτή την «αντικειμενική εξέλιξη» είναι το ίδιο επιζήμια με την αποδοχή και αναγνώριση της παγκοσμιοποίησης. Τόσο ο χρόνος όσο και το ποιος θα έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων είναι κρίσιμα ζητήματα. Απ’ την άλλη, είτε η υπεράσπιση της ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης στην Ευρώπη, είτε η καθαρή αντικαπιταλιστική αδιαφορία για το ενδεχόμενο μιας ρήξης, αντικειμενικά βοηθούν τον αντίπαλο. Στην περίπτωσή μας, και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη υπάρχει είτε «αριστερή» διεκδίκηση της ολοκλήρωσης, είτε αφ’ υψηλού αδιαφορία διότι …το ζήτημα είναι ο σοσιαλισμός και η λαϊκή εξουσία. Η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, η αίσθηση του ιστορικού χρόνου, η ανάγνωση των αντιφάσεων και των αδυναμιών του αντιπάλου, η συνείδηση ότι πρόκειται για ιμπεριαλισμό χείριστης μορφής, ότι δεν υπάρχει διέξοδος από την κρίση προς όφελος των λαών αν δεν χτυπηθεί ο αντίπαλος στην καρδιά του, έχουν πάει περίπατο.

Γ. Ιμπεριαλισμός και Παγκοσμιοποίηση στην ευρωπαϊκή ήπειρο

11. Η μεταπολεμική πορεία της ευρωπαϊκής ηπείρου αφορούσε έναν πρωταρχικά πολιτικό στόχο, ενώ υλοποιήθηκε κατεξοχήν από οικονομικά μέτρα. Η ενοποίηση της Ευρώπης γίνεται υπό την ηγεμονία και την επίβλεψη των ΗΠΑ. Θεωρείται ενιαίο αντίπαλο δέος στο ανατολικό μπλοκ. Η αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης τροποποιείται και επιταχύνεται με την ιστορική τομή του ‘89-‘91. Το τέλος του ψυχρού πολέμου και της σοβιετικής απειλής, η υποχώρηση των εργατικών και λαϊκών κινημάτων, η γερμανική επανένωση και ο κυρίαρχος παγκόσμια πλέον νεοφιλελευθερισμός, οδηγούν τα πράγματα σε μια νέα κατάσταση. Ο γαλλογερμανικός άξονας αναλαμβάνει πρωτοβουλίες βαθέματος της ενοποίησης. Η συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν ο αποφασιστικός σταθμός που οδηγούσε στη συγκρότηση της πολιτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης. Τα τρία κρίσιμα πεδία ήταν το οικονομικό-νομισματικό μέσω της σύστασης κοινού νομίσματος και της ΕΚΤ, η ασφάλεια και εξωτερική πολιτική, και η κοινωνική πολιτική. Η κατασκευή της ΕΕ, τα δομικά της χαρακτηριστικά, οι άλυτες αντιφάσεις της και τα αποτελέσματά της, είναι απολύτως σχετιζόμενα και ορίζουν μια Ένωση ιμπεριαλιστική, βαθιά αντιδραστική, με συμβόλαιο εξόντωσης των μεταπολεμικών κοινωνικών κατακτήσεων, με αφαίμαξη των υποδεέστερων μελών της, στον αγώνα δρόμου για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα και την ηγεμονία. Αυτά δεν αλλάζουν και δεν είναι δυνατόν να αλλάξουν, παρά μόνο στη φαντασία των εκ του πονηρού απολογητών της.

12. Η ΕΕ ήταν και παραμένει μια πολιτική επιλογή συγκρότησης, δράσης και παρέμβασης, που επιδρά στις διεθνείς σχέσεις και στον κοινωνικό και ταξικό συσχετισμό. Η δημιουργία της ικανοποιούσε –και στην πορεία επιβαλλόταν- από τα συμφέροντα του διεθνοποιημένου κεφαλαίου των μεγάλων δυνάμεων της Δυτικής Ευρώπης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνταν ένας μεγάλος ενιαίος οικονομικός χώρος εντός Ευρώπης, με στόχευση όμως στην παγκόσμια κλίμακα, ικανοποιώντας τους σύγχρονους όρους συσσώρευσης. Η ενοποίηση βοηθούσε τη διαδικασία απεξάρτησης από τον υπερατλαντικό σύμμαχο και μέχρι πρότινος προστάτη, με ανταγωνισμό μαζί του σε όλα τα επίπεδα. Στόχος ήταν η τροποποίηση της θέσης της ΕΕ και το κέρδισμα πόντων στην κούρσα για την παγκόσμια ηγεμονία. Στο εσωτερικό των χωρών, η διαδικασία ενοποίησης αποτέλεσε το βασικό όπλο ταξικής κυριαρχίας, εκμετάλλευσης, «εκσυγχρονισμού» και ανατροπών των μεταπολεμικών κοινωνικών συμβολαίων και σχέσεων. Οι κάθε λογής οδηγίες, οι βίβλοι, οι πολλαπλές κρίσιμες «απελευθερώσεις» και ιδιωτικοποιήσεις αποδεικνύουν την ενιαία επίθεση των αστικών τάξεων της Ευρώπης ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας.

13. Το σχέδιο και η οικοδόμηση της ΕΕ περιείχε την απώλεια εξουσιών από τα εθνικά κράτη και την μετακόμισή τους σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά και σε μη εκλεγμένα όργανα. Ήταν εκ φύσεως αντίθετη με την εθνική κυριαρχία και τη λαϊκή κυριαρχία, γιατί η μεταφορά εξουσιών σε μη ελεγχόμενους από το λαό ευρωπαϊκούς μηχανισμούς εξουσίας σημαίνει και την απώλεια ελέγχου και λογοδοσίας στο εθνικό πεδίο. Η Ευρωπαϊκή επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απαγορεύουν την κρατική παρέμβαση, τη στιγμή που η αγορά έχει πάντα προτεραιότητα απέναντι στην κοινωνία. Στην πραγματικότητα έχει δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό πολιτικό καρτέλ που έχει αποσπαστεί και λειτουργεί αυτόνομα από λαούς, εκλογές, ελέγχους και εθνικά επίπεδα. Η καπιταλιστική κρίση επιταχύνει την κατάργηση της «προοδευτικής» κληρονομιάς της γηραιάς ηπείρου. Το έλλειμμα δημοκρατίας έγινε κενό δημοκρατίας, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές απέκτησαν συνταγματική ισχύ, τα εθνικά κοινοβούλια απαξιώνονται και τυπικά. Το κράτος πρόνοιας, ο διαφωτισμός, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα ακυρώνονται, η Ευρώπη ξαναγυρνά στον Μεσαίωνα, ή καλύτερα πριν τη Γαλλική Επανάσταση όταν και η Συνέλευση των Τάξεων κέρδισε το δικαίωμα να συντάσσει τον εθνικό προϋπολογισμό. Χθες η αντιδημοκρατική εκτροπή προχωρούσε στο όνομα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Σήμερα ο αντιδημοκρατικός ολοκληρωτισμός εγκαθίσταται στο όνομα της σωτηρίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η τρομοκρατία της απομόνωσης και της επιστροφής σε ένα άσχημο παρελθόν λειτουργεί εκφοβιστικά υποχρεώνοντας στην αποδοχή των τετελεσμένων μονόδρομων, του κοινωνικού μεσαίωνα, της κατάλυσης της δημοκρατίας.

14. Οι σχεδιαστές της ΕΕ και της ΟΝΕ δούλεψαν στη βάση συμφερόντων και συμβιβασμών. Ανέπτυξαν «στρεβλά» τις περιοχές της Ευρώπης, βαθαίνοντας τις υπαρκτές ανισότητες, αλλά και δημιουργώντας έναν ενδοευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας προς όφελος των ηγεμονικών δυνάμεων που έχτιζαν το έκτρωμα της ΕΕ. Οι ισχυροί ισχυροποιήθηκαν περισσότερο, οι αδύνατοι βρέθηκαν μόνοι απέναντι στα θηρία της αγοράς, εξαγορασμένοι έναντι πινακίων φακής – ευρωπαϊκών πακέτων που ξαναγύριζαν με πολλαπλό τρόπο στους χρηματοδότες τους. Εξαρτημένοι, με αναιμικό, άνευρο, όχι δυναμικό παραγωγικό χαρακτήρα. Ο γενετικός κώδικας, το DNA της ΟΝΕ και του Ευρώ ήταν και είναι καθοριστικό για τις ασύμμετρες οικονομίες των χωρών της ΕΕ. Είναι σε τελευταία ανάλυση o γενετικός κώδικας, το αναλλοίωτο αποτύπωμα του ιμπεριαλισμού, της ανισομετρίας, της ανταγωνιστικότητας, της παγκοσμιοποίησης. Η ΕΕ σχεδιάστηκε για να ανταποκριθεί στην αρένα του παγκόσμιου ανταγωνισμού και της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης.

15. Η ιδέα μιας νέας υπερεθνικής μορφής που θα πραγματοποιούνταν στο έδαφος της οικονομικής ενοποίησης, στην ουσία είναι ένα δόγμα που χρησιμοποιήθηκε από το σύνολο των αστικών τάξεων τόσο σαν ιδεολογική αφήγηση όσο και σαν απαραβίαστο πολιτικό πλαίσιο για την επιβολή μιας μόνιμης εσωτερικής υποτίμησης, ταξικής κυριαρχίας και ελέγχου. Χρησιμοποιήθηκε προφανώς από τις ηγέτιδες αστικές τάξεις της Ευρώπης ώστε να ισχυροποιηθούν ακόμα περισσότερο, δημιουργώντας μια περιφέρεια που θα ζωογονεί το κέντρο. Η δημιουργία του ταξικού και εξ ορισμού νεοφιλελεύθερου νομίσματος, του ευρώ, που πρόβαλε σαν ισχυρό αποθεματικό νόμισμα έναντι του δολαρίου, δεν ήταν απλά η δημιουργία ενός συμβόλου, αλλά η προβολή και αντανάκλαση ενός συνόλου συνθηκών. Ρητών και άρρητων, πολιτικών και οικονομικών, εθνικών και κοινωνικών: Μηχανισμός ανταγωνιστικότητας, ιμπεριαλιστική κυριαρχία, μεταφορά πόρων, νεοφιλελεύθερος μεσαίωνας, αποθέωση αγοράς, αποχαλίνωση χρηματοπιστωτικού συστήματος, όριο δικαιωμάτων και κοινωνικών κατακτήσεων, όριο δημοκρατίας. Όλα αυτά αποτυπώνονται στο νόμισμα και γι’ αυτό αποτελεί κορυφαία πολιτική, οικονομική, κοινωνική επιλογή, στρατηγικού τύπου για τις αστικές τάξεις στην Ευρώπη. Γι’ αυτό το λόγο είναι το ιερό και απαραβίαστο όριο που πάνω του προσκρούουν και υποχωρούν οι λαϊκές ανάγκες και διεκδικήσεις. Και γι’ αυτό το λόγο είναι θλιβερή αποστασία από την υπόθεση της εθνικής και κοινωνικής αξιοπρέπειας η αντιμετώπισή του κοινού νομίσματος ως απλού και ευτελούς οικονομικού μεγέθους που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και έτσι και αλλιώς. Η κρίση στην ευρωζώνη σήμερα, αναδεικνύει τα όρια του σχεδίου, τις ανικανότητες, τα δόγματα, τις ουτοπίες, και στην ουσία την κρίση του συνολικού πολιτικού σχεδίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί πλέον ΟΝΕ και ΕΕ είναι οργανικά αλληλεξαρτώμενες. Το πολλαπλό ερώτημα είναι πότε, από ποιες δυνάμεις και με τι εναλλακτικό σχέδιο θα ανατραπεί αυτό το εγχείρημα που δεν είναι καθόλου βιώσιμο.

Δ. Η εναγώνια αναζήτηση της ΕΕ

16. Η ΕΕ ζει την βαθύτερη κρίση της ιστορίας της που είναι δυνατόν είτε να την ανατινάξει είτε να την μεταμορφώσει θεμελιακά. Το ισχυρότερο θύμα της γενικής καπιταλιστικής κρίσης, ή καλύτερα του ισχυρότερου επεισοδίου της αξεπέραστης κρίσης υπερσυσσώρευσης όπου βρίσκεται ο καπιταλισμός την τελευταία τριακονταπενταετία. Η καρδιά της κρίσης σήμερα χτυπά στην Ευρώπη. Όχι επειδή είναι από τη φύση της πιο αδύναμη, ούτε επειδή η κρίση εξήχθη από τις ΗΠΑ στην ΕΕ. Αλλά επειδή το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, από τη φύση του αντιδραστικό, υπήρξε αντιφατικό και αυτοναρκοθετούμενο, και έγινε τέτοιο λόγω του αγώνα δρόμου της «παλιάς Ευρώπης» να ανταγωνιστεί την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Το βασικό εφαλτήριο της ευρωπαϊκής κρίσης είναι οι αποκλίνουσες έως και ανταγωνιστικές στο εσωτερικό της πολιτικές μιας ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης, αλλά και η δομικά άλυτη αντίφαση της νομισματικής ένωσης σε μια ομάδα χωρών που στερείται και οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης. Γι’ αυτό και το έδαφος που εκδηλώνεται αυτή η θεμελιακή κρίση της ΕΕ είναι κυρίως η απόπειρα οικονομικής – νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης. Εδώ και τρία χρόνια, σημείο συγκέντρωσης των αντιφάσεων της ευρωπαϊκής πορείας αποτελεί το κοινό νόμισμα. Επιβεβαιώνεται και από την ίδια την κρίση ότι το ευρώ δεν αφορά μια δευτερεύουσα πλευρά της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. «Αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει και η Ευρώπη» δηλώνει σε όλους τους τόνους η Γερμανίδα Καγκελάριος. Αυτή η διαπίστωση αποτιμά στο πραγματικό του μέγεθος τον ρόλο που παίζει το κοινό νόμισμα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ολοκλήρωση χωρίς το ευρώ, και ευρώ χωρίς ολοκλήρωση δεν μπορούν να υπάρξουν. Από αυτή τη δομική κρίση της Ευρωζώνης, η ΕΕ δεν θα βγει αλώβητη. Ήδη τα πλήγματα που μετράει είναι βαριά και παίζουν καθοριστικό ρόλο στο ειδικό βάρος της γηραιάς ηπείρου στην παγκόσμια αντιπαράθεση. Και ακόμα κι αν τα πράγματα πάνε από εδώ και πέρα σύμφωνα με τις επιθυμίες των οπαδών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το πείραμα της ΕΕ έχει αλλάξει δραστικά. Συμμαχίες έχουν αναδιαταχθεί, άξονες έχουν μετατοπιστεί, αντιθέσεις και αντιφάσεις έχουν εκραγεί, χώρες έχουν χάσει ή αυξήσει το ειδικό τους βάρος, και το νόμισμα έχει αναδειχθεί στην κορυφή του παγόβουνου που απειλεί να βυθίσει την ολοκλήρωση.

17. Δύο είναι τα βασικά ενδεχόμενα μπροστά στην κρίση: (α) Να βαθύνει γρήγορα η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπό την γερμανική ηγεμονία, παίρνοντας άμεσα και κυνικά αντιδραστικότερα χαρακτηριστικά. (β) Να ανατιναχτεί η ΕΕ με τη μορφή που ξέρουμε διασπώμενη σε δύο ή τρεις ζώνες.
Μέχρι σήμερα προκρίνεται φανατικά η πρώτη επιλογή, αλλά δεν αποσοβείται η πιθανότητα της δεύτερης. Ως ειδική μορφή μπορεί να υπάρξει η αποβολή μιας – δυο χωρών από την Ε/Ζ και αμέσως μετά η ταχύτατη ολοκλήρωση των υπολοίπων σε οικονομικό, δημοσιονομικό, ακόμα και πολιτικό επίπεδο. Είναι προφανές ότι η μία ή η άλλη εξέλιξη είναι κορυφαίες πολιτικές στρατηγικές και αποφάσεις και δεν μετρώνται απλά με αριθμητικά δεδομένα και «κόστη». Οι ηγεμόνες της ΕΕ διαρκώς πιέζουν για την πρώτη εκδοχή (ζώνη εκμετάλλευσης και επικυριαρχίας), αλλά διαρκώς θωρακίζονται και ετοιμάζονται και για τη δεύτερη. Οι αλλεπάλληλες πολιτικές που εφαρμόστηκαν, επιχειρούσαν να κερδίσουν χρόνο για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, απομυζώντας ταυτόχρονα πόρους και πλούτο της περιφέρειας, καθιστώντας την περιφέρεια εκμετάλλευσης του γερμανικού κυρίως κεφαλαίου.

18. Το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί δραματικά στην ανατολική όχθη του Ρήνου. Ο γερμανικός παράγοντας βγαίνει ισχυρά ενδυναμωμένος, την ίδια στιγμή που η συνολική κρίση της ΕΕ αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δύναμη της Γερμανίας σε παγκόσμιο γεωπολιτικό επίπεδο. Οι νέες μορφές που μπορεί να πάρει ο γερμανικός οικονομικός επεκτατισμός είναι το περαιτέρω άνοιγμα στις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά κυρίως οι ισχυρές σχέσεις με τις BRICS. Ο ρόλος της Γαλλίας έχει μειωθεί ισχυρά, καθώς χάνει την πολιτική πρωτοκαθεδρία που επί δεκαετίες διεκδικούσε στον ευρωπαϊκό χώρο. Η πάγια πολιτική της να επιχειρεί να περιορίσει τη Γερμανία στα πλαίσια μιας κοινά συμφωνημένης ευρωπαϊκής πολιτικής, σήμαινε την προβολή των πλέον ομοσπονδιακών, ενοποιητικών πολιτικών. Η Γερμανία από την άλλη, επιχειρούσε πάντα να διατηρεί τα εθνικά κεκτημένα της οικονομικής της πρωτοκαθεδρίας. Αυτή η διελκυστίνδα θα δώσει οριστικό νικητή μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, καθώς το ευρώ όχι μόνο δεν περιόρισε, αλλά εκτίναξε τη γερμανική ηγεμονία. Η διελκυστίνδα που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια στην ήπειρο βρίσκει σχεδόν πάντα το Βερολίνο στη μεριά των νικητών. Δεν είναι ζήτημα διαπραγματευτικής τακτικής, ικανότητας, ή απλώς πολιτικής βούλησης. Η οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού παραμένει καθοριστική και στην κρίση της Ευρωζώνης. Ο μηχανισμός ξεγυμνώθηκε: Καταστροφή της περιφέρειας για ισχυροποίηση του κέντρου, ελλείμματα για τους Νότιους και πλεονάσματα για τους Βόρειους. Η ολοκλήρωση πέρα από την κοινωνική και ταξική της σφραγίδα που αρνούνταν να δει η φιλο-ΕΕ αριστερά, έφερε ισχυρό το στίγμα της εθνικής ανισοτιμίας των χωρών που μετείχαν.

19. Ο χρόνος όσο κυλά, λειτουργεί αποσυνθετικά για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και το ευρώ. Λειτουργεί όμως και καταστροφικά για το λαό και τους εργαζόμενους στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Και φυσικά οι επιλογές που θα υπάρξουν θα είναι σε συνάρτηση, σύμπλευση και ανταγωνισμό με τις εξελίξεις σε όλο τον κόσμο. Η Ευρωζώνη είναι τεράστιο μέγεθος στην παγκόσμια σκακιέρα και η πορεία της κρίσης της δεν είναι υπόθεση μόνο των Ευρωπαίων. Η βαθιά κρίση της ΕΕ δεν τελειώνει σύντομα. Η αποσύνθεσή της θα έχει τεράστια διαφορά αν προκύψει από λαϊκές και προοδευτικές πρωτοβουλίες σε μία ή περισσότερες χώρες. Ο χρόνος έχει τεράστια σημασία για ό,τι έχει απομείνει όρθιο στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Όσο νωρίτερα αποτιναχτεί ο ζουρλομανδύας της ενοποίησης, τόσο καλύτερα για τους λαούς και τους εργαζόμενους.

20. Το ξαναμοίρασμα του κόσμου γίνεται, και θα συνεχίζει να γίνεται με στρατιωτικούς και οικονομικούς όρους. Στο χώρο της Ευρώπης, το μοίρασμα της λείας στην πρώτη φάση παίχτηκε με όρους συσσώρευσης πλεονασμάτων κεφαλαίων και παραγωγικής ικανότητας και δυναμικής, τώρα θα παιχτεί για την Ελλάδα και όχι μόνο, με όρους ιδιοποίησης του δημόσιου πλούτου, αλλά και ιδιωτικού πλούτου (αρκετά δις ευρώ μεταφέρθηκαν από τα PIGS σε γερμανικών συμφερόντων χρηματοπιστωτικά ιδρύματα). H αφαίρεση πόρων, η υφαρπαγή και ο έλεγχος πλουτοπαραγωγικών πηγών και δικτύων, αλλά και η υφαρπαγή του πιο δυναμικού έμψυχου επιστημονικού δυναμικού, είναι το τελευταίο βήμα για την ολοκληρωτική και πολύχρονη εξάρτηση της χώρας μας. Υπάρχει και βαθαίνει λοιπόν μια σχέση εξάρτησης που στηρίζεται στο οικονομικό στοιχείο. Ο αγώνας για τη διέξοδο από την κρίση πάει χέρι-χέρι με τον αγώνα ενάντια στην εξάρτηση της χώρας. Ένα αντιμνημονιακό μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να μην διακρίνεται από έντονα αντιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Η ελληνική χρεοκοπία και το πείραμα της Ελλάδας αποδεικνύουν με τραγικό τρόπο τις πλέον κυνικές μορφές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, και μάλιστα σε μια χώρα που μέχρι πρότινος απολάμβανε «ισχυρής ανάπτυξης». Η αφαίρεση αυτής της οπτικής, ο περιορισμός στα εθνικά όρια των ταξικών σχέσεων και συγκρούσεων, οι καθαρές αντικαπιταλιστικές εμμονές, όπως ανάποδα και οι πανεθνικές συστρατεύσεις θυτών και θυμάτων, αφοπλίζουν το λαϊκό κίνημα. Ο αγώνας ενάντια στην ΕΕ και το ευρώ είναι αγώνας για μια ανεξάρτητη Ελλάδα, που θα ανήκει όντως στο λαό της. Αυτό όμως δεν είναι ανδρεοπαπανδρεϊκή νοσταλγία, δεν είναι σύνθημα για τα μπαλκόνια, δεν είναι όχημα συνάντησης με τον πασοκισμό. Σημαίνει ρήξεις και ανατροπές, συγκρούσεις και αποδεσμεύσεις, με όλο το αστικό πλαίσιο της μεταπολίτευσης, όπου πρωτεύον στοιχείο υπήρξε το «ανήκομεν εις την Δύσιν» που μετασχηματίστηκε κατά βάση στην ένταξη στην ΕΕ και στην ΟΝΕ. Για την αριστερά σημαίνει ανάληψη της ευθύνης για ένα τιτάνιο και επίπονο έργο, όπου η αλήθεια πρέπει να αντικαταστήσει το μύθο, η ειλικρίνεια να αντικαταστήσει τη διπλότητα, η τακτική να υπηρετεί τη στρατηγική.

Ε. Το πειραματόζωο Ελλάδα

21. Η Ελλάδα βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Χώρα μέσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης, ισχυρά εξαρτημένη από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με μια αστική τάξη που δεν συγκρότησε ποτέ ένα ανεξάρτητο σχέδιο, ενώ μετουσίωνε ξένα συμφέροντα σε μεγάλες ιδέες εσωτερικής κατανάλωσης, με ισχυρές ρίζες αριστερού κινήματος σχετικά τουλάχιστον με την υπόλοιπη Δύση, χώρα μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, σε κομβικό γεωπολιτικό σημείο, ενεργειακά και στρατιωτικά. Στην Ελλάδα συσσωρεύονται πληθώρα αντιθέσεων.
Η κρίση και η συγκεκριμένη αντιμετώπισή της ήδη εγγράφουν πάνω της τεράστιες αλλαγές και προϊδεάζουν για ένα νέο σημείο ισορροπίας, μέσα από μια μακροχρόνια διαδικασία μετάβασης. Η λειτουργία της χώρας και του λαού της ως πειραματόζωο πάνω στο οποίο δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται πολιτικές, αντιδράσεις, όρια, την φέρνει σε εξέχουσα θέση διεθνώς. Ο τελικός συσχετισμός, το τελικό πρόσημο που θα καταγραφεί, εξαρτάται από τους ενδοϊμπεριαλιστικούς και ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς και κυρίως από την ανταπόκριση του λαϊκού, αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.

22. Οι βάσεις για τη σημερινή κοινωνική και οικονομική καταστροφή της Ελλάδας δεν προέκυψαν με το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά αρκετά χρόνια πριν. Ο εκσυγχρονισμένος μεταπρατισμός ήταν η συγκεκριμένη και συνειδητή επιλογή του ελληνικού αστισμού, που κορυφώθηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αυτή η επιλογή, γέννησε πλήθος οικονομικών, κοινωνικών και εθνικών πολιτικών και οδήγησε στη σημερινή χρεοκοπία. Η παραδοσιακή εξάρτηση από τις ΗΠΑ εμπλουτίστηκε με δύο αστικά ιδεολογήματα: τον ευρωπαϊσμό και τον εκσυγχρονισμό. Η επιδίωξη συμμετοχής αρχικά στην ΕΟΚ, μετέπειτα σε ΟΝΕ, ΕΕ προϋπέθετε την αποδοχή των ορίων και πλαισίων, την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας για να αντιστοιχηθεί στον «καταμερισμό εργασίας». Ανταγωνιστικότητα, δημοσιονομική προσαρμογή, εκχώρηση νομισματικής πολιτικής ήταν θεμέλιοι λίθοι του νέου τοπίου. Σήμανε την οργανική σύνδεση της αστικής τάξης με το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Την ίδια στιγμή λειτούργησε ως βασικός μοχλός εμπέδωσης της αστικής κυριαρχίας. Η ανάπτυξη που ευαγγελίζονταν θα ερχόταν με νεοφιλελεύθερο πρόσημο, με τους αστούς αποδέκτες, σε σαθρές εθνικά βάσεις.
Ο εκσυγχρονισμός πρώτα και κύρια σήμαινε σμίκρυνση του κράτους. Η αποδιάρθρωση του δημόσιου τομέα, η εκχώρηση στο ιδιωτικό συμφέρον με παράλληλη αύξηση βέβαια του πελατειακού κράτους, δημιουργούσε ένα εντελώς στρεβλό μοντέλο εικονικής ανάπτυξης, ένα αντιπαραγωγικό και παράλυτο κράτος, αλλά και κάποιους όρους για αναπαραγωγή του ελληνικού κεφαλαίου, που δεκαετίες τώρα μετατρεπόταν σε μη παραγωγικό. Ο εκσυγχρονισμένος μεταπρατισμός κλείδωσε την εμμονή με τον τουρισμό, τις κατασκευές, τα ναυτιλιακά. Έτσι δημιουργήθηκαν όροι και για την όποια βαλκανική επέκταση, που εξαντλήθηκε νωρίς έχοντας υπεργολαβικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, η συμμετοχή της χώρας στο κοινό νόμισμα απελευθέρωσε χρηματοπιστωτικές ροές, κάνοντας την άρχουσα τάξη και το πολιτικό σύστημα να πίνει νερό στο όνομα του ευρώ.
Η πορεία αυτή πρακτικά έφερε σταδιακή αποδιάρθρωση της παραγωγής, αρνητικά εμπορικά ισοζύγια, απώλεια βασικών πλευρών οικονομικής πολιτικής, κατά κύματα αύξηση του δανεισμού και εκτίναξη του δημόσιου χρέους, βάθεμα της εξάρτησης, μια διαρκώς υποβαθμιζόμενη αστική τάξη. Συνέπειες των παραπάνω –και όχι αιτίες τους– αποτελούν η ρεμούλα, η διαπλοκή και η διαφθορά του συστήματος που οικοδομήθηκε. Η Ελλάδα υποδέχθηκε εντελώς γυμνή, εθνικά και κοινωνικά, την κρίση που της χτύπησε την πόρτα. Στα παραπάνω συντέλεσε και η αριστερά με τον τρόπο της. Είτε βρέθηκε γοητευμένη από τα αστικά οράματα είτε ξεκαθάρισε τη θέση της αναχωρώντας στη γωνιά της. Ως ένα βαθμό, εν μέσω κρίσης, ζούμε την προβολή αυτών των δύο τάσεων στο σήμερα.

23. Η επίθεση στη ζωντανή εργασία πήρε νέες διαστάσεις τα τελευταία τρία χρόνια. Η απογείωση της ανεργίας, με αστρονομικά νούμερα στη νεολαία, οι κατά κύματα μειώσεις μισθών και συντάξεων, η αύξηση των έμμεσων φόρων, το πνίξιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σημαίνουν μια τεράστια μεταφορά πλούτου από τους εργαζόμενους και τα ενδιάμεσα στρώματα προς το μεγάλο κεφάλαιο, εγχώριο και ξένο. Πάλαι ποτέ ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες (βλ. γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι) εξωθούνται σε προλεταριοποίηση και ανεργία. Η αγροτιά, πέρα από εξαιρετικά μειοψηφικές δυναμικές καταστάσεις (νέες καλλιέργειες) βρίσκεται κυριολεκτικά στα πρόθυρα της εξαφάνισης. Πολυπληθή τμήματα μορφωμένης κυρίως νεολαίας εξωθούνται στη μετανάστευση. Η μετακύλιση του κόστους διάσωσης των τραπεζών και ανταπόκρισης στη χρεομηχανή, μέσω του κράτους στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού, καθώς και η αποκλειστική διοχέτευση ρευστότητας στις τράπεζες, στραγγαλίζει πολυπληθείς ενδιάμεσες κοινωνικές ομάδες.
Εξ αντικειμένου οξύνεται στο έπακρο η κοινωνική πόλωση. Το κοινωνικό πεδίο που δημιουργείται αφορά μια τεράστια πλειοψηφία χωρίς δικαιώματα, πεταγμένη στην ανεργία, στερημένη από περιουσία/ιδιοκτησία, αποξενωμένη από τα μέσα παραγωγής, με σαφώς υποβαθμισμένο βιοτικό επίπεδο, χωρίς μέλλον. Ο κατακερματισμός και η πολυεπίπεδη κοινωνική, ταξική δομή της ελληνικής κοινωνίας απλοποιείται. Η συμμαχία της αστικής τάξης με τα ενδιάμεσα στρώματα δυσκολεύεται να συνεχιστεί όπως πριν.
Επομένως, συνυπάρχουν δύο αντιθετικοί όροι: α) ο συσχετισμός δύναμης αντικειμενικά έχει μετατοπιστεί σφόδρα υπέρ του κεφαλαίου και κατά του κόσμου της εργασίας και άρα το σημείο εκκίνησής μας είναι σαφώς χειρότερο από πριν την κρίση, β) οι κοινωνικοί όροι για την ανατροπή του συσχετισμού δύναμης εμπεριέχουν μια τεράστια δυναμική, αφού αντικειμενικά συσσωρεύονται όροι σχηματισμού μιας μεγάλης κοινωνικής συμμαχίας που ενώνεται στο κοινό συμφέρον αντιστροφής αυτής της πορείας. Το αν και μέχρι ποιο σημείο θα διανυθεί η αντίστροφη πορεία, θα κριθεί από τις δυνάμεις που θα επιχειρήσουν τη συγκρότηση αυτής της συμμαχίας και από το βαθμό και τους όρους της ηγεμονίας τους.

24. Μαζί με την κοινωνική πόλωση εξελίσσεται και η υποβάθμιση της χώρας. Η εξάρτηση από ΗΠΑ (στρατιωτικά, ενεργειακά) και ΕΕ (χρηματοπιστωτικά, οικονομικά), η επιθετική γερμανική πολιτική απέναντι στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας σε συνδυασμό με τη δουλική συμπεριφορά των κυριάρχων τάξεων απέναντί τους, οδηγούν τη χώρα σε ραγδαία υποβάθμιση. Μοχλό αποτέλεσε το χρέος (λειτουργία της χρεομηχανής και χειρισμός του μέσω των μνημονίων για μετάβαση στο αγγλικό δίκαιο και στην αποκλειστική προτεραιότητα αποπληρωμής του), καθώς και οι ειδικές συνθήκες και περιορισμοί εντός της Ε/Ζ και της ΕΕ. Το ξεπούλημα του φυσικού πλούτου, η εκχώρηση λιμανιών και αεροδρομίων, η ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, η παραχώρηση δημόσιων εταιριών, η διευκόλυνση σε κάθε γεωπολιτική επιδίωξη στην περιοχή, συνιστούν στόχους για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, μετατρέπουν την Ελλάδα σε νεοαποικία, κουρελιάζουν την εθνική αξιοπρέπεια, επιδεινώνουν τους όρους για εθνική ανάκαμψη και ανεξαρτησία.

25. Έχουν φανεί σημάδια αμφισβήτησης αυτής της πορείας και ορισμού ενός διαφορετικού σχεδίου από την αστική τάξη, ή έστω από μερίδες της; Με ποιες δυνάμεις θα βγούμε από την κρίση; Κομβικά ερωτήματα που ορίζουν στρατηγική και τακτική. Πέρα από τους ιστορικούς και φυσιογνωμικούς λόγους, κατά τη διάρκεια των τριών αυτών χρόνων η ελληνική αστική τάξη δεν έχει αρθρώσει ούτε κατ’ ελάχιστο ανταγωνιστικό σχέδιο ή έστω διαφορετικό λόγο από τις επιταγές των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στις οποίες είναι προσδεμένη: την αμερικάνικη και κυρίως τη γερμανική. Δεν έχει διαφανεί από πουθενά μια διαφορετική στρατηγική ή ένα εναλλακτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. Η εξάρτησή τους από το διεθνές κεφάλαιο τους απαγορεύει να φανταστούν μια ανεξάρτητη πορεία για την Ελλάδα. Η αναμενόμενη όξυνση των ανταγωνισμών ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Γερμανία, Ρωσία, Κίνα) θα μπορούσε να δημιουργήσει διχασμό στον προσανατολισμό ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι στην πορεία εξόδου οι εργαζόμενοι και εν γένει οι πληττόμενοι από την κρίση όχι μόνο δεν έχουν να περιμένουν τίποτα θετικό από την αστική τάξη, αλλά θα την έχουν απέναντί τους (υπάρχουν παραδείγματα άλλων χωρών που υπήρχαν περιθώρια συνεργασίας/συμμαχίας). Ο δρόμος της φιλολαϊκής εξόδου από την κρίση, της ανεξαρτησίας, της κοινωνικής ανάκαμψης περνάει από τη σύγκρουση με την εγχώρια αστική τάξη, η οποία, όσο θα οξύνονται τα πράγματα, θα χτυπάει τον κόσμο της εργασίας για να διατηρήσει τα προνόμιά της και τους όρους αναπαραγωγής της.
Η αριστερά, στην καλύτερη περίπτωση αντιμετωπίζει αφηρημένα και αξιακά αυτό το ζήτημα, στη χειρότερη (ακόμη και πάλαι ποτέ συνεπείς αντιιμπεριαλιστές) σπέρνει αυταπάτες στον κόσμο ότι η έξοδος θα έρθει σε συνεργασία με τους ξένους «εταίρους» ή/και τμήματα της εγχώριας αστικής τάξης.

26. Το πολιτικό σύστημα τελεί υπό μετάβαση. Η κοινωνική πόλωση μαζί με τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση του αστισμού προκάλεσαν πρωτόγνωρους μετασχηματισμούς στο πολιτικό σύστημα, τροφοδοτούν μια πολιτική πόλωση. Η συντριβή των ενδιάμεσων κοινωνικών στρωμάτων σηματοδοτεί και τη ρευστοποίηση των ενδιάμεσων πολιτικών χώρων. Δεν είναι τυχαία η «προγραμματική σύγκλιση» των παραδοσιακών δυνάμεων του δικομματισμού. Δεν είναι τυχαία η σχετικά εύκολη εξουδετέρωση όσων εκ δεξιών φωνασκούν αντιμνημονιακά (Αν. Ελ.). Δεν είναι τυχαίο το ελεγχόμενο αβαντάρισμα της ακροδεξιάς.
Ουσιαστικά παρακολουθούμε την κεντροαριστερά να συγκλίνει σε σημείο ταύτισης με τους νεοφιλελεύθερους, και οι δυο μαζί να εκπίπτουν σε απλούς πρωτοκολλητές των ξένων αποφάσεων, πνιγμένοι μέσα στα σκάνδαλά τους και τη διαφθορά τους. Από το νεοφιλελευθερισμό των «ήρεμων ημερών» έχουμε πάει στο νεοφιλελευθερισμό της κρίσης, με ισχυρότερη τη σφραγίδα της εξάρτησης. Την ίδια στιγμή, μεγάλα κομμάτια έχουν μετατοπιστεί, εκλογικά τουλάχιστον, από το «κέντρο» προς τα αριστερά.
Η διαδικασία αυτή δε θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς κόστος σε βάρος της δημοκρατίας, ακόμη και αυτής της αστικής. Από το μη εκλεγμένο των θεσμών της ΕΕ και την εναλλαγή κυβέρνησης χωρίς εκλογές, μέχρι τη σκλήρυνση της καταστολής, τη νομοθετική αντιμετώπιση κινηματικών διαδικασιών και την απώλεια του ασύλου, ο λαός εκφράζεται, εκλέγει, αποφασίζει όλο και λιγότερο, πετιέται στο περιθώριο του πολιτικού γίγνεσθαι.
Το πολιτικό σύστημα παύει να υπάρχει όπως υπήρχε, χωρίς να διαφαίνεται το νέο. Ο μνημονιακός χώρος έχει μεγάλες δυσκολίες στην αναμόρφωσή του. Ο αστισμός διατηρεί ακόμη πρωτοβουλία και εφεδρείες, επιδιώκει να εμφανιστεί αυτοκαθαρμένος, προσπαθεί αγωνιωδώς να δημιουργεί εναλλακτικές. Η αριστερά, υπό όρους, μπορεί να σαρώσει το υπάρχον πολιτικό σύστημα επαναφέροντας τον λαό στο πολιτικό προσκήνιο, εγκαινιάζοντας μια νέα κατάσταση, μπορεί όμως και να αυτοναρκοθετηθεί για μεγάλη περίοδο.

27. Η ΝΔ εκκινώντας αντιμνημονιακά, σε επίπεδο λόγου, έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο όταν έφτασαν τα μεγάλα διλήμματα, με τη συγκυβέρνηση Παπαδήμου και την τρικομματική του Ιούνη. Συνεχίζει απαρέγκλιτα τη μνημονιακή πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Την ίδια στιγμή απολαμβάνει την πλήρη στήριξη της γερμανικής ηγεμονίας, η οποία την θεωρεί προς το παρόν ως το βασικό της χαρτί.
Το ΠΑΣΟΚ δρομολόγησε και εγκαινίασε τη νέα μνημονιακή φάση, τσακίζοντας τα ενδιάμεσα στρώματα και κατά συνέπεια γκρεμίζοντας τους δεσμούς του με αυτά, που με «κόπο» έχτισε επί δεκαετίες. Επωμίστηκε έτσι το πρώτο κύμα του πολιτικού κόστους, φτάνοντας στα πρόθυρα της ουσιαστικής διάλυσης.
Την αδιέξοδη και ουτοπική στρατηγική της σοσιαλδημοκρατίας επέλεξε να υπηρετήσει ανοιχτά και ένα μέχρι πρότινος τμήμα της αριστεράς: η ΔΗΜΑΡ. Το γεγονός αυτό την προσγείωσε στη σκληρή πραγματικότητα τού «όποιος δεν είναι με το λαό και τους εργαζόμενους, θα είναι με τους αντίπαλους», επιβεβαιώνοντας ότι ενδιάμεσες πολιτικές δεν μπορούν να σταθούν ούτε για ένα μήνα. Ο ρόλος της σήμερα είναι να δίνει άλλοθι στη σκληρή αντιλαϊκή κυβέρνηση Σαμαρά.
Θα πρέπει να αναμένονται εξελίξεις από τον «χειμαζόμενο» χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Είτε οργανωτική συγχώνευση με τις παραδοσιακές νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, είτε συμμετοχή στη δημιουργία ενός πολιτικού χώρου αστικής σταθερότητας και υποταγής στους ιμπεριαλισμούς.

28. Μία από τις μορφές που πήρε η πολιτική πόλωση, ήταν αυτή της Χρυσής Αυγής. Κατεξοχήν συστημική δύναμη, με τον επικοινωνιακά επιθετικό λόγο απέναντι στο πολιτικό σύστημα, με κινήσεις εντυπωσιασμού που όμως εμπεριείχαν επαφή με τον κόσμο, με το αβαντάρισμα από το επίσημο πολιτικό σύστημα για δημιουργία εφεδρειών, με ακραίες ιδεολογικές και αξιακές αναφορές, κατάφερε να εμφανιστεί ως μια «αντισυστημική» δύναμη και να μετατοπίσει προς τα δεξιά τον πολιτικό άξονα σε μια σειρά ζητήματα. Ερώτημα παραμένει αν θα ακολουθήσει στρατηγική αυτοδύναμης ανάπτυξης, διατηρώντας δεσμούς αλλά κερδίζοντας και χώρο στο αστικό μπλοκ, ή αν θα εξελιχθεί ξεκάθαρα σε μακρύ χέρι, προσφέροντας εναλλακτικές και μαξιλαράκια στο μετασχηματιζόμενο πολιτικό σύστημα. Αν και για το πρώτο δεν φαίνονται να υπάρχουν όροι, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Θα εξαρτηθεί επίσης και από τη στάση της αριστεράς.

29. Οι εκλογές του Ιούνη σφράγισαν το τέλος του δικομματισμού, όπως τον γνωρίζαμε για τρεις δεκαετίες, και το πέρασμα σε μια μεταβατική φάση για το πολιτικό σύστημα, με αβέβαιη κατάληξη και διατήρηση της πρωτοβουλίας από τον αστισμό, παρά το στρίμωγμά του. Εμφανίζεται ένας ιδιότυπος διπολισμός: από τη μια ο πόλος της ΝΔ, που εκπροσωπεί την κατεξοχήν συστημικότητα και εκφράζει τον φόβο απέναντι στην αλλαγή. Από την άλλη ο πόλος του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν έχει αποφασίσει αν θα εκπροσωπήσει τα συμφέροντα των καταπιεσμένων για αντιστροφή της πορείας ή τις μικροαστικές αυταπάτες για ανακοπή του κατήφορου, που δεν έχει αποφασίσει αν θα εκφράσει την ελπίδα για μια μεγάλη αλλαγή ή θα φοβηθεί και αυτός τις αναγκαίες ανατροπές.
Τελικά, δύο ρεύματα μπορούν αντικειμενικά να υπάρξουν: το ρεύμα της συστημικής οχύρωσης και κοινωνικής/οικονομικής καταστροφής και το ρεύμα της φιλολαϊκής εξόδου. Η επόμενη περίοδος θα ξεκαθαρίσει τη θολούρα που υπάρχει.

30. Ο ελληνικός λαός φτάνει στο κατώφλι της κρίσης με τις αποσκευές του γεμάτες από τη διαρκή και μονομερή κατεργασία του από τις αξίες και τις αντιλήψεις του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ο ατομισμός και η απαξίωση της έννοιας της συλλογικότητας, η κατασυκοφάντηση του δημόσιου, το διαίρει και βασίλευε, οι μικροαστικές αυταπάτες, ο εμποτισμός με τις μεγάλες ιδέες της αστικής τάξης, είναι μόνο μερικές από αυτές. Συνυπάρχουν η σύγχυση, ο προβληματισμός, το αδιέξοδο, η αγανάκτηση, η παραίτηση, η απαισιοδοξία, η επιδίωξη της ευκολίας, η παραίτηση από τη διεκδίκηση της αξιοπρέπειας.
Η κοινωνική πόλωση, το βύθισμα μεγάλων κομματιών της ελληνικής κοινωνίας συντελείται με γοργούς ρυθμούς. Αντικειμενικά δημιουργούνται οι όροι για αντιστροφή της παραπάνω πορείας. Αντικειμενικά ο κόσμος αρχίζει να «έρχεται πιο κοντά», η μαζική προλεταριοποίηση οδηγεί από μόνη της στην (επαν)εμφάνιση της έννοιας της ομάδας, στη συνειδητοποίηση των κοινών προβλημάτων, στην αλληλεγγύη. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η τάση αυτή μπορεί αυθόρμητα να φτάσει σε κοινή αναγνώριση των υπαίτιων και υπεύθυνων για τα κοινά προβλήματα, των εχθρών, των αντιπάλων, να ορίσει από μόνη της στρατόπεδα. Δεν μπορεί να συγκροτήσει την τάξη ως τάξη. Δεν συνεπάγεται αυτόματα και αντίστοιχα μια εξέλιξη της συνείδησής τους.
Το αντιμνημονιακό ρεύμα αναπτύχθηκε από την εμπειρία του λαού. Η άρνηση για επιπλέον θυσίες στο βωμό του ευρώ, επίσης. Έξω και πολλές φορές ενάντια σε αυτά που του έλεγε η αριστερά, ο κόσμος βαδίζει τον δύσβατο δρόμο της συνειδητοποίησης, της αντιστοίχισης της συνείδησής του στη νέα ταξική του θέση. Η διαδικασία αυτή όμως, έχει πεπερασμένα όρια και μπορεί να επενδυθεί σε εντελώς διαφορετικές στρατηγικές. Τα καύσιμα του αντιμνημονιακού ρεύματος φαίνεται να τελειώνουν στο βαθμό που εμπεδώνεται το μνημονιακό τοπίο, και εκκρεμεί ο μετασχηματισμός του, η αναβάθμισή του σε πιο βαθιά διλήμματα (πχ αντιευρωπαϊκό, πλούσιοι-φτωχοί).
Εδώ βρίσκεται ο ρόλος της αριστεράς. Η φυγή προς τον λαό, η απόκτηση σχέσεων και δεσμών, η οργάνωση της αντίστασής του, τελικά η ριζοσπαστική αλλαγή της συνείδησής του αποτελούν ύψιστο καθήκον της αριστεράς.

31. Οι εργαζόμενοι και η εργατική τάξη βρέθηκαν διαιρεμένοι και διχασμένοι, με απαξιωμένο το συνδικαλιστικό κίνημα, με διαλυμένο το εργατικό κίνημα, με υπνωτισμένο το φοιτητικό κίνημα, χωρίς τοπικές δομές, επομένως χωρίς όρους για να αντιμετωπίσουν αυτό που ερχόταν και έρχεται.
Η σκληρή πραγματικότητα (και όχι κάποιο υποκείμενο) προκάλεσε έντονη κινηματική δραστηριότητα. Η εξέγερση της νεολαίας τον Δεκέμβρη του ’08, τοπικά κινήματα, κινήματα σε εργασιακούς κλάδους και χώρους, οι πλατείες του ‘11, οι αγώνες ενάντια σε πλευρές των συνεπειών της κρίσης (διόδια, εισιτήρια, χαράτσια), οι παρελάσεις. Κυρίως έθεσαν ερωτήματα, υπογράμμισαν κενά, όρισαν καθήκοντα, παρά έδωσαν απαντήσεις. Επομένως, έχουμε κινήματα μαζών, αμυντικά και αποσπασματικά, βρισκόμαστε στο στάδιο «στρατηγικής άμυνας».
Αυτά δε σημαίνουν ότι επιβεβαιώνονται οι θεωρίες περί πλήθους κλπ, αλλά φωτίζουν, αναδεικνύουν ελλείψεις. Η δουλειά για συγκρότηση αυτοτελών κινημάτων με λειτουργία, θεσμούς, κατεύθυνση είναι καθήκον της αριστεράς, δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την εφαρμογή στην πράξη της αρχής «από τις μάζες, με τις μάζες».

32. Η αριστερά ενώνεται στην κληρονομημένη και ενεργή ακόμη ηττοπάθεια του ’89-’91, στην απαξίωση και υποτίμηση του κόσμου, στην αποφυγή ορισμού και υλοποίησης μιας αριστερής, αντισυστημικής, ριζοσπαστικής πολιτικής.
Διαχωρίζεται σε μια σειρά ζητήματα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά από μια περίοδο εκτίναξής του (2007), εσωτερικών οργανωτικών ανακατατάξεων, προσαρμογής στην αστική νομιμότητα μετά την εξέγερση του ‘08, ανυποληψίας μέσα από τις εσωτερικές του έριδες, έφτασε, μέσα στις αντιφάσεις του, στις εκλογές του Μάη 2012 να εκτιναχθεί εκλογικά, ως χαραμάδα ελπίδας, εμφανιζόμενος ως διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη. Υπερέβη την ανυποληψία του, όχι επειδή έπεισε, αλλά επειδή ο κόσμος έψαχνε από κάπου να πιαστεί. Έκτοτε, εξελίσσεται μια διαρκής δεξιά μετατόπιση, στρογγύλεμα θέσεων, αυτοεγκλωβισμός στην αστική νομιμότητα/υπευθυνότητα. Ουσιαστικά, με μια ανήσυχη (εκλογική) τακτική, παρά τις αμφίσημες θέσεις που εξέφρασε και τη λογική ανάθεσης που εξέπεμψε, κατάφερε να αναδειχθεί σε εν δυνάμει και υπό όρους κίνδυνο για το πολιτικό σύστημα και την απρόσκοπτη προώθηση των όποιων σχεδίων του. Δήλωσε παρών στην ανάγκη έκφρασης του τότε ανερχόμενου αντιμνημονιακού ρεύματος, παρόλο που δεν το οικοδόμησε αυτός. Αντικειμενικά βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα να εκφράσει, να συγκροτήσει τα χειμαζόμενα κοινωνικά στρώματα στρέφοντάς τα προς τα αριστερά, ενώνοντας τις αριστερές, ριζοσπαστικές, αντισυστημικές δυνάμεις, ή να αφομοιωθεί. Η έκβαση θα κριθεί κυρίως από εξωτερικά αίτια (γεγονότα, διλήμματα που θα εμφανιστούν από την εξέλιξη των πραγμάτων ή εξωτερικές πιέσεις) ή δευτερεύουσες σήμερα πλευρές του (το υπαρκτό ριζοσπαστικό δυναμικό που βρίσκεται σήμερα εντός του και γύρω του, ανάδειξη αξιόπιστης πολιτικής που θα τον πιέζει από τα αριστερά του), παρά από ένα συντεταγμένο σχέδιό του.
Το ΚΚΕ, με συνέπεια επιμένει στην αναχώρηση από το γήπεδο. Είδε τα εκλογικά ποσοστά του να συρρικνώνονται επικίνδυνα, αλλά επιμένει στη μακαριότητα. Παρόλο που στις διακηρύξεις βρίσκεται πιο αριστερά από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν αποτελεί, ακόμη χειρότερα δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει, κίνδυνο για το σύστημα και την αναπαραγωγή του. Το επικείμενο συνέδριό του θα εντείνει την αυτοκτονική αυτή κατεύθυνση.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με αδιέξοδη στρατηγική, με απουσία τακτικής, στο διά ταύτα αποτελεί μια μίνι αντιγραφή του ΚΚΕ.
Ταυτόχρονα με τους «κάθετους» οργανωτικούς διαχωρισμούς των κομμάτων/οργανώσεων της αριστεράς, υπάρχουν και οι «οριζόντιοι». Σεβαστά τμήματα από σχεδόν όλους τους χώρους δεν βολεύονται ούτε με την αμφιλεγόμενη ριζοσπαστικότητα των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε με τη μακαριότητα των ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αν και ασυντόνιστη και ασυγκρότητη, είναι υπαρκτή μια μαγιά κόσμου της πολιτικής και της κοινωνικής αριστεράς που αγωνιά για μια διαφορετική πορεία. Από αυτή τη μαγιά, αλλά και νέα υλικά, μπορεί να ξεκινήσει η ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής αριστεράς.

33. Κεντρική ανάγκη αποτελεί η δημιουργία ενός πλατιού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου διεξόδου από την κρίση. Η έκφραση, προώθηση και επιβολή των συμφερόντων των εργαζόμενων και ανέργων, του ελληνικού λαού, μπορεί να μάς βγάλει από την κρίση. Αυτά συμβαδίζουν με τα εθνικά και έρχονται σε σύγκρουση με τα αστικά και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.
Το καθήκον αυτό δεν μπορεί να το φέρει σε πέρας κάποιος υπαρκτός σχηματισμός. Η μετωπική συγκρότηση δεν μπορεί να μη βασίζεται σε ένα μίνιμουμ ριζοσπαστικών θέσεων και σε μια φιλόδοξη τακτική που να βλέπει θετικά την επιδίωξη της κυβερνητικής εξουσίας. Η ηγεμονία σ’ αυτό το μέτωπο πρέπει να κατακτιέται διαρκώς από την αριστερά.
Τα αντικειμενικά όρια ενός τέτοιου μετώπου, δεν είναι η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, αλλά η φιλολαϊκή έξοδος της Ελλάδας και του λαού της από την κρίση. Η συνέχιση του δρόμου ακόμη πιο μακριά, θα εξαρτηθεί από την ανασυγκρότηση της Κομμουνιστικής Αριστεράς, η οποία θα πρέπει να επιχειρείται παράλληλα.

2 – Κομμουνιστικό κίνημα, ανασύνθεση και ανασυγκρότηση

Α. Εποχή ερωτημάτων και καθηκόντων

Βρισκόμαστε στην αρχή μιας μεγάλης σε διάρκεια και βάθος ιστορικής καμπής. Αυτή η ιστορική «στιγμή» της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα καθορίζεται από:

1. Τη γενική παγκόσμια οικονομική κρίση του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος. Το τελευταίο αδυνατεί να ελέγξει το ίδιο το δημιούργημά του, αδυνατεί προς το παρόν τουλάχιστον να βρει φάρμακο στην επικίνδυνη ασθένειά του, στη δομική του ανωμαλία. Ζούμε μια συστημική αγωνία που οφείλεται στη συνεχιζόμενη αδυναμία εμφάνισης πολιτικής και οικονομικής λύσης τέτοιας που να εγγυάται χώρο, χρόνο, σταθερότητα και όρους συσσώρευσης στη σχέση κεφάλαιο. Ζούμε ταυτόχρονα το τέλος της ιδεολογίας του αναπόφευκτου της προόδου, το τέλος της «προοδευτικότητας» του ρόλου του καπιταλισμού, ειδικά στον λεγόμενο «ανεπτυγμένο» δυτικό κόσμο. Το τέλος αυτό τροποποιεί ριζικά και δραματικά το εργασιακό τοπίο, το βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων ανθρώπων, συρρικνώνει προσδοκίες, αναπτύσσει την κοινωνική πόλωση, εκμηδενίζει ενδιάμεσες κοινωνικές κατηγορίες, δημιουργεί ολοκληρωτισμούς και αυταρχισμούς. Υπάρχει ή όχι και ποια ιστορική αναλογία; Υπάρχει ή όχι διέξοδος, κάτω από ποιους όρους και με ποιες προϋποθέσεις;

2. Τη γενικευμένη αστάθεια σε κοινωνικό, εθνικό, περιφερειακό επίπεδο, τη γενικευμένη ανταγωνιστική αταξία του ιμπεριαλισμού με τους διαφορετικούς σχεδιασμούς και συμφέροντα αλλά και τις μάχες των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για την ηγεμονία και την αναδιάταξη των μεταξύ τους σχέσεων. Αυτός ο επικίνδυνος ανταγωνισμός και ο ακήρυχτος πόλεμος είναι εμφανής και οξύς τουλάχιστον σε τρεις περιοχές του πλανήτη: α) Ευρασία, β) Άπω Ανατολή – Ειρηνικός, γ) Μεσογειακή Ευρώπη. Στα σπλάχνα αυτού του ανταγωνισμού βρίσκεται μια τεράστια δύναμη καταστροφής όχι μόνο παραγωγικών δυνάμεων αλλά του ίδιου του ανθρώπινου είδους, της ίδιας της ζωής. Όσο συνεχίζεται η κρίση τόσο θα εντείνονται οι ανταγωνισμοί αλλά και οι «δυνατότητες» καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων και μέσω της συνέχισης της πολιτικής με όπλα.

3. Την απειλή οικολογικής κατάρρευσης του πλανήτη, καθώς και της μη συνέχισης των περισσοτέρων εξελιγμένων μορφών ζωής του πλανήτη. Η με γεωμετρική πρόοδο αυξανόμενη μόλυνση της ατμόσφαιρας, η εξάντληση φυσικών πόρων, η κλιματική αλλαγή, η τρύπα του όζοντος, είναι μόνο ορισμένες κορυφαίες συνέπειες της οικολογικής καταστροφής, που προκαλεί ο παρακμάζων και βάρβαρος πλέον καπιταλισμός. Η πραγματικότητα αποδεικνύει τόσο την αποτυχία των μεταρρυθμιστικών πολιτικών προστασίας του περιβάλλοντος, όσο και ότι το οικολογικό ζήτημα αναδεικνύεται σαν άμεσα κρίσιμο πολιτικό συστημικό πρόβλημα.

4. Τη διπλή χρεοκοπία από τη μία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και από την άλλη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Διακρίνουμε την ιδεολογική και προγραμματική αμηχανία και αδυναμία των δυνάμεων του επαναστατικού μαρξισμού που στοχεύουν σε έναν άλλο κόσμο. Το 1917 ήταν η απόδειξη της θεωρίας και όχι της ουτοπίας ότι ο καπιταλισμός ανατρέπεται. Η εκ των υστέρων διαστροφή του αλλά και η δυσφήμισή του από το έκτρωμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» καταγράφηκε από τους προσωρινούς νικητές σαν χρεοκοπία του σοσιαλισμού. Ωστόσο, πολύ σύντομα οι νικητές βρέθηκαν και βρίσκονται μπροστά στη δική τους παρακμή και χρεοκοπία του διακηρυχθέντος τέλους της ιστορίας. Αυτό είναι το πιο σύγχρονο, επικίνδυνο και κάτω από όρους και προϋποθέσεις, ελπιδοφόρο γεγονός της εποχής μας.

5. Την πολιτική και οργανωτική κρίση ηγεσίας αλλά και του συνόλου του κομμουνιστικού κινήματος. Μια κρίση που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από την αντίστοιχη του εργατικού κινήματος. Οι ρίζες της, οι αιτίες της πρέπει να αναζητηθούν στην ιδεολογική στασιμότητα, στο θεωρητικό πάγωμα του κινήματος που καταργεί αδιάκοπα την κατεστημένη τάξη πραγμάτων και που οδήγησε στην τελική κατάρρευση, που πραγματοποιήθηκε από τα μέσα του πρώτου επαναστατικού επιτυχημένου παραδείγματος του 1917. Υπήρξαν πολλές κριτικές και αντιπαραθέσεις μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα που αφορούσαν και τη σοβιετική οικοδόμηση. Η κινέζικη κριτική, η πιο σημαντική από πολλές άλλες αξιόλογες, δεν ολοκληρώθηκε, δεν έπεισε, δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική παλινόρθωση του δικού της συστήματος.

Όλα τα παραπάνω διαμορφώνουν τον προσανατολισμό, τα όρια της συνείδησης και της σκέψης των μαζών. Επηρεάζουν αναζητήσεις, αναγκάζουν σε ερωτήματα. Βρισκόμαστε σε ιστορική μεταβατική εποχή. Η εποχή αυτή μας θυμίζει τον χαρακτηρισμό του Γκράμσι ότι βρισκόμαστε στην εποχή των τεράτων, μιας και το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Καθημερινά αντιμετωπίζουμε την πρόκληση να δοθούν μικρές και μεγάλες απαντήσεις, να οικοδομηθούν προσπάθειες, μικρής εμβέλειας και αναφοράς που θα επιθυμούσαν να περιγελάσουν το παρελθόν, να ξεπεράσουν το παρόν και να εγκυμονήσουν τις διεργασίες και τις μεγάλες συνολικές απόπειρες για το άλμα στο βασίλειο της ελευθερίας. Το εκκρεμές της σημερινής περιόδου κινείται στα δεξιά στην επιστροφή στο παρελθόν, στην κατάσταση βαρβαρότητας, και στα αριστερά στην ώριμη ανάγκη επιστροφής στο μέλλον. Και αν για τη βαρβαρότητα κάνουμε λόγο διαρκώς, για την επιστροφή στο μέλλον και τον κομμουνισμό γράφουμε στις υποσημειώσεις των διακηρύξεων και των στεγνών προσυνεδριακών κειμένων και καμιά φορά –αν δεν ξεχνάμε– μιλάμε στις επετείους και στις γιορτές. Όμως, βασανιστικά αλλά ώριμα και αυθεντικά ερωτήματα ξετρυπώνουν κάθε φορά που ξεπερνάνε οι παλιοί αγωνιστές την απογοήτευση και τη σύγχυση και οι νέοι εμβαθύνουν πολεμώντας την άγνοια και την απειρία τους.

Προκύπτουν διαρκώς μείζονα ερωτήματα. Ποιον αγώνα απαιτεί η εποχή μας; Τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις και μερεμέτια ή τον αντισυστημικό αγώνα; Ποιος από τους δύο αγώνες είναι αποτελεσματικά ικανός να σταματήσει την επιστροφή στα προοκτωβριανά τοπία; Υπάρχουν ή όχι οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για ανατροπή και ρήξεις σε αρκετές γωνίες του πλανήτη; Ποια είναι η δύναμη που «αποφασίζει», «θέλει» και θέτει το αίτημα της σύγχρονης ανατροπής και ρήξης; Πώς αποκτιέται η ικανότητα της δύναμης; Ποιες μορφές και ποιοι θεσμοί συγκροτούν και αναπτύσσουν την αποφασιστική δύναμη; Ποια είναι τα βήματα, στάδια, στρατηγικά σχέδια διεξόδου και μετάβασης;

Οι απαντήσεις συνεπάγονται καθήκοντα και πράξη. Αφορούν και βοηθάνε τη στρατηγική και τη δράση. Έχουν άμεση προβολή στην πολιτική κατεύθυνση και οργάνωση. Καθορίζονται και καθορίζουν το χρόνο, που σήμερα πλέον είναι καθοριστικό πολιτικό μέγεθος. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας συγκινεί ούτε η αναμονή, ούτε η εκχώρηση, αλλά η παρέμβαση για να αλλάξουν τα πράγματα. Το βασικό κατευθυντήριο καθήκον όσων αναφέρονται στον επαναστατικό μαρξισμό, για είναι να λυθεί – να ξεπεραστεί η αντίφαση ανάμεσα στις ώριμες συνθήκες για να τεθεί ο σοσιαλισμός ως εφικτή λύση από τη μια, και στην ανωριμότητα και στο έλλειμμα του κομμουνιστικού κινήματος που είναι προγραμματικά και ιστορικά το αποφασιστικό πολιτικό υποκείμενο από την άλλη.

Το στρατηγικό ερώτημα της εποχής μας –που ξεκινά από την επίλυση του σύγχρονου κοινωνικού ζητήματος και φτάνει έως και τη φορά της πυξίδας της ιστορίας– είναι ποιο νέο σύστημα θα επικρατήσει, ποιο κοινωνικό μοντέλο θα εμπεδωθεί. Σε τούτη την ιστορική στιγμή είναι κρίσιμη η έννοια της επικίνδυνης ευκαιρίας. Είμαστε σε μια προεπαναστατική κατάσταση (αντικειμενικές συνθήκες) ή στο κατώφλι της βαρβαρότητας; Από ποιες δυνάμεις εξαρτάται, ποιες προϋποθέσεις και ποιοι όροι καθορίζουν το προς τα πού θα πάνε τα πράγματα; Επαρκεί η αριστερά που γνωρίσαμε, η αριστερά του 20ού αιώνα, που αντλούσε και εξαντλούνταν στα καθορισμένα ιστορικά ιδεολογικά ρεύματα του προηγούμενου αιώνα, και που βρέθηκε όμως στην πορεία σε ρόλους είτε διακοσμητικού φυτού είτε δεκανικιού του συστήματος;

Κάτω από αυτό το πλαίσιο ερωτημάτων είναι κρίσιμο και επίκαιρο να αναγνωριστεί και να αναληφθεί η ευθύνη για το σημερινό στρατηγικό καθήκον που δεν μπορεί παρά να είναι η οικοδόμηση –παλεύοντας μέσα σε αυτές τις συνθήκες της επικίνδυνης ευκαιρίας– του κομμουνιστικού φορέα. Χωρίς τις βολικές μιμήσεις της ιστορίας, περιφρονώντας τις άγονες αντιγραφές της θεωρίας, αναγνωρίζοντας ότι χρειάζονται απαντήσεις στα ερωτήματα του παρελθόντος και του παρόντος , το κομμουνιστικό κίνημα είναι αυτό που μπορεί διεθνώς-περιφερειακά-εθνικά σε όλες τις μορφές και πλευρές ανάπτυξής του, να εκφράσει μια νέα κατάσταση, να δώσει λύτρωση, προσδοκία και διέξοδο στα δισεκατομμύρια των καταπιεσμένων. Δεν προκύπτει όμως από κάπου μια τέτοια πειστική ανασύνταξη. Ορατές είναι οι ανησυχίες οι προβληματισμοί, η μερική επιστροφή του Μαρξ στους ακαδημαϊκούς κύκλους, οι παλιές οργανώσεις και ομάδες, και οι νέοι κύκλοι αγώνων που ξεσπούν. Απουσιάζει η έμπρακτη ανταπόκριση σε αυτό το στρατηγικό καθήκον. Αυτό το καθήκον πρέπει να έρθει σε σύγκρουση με τον οικονομισμό, τον χειροτεχνισμό, το fare politica, τον ιδεολογισμό, τον αναχωρητισμό και τον αγνωστικισμό. Σε Ελλάδα, Ευρώπη, παγκόσμια, οι κομμουνιστές από τα διαφορετικά ιστορικά ρεύματα, από τις διαφορετικές πολιτικές οργανώσεις οφείλουν να βρουν τους τρόπους, να βαδίσουν ενιαία, να θέσουν και να δώσουν πρακτικά μάχες, προσπαθώντας να απαντήσουν άμεσα και θετικά την απουσία του κομμουνιστικού κινήματος.

Β. Η κομμουνιστική επιμονή

Το 1917 αποτέλεσε την αρχή μιας πορείας καθόλου ευθύγραμμης, εύκολης, καθαρής, άνετης. Ήταν μια πορεία με πρόσημο συνολικά ανατρεπτικό και με ορίζοντα –χωρίς γνώση και εμπειρία– ένα άλλο, ένα νέο σύστημα, αυτό του κομμουνισμού. Το 1917 ήταν η αρχή των νικηφόρων αγώνων της εργατικής τάξης και του κινήματός της, ήταν η απόδειξη ότι οι λαοί μπορούν να ανατρέψουν το σύστημα, μπορούν να πάρουν την εξουσία. Το 1917 ήταν η αρχή μιας σύντομης ιστορικής περιόδου παγκόσμιας συστημικής αλλαγής. Μεταξύ της πρώτης ιστορικής τομής του 1917 και των απαρχών της δεύτερης που σηματοδοτήθηκε από το 1989 με το «τέλος της ιστορίας», αποτυπωνόταν ένας συσχετισμός δύναμης δύο ανταγωνιστικών συστημάτων. Στο τέλος του Β’ παγκόσμιου πόλεμου, πραγματικός νικητής (ηθικά, ιδεολογικά, πολιτικά) αναδείχτηκε το κομμουνιστικό κίνημα και οι «συνοδοιπόροι» του. Ο νικητής όμως, αντί να επιτεθεί αναδιπλώθηκε στην περιοχή του, παγώνοντας την πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Σε εκείνη την ιστορική ευκαιρία και καμπή, δεν διεθνοποιήθηκε-παγκοσμιοποιήθηκε η επανάσταση, το κομμουνιστικό κίνημα, ο κομμουνισμός.

Σήμερα βρισκόμαστε σε καιρούς αναζήτησης, διεξόδων, εναλλακτικών σχεδίων και «εφικτών» άλλων κόσμων. Μέσα στην πλανητική απόγνωση η αναζήτηση είναι υπαρκτή γιατί την ωθεί η πραγματικότητα, γιατί την οδηγεί η αναγκαιότητα. Ο καπιταλισμός αφού ξόδεψε τα καύσιμα και τα ιδεολογικά-πολιτικά εφόδια που άντλησε από το ‘89-‘91, βρίσκεται σε μια συνολική παρακμή και χρεοκοπία και επιβάλλει προσωρινά (;) επιθετικά άγριες λύσεις επιστροφής σε κοινωνικά τοπία που θυμίζουν τα τέλη του 19ου αιώνα. Η συζήτηση είναι επίκαιρη και το φάντασμα του κομμουνισμού πλανάται σε όλο τον κόσμο ενώ πλέον ζούμε μια ακόμα επιστροφή του Μαρξ.

Όταν μιλάμε για τον κομμουνισμό δεν σημαίνει ότι υπερασπιζόμαστε άκριτα ένα παρελθόν. Υπερασπιζόμαστε τη δυνατότητα και ικανότητα να αλλάξουμε τη ζωή μας, υπερασπιζόμαστε την απλή σκέψη ότι υπάρχουν ριζικές λύσεις. Υπερασπιζόμαστε το ότι στον 20ό αιώνα η κομμουνιστική απειλή επέβαλε λύσεις προς όφελος των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Υπερασπιζόμαστε μια δεύτερη ευκαιρία σε ένα σύστημα που στο σύντομο ιστορικό χρόνο δεν πρόλαβε να δοκιμαστεί, να προχωρήσει τη θεωρία του, να διορθώσει τα λάθη και τις ελλείψεις του, να καταστείλει τις ελεεινότητές του. Και όσο κι αν ασκήσουμε κριτική στην καρικατούρα του «υπαρκτού», αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε για το πρώτο πείραμα και την προσπάθεια που έγινε, ότι ξεχνάμε το τι γέννησε, και προς όφελος ποιων. Οφείλουμε να ξεφύγουμε από την απολογητική και τη νοσταλγία και να τοποθετήσουμε τη συζήτηση και την πρακτική μας στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού στον 21ο αιώνα είναι το καυτό θέμα που απωθείται από δεξιούς και «αριστερούς», από «κομμουνιστές» και αντιδραστικούς. Οι περισσότεροι ωστόσο, παραμένουν εγκλωβισμένοι στα παρελθόντα ιστορικά και ιδεολογικά τους ρεύματα αναζητώντας μια εκ των υστέρων δικαίωση. Ιστορικά ηγετικά πρόσωπα μετατράπηκαν από τους απογόνους τους σε πολιτικά ρεύματα, κρατώντας τις μέχρι σήμερα οργανωτικές τους μορφές. Οι εμπλουτισμοί στον μαρξισμό υπήρξαν, βοηθούν, έχουν αξιολογηθεί, δεν επαρκούν όμως για σήμερα. Δεν έχουμε ανάγκη από την αντιπαράθεση του παρελθόντος, αλλά από μια συνθετική συζήτηση-αναζήτηση που δίνει υλικό στο σήμερα. Όσο θα σκεφτόμαστε και θα βαδίζουμε με εργαλεία του παρελθόντος θα αποπροσανατολιζόμαστε από την επίκαιρη και απαιτητική πραγματικότητα και ο χρόνος μας θα εξαντλείται σε θεωρητικές διαμάχες για ένα ιστορικό σοσιαλισμό, με μεγάλη απόσταση από τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, τη συγκεκριμένη ταξική πάλη.

Γιατί όμως η επιμονή στον κομμουνισμό ενώ ο όρος και όσες έννοιες έχουν χρησιμοποιηθεί για την «ταυτότητά» του έχουν τραυματιστεί; Η κομμουνιστική επιμονή δεν μπορεί να αδιαφορεί για τις πολλαπλές δυσφημίσεις που έγιναν στον όρο, τόσο από τα κόμματα που αναφέρονταν στον «υπαρκτό» όσο και από τα κόμματα και τις οργανώσεις που καταχράστηκαν και καταχρώνται τον όρο στον τίτλο τους χωρίς να αποδείξουν ή να αποδεικνύουν κάτι αντίστοιχο. Είναι απαραίτητο η τέτοια επιμονή να επανοηματοδοτήσει έννοιες, να προσδιορίσει σύγχρονες αξίες, να δημιουργήσει νέες μορφές οργάνωσης, να δοκιμάσει ανατρεπτικές πολιτικές σε μια μαζικής απεύθυνσης δράση που στόχο θα έχει την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης μέσα στη νεολαία, στην εργατική τάξη, στους διανοούμενους, στα πληττόμενα στρώματα.

Κομμουνισμός σημαίνει μια διαρκής στόχευση και διεκδίκηση άλλης κοινωνίας, της χειραφέτησης, της δικαιοσύνης, του μοιράσματος του παραγόμενου πλούτου, των γνώσεων και εξουσιών, του σεβασμού και της ανάδειξης της γνήσιας ατομικότητας. Κομμουνισμός σημαίνει κατάργηση-υπέρβαση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, του καπιταλισμού. Ο κομμουνισμός δεν είναι δόγμα ούτε μια συνεχής διαδικασία παραγωγικής ανάπτυξης, δεν είναι ένα συγκεκριμένο σχέδιο με περιγραφικές προφητικές ικανότητες. Είναι η έννοια και ο όρος που ιστορικά, θεωρητικά, φιλοσοφικά και πολιτικά είναι δυνατόν να ενώσει τους εργαζόμενους, τους κυβερνώμενους και καταπιεζόμενους και να βρίσκεται ολοκληρωτικά αντίπαλος με τον καπιταλισμό. Που η κίνησή του τον καταργεί διαρκώς έως ότου τον τελειώσει οριστικώς. Είναι η έννοια που μας διαχωρίζει στρατηγικά –ξανατίθεται στις μέρες μας– από τους αναθεωρητισμούς και τους γνωστούς ιστορικούς δρόμους που οδηγούν στον «ανθρώπινο» καπιταλισμό. Είναι δυνατόν ο κομμουνισμός να παίξει πραγματικό πολιτικό ρόλο όταν έχει τραυματιστεί, όταν έχει υποστεί τόσες δυσφημίσεις, όταν έχει υποστεί μια κατάρρευση και τόσους συμβιβασμούς; Ναι, γιατί είναι ο μόνος που απαντάει θετικά, συνολικά και προοπτικά στο ιδεολογικοπολιτικό ερώτημα του αν είναι θεμιτή και αναγκαία η συνολική αντιπαράθεση-ανατροπή με τη νομιμότητα των κυβερνώντων, των κρατούντων την εξουσία, τον πλούτο και τη γνώση.

Γιατί όμως έχουμε μια δειλή επανεμφάνιση του κομμουνισμού; Δειλή, γιατί δεν έχουν γίνει οι λογαριασμοί με το παρελθόν, γιατί το νέο στο «κομμουνιστικό στρατόπεδο» εκφράζεται ακόμα από το παλιό, γιατί δεν έχει περπατήσει ο εμπλουτισμός της θεωρίας αλλά και δεν έχει ξεκινήσει με ικανούς όρους η διαδικασία ανασυγκρότησης και ανασύνθεσης. Η επανεμφάνιση του όρου γίνεται κυρίως μέσω της κριτικής στον καπιταλισμό, μέσω του Μαρξ που ξαναγίνεται αποδεικτικά επίκαιρος και χρήσιμος. Η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων και σχεδίων, η χρεοκοπία (ιστορική και διαφαινόμενη) εναλλακτικών λύσεων και «τρίτων δρόμων» που δεν υπερβαίνουν το σύστημα, αναγκάζει σε συζήτηση και σε αναζήτηση με βάση την έννοια κομμουνισμός.

Η ανασύνθεση και ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος θα αναμετριέται με το καθήκον μιας διπλής ανταπόκρισης: Πρώτον στο συγκεκριμένο πλαίσιο της ταξικής πάλης εθνικά και παγκόσμια. Και δεύτερον στην κριτική στο υπαρκτό παρελθόν της πρώτης απόπειρας. Είναι μορφή υποταγής στον ιμπεριαλισμό και στη σύγχρονη βαρβαρότητα η άρνηση ρήξης με την παγκοσμιοποίηση, είναι μορφή –και σαν τέτοια πρέπει να της αντιπαρατεθούμε– οικονομισμού και αποστροφής του πολιτικού αγώνα, η αποφυγή του καθήκοντος υπέρβασης και ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.

Γ. Ο μεγάλος αναχρονισμός. Ανασύνθεση και ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής αριστεράς.

Είναι διαρκώς αισθητή ολοένα και πιο πολύ, σε περισσότερους, σε πλείστες γωνιές του πλανήτη μια μεγάλη απουσία, ένας σύγχρονος αναχρονισμός. Συνειδητοποιούμε διαρκώς και βαθύτατα –ακόμα και σε αυτούς τους μεταμοντέρνους καιρούς της αποϊδεολογικοποίησης, του νεανικού χλευασμού αλλά και άγνοιας προς το «δημόσιο παρελθόν», του αγνωστικισμού και του διαλυτισμού των απογόνων του «ρευματικού μαρξισμού» – ότι η απουσία των κομμουνιστικών κομμάτων και κινημάτων, το μεγάλο έλλειμμα των επαναστατικών φορέων σε συνδυασμό με την υποχώρηση του εργατικού κινήματος ευθύνεται για τον μελαγχολικό απολογισμό της εικοσαετίας 1990-2010, για τη σημερινή «νέα τάξη» που ζούμε, για τον Αρμαγεδδώνα που ετοιμάζεται. Χωρίς ανακουφιστικές νοσταλγικές θεωρήσεις, χωρίς αναχωρητισμούς από την πραγματικότητα και δίχως προσφυγή στις μιμήσεις, οφείλουμε να θέσουμε και να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα.

Γιατί αναχρονισμός; Γιατί η ανάκαμψη του καπιταλισμού, το ξεπέρασμα της κρίσης του, αναζητιέται μέσα από μια ήττα στα όρια του τσακίσματος της ζωντανής εργασίας. Αναζητιέται μια νέα φάση του συστήματος μέσα από την επιστροφή στο παρελθόν. Η ύπαρξη και μόνο του κομμουνιστικού κινήματος, του αντίπαλου δέους, θα έβαζε χειρόφρενο στην επιστροφή στη βαρβαρότητα και θα έφερνε ταυτόχρονα στην ημερήσια διάταξη τον άλλο κόσμο. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι το κομμουνιστικό κίνημα είχε έμπρακτες ικανότητες και φιλοδοξίες κατάκτησης της εξουσίας. Είναι αναχρονισμός γιατί δεν υπάρχει καλύτερη ιστορική ευκαιρία από τη σημερινή όξυνση των θεμελιακών αντιφάσεων του καπιταλισμού, από την κρίση νομιμοποίησης, αλλά και του τρόπου ύπαρξης και ισορροπίας τόσου του καπιταλισμού όσο και των ιμπεριαλιστικών σχέσεων.

Στην Ελλάδα έχουμε δυνάμεις που αναφέρονται στη κομμουνιστική αριστερά, δυνάμεις που βρίσκονται μέσα σε κόμματα, οργανώσεις, μορφώματα, που δεν έχουν αποκομμουνιστικοποιηθεί, ωστόσο ταυτόχρονα ζουν σε παρελθόντα χρόνο και με τη δύναμη της αδράνειας καθοριστικά πάνω τους. Δυνάμεις που δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει την ανάγκη αυτοκριτικής, αλλά και δυνάμεις που υπηρετούν άλλα σχέδια εξ ανάγκης ή για λόγους τακτικής. Αυτές οι δυνάμεις είναι σχετικά μικρές, αδύναμες σε πολυδιάσπαση και κατακερματισμό, με τα βαρίδια του παρελθόντος και μιας μεγάλης ήττας. Βασανίζονται, μπουσουλάνε, αλληλοοσμώνονται με σεχταριστικό τρόπο, αναζητώντας δρόμους. Θα ανασκοπήσουν και πώς; Θα βοηθήσουν και με ποιες διαδικασίες σε ένα σχέδιο που θα πασχίσει να απαντήσει στο αναχρονιστικό έλλειμμα;

Δεν μπορούμε επίσης να αποκλείσουμε δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, της αριστεράς που φαίνεται υποταγμένη στην αστική νομιμότητα και στα όρια και πλαίσια που αυτή θέτει. Καλύπτει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή την έλλειψη; Όχι, ούτε φαίνεται να τον απασχολεί, ούτε μια σειρά ζητημάτων κρίσιμων για το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκονται μέσα στην ατζέντα της αναζήτησης και των προτάσεών του, πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχει πρακτική και κουλτούρα (παρελθόν και παρόν) για τέτοιες «δυσφημίσεις». Η αναφορά στη διακήρυξή του για τον σοσιαλισμό περισσότερο αφορά την εσωτερική κατανάλωση παρά το μετερίζι.

Ο κομμουνιστικός φορέας θα συνδιαμορφωθεί μέσα από την όσμωση, μέσα από κοινούς αγώνες, δράση και πράξη, μέσα από τη διαβούλευση, την ενότητα και την πάλη των απόψεων, το βάθεμα αλλά και την απόρριψη στοιχείων από τα διαφορετικά εντός κομμουνιστικού κινήματος ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα που δημιουργήθηκαν τον 20ό αιώνα. Η ανασύνθεση της αριστεράς περιλαμβάνει και μια σειρά από τομές που απαιτούνται να γίνουν στο σώμα όλων των συνεισφορών του επαναστατικού μαρξισμού. Η προσπάθεια για τον κομμουνιστικό φορέα δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικοδόμηση μιας πρωτοπόρας ηγεσίας είτε ενός κόμματος, αν δεν μελετηθούν τα προβλήματα οργάνωσης, οι οργανωτικές εμπειρίες του παρελθόντος, τα ζητήματα συνείδησης των μαζών. Απαιτούνται διαδοχικές προσεγγίσεις, συνδυασμένες δράσεις, συνεχής κοινή πράξη όσων θα προσπαθούν να χτίσουν τον φορέα.

Υπάρχουν όροι, προϋποθέσεις, ένα πρώτο πλαίσιο; Χρειάζεται ,πρώτον, μια επίμονη, ευρύχωρη και υπομονετική διαδικασία συζήτησης και διαρκούς πρόσκλησης, όλων όσων αντιλαμβάνονται την έλλειψη του κομμουνιστικού φορέα. Αυτό μπορεί να σημαίνει: 1) Τη δημιουργία και συγκρότηση ενός κέντρου συζήτησης-αντιπαράθεσης που θα οδηγεί σε συνθετικές απόψεις. Σε τούτη την ανοιχτή αλλά οργανωμένη και συγκροτημένη διαδικασία που θα εξελίσσεται σε πανελλαδική κλίμακα και θα έχει λειτουργία ομίλου με φιλοδοξία πανελλαδικοποίησής του, μπορούν να συμμετέχουν διανοούμενοι, πολιτικά και συνδικαλιστικά στελέχη, νεολαίοι, ανεξαρτήτως οργανωμένης ένταξης. Ο στόχος θα είναι να ανοιχτούν σε δημόσιο διάλογο (εκδηλώσεις, ημερίδες, εκδόσεις, παρουσιάσεις) ζητήματα παρόντος και παρελθόντος της θεωρίας και της πολιτικής του επαναστατικού μαρξισμού. 2) Την καταχώρηση και δημοσιοποίηση των κοινών αλλά και των διαφορετικών απόψεων οργανώσεων της αριστεράς, τη μεταξύ τους τυχόν αντιπαράθεση αλλά και σύνθεση. 3) Την παρουσίαση με απλό και λαϊκό τρόπο του έργου των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν. 4) Την παρουσίαση έργων από σημαντικές προσωπικότητες, που υπηρέτησαν την τέχνη και ταυτίστηκαν- συνοδοιπόρησαν με το λαό και το κίνημα. 5) Την παρουσίαση και αξιολόγηση της ιστορίας των δύο προηγούμενων αιώνων, της ιστορίας του μαρξισμού και των κομμουνιστικών κινημάτων και ρευμάτων.

Δεύτερον, ένα πολιτικό και οργανωτικό σχέδιο που θα χτίζεται διαρκώς και που θα δοκιμάζεται στο αν ανταποκρίνεται στην τρέχουσα πραγματικότητα και με όρους στρατηγικής.

Το σχέδιο μεταξύ άλλων θα αφορά: 1) Τη συγκρότηση αριστερής πολιτικής με κέντρο τις ανάγκες και τα συμφέροντα των εργαζόμενων και ιδιαίτερα της διευρυνόμενης εργατικής τάξης. Αυτό στις μέρες μας προϋποθέτει στοιχειώδη ανάλυση των τάξεων και των στρωμάτων στην Ελλάδα, και σημαίνει τη δημιουργία ενός μεταβατικού προγράμματος από τη μια, και από την άλλη, τη διαρκή αναζήτηση και πειραματισμό-συζήτηση για νέες μορφές οργάνωσης (συνδικαλιστικές και πολιτικές), νέους θεσμούς κινήματος, και τις μορφές, τους όρους μαζικής απεύθυνσης και καθημερινής δουλειάς στους χώρους δουλειάς, σπουδών, διαμονής. 2) Αντιιμπεριαλιστικό και διεθνιστικό πρόγραμμα. 3) Συγκρότηση και λειτουργία πολιτικής κίνησης, μέσα από συγκλίσεις πολιτικού – οργανωτικού χαρακτήρα και γενικής τουλάχιστον συμφωνίας στα δύο προηγούμενα. 4) Τη δημιουργία και τη δοκιμασία μαζικού πολιτικού και κοινωνικού μετώπου εξόδου από τη κρίση.

Τρίτον, συγκροτημένες επίκαιρες διεθνιστικές πρωτοβουλίες που να ανοίγουν μέτωπα και να δημιουργούν γεγονότα. Χρειάζεται να δοκιμαστούν: 1) Η παραγωγή μιας γενικής γραμμής για τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και την κρίση του, για την επικαιρότητα του σοσιαλισμού, για τα στοιχεία μιας ανταγωνιστικής εργατικής πολιτικής γραμμής, για τις σύγχρονες μορφές διεθνισμού και αλληλεγγύης. 2) Διεθνής συζήτηση και φόρουμ για την αυτοκριτική του κομμουνιστικού κινήματος και για την ιστορία της ταξικής πάλης στον 20ό αιώνα. 3) Συνδιαμόρφωση, συγκρότηση διεθνιστικού δημοκρατικού κέντρου συζήτησης, συντονισμού και κοινής δράσης, όπου να σχηματίζεται πρωτόλεια ένα διεθνές αντίπαλο δέος. Ώθηση για έμπρακτη αλληλεγγύη των λαών και των κινημάτων, για τον συντονισμό των αγώνων ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς, υπερεθνικούς, καπιταλιστικούς οργανισμούς και πολιτικές.

Τα παραπάνω φαίνονται και είναι πολλά για τη σημερινή αριστερά, το μέγεθος, την ποιότητά της, τις σχέσεις της. Βάζουν ωστόσο ένα πλαίσιο, μπορούν να σχηματοποιήσουν συγκεκριμένες προτάσεις απεύθυνσης, και επίσης είναι δυνατόν να αποτελέσουν (τμήμα τους) θέματα πρωτοβουλιών που μπορούμε να πάρουμε.

3 – Η Παρέμβαση

Το κενό και η ταυτότητα-συμβολή της Παρέμβασης

Α. Ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής αριστεράς

Η Παρέμβαση είναι οργάνωση της κομμουνιστικής αριστεράς που αγωνίζεται για την ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής αριστεράς, για την ανασύνθεση δυνάμεων της κομμουνιστικής αριστεράς, για έναν νέο μαζικό κομμουνιστικό φορέα. Σήμερα υπάρχουν σε όλη την αριστερά, κομμουνιστική, κομμουνιστογενή και μη, βαρίδια συντήρησης και διατήρησης της κατάστασης. Υπάρχουν όμως και δυνάμεις ανατροπής και σύγκρουσης. Υπάρχουν δυνάμεις που αντιμετωπίζουν με αριστερή αυτοκριτική την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος του 20ού αιώνα, και δυνάμεις που εγκλωβίζονται στον δεξιό αναθεωρητισμό ή στον δογματισμό. Υπάρχουν δυνάμεις, που διαπερνούν οριζόντια όλα τα κόμματα και τους φορείς της αριστεράς, που ασφυκτιούν στα πλαίσια φορέων που δημιουργήθηκαν πάνω σε παλιές απαντήσεις σε παλιά ερωτήματα και αναζητούν μια σύγχρονη κομμουνιστική πολιτική και έναν σύγχρονο κομμουνιστικό φορέα. Η διαδικασία συνάντησης των δυνάμεων αυτών και ανασύνθεσής τους, θα προχωρήσει σε ενότητα αλλά και σε ρήξη με την υπαρκτή αριστερά στην Ελλάδα, κομμουνιστική, σοσιαλιστική, ελευθεριακή, ανανεωτική. Επί της ουσίας, θα προχωράει μαζί και μια ευρεία ανασύνθεση του συνόλου της αριστεράς, όπου η πάλη για την ηγεμονία των δυνάμεων της κομμουνιστικής αριστεράς θα κριθεί μέσα από ευρύτερες ενότητες και ανασυνθέσεις. Μέσα από τη δημιουργία μιας νέας μεγάλης αντισυστημικής αριστεράς στην Ελλάδα, που θα συγκρουστεί με τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χρεοκοπίας, της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού.

Η αναγκαία ανασύνθεση της κομμουνιστικής αριστεράς, αλλά και της αριστεράς συνολικά, δεν θα προκύψει με ομαλό τρόπο, ούτε αυθόρμητα και αντικειμενικά. Απαιτούνται ρήξεις και τομές, ξέκομμα με το παρελθόν, τα κληρονομημένα ήθη και έθιμα, πολεμική στη λογική της επάρκειας. Καθορισμός με βάση την πραγματικότητα και αναμέτρηση με το καθήκον της τροποποίησης του συσχετισμού δύναμης.

Η κομμουνιστική αριστερά πρέπει να δει αυτοκριτικά την πολιτική της εδώ και τέσσερα χρόνια, μέσα στην κρίση και στο μνημονιακό καθεστώς της χρεοκοπίας. Βρίσκεται σε χειρότερες θέσεις απ’ ότι πριν την κρίση, παρόλο που οι βασικές ταυτοτικές θέσεις της επιβεβαιώθηκαν. Η δομική κρίση του καπιταλισμού, ο αντιλαϊκός και ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της ΕΕ, η φούσκα της ελληνικής καπιταλιστικής «ανάπτυξης». Η διατήρηση αυτών των εκτιμήσεων και θέσεων σε ιδεολογικά σύνορα αυτοκαθορισμού και διαχωρισμού και η απουσία πολιτικής πρότασης και πολιτικών πρωτοβουλιών, ή για άλλες περιπτώσεις η πλήρης προσαρμογή και αλλαγή ταυτότητας, έφεραν αυτή την αριστερά στη γωνία και άφησαν κενό χώρο σε άλλες απόψεις να ηγεμονεύσουν, σε απόψεις διαχείρισης της κρίσης, φιλοΕΕ πολιτικής.

Η Παρέμβαση είναι προϊόν της κρίσης και της ανεπάρκειας της αριστεράς, προϊόν της αντιπαράθεσης για τις δυνατότητες παρέμβασης και καθοριστικής εμπλοκής της στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι κομμάτι της σημερινής κομμουνιστικής αριστεράς, μέσα σε μια στρατηγική υπέρβασης, μετασχηματισμού και μετάβασης σε μια νέα κομμουνιστική αριστερά. Δεν υιοθετεί την άρνηση των βασικών προγραμματικών θέσεων της οργάνωσης από την οποία προήλθε (ΚΟΕ) αλλά κοιτάει αυτοκριτικά τις αιτίες και τους λόγους που οδηγούν τον συγκεκριμένο φορέα στην εγκατάλειψη αυτών ακριβώς των θέσεων, σε μια πολιτική μέσα στην κρίση που ταυτίζεται με φορείς της παλιάς και νέας σοσιαλδημοκρατίας.

Η Παρέμβαση αγωνίζεται για την οικοδόμηση ενός νέου μαζικού, ευρύχωρου κομμουνιστικού φορέα σαν απαραίτητο βήμα για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος. Είναι αναγκαίος ένας ανοιχτός, μαζικός, ευρύχωρος κομμουνιστικός φορέας, κατεξοχήν πολιτικός, που δεν θα διστάζει να αναμετριέται με την πραγματικότητα και να βάζει στόχο το μετασχηματισμό της. Ένας τέτοιος φορέας δεν θα προκύψει στο δοκιμαστικό σωλήνα του εργαστηρίου, πέρα και έξω από την πραγματικότητα της κρίσης και της χρεοκοπίας. Το κενό υποκειμένου που ζούμε σαν αριστερά, λαός και κίνημα, δεν είναι ιδεολογικό ζήτημα και δεν απαντιέται με ιδεολογικές αναφορές και εκκλήσεις.

Είναι αναγκαία η ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής αριστεράς, μέσα από την προσπάθεια αναμέτρησης με την πραγματικότητα, μέσα από την προσπάθεια να ξαναγίνει επίκαιρο το κομμουνιστικό όραμα και πολιτική.

Είναι αναγκαία η ανασύνθεση της κομμουνιστικής αριστεράς, όχι σαν μια απλή συγκόλληση δυνάμεων και οργανώσεων, αλλά σαν μια επανατοποθέτηση και επαναοριοθέτηση δυνάμεων και αγωνιστών, όχι απλά με βάση κάποια παράδοση του 20ού αιώνα και κάποιο ρεύμα του μαρξισμού (τροτσκισμός, μαοϊσμός, ευρωκομμουνισμός κοκ), αλλά με βάση τη συγκεκριμένη τοποθέτηση σε συγκεκριμένα επίδικα του σημερινού καπιταλιστικού κόσμου –ειδικά μέσα στην πιο βαθιά κρίση του.

Στη σημερινή αριστερά που τοποθετείται από την πλευρά των δυνάμεων της ανατροπής και της επανάστασης, έχει εγκαταλειφθεί η θεμελιακή μεθοδολογία που συνδέει την ανάγκη για πολιτικές απαντήσεις στα επίδικα ιστορικά ή πολιτικά θέματα με τον εμπλουτισμό της θεωρίας. Η προσπάθεια απάντησης στα επίδικα πολιτικά ζητήματα μέσα στην κρίση του καπιταλισμού θα γεννήσει τα όποια προχωρήματα στη θεωρία και τα προχωρήματα αυτά θα κριθούν στο αν πραγματικά ανοίγουν δρόμους στη δράση και στις απαντήσεις του κομμουνιστικού κινήματος. Η προσπάθεια απάντησης στο μερικό και η γενίκευση αυτής της εμπειρίας, και έπειτα η προσπάθεια επιστροφής με νέες απαντήσεις ξανά στο μερικό και στο συγκεκριμένο πρόβλημα, αποτελεί τη μέθοδο που συνδέει στρατηγική και τακτική, που προσδιορίζει τους κόμβους εκείνους όπου πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για την ανασυγκρότηση των δυνάμεων της κομμουνιστικής αριστεράς, η συζήτηση για την ανασύνθεση σε έναν νέο σύγχρονο, πολιτικό φορέα της κομμουνιστικής αριστεράς, η συζήτηση για τα σύγχρονα καθήκοντα της κομμουνιστικής αριστεράς για:

1. Εμπλουτισμό – προχώρημα της μαρξιστικής θεωρίας (για τη δομική καπιταλιστική κρίση και την υπέρβασή της, για τις σύγχρονες μορφές ιμπεριαλισμού και παγκοσμιοποίησης, για την κριτική στον σύγχρονο καπιταλισμό).

2. Αποτίμηση και χώνεμα της πείρας του 20ού αιώνα, όχι σαν ιστοριογραφία αλλά σαν καθήκον που γεννάει πολιτική γραμμή για σήμερα.

3. Ανάγνωση των τάσεων και της πολιτικής έκφρασης των σύγχρονων κινημάτων, για τη σχέση κόμματος-κινημάτων, για τη σχέση κράτους-κινήματος σε μια μεταβατική προς τον κομμουνισμό εξουσία.

4. Συγκρότηση αριστερής πολιτικής διεξόδου από την κρίση, μεταβατικού προγράμματος για κράτος-οικονομία-κοινωνία.

5. Μετωπική πολιτική αντισυστημικής διεξόδου και σύμπτυξης «ιστορικού» μπλοκ δυνάμεων.

6. Οργάνωση του λαού και κυρίως, απόκτηση ουσιαστικών και πολυποίκιλων δεσμών με την εργατική τάξη, τους εργαζόμενους.

Η Παρέμβαση είναι οργάνωση της κομμουνιστικής αριστεράς που θέλει να συμβάλει στους παραπάνω στόχους. Αισθανόμαστε κομμάτι της και αναφερόμαστε σε αυτήν, είναι η σκοπιά από την οποία βλέπουμε τη σύγχρονη πραγματικότητα και την εξέλιξή της μέσα στο περιβάλλον της δομικής, ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού. Υπερασπιζόμαστε το κομμουνιστικό κίνημα από τις επιθέσεις της αστικής τάξης.

Το παρελθόν και η αξιολόγηση της διαδρομής και της συμβολής του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα έχουν τεράστια σημασία. Γιατί το κομμουνιστικό κίνημα καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια εξέλιξη είτε με τις νίκες είτε με τις ήττες που είχε. Μελετάμε το παρελθόν για να μάθουμε από τα λάθη, να αντιληφθούμε την πορεία του, να ερμηνεύσουμε πώς επηρέασε την ιστορική εξέλιξη, να κατανοήσουμε την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα και να συμβάλουμε στην αντιστροφή της. Ο βασικότερος όμως λόγος αφορά την επικαιρότητα της κομμουνιστικής αριστεράς, την ιστορική ανάγκη που επιτάσσει την ανασύστασή της σήμερα σε έναν αυτόνομο πολιτικό πόλο έκφρασης των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Σήμερα δεν είμαστε στο περιβάλλον της «ήττας του υπαρκτού σοσιαλισμού» παρόλο που αυτή εξακολουθεί να χρωματίζει τα πράγματα, δεν είμαστε στην περίοδο της παντοκρατορίας των δογμάτων της αγοράς, είμαστε σε μια περίοδο που ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, νικητής και τροπαιούχος σε μια πορεία αντιπαράθεσης με ένα ανταγωνιστικό σύστημα από καιρό, κυρίαρχος του παιχνιδιού και τυπικά επί μια εικοσαετία τουλάχιστον, αποδεικνύει ότι δεν είναι συνώνυμο της ευημερίας, της ισότητας, της ειρήνης, της ελευθερίας, όπως προπαγάνδιζαν οι προπαγανδιστές του δύο δεκαετίες πριν.

Στο πεδίο της ιδεολογίας, ο επαναστατικός μαρξισμός μας καθορίζει, είναι η οπτική από την οποία βλέπουμε τα πράγματα. Βλέπουμε την κρίση από τη σκοπιά άλλης μιας τραγικής επιβεβαίωσης του μαρξισμού και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας από την πλευρά εκείνων που πασχίζουν να οργανωθεί, να στοιχηθεί το στρατόπεδο των καταπιεσμένων, να αντικρούσει αλλά και να ξαναθέσει επί τάπητος το εφικτό μιας άλλης πορείας των πραγμάτων.

Β. Μέτωπο Διεξόδου

Η Παρέμβαση αγωνίζεται για τη συγκρότηση ενός πολιτικού και κοινωνικού μετώπου διεξόδου από την κρίση προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και του λαού. Αυτά προϋποθέτουν ότι η κλίμακα της πρωτοβουλίας που θα έπρεπε να πάρει η αριστερά υπερβαίνει κατά πολύ τα εσκαμμένα και τίθεται επικεφαλής ενός παλλαϊκού μετώπου διεξόδου από την κρίση. Ενός μετώπου που θα καταφέρει να ενώσει την πλειοψηφία του λαού, θα εντάξει όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που αναζητούν μια άλλη πορεία για το λαό και τη χώρα. Σε αυτό το μέτωπο είναι δυνατόν να συνυπάρχουν με ενότητα και αντιπαράθεση ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων από την αριστερά μέχρι αποδεσμευμένες καταστάσεις των κομμάτων εξουσίας και φυσικά νέες δυνάμεις που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο στίβο της πολιτικής ένταξης και συνειδητοποίησης. Αυτό το μέτωπο δεν συγκροτήθηκε. Περίσσεψε η φλυαρία, ο απομονωτισμός, τα κληρονομημένα δόγματα, ο εκλογικός κρετινισμός. Το ΚΚΕ ταύτισε το μέτωπο με τον κομματικό του μηχανισμό, στάση αλαζονική που του στοίχισε, ο ΣΥΡΙΖΑ προσάρμοζε κάθε φορά την ιδέα του μετώπου στην εκλογική του τακτική και στα δημοσκοπικά ευρήματα. Έτσι, από τη συμμαχία με δυνάμεις του σοσιαλιστικού χώρου, περάσαμε στο σύνθημα της κυβέρνησης της αριστεράς, για να περάσουμε μετά στην πατριωτική και δημοκρατική ενότητα και στην κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, και αύριο ποιος ξέρει τι. Χρησιμοποίησε το μέτωπο επικοινωνιακά σαν εργαλείο εκλογικής ανάδειξης και αποψίλωσης της υπόλοιπης αριστεράς. Έφτασε να ταυτίζει το μέτωπο με τον ΣΥΡΙΖΑ-αξιωματική αντιπολίτευση. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μίλησε αρχικά για τους άξονες ενός μεταβατικού προγράμματος, αλλά στη συνέχεια απέκλεισε οποιαδήποτε δύναμη δεν ανήκει στη σφαίρα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, και μετά την εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε να έχει πολιτική απέναντί του. Στην πορεία προέκυψαν δυνάμεις πέραν της αριστεράς που και αυτές δεν μπόρεσαν να δώσουν ουσιαστική πνοή στην παλλαϊκή απαίτηση για ένα μέτωπο απελευθέρωσης της χώρας από τα δεσμά του μνημονίου και της τρόικας. Η άρνηση να μπει το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων καθόρισε αποφασιστικά το αδιέξοδο. Ο άμεσος αγώνας σε αντιευρωπαϊκή, αντικατοχική και αντισυστημική κατεύθυνση, για να φύγουν τα μνημόνια, η τρόικα και να τιμωρηθούν οι ένοχοι για αυτή την πρωτοφανή χρεοκοπία, έδωσε τη θέση του σε ποικίλες σκοπιμότητες, κομματικούς σχεδιασμούς, ανταγωνισμούς. Η κρίση, και ειδικά η χρεοκοπία, βρήκε τις αριστερές δυνάμεις της χώρας απροετοίμαστες, χωρίς δυνατότητα ανάγνωσης της νέας περιόδου, χωρίς πολιτικό και οργανωτικό σχέδιο, χωρίς βούληση να ανταποκριθούν σε ιστορικά καθήκοντα. Έτσι, τρία χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο παραμένει ζητούμενο το κοινωνικό μέτωπο στρωμάτων και τάξεων, τα αιτήματα και οι στόχοι που καλούνται να ενωθούν και η πολιτική συμμαχία αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων που θα εκφράσει-υλοποιήσει αυτούς τους στόχους. Ενός μετώπου που θα απαντάει και στο κεντρικό πρόβλημα της κυβέρνησης και εν δυνάμει της εξουσίας. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής η Παρέμβαση μάχεται για να συγκροτηθεί ένα διακριτό πολιτικό ρεύμα που παλεύει για: Να φύγει η τρόικα, να ανατραπούν τα μνημόνια και όλες οι κυβερνήσεις και το πολιτικό προσωπικό που τα εφάρμοσε. Αθέτηση πληρωμών στο χρέος, έξοδο από την ευρωζώνη, σύγκρουση με την ΕΕ. Δημοκρατία, πολιτική ανατροπή, αντιεξουσίες του λαϊκού κινήματος. Εθνική ανεξαρτησία και παραγωγική ανασυγκρότηση. Αυτό το ρεύμα, σήμερα, στην εποχή των μεγάλων ερωτημάτων για την πορεία που πρέπει να διανύσει η χώρα και το ρόλο που πρέπει να έχουν οι προοδευτικές λαϊκές δυνάμεις και η αριστερά, πρέπει να συγκροτηθεί με αυτοτέλεια, αλλά και ενωτική λογική, με αυτοπεποίθηση και μετωπική αναφορά.

Γ. Λαϊκή Οργάνωση

Αποφασιστικός κρίκος που θα ωθεί ή θα καθυστερεί τις θετικές και αναγκαίες πολιτικές ανατροπές είναι η οργάνωση και η προετοιμασία του λαού. Η πολιτική δεν συγκροτείται απουσία κινήματος, τηλεοπτικά, εκλογικά, ή εικονικά. Οι θετικές μετατοπίσεις μεγάλων μαζών και κοινωνικών πλειοψηφιών, συντελούνται από μεγάλα κύματα αγώνων και κινημάτων που διαλεκτικά συνενώνονται με πολιτικές πρωτοβουλίες. Η οργάνωση του λαού, οι αγώνες για τη λαϊκή επιβίωση και τη διέξοδο από την κρίση, η αντιμετώπιση των άμεσων ζωτικών προβλημάτων των εργαζόμενων τάξεων, είναι καθοριστικό καθήκον. Η Παρέμβαση παρεμβαίνει σε πλατιά σχήματα και πρωτοβουλίες οργάνωσης και αντίστασης του λαού σε εργασιακούς χώρους, σε γειτονιές και χώρους σπουδών. Για την αντίσταση απέναντι στην μετακύλιση της κρίσης στην εργατική τάξη, για την ενότητα και την αλληλεγγύη του λαού απέναντι στη φτώχεια και την εξαθλίωση, για να γίνει η νεολαία καταλύτης και πυροδότης του λαϊκού κινήματος. Αντιπαρατίθεται στον αναχωρητισμό της αριστεράς από το πρόβλημα της εξουσίας και των κεντρικών πολιτικών καθηκόντων, αλλά αντιπαρατίθεται και στην κοινοβουλευτική ενσωμάτωση που βασιζόμενη στην λογική της ανάθεσης δεν βλέπει σαν αναγκαία συνθήκη μιας γνήσιας πολιτικής ανατροπής την οργάνωση του λαού και τη μαζική δουλειά στον κόσμο. Τόσο στους υπαρκτούς μαζικούς φορείς του λαϊκού κινήματος, αλλά και σε νέους που πρέπει να γεννηθούν κόντρα στην σκουριά και την γραφειοκρατικοποίηση.

Το τριπλό καθήκον-στόχος της ανασύνθεσης της κομμουνιστικής αριστεράς, της οικοδόμησης κοινωνικού και πολιτικού μετώπου διεξόδου από την κρίση και της οργάνωσης του λαού, δεν τίθεται σήμερα –και κυρίως δεν παλεύεται– από καμία πολιτική δύναμη. Είτε κοινοβουλευτική είτε εξωκοινοβουλευτική. Είτε η κομμουνιστική ταυτότητα αναδεικνύεται σαν ένα όριο απουσίας μετωπικής πολιτικής και πολιτικής για ένα μέτωπο διεξόδου από την κρίση, είτε υπάρχει κακομεταχείριση της ιδέας του μετώπου και διάχυση-υποταγή των δυνάμεων της κομμουνιστικής αριστεράς σε άλλες σοσιαλδημοκρατικές ή και αστικές δυνάμεις στα πλαίσια της «πλατύτερης δυνατής αντιμνημονιακής ενότητας». Και οι δύο όψεις (σεχταρισμός και δεξιός οπορτουνισμός) αδιαφορούν για την οργάνωση του λαού, για τη συστηματική παρέμβαση με στόχο την αλλαγή της λαϊκής συνείδησης. Για την Παρέμβαση είναι ένα τριπλό καθήκον, για τη συγκρότηση του υποκειμενικού παράγοντα –και ειδικά μέσα στην κρίση– δεν μπορεί κάποιο κομμάτι να αποσπαστεί ή κάποιο άλλο να προνομοποιηθεί. Μέτωπο χωρίς φορέα δεν μπορεί να υπάρξει, φορέας χωρίς προπαγάνδιση, δοκιμασίες και εμπλοκή στην κατεύθυνση του μετώπου δεν είναι εφικτό να οικοδομηθεί σε συνθήκες εργαστηρίου. Και τα δύο χωρίς τη σχέση με κόσμο, τις δοκιμασίες με κόσμο, την οργάνωση του λαού για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του και της ζωής του, αποτελούν καρικατούρες και αντιγραφές της αστικής πολιτικής που οδηγούν στην ενσωμάτωση. Η νέα αριστερά θα προκύψει αναμετρώμενη με τη συγκρότηση του πολυπόθητου μετώπου, θα αναγεννηθεί αν επιχειρήσει να πάρει στις πλάτες της το δύσκολο έργο της οργάνωσης του λαού για την αντίσταση και την αλληλεγγύη. Απ’ την άλλη, μια αριστερά αντίστοιχη των περιστάσεων –που σήμερα είναι το ζητούμενο– θα επιταχύνει τις μετωπικές διαδικασίες και διεργασίες για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος, θα έθετε εαυτόν στην υπηρεσία της λαϊκής οργάνωσης. Η ανασύνθεση της αριστεράς –διαδικασία παράλληλη με την ανασυγκρότηση και συνάντηση δυνάμεων της κομμουνιστικής αριστεράς μέσα στην κρίση– είναι ο πυρήνας του σύγχρονου πολιτικού προβλήματος γιατί ούτε το χτίσιμο μετώπου ούτε η οργάνωση του λαού μπορούν να εκχωρηθούν ή να αναμένονται από άλλους πολιτικούς φορείς του αντιμνημονιακού τόξου ή από το λαό γενικά, αόριστα και αυθόρμητα. Το τρίχρονο μνημονιακής επέλασης πείθει για του λόγου το αληθές.

Οι κατευθύνσεις της Παρέμβασης

Η Παρέμβαση παρεμβαίνει στην αριστερά και στο λαό στη βάση των παρακάτω πολιτικών αξόνων:

– Για μια μεγάλη πολιτική και κοινωνική ανατροπή στην Ελλάδα.

– Για μια ανεξάρτητη Ελλάδα, της δουλειάς και της αξιοπρέπειας, σε ρήξη με την παγκοσμιοποίηση και την ΕΕ.

– Με ισχυρή κομμουνιστική-αντισυστημική αριστερά για ένα πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο διεξόδου από την κρίση.

Αγωνιζόμαστε για την ανατροπή του πολιτικού συστήματος της χρεοκοπίας και της εξάρτησης, της διαπλοκής με το μεγάλο κεφάλαιο. Για να τιμωρηθεί το κομματικό προσωπικό της χρεοκοπίας. Αγωνιζόμαστε για μια μεγάλη πολιτική και κοινωνική ανατροπή, για μια ουσιαστική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης υπέρ των δυνάμεων της εργασίας και της δημοκρατίας.

Αγωνιζόμαστε για μια Ελλάδα ανεξάρτητη, με αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη, σε συνεργασία με όλες τις χώρες της περιοχής –και όχι μόνο– στη βάση μιας πολυδιάστατης και όχι πολυεξαρτημένης εξωτερικής πολιτικής. Με αποδέσμευση από την ΕΕ και ρήξη με το ευρώ και τους μηχανισμούς του. Αγωνιζόμαστε για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, για παραγωγική ανασυγκρότηση με έμφαση στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα και στις νέες τεχνολογίες στη βάση της ανάπτυξης των δυνατοτήτων της χώρας και της εργασίας για όλους, με σεβασμό και στόχευση στην εξασφάλιση δημόσιων και κοινωνικών αγαθών για όλους (Υγεία, Παιδεία, Πρόνοια, Υποδομές).

Αγωνιζόμαστε για μια διαφορετική δημοκρατία και ανασυγκρότηση του κράτους, με το λαό, τους θεσμούς και τις οργανώσεις του (εργατικές, κοινωνικές, νεολαίας) στο προσκήνιο.

Αγωνιζόμαστε για την απεμπλοκή της Ελλάδας από τα πολεμικά σχέδια των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην περιοχή, για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ.

Αγωνιζόμαστε για την ανασυγκρότηση των δυνάμεων της κομμουνιστικής αριστεράς για να σηκώσουν αυτές το δύσκολο έργο μιας τέτοιας μεγάλης πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής, μέσα από την συγκρότηση ενός πλατιού πολιτικού και κοινωνικού μετώπου διεξόδου από την κρίση.

Το ερώτημα που είναι νομιμοποιημένο είναι τι μπορεί να κάνει μια συλλογικότητα σαν την Παρέμβαση στη βάση μιας γραμμής σαν την παραπάνω. Το έδαφος εκ πρώτης όψεως είναι άγονο και οι δυνάμεις αδράνειας μεγάλες. Μέτωπο από τα πάνω δεν φαίνεται να μπορεί να δημιουργηθεί άμεσα εκτός κι αν υπάρξουν πρωτοβουλίες από τα κάτω με απευθείας προσφυγή στον κόσμο, που θα φέρουν τις ηγεσίες προ των ευθυνών τους και θα πιέσουν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Στους φορείς και στις δυνάμεις της κομμουνιστικής αριστεράς κυριαρχεί η αναμονή για το τι και πώς θα πράξει ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρωτοβουλίες δεν παίρνονται, ιδέες δεν τίθενται προς συζήτηση, δεν κυριαρχεί η δημιουργική κινητικότητα αλλά η παραλυτική στασιμότητα και αναμονή. Από τη μια, ο κοινωνικός χρόνος έχει εξαντληθεί με την έννοια των αντοχών της κοινωνίας που εξαθλιώνεται. Από την άλλη, η κρίση είναι βαθιά και δεν θα την ξεπεράσουμε άμεσα, τα κρισιακά επεισόδια στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και στην ευρωζώνη δεν θα σταματήσουν τα επόμενα χρόνια, δεν βρισκόμαστε στο τέλος της διαδρομής και άρα χρειάζεται μια δραστηριότητα που να δοκιμάζει, να πειραματίζεται, να αναζητά ρωγμές στην υπάρχουσα κατάσταση, αλλά ταυτόχρονα να προετοιμάζεται για μια μεγάλη περίοδο που το πιο πιθανό είναι να μην έχουμε τις αναγκαίες επιταχύνσεις και ανασυνθέσεις που απαιτούνται στα πολιτικά υποκείμενα, με βάση τις ραγδαίες εξελίξεις και αλλαγές στην οικονομία, την κοινωνία, την πολιτική.

Σε ποια φάση βρισκόμαστε

Η συγκυβέρνηση Σαμαρά στηρίζεται λυσσαλέα από δανειστές, τρόικα και ελληνική αστική τάξη. Το ελληνικό πρόγραμμα δεν βγαίνει, κάτι τέτοιο είναι προφανές, φαίνεται όμως ότι αναθεωρήσεις και νέο κούρεμα θα γίνουν πιθανά μετά τις γερμανικές εκλογές. Αυτό το νέο κούρεμα του χρέους θα είναι και θεσμικό, όχι μόνο ιδιωτικό και θα κουρέψει τις απαιτήσεις της ΕΚΤ και των πιστωτριών χωρών της Ε/Ζ. Είναι προφανές ότι μια τέτοια εξέλιξη θα σημαίνει νέο μνημόνιο, ακόμη πιο σκληρό με ουσιαστική εκποίηση της χώρας και των περιουσιακών της στοιχείων. Μέχρι τότε η επιδίωξη είναι να βγάλει δουλειά η συγκυβέρνηση και να μην υπάρξει αστάθμητη μεταβλητή κάποιας κοινωνικής έκρηξης.

Αυτό το σχήμα φαίνεται ότι το αποδέχεται και ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι δηλώσεις ηγετικών του κύκλων για σταθεροποίηση και ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, βρίσκονται αντικειμενικά στο ίδιο μήκος κύματος με τη συγκυβέρνηση και δίνουν πίστωση χρόνου στον Σαμαρά να βγάλει όσο γίνεται περισσότερο έργο προτού αναλάβει την καυτή πατάτα ο ΣΥΡΙΖΑ. Η προσδοκία είναι να υπάρξει ρύθμιση πανευρωπαϊκή μετά το φθινόπωρο του 2013, ίσως στις αρχές του 2014, και η επόμενη ελληνική κυβέρνηση να μην έχει τόσο αντιλαϊκό έργο.

Η επιλογή του κατεστημένου απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτον να ηττηθεί, και δεύτερον, αν δεν μπορεί να ηττηθεί, να συρθεί σε θέσεις και πρακτικές ενσωματώσιμες. Διαρκώς μπρος στα μάτια μας εξελίσσεται μια πρωτοφανής πίεση και πολιτική επίθεση: Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ηττηθεί γιατί παρά τα δείγματα «υπευθυνοποίησής» του, εξακολουθεί να είναι ένα ανεπίτρεπτο ρίσκο, ειδικά για τα μεγάλα αστικά τζάκια της χώρας. Αν δεν μπορεί να ηττηθεί, τότε μέσω διαδοχικών πιέσεων, παγίδων, και γεφυρών, πρέπει να ξεδοντιάσει τα αντισυστημικά στοιχεία του, να περιορίσει την απαίτηση της βάσης του για ανατροπή, να εθιστεί στην κυβερνησιμότητα πάση θυσία και άρα στο ψαλίδισμα του αντιμνημονιακού του προγράμματος.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν δύο πράγματα:

Πρώτον, ότι αν και κοινωνικά ο χρόνος έχει τελειώσει και η κοινωνία είναι βουλιαγμένη, πολιτικά υπάρχει χρόνος. Άρα τα ζητήματα δεν τίθενται διλημματικά ή αγχωμένα σαν να πρόκειται σήμερα να πρέπει να απαντήσουμε οριστικά για τα πολιτικά σχήματα ή εργαλεία που μπορούν να συγκροτήσουν και να βοηθήσουν μια προοπτική διεξόδου. Δεν βρισκόμαστε υπό κάποια δαμόκλειο σπάθη να πάρουμε θέση υπέρ ή κατά, υπάρχει η δυνατότητα να τεθούν τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα και να οικοδομηθεί πολιτική πρόταση, και αν είναι δυνατόν και στην πορεία πολιτικό ρεύμα, που να θέτει με αντισυστημικό πρόσημο την απελευθέρωση από αυτές τις δουλείες.

Δεύτερον, ότι υπάρχει ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ από τη μια και ΚΚΕ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ από την άλλη. Όσο μάλιστα ο ΣΥΡΙΖΑ πηγαίνει συστημικά, τόσο οι υπόλοιπες δυνάμεις θα κλιμακώνουν σεχταριστικά αυξάνοντας το χάσμα ανάμεσά τους, αφήνοντας ορφανό ένα δυναμικό που βρίσκεται αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και μετωπικά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή του ΚΚΕ.

Υπάρχει χρόνος οικοδόμησης σε χώρο που διευρύνεται. Ο χώρος είναι ανάμεσα στο σεχταρισμό και στην ενσωμάτωση. Οι δυνάμεις που τοποθετούνται μ’ αυτό τον τρόπο είναι ελάχιστες, και το πρόβλημα του να καλυφθεί αυτός ο χώρος είναι κατεξοχήν υποκειμενικό.

Είναι εφικτές μετακινήσεις και μετασχηματισμοί

Στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου, συμπυκνώθηκε ο πολιτικός χρόνος. Οι αλλαγές και ανατροπές στην αριστερά δεν ήταν ριζοσπαστικές αλλά ήταν υπαρκτές και σημαντικές. Χρειάζονται όλες αξιολόγηση. Από την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι την περιθωριοποίηση του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και από την εμφάνιση της Αριστερής Πλατφόρμας, μέχρι τη διάσπαση της ΚΟΕ και τη διαφοροποίηση τμημάτων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Όσο ο κοινωνικός χρόνος εξαντλείται, η απαίτηση για πρωτοβουλίες θα αυξάνεται, παρόλο που θα λειτουργεί το πιεστικό σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ – εν αναμονή κυβέρνηση. Για μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αυτό μπορεί να βάζει προσωρινό φρένο στην αναζήτηση μιας άλλης αριστερής πολιτικής. Υπάρχει όμως ένα μεγάλο δυναμικό της αριστεράς και ευρύτερα που κατανοεί τα ελλείμματα και τα όρια.

Η πραγματικότητα διαρκώς γεννά μεταβολές και μετασχηματισμούς. Πρέπει να δουλέψουμε συνειδητά για μετασχηματισμό, στη βάση μιας γραμμής, ενάντια στη στατικότητα και για μεταβολή ενάντια στην ακινησία.

Η Παρέμβαση μπορεί να κινηθεί παίρνοντας υπόψη τα θετικά αντικειμενικά δεδομένα, αναμετρώμενη με τις τεράστιες υποκειμενικές ελλείψεις και αδυναμίες;

Δεν είναι προδιαγεγραμμένη η θετική κατάληξη, αλλά από την άλλη δεν είναι σωστή η αναμονή, η προεξόφληση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα σκεπάσει τα πάντα, η παγίωση των σημερινών συσχετισμών και συμπεριφορών στο χώρο της αριστεράς. Εδώ ελπίδες δεν δίνει η ηγεσία και ο κομματικός μηχανισμός, αλλά άλλες δυνάμεις, πρωτοβουλίες, όσο κι αν αυτές είναι δύσκολο να εκφραστούν. Υπάρχει περίπτωση να προκύψει κάτι από μια τέτοια κατεύθυνση; Οι πιθανότητες είναι μικρές αλλά υπαρκτές για δύο κυρίως λόγους:

Πρώτον, γιατί στην Ελλάδα υπάρχει μια πλατιά βάση αριστερών που παρακολουθεί, πιέζει, θέτει ερωτήματα, ενεργοποιείται, απογοητεύεται για να επανέλθει με νέα ερωτήματα. Σήμερα μειώνεται ο «κομματικός πατριωτισμός» σε μέλη του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενώ συντηρείται σε μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ λόγω της σκληρής αντιπαράθεσης με την τρικομματική κυβέρνηση και μπροστά στην πιθανότητα ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών. Όμως υπάρχουν ανοιχτά αυτιά, αναζητούνται απαντήσεις, κρίνονται θετικά ή αρνητικά πρωτοβουλίες.

Δεύτερον, αυτός ο κόσμος συμπιέζεται ταξικά, οικονομικά, κοινωνικά. Μεγάλο μέρος των αριστερών της μεταπολίτευσης είχε κάποια δουλειά, κάποια βολέματα, κάποιες ανέσεις. Και σε πολλές περιπτώσεις η ενασχόληση με την πολιτική δεν είχε σχέση με την κοινωνική αναφορά. Η κρίση τα τροποποιεί όλα αυτά. Ούτε μεσσιανικές τοποθετήσεις, αλλά ούτε και μια πολιτική συντήρησης ή σταθεροποίησης μπορεί να καλύψει την ανάγκη για επιβίωση και αξιοπρέπεια. Μια μεγάλη κοινωνική και πολιτική ανατροπή είναι απαίτηση που αφορά σήμερα πολύ περισσότερο τα “υλικά συμφέροντα”.

Αυτός ο κόσμος είναι η βασική δύναμη που μετατοπίζει δυνάμεις και γραμμές. Το πώς από τη μικρή δυναμική που ανέπτυξε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το 2010 με την είσοδο στην κρίση, είδαμε μια άλλη δυναμική από άλλες πρωτοβουλίες (ΣΠΙΘΑ, ΕΠΑΜ), για να πάμε στο εκλογικό ρεύμα τιμωρίας υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει τους όρους με τους οποίους γίνονται μετατοπίσεις και ανασυνθέσεις.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ

Χρειάζεται μια στρατηγική και όχι μόνο τακτική τοποθέτηση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ: Αν προκύψει κάτι καλό θα προκύψει ως «ατύχημα» ή καραμπόλα. Εξαντλούνται οι δυνατότητες αντισυστημικής πολιτικής έστω και διά αντανακλάσεως. Η στρατηγική μας τοποθέτηση για τον ΣΥΡΙΖΑ που απλώς «επιβεβαιώθηκε», είναι ότι υποκειμενικά ακολουθεί ρότα ενσωμάτωσης, παρά τις εκάστοτε κορώνες.

Η κατεύθυνση

Προσπαθούμε να συγκροτήσουμε πολιτικό αντισυστημικό ρεύμα από τα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το ΚΚΕ. Η δράση μας στο ΜΑΑ και στην Πρωτοβουλία των 1000 εκεί προσανατολίζεται, όπως και κάθε άλλη πρωτοβουλία σε πολιτικό επίπεδο.

Δεν θα προκύψει καταρχήν μορφολογικά-οργανωτικά, μπορεί να προκύψει οριζοντίως πολιτικά ξαναβάζοντας τα ζητήματα πολιτικής γραμμής, κατεύθυνσης και συγκρούσεων στο προσκήνιο. Με βάση την αδράνεια των ηγεσιών, η οργανωτική συγκρότηση θα έρθει μόνο αν υπάρξουν πολιτικές πιέσεις και δημιουργηθούν αντίστοιχες πολιτικές προϋποθέσεις.

Αντισυστημικό πολιτικό ρεύμα, αντισεχταριστικό, που στην κατεύθυνση του ενιαίου μετώπου να μπορεί να απευθύνεται, να συνεργάζεται, να καλεί, να ενώνεται και να αντιπαρατίθεται με ευρύτερες δυνάμεις.

Τηρουμένων των αναλογιών, αν η πορεία από το φόρουμ, το χώρο διαλόγου και κοινής δράσης της αριστεράς, το αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο, τη γραμμή για ενότητα της αριστεράς και της συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, όριζε μια τοποθέτηση στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα για να αλλάξουν οι συσχετισμοί, σήμερα, στην εποχή της κρίσης, η δημιουργία μετώπου διεξόδου από την κρίση, η συγκρότηση αντισυστημικού πολιτικού ρεύματος, η ενότητα της αριστεράς πάνω σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα και μια γραμμή σύγκρουσης με τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και την ευρωπαϊκή εκδοχή του, αποτελούν μια τοποθέτηση που δεν θα κριθεί σε ένα-δύο χρόνια. Η χρησιμότητα αυτής της κατεύθυνσης θα αναδεικνύεται όσο θα εξαντλείται η σημερινή επιπόλαιη ευφορία.

Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια για ένα μετωπικό αντισυστημικό ρεύμα θα πρέπει να συνδέεται –και με βάση αυτό να αξιολογείται– με την στρατηγική μας τοποθέτηση για επίλυση του πολιτικού προβλήματος στον σύγχρονο κρισιακό καπιταλισμό. Με τη δημιουργία ενός μαζικού κομμουνιστικού φορέα, με την ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής αριστεράς.

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο προετοιμασίας –ακόμα– για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος. Δεν έχουμε κάποιο φορέα-καταλύτη που θα ωθήσει τα πράγματα. Ούτε, όπως είπαμε και πιο πριν, οι όποιες μετακινήσεις-ανασυνθέσεις θα προκύψουν εύκολα ή θα είναι θετικές. Το ότι δουλειά προετοιμασίας δεν σημαίνει οργάνωση δυνάμεων σε έναν καινούργιο φορέα που θέλει να δημιουργήσει με έναν γραμμικό τρόπο η Παρέμβαση, δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε σχέδιο παρέμβασης και ανάπτυξης της ίδιας της Παρέμβασης. Οι εκτιμήσεις, η ιδεολογική τοποθέτηση, η γραμμή και οι πρωτοβουλίες αποκτούν δυναμική και εμβέλεια όχι μόνο αν εκφράζουν ανάγκες και υπαρκτές πολιτικές και κοινωνικές τάσεις, αλλά και αν το υποκείμενο που τις αναλαμβάνει έχει αξιοπιστία και κύρος. Και τα παραπάνω έχουν σχέση και με τη δύναμη.

 http://antapocrisis.gr/index.php/component/k2/item/693

Advertisements
Explore posts in the same categories: Πολιτική

Ετικέτες: , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: