Γιώργος Νικολαΐδης: Μερικές σκέψεις για ένα “Plan B” στο χώρο της υγείας

sang_1970 

Πηγή: http://oallosdromos.gr/

Τον Οκτώβριο που πέρασε δημοσιοποιήθηκε το καταληκτικό κείμενο της Συνδιάσκεψης Υγειονομικών του ΣΥΡΙΖΑ[1]. Το κείμενο αυτό περιέχει διάφορες ενδιαφέρουσες θέσεις που λίγο – πολύ αποτελούν μετατοπίσεις του πολιτικού αυτού χώρου σε σχέση  με τις παραδοσιακές θέσεις του Συνασπισμού ή των πολιτικο-συνδικαλιστικών μορφωμάτων του στο χώρο της υγείας.

Έτσι, για παράδειγμα, σε αντιδιαστολή με τον παραδοσιακό λόγο της επίσημης αριστεράς στη χώρα μας, για πρώτη φορά δεν υιοθετείται η θέση της απλής υπεράσπισης του ΕΣΥ απέναντι στις περικοπές αλλά αναγνωρίζοντας τα σημερινά του δομικά πλέον προβλήματα (π.χ. διαφθορά, παραοικονομία κ.λπ.) διακηρύσσεται η ανάγκη για ένα νέο πλήρες σύστημα υγείας σε ρήξη με το υφιστάμενο.

istock_000012956809small-20f4596899caee9b7531d541242d49d0c6060b4c-s6-c10Ή, ακόμα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη μιας περιόδου μετάβασης από ένα μοντέλο μεικτής δημόσιας-ασφαλιστικής και ιδιωτικής περίθαλψης σε ένα αμιγώς δημόσιας, το κείμενο απόφασης θέτει ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις – εγγυήσεις μια τέτοιας μετάβασης όπως π.χ. η αποκλειστική εξυπηρέτηση ασφαλιστικών ασθενών σε μονάδες του ιδιωτικού τομέα που θα το επιλέξουν (να μην συνυπάρχουν, δηλαδή, ασφαλιστικές δωρεάν και ιδιωτικές επί πληρωμή υπηρεσίες στην ίδια μονάδα). Δε θα είναι άδικο να σημειωθεί πως αυτά στο χώρο του κινήματος των υγειονομικών τα έθεσε πρώτα η ΑΡΣΙ κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας δεχόμενη ενίοτε τα πυρά των συνιστωσών της επίσημης αριστεράς.

urgence2_1985

Με αυτήν την έννοια, θα είναι λάθος να μην αναγνωριστεί το πολιτικό προχώρημα αυτού του χώρου. Ωστόσο, το πρόβλημα το κειμένου αυτού είναι πολύ βαθύτερο και σηματοδοτεί την ανάγκη κριτικής επανεξέτασης και των θέσεων της ΑΡΣΙ στο φόντο ετούτης εδώ πλέον και όχι της προ πενταετίας ή δεκαετίας συγκυρίας. Με δυο κουβέντες: το κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ περιγράφει κατά την εκτίμησή μας κάτι που πλέον δεν έχει «τόπο» εν έτη 2013. Αντιστοιχεί σε εποχές που «λεφτά υπήρχαν» – οπότε και η διεκδίκηση ενός πλήρους καθολικού αναβαθμισμένου συστήματος περίθαλψης συνιστούσε ριζοσπαστικό αλλά και ρεαλιστικό στόχο διεκδίκησης μιας αναδιανεμητικής πολιτικής προς όφελος των εργαζομένων. Στη σημερινή συγκυρία, ωστόσο, αυτό μάλλον δεν αντιστοιχεί. Πολύ περισσότερο, δεν αντιστοιχεί καθόλου στο ενδεχόμενο κατάληψης της κυβερνητικής έστω εξουσίας από μια κάποια κυβέρνηση που θέλει να ονομάζεται κυβέρνηση της αριστεράς, οπότε και οι προκλήσεις που θα έχει αναγκαστικά να αντιμετωπίσει σε περίπτωση που θελήσει να ακολουθήσει έστω και κατ’ ελάχιστο την αντιμνημονιακή της ρητορική θα είναι τεράστιες από κέντρα εντός και εκτός Ελλάδας. Με αυτή την έννοια, οι σκέψεις που αναπτύσσονται παρακάτω δεν είναι επί της ουσίας σε αντιπαράθεση με αρκετά από τα σημεία του κειμένου της συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ ή άλλων ακόμα πιο «προχωρημένων» κειμένων ή διακηρύξεων των δυνάμεων της αριστεράς (λιγότερο ή περισσότερο ριζοσπαστικής). Οι παρακάτω σκέψεις και προβληματισμοί έρχονται να απαντήσουν στο ερώτημα τι γίνεται όταν αυτού του είδους ο προβληματισμός δεν επαρκεί ή τέλοσπάντων δεν έχει θέση στην απάντηση των ερωτημάτων της ενεστώσας συγκυρίας.

Εν συντομία και πάλι: το σχέδιο αυτού του κειμένου είναι ένα σχέδιο ύπαρξης πόρων και συμβατικών σχέσεων της χώρας με τα παγκόσμια ιμπεριαλιστικά κέντρα. Είναι ούτως ειπείν ένα “PlanA” (αν υπάρχει τελικά τέτοιο πράγμα). Όμως, όλοι μπορούμε να υποψιαστούμε ότι σε ένα ενδεχόμενο αντιμνημονιακής πολιτικής διακυβέρνησης, τα πράγματα μάλλον δεν θα κινηθούν τόσο ομαλά. Το ενδεχόμενο μιας χρεοκοπίας και εξόδου από το Ευρώ είναι υπαρκτό ακόμα και αν μια μελλοντική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ή οποιουδήποτε άλλου πολιτικού σχηματισμού είναι διατεθειμένη να κάνει όλες τις υποχωρήσεις του κόσμου για να διασφαλίσει τις καλές της σχέσεις με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Πολιτικά, δε, το ερώτημα αυτό αποκτά εξαιρετική κρισιμότητα ιδιαίτερα για την αριστερά στη χώρα μας στο βαθμό που όλες οι μετρήσεις δείχνουν ότι ο εκβιασμός του λαού «ή Μνημόνια ή έξοδος από το Ευρώ και χρεοκοπία» εδράζεται στην ανασφάλεια του λαού αναφορικά με την ενεργειακή, την διατροφική και την υγειονομική επάρκεια της χώρας. Γίνεται, δηλαδή, κομβικό για τις δυνάμεις της αριστεράς που εννοούν να ενστερνίζονται μια άλλη πορεία για τη χώρα το να επεξεργαστούν και να προβάλουν πειστικές απαντήσεις για το πώς θα μπορούσε να υπάρχει ένας άλλος δρόμος για τη χώρα που να μην εκθέτει τον λαό της σε υγειονομικούς κινδύνους μαζικής κλίμακας. Ειδάλλως, ότι και να λέει ο καθένας, ότι και να ευαγγελίζεται και όσο «καλές», διαχειριστικές ή επαναστατικές προθέσεις και να έχει, θα καταλήξει αναπόφευκτα στο να θέλει «και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο»: και την χώρα να μην πληρώνει και τους δανειστές να κάθονται με σταυρωμένα χέρια και να συνεχίζουν να την τροφοδοτούν εν προκειμένω με φάρμακα, αντιδραστήρια, υγειονομικό υλικό και άλλα αναλώσιμα, ως εάν να μην «τρέχει τίποτα». Σε αυτό το σημείο δυστυχώς δεν είναι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ που είναι πίσω από τις ανάγκες της συγκυρίας αλλά μάλλον και η αντικαπιταλιστική αριστερά, της οποίας ο προγραμματικός λόγος και η πρακτική πολύ λίγο ή καθόλου μοιάζουν να καταπιάνονται με τα προβλήματα αυτά. Με την απλή προβολή μιας μαχητικότητας, δε δίνεται καμία απάντηση στο απλό λαϊκό ερώτημα πως θα γινόταν και να μην πεθαίνει από τις αρρώστιες (λόγω έλλειψης υγειονομικών υλικών κ.ο.κ.) και ταυτόχρονα να μην πεθαίνει από την πείνα (λόγω Μνημονίων ή ανάλογων πολιτικών).

Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι σε όσα παραδείγματα επαναστάσεων ή και απλώς ριζοσπαστικών σοσιαλρεφορμιστικών αλλαγών επιχειρήθηκαν σε διάφορες χώρες ανά τον πλανήτη, το εμπάργκο φαρμάκων και υγειονομικών υλικών ήταν από τα πρώτα όπλα του κεφαλαίου. Όπως, επίσης, δεν είναι δύσκολο κανείς να φανταστεί το ότι με το που θα κηρύξει μια χώρα επισήμως στάση πληρωμών (πράγμα που αποτελεί προμετωπίδα της πολιτικής μας συνθηματολογίας όλη αυτήν την περίοδο), όλα τα εισαγόμενα προϊόντα (και τα εν λόγω είναι τέτοια στην συντριπτική τους πλειονότητα) θα ανατιμηθούν τρομακτικά και θα γίνουν εξαιρετικά δυσεύρετα ακόμα και αν δεν υπάρξει επίσημο εμπάργκο των δανειστριών χωρών. Άλλωστε, αν κανείς ρίξει μια ματιά γύρω του, θα διαπιστώσει ότι αυτό ήδη γίνεται σε ένα μεγάλο βαθμό σε όλες τις δομές του δημοσίου συστήματος και στον ασφαλιστικό τομέα του ΕΟΠΥΥ όπου τα διατιθέμενα υλικά και φάρμακα ήδη είτε απουσιάζουν, είτε δεν επαρκούν, είτε αυτά που διατίθενται είναι σαφώς υποβαθμισμένης ποιότητας (π.χ. τα φθηνότερα γενόσημα κ.ο.κ.).

Από αυτή τη σκοπιά αποκτά καθοριστική σημασία και η αποτίμηση της αντίδρασης των χωρών που βρέθηκαν σε ανάλογα διλήμματα στο παρελθόν όπως π.χ. οι επαναστατημένες Κίνα και Κούβα, η Χιλή του Αλιέντε, το ομόσπονδο κρατίδιο της Κεραλά στην Ινδία μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ την δεκαετία του ’90 ή οι σύγχρονές μας Βενεζουέλα και Βολιβία. Γιατί όλες αυτές οι κοινωνίες αποφασίζοντας να τραβήξουν στον ένα ή στον άλλο βαθμό ένα δρόμο έξω από τις επιταγές της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας, βρέθηκαν άμεσα σε καθεστώς ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης με αιχμή και την διάθεση υγειονομικού υλικού. Αξίζει δε να σημειωθεί το γεγονός ότι οι χώρες αυτές σχεδόν στο σύνολό τους (και παρά τις προφανείς διαφορές τους σε επιμέρους σημεία) επέλεξαν τον ίδιο δρόμο απάντησης, δηλαδή, την συγκρότηση ενός συστήματος υγείας με αλλαγή στον προσανατολισμό του σε σχέση με το παρελθόν, έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και στην πρόληψη και στηριγμένο περισσότερο στο ανθρώπινο δυναμικό και λιγότερο στην βαριά ιατρική τεχνολογία – γεγονός που έκανε την απάντησή τους αυτή εκτός από επιτυχημένη και βιώσιμη. Όπως, επίσης, αξίζει να τονιστεί πως ακολουθώντας αυτό το δρόμο, οι χώρες αυτές εξασφάλισαν για το λαό τους μέσα σε λίγα χρόνια πολύ καλύτερους δείκτες υγείας από ότι πολλά πολυδιαφημισμένα επιτεύγματα της μοντέρνας ιατρικής τεχνολογίας μπόρεσαν σε χώρες ίδιου ή και υψηλότερου κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου. Και τέλος, να υπογραμμιστεί πως η αριστερά και οι ριζοσπαστικές δυνάμεις που στις χώρες αυτές εισήγαγαν τις ριζικές αυτές καινοτομίες στην όλη «φιλοσοφία» της υγείας και της περίθαλψης δεν το έκαναν από κάποια «περίεργη» ιδεολογική αφετηρία αλλά ακριβώς στο φόντο της υπαρκτής ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και του δυσβάσταχτου κόστους (οικονομικού και πολιτικού) που θα επέφερε οποιαδήποτε άλλη επιλογή.

Παρ’ όλα αυτά, και εξ αιτίας των ιστορικών παραδειγμάτων αυτών των κοινωνιών, μια μάχιμη, ριζοσπαστική και ταξική αριστερά εκτός των άλλων θα όφειλε και να ήθελε να υιοθετήσει μια τέτοια κατεύθυνση. Εκτός, δηλαδή, από τον εξ ανάγκης αναπροσανατολισμό του λόγου και της πρακτικής της λόγω των παρόμοιων εκτάκτων συνθηκών, μια ριζοσπαστική επαναστατική αριστερά θα όφειλε να έχει ήδη μια τέτοια οπτική απεξαρτώμενη επιτέλους από τον επιστημονισμό, την αυθεντία του ιατροβιομηχανικού συμπλέγματος, τον λαϊκισμό της άκρατης παροχής στις μάζες ιατρικών τεχνολογιών (με το αζημίωτο, φυσικά!), τις συμμαχίες μικρο-συμφερόντων διατήρησης των ποικιλόμορφων status-quo στον κλάδο της περίθαλψης και πάει λέγοντας: χαρακτηριστικά που η επίσημη αριστερά στη χώρα μας δυστυχώς δεν αμφισβήτησε ποτέ μέχρι σήμερα. Αντιθέτως, η παράδοση της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ευρώπη και στην Β. Αμερική από την δεκαετία του ’70 και μετά, έχει να επιδείξει αρκετά εγχειρήματα εφαρμοσμένης κοινωνικής ιατρικής ακόμα και σε περιόδους «μη-κρίσης». Συνακόλουθα, είτε εξ ανάγκης, είτε από επιλογή, μοιάζει επιτακτική πλέον η ανάγκη και στη χώρα μας να πιαστεί αυτό το νήμα της ριζοσπαστικής κριτικής στο κυρίαρχο μοντέλο ιατρικής και περίθαλψης για να αντικρουστεί αποτελεσματικά στο πεδίο αυτό η σφοδρή επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα.

Και ακόμα παραπέρα: αν η αριστερά εγκλωβισμένη στις αντιφάσεις της δεν μπορέσει να δώσει μια ρηξικέλευθη απάντηση για την υγειονομική κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας επιμένοντας να αναπαράγει την «νοσταλγία για το 2008» (την εποχή προ κρίσης, Μνημονίων κ.ο.κ.), αυτό δεν ισχύει και για το κεφάλαιο. Γιατί το τελευταίο ήδη επιφέρει σειρά σημαντικών αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες φροντίδας υγείας και περίληψης στο λαό: οι καθημερινές ελλείψεις στα δημόσια νοσοκομεία, οι ολοένα και μειούμενες καλύψεις του ΕΟΠΥΥ και εν γένει του ασφαλιστικού τομέα, η αδυναμία των λαϊκών στρωμάτων να καλύψουν με επιπρόσθετες πληρωμές ιδιωτικής δαπάνης το όποιο κόστος περίθαλψης τους εναποτίθεται, η διαρκής αναβολή από ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού της αντιμετώπισης των προβλημάτων υγείας τους εξ αιτίας οικονομικών ή εργασιακών (αδυναμία απουσίας από την εργασία με το φόβο της απόλυσης) λόγων, δημιουργούν ένα πλέγμα συνθηκών που φέρνουν τον προβληματισμό περί “PlanB” να αγγίζει την ήδη υπαρκτή καθημερινότητα όλο και περισσότερων λειτουργών υγείας. Υπό αυτή την έννοια, στο περιβάλλον της «εσωτερικής υποτίμησης», το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης είναι ήδη εδώ για μεγάλο μέρος του λαού μας. Και η παροχή υπηρεσιών υγείας, η ιατρική και η εν γένει περίθαλψη που παρέχονται είναι ήδη λίγο – πολύ υπό συνθήκες “PlanB” (όχι, βέβαια, για όλους!). Και άρα, η επικαιρότητα του να επεξεργαστεί η ριζοσπαστική αριστερά ένα δικό της “PlanB” υπό όρους λαϊκής ηγεμονίας και όχι αποσάρθρωσης του κοινωνικού ιστού μοιάζει επιτακτική αναγκαιότητα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα του 2012; Πρώτα από όλα ότι η πολιτική υγείας μιας «κυβέρνησης» ή εξουσίας της Αριστεράς ή τέλος πάντων οποιασδήποτε εκδοχής αριστεράς ήθελε όντως να έρθει σε ρήξη με τον άγριο καπιταλισμό της μνημονιακής εποχής, θα έπρεπε να φύγει τελείως από τα δεδομένα του προβλήματος όπως αυτό τίθεται σήμερα (δηλαδή πως θα πληρωθούν οι νυν δαπάνες του κόστους της περίθαλψης, των νοσοκομείων όπως αυτά λειτουργούσαν μέχρι την προ κρίσης εποχή κ.ο.κ.). Αντίθετα θα πρέπει να απαντήσει το ερώτημα «πως καλύπτονται οι υγειονομικές ανάγκες της κοινωνίας με την ελάχιστη δυνατή υποχρέωση στήριξης στον διεθνή ιμπεριαλιστικό παράγοντα;». Το ερώτημα αυτό οδηγεί αναπόδραστα στο παρακάτω: «σε τι υπαρκτό πόρο της ελληνικής κοινωνίας μπορεί κανείς να στηριχθεί για να απαντήσει ικανοποιητικά τις υγειονομικές ανάγκες του λαού;». Εκτιμούμε πως αν τεθούν τα ερωτήματα με έναν τέτοιο τρόπο, τότε μπορεί όντως να διατυπωθεί ένα συνεκτικό, ριζοσπαστικό και ρεαλιστικό ταυτόχρονα πρόγραμμα υγειονομικής επάρκειας της χώρας που θα θωρακίζει το λαό της και υλικά και ψυχολογικά απέναντι στους ιμπεριαλιστικούς εκβιασμούς αλλά και θα δίνει στην αριστερά που θα το διατυπώσει ένα πολιτικό και ηθικό προβάδισμα στην πάλη για την χειραφέτηση του λαού από τα δεσμά της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Πυλώνες μιας απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα μπορούν να είναι τα παρακάτω:

1. Η τεκμηριωμένη πλέον και στο επίπεδο της αστικής επιστημονικής σκέψης θέση πως η υγεία των κοινωνιών διαμορφώνεται κυρίως μέσα από τις παρεμβάσεις σε κοινωνικό επίπεδο και την άρση των κοινωνικών όρων της παθογένειας[2].

2. Η επίσης τεκμηριωμένη παραδοχή πως οι προληπτικές ενέργειες, ιδιαίτερα εκείνες που ονομάζονται καμιά φορά (κρυπτικά) «οικολογικές» είναι πολύ λιγότερο δαπανηρές αλλά και πολύ περισσότερο αποδοτικές σε επίπεδο δεικτών υγείας των κοινωνιών. Ότι, δηλαδή, οι ενέργειες που μπορούν να επηρεάσουν θετικά το επίπεδο υγείας του συνόλου των κοινωνιών ή του μεγαλύτερου μέρους τους (π.χ. του «99%» της εργαζόμενης πλειοψηφίας…) είναι πολλαπλασίως πιο αποτελεσματικές από ένα μέτρο πρόληψης ή θεραπείας που απευθύνεται σε έναν ή λίγους και δη ήδη ασθενείς.

3. Η τεκμηριωμένη πεποίθηση πως το ανθρώπινο δυναμικό του υγειονομικού τομέα που η πορεία εξέλιξης της αστικής ιατρικής του «ιατροβιομηχανικού συμπλέγματος» υποβαθμίζει καθημερινά στο επίπεδο του «εφαρμοστή» της μιας ή της άλλης πανάκριβης τεχνολογίας, του γραναζιού σε μια μηχανή παραγωγής, μπορεί να απαντήσει με επάρκεια τις υγειονομικές ανάγκες της κοινωνίας αν και στο βαθμό που ξανα-ανακαλύψει το ρόλο του.

4. Η αυταπόδεικτη αλήθεια πως η υφιστάμενη υποδομή του τομέα υγείας και περίθαλψης ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα στην συντριπτική τους πλειονότητα δεν ανήκουν στα αλήθεια σε κανέναν «ιδιοκτήτη» τους αλλά στον φορολογούμενο Έλληνα και στον συνεισφέροντα ασφαλισμένο, δηλαδή στο λαό, που συντηρούσε επί σειρά ετών με εγγυημένη κερδοφορία τα «μαγαζιά» αυτά είτε ανήκουν στο χώρο της παραγωγής φαρμάκων και υλικών, είτε ανήκουν στο χώρο της προσφοράς υπηρεσιών περίθαλψης. Ως εκ τούτου, η επαν-ιδιοποίηση από την πλευρά του λαού δεν συνιστά καμία υπερ-επαναστατική «έφοδο στα χειμερινά Ανάκτορα» αλλά απλή αποκατάσταση της κυριότητας στο δικαιωματικό κάτοχό τους.

5. Η σταθερή προσήλωση στην γενική αρχή πως από την σκοπιά της αριστεράς και του λαϊκού κινήματος αφενός δεν είναι καθόλου δεδομένο πως τα συμφέροντα του συνόλου των επαγγελματιών υγείας – όπως ο κλάδος είναι σήμερα – θα ταυτίζονται πάντα με τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας και αφετέρου ότι σε κάθε τέτοια περίπτωση η αριστερά οφείλει να παίρνει το μέρος των λαϊκών συμφερόντων και όχι των όποιων τέτοιων συντεχνιών. Άλλωστε, η παγκόσμια εμπειρία δείχνει πως η σχετική κοινωνική θέση του σώματος των γιατρών ειδικά είναι γενικά υψηλότερη όσο κατεβαίνουμε

6. Η βαθιά εμπιστοσύνη στην λαϊκή πείρα και στην δυνατότητα των ελεύθερων, χειραφετημένων ανθρώπων να διευθύνουν την εργασία και κάθε δραστηριότητα της ζωής τους ανεξάρτητα από τις διαιρέσεις που η κοινωνία της εκμετάλλευσης έχει εγχαράξει στους χώρους και τις λειτουργίες όπως π.χ. η περίθαλψη. Και, άρα, η βαθιά πεποίθηση πως η αντι-ιεραχική δομή και η αυτοδιεύθυνση των μονάδων υγείας είναι όχι μόνο προτιμητέες αλλά θα αποδειχθούν και πιο αποτελεσματικές, αφού ξεπερνούν τους περιορισμούς και τις αγκυλώσεις των σημερινών δομών και ανοίγουν το πεδίο στις δυνατότητες του δημοκρατικού πειραματισμού και της λαϊκής εφευρετικότητας.

7. Άρα, θα πρέπει ένα τέτοιο εγχείρημα να αποστασιοποιηθεί αλλά και να χαράξει κριτικά μέτωπα απέναντι αφενός στην λογική του ότι υποσχόμαστε να ικανοποιήσουμε οποιοδήποτε αίτημα διατυπώνεται στους χώρους της υγείας και αφετέρου απέναντι στις συλλογικές προσδοκίες μιας κοινωνικής ανωτερότητας της ιατρικής κοινότητας βασισμένη στην τεχνολογική της υπεροπλία.

Με βάση τις παραπάνω αρχές προκύπτει πως μια πολιτική για την υγεία σε μια τέτοια κατεύθυνση δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζεται από τις παρακάτω αφετηρίες:

1. Η αριστερά και το λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να «μένουν στα ίδια» όταν ο αντίπαλος επιτίθεται με τέτοια σφοδρότητα. Άρα, εκτός από την υπεράσπιση των «κεκτημένων» πρέπει όλοι να σκεφτούμε ατομικά αλλά περισσότερο συλλογικά για το «πως αλλιώς;» μπορεί και πρέπει να λειτουργεί η κοινωνία. Και σ’ αυτό οφείλουμε να ξεπεράσουμε αγκυλώσεις του παρελθόντος και να απαντήσουμε πειστικά στις προκλήσεις και τα ερωτήματα που θέτει η νεοφιλελεύθερη ρητορική αλλά και οι σύγχρονες ανάγκες του λαού μας. Αυτά σημαίνουν ότι δεν θα πρέπει να φοβηθούμε και να διαρρήξουμε σχέσεις με ανθρώπους και μερίδες χώρων που χρόνια παρασιτούσαν σε βάρος του λαού και τώρα σκούζουν επειδή ο ίδιος ο καπιταλισμός που τους έθρεψε τόσα χρόνια τώρα τους απαξιώνει. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε χώρο μαζί με τον ταξικό κοινωνικό πόλεμο πρέπει να διεξάγεται και ένας μικρός «εμφύλιος». Δεν πρέπει να φοβόμαστε να διεκδικήσουμε αυτό που θέλουμε και που ωφελεί το λαό και όχι που μοιάζει συγκυριακά ή όχι «ευρύτερα αποδεκτό».

2. Η Φροντίδα Υγείας που μοιάζει να μπορεί και να είναι εφικτή σε μια συγκυρία σαν και αυτή αλλά και δυνητικά αποτελεσματική αναφορικά με την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών του λαού δεν μπορεί να είναι παρά κοινωνική, κοινοτική, παρεμβατική, ριζοσπαστική, συγκρουσιακή, διαλογική: Κοινωνική, άρα, προσανατολισμένη όχι τόσο στην θεραπεία της νόσου όσο στην πρόληψή της ή στην διαχείριση των επιπτώσεων και της πορείας της με όρους κοινωνικής διευθέτησης των ζωών των ανθρώπων και όχι απλώς και μόνο βιολογικών αποτελεσμάτων. Κοινοτική, καθώς δεν θα πραγματοποιείται κατ’ εξοχήν στο «βασίλειο» της ιατρικής (π.χ. το νοσοκομείο) αλλά στο ίδιο το πεδίο, στους τόπους διαβίωσης, εργασίας, αναψυχής του λαού, παρεμβατική. Παρεμβατική, καθώς οφείλει όχι απλώς να αναμένει «αιτήματα» από πλευράς των ίδιων των ασθενών, αλλά αντίθετα, να ανοίγει ζητήματα υγείας, πρόληψης και προστασίας με πρωτοβουλία ενός ενεργού δικτύου υγειονομικών. Ριζοσπαστική καθώς θα συμπεριλάβει αναγκαστικά αναθεώρηση πολλών από των σημερινών δεδομένων για το τι αποτελεί φροντίδα υγείας και ποιο είναι το αντικείμενο της εργασίας των υγειονομικών. Συγκρουσιακή, καθώς, η κοινωνική παρέμβαση αν δεν θέλει να απομειώνεται σε απλές παραινέσεις, δεν μπορεί παρά να συγκρούεται με κατεστημένα, συμφέροντα ακόμα και συνήθειες και παραδόσεις. Διαλογική, καθώς οφείλει να συμπεριλαμβάνει τους ίδιους τους αποδέκτες των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας στο σχεδιασμό και την απόφαση των κατευθύνσεων των πολιτικών υγείας που υλοποιούνται σε μακρο- και μικρο- επίπεδο και όχι να τους λογαριάζει ως απλούς παθητικούς αποδέκτες των παρεμβάσεών της.

3. Με αυτήν την έννοια, η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει ως συστατικό του μέρος ένα κίνημα υγειονομικών, ένα δυναμικό που διατίθεται να δουλέψει στη βάση της προηγούμενης ειδικής γνώσης και εμπειρίας του με το λαό και για το λαό, μαζί με το λαό, ενστερνιζόμενο το στόχο της υγειονομικής προστασίας του λαού σε μια Ελλάδα που απεξαρτάται από τα δεσμά όχι μόνο των Μνημονίων και των πολιτικών τους αλλά και κάθε ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας.

Με αυτές τις γενικές παραδοχές, μια ριζοσπαστική πολιτική υγείας για την συγκυρία της κρίσης, αλλά και μιας πορείας της χώρας χειραφετημένη από Μνημόνια και εξαρτήσεις του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος θα συμπεριελάμβανε τα παρακάτω:

1. Ζητάμε ένα άλλο δημόσιο σύστημα υγείας με το λαό και για το λαό και όχι για τα λαμόγια μικρά και μεγάλα, τους καθηγητάδες και τις πολυεθνικές του φαρμάκου, χωρίς μικρά ή μεγάλα, επίσημα ή παράνομα φακελάκια, χωρίς τεχνητή ζήτηση, χωρίς εξουθένωση των εργαζόμενών του

2. Ζητάμε ένα άλλο μοντέλο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας που θα είναι δίπλα στο μεροκαματιάρη, που δεν θα περιμένει τον άρρωστο να τον «κάνει καλά» μέσα στην παντοδυναμία του αλλά θα σκύβει στους όρους ζωής και δουλειάς του απλού κόσμου, θα αναδεικνύει τι μπορεί να αλλάζει , ώστε ο εργαζόμενος να μην δυσφορεί και υποφέρει, να μην αρρωσταίνει, όταν αρρωσταίνει να μπορεί να αναρρώνει.

3. Ζητάμε ένα άλλο πρότυπο ιατρικής και επιστημών υγείας που δεν θα στηρίζεται στους ακαδημαϊκούς υπηρέτες της φαρμακοβιομηχανίας και των μεγαλοκαρχαριών της υγείας, που θα ελέγχει τις γνώσεις και τεχνικές με κριτήριο την πραγματική αποτελεσματικότητά τους στην πραγματική ζωή και όχι το κέρδος και την υπαγορευόμενη εμπορευσιμότητά τους.

4. Ζητάμε την καθοριστική συμμετοχή όχι μόνο των γιατρών ή των υγειονομικών αλλά του εργαζόμενου σε κάθε βήμα, κάθε στιγμή, στην καθημερινότητα της λειτουργίας ενός τέτοιου άλλου συστήματος υγείας, συμμετοχή που να αρχίζει από το σχεδιασμό και να φτάνει στην αξιολόγηση του τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε να γίνεται, ποιος νοιάζεται και ποιος όχι για τον συνάνθρωπό του που υποφέρει.

Ένα τέτοιο σύστημα είναι κοινωνικά αναγκαίο και βιώσιμο και ρεαλιστικό: Ένα τέτοιο σύστημα, χωρίς λαμογιές, χωρίς κερδοφορία των πιράνχας της υγείας, ο εργαζόμενος λαός της χώρας μας, από τον πλούτο που παράγει και μπορεί και είναι διατεθειμένος να το πληρώσει.

Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να δομηθεί ως εξής:

1. Η παροχή υπηρεσιών υγείας ως δημόσιο αγαθό υλοποιείται και παρέχεται στα πλαίσια ενός νέου ενιαίου καθολικού, δημόσιου, δωρεάν συστήματος υγείας. Οι υπηρεσίες αυτού του νέου συστήματος παρέχονται σε κάθε άνθρωπο που ζει στη χώρα ανεξαρτήτως φύλο ή φυλής, εθνικότητας ή πολιτικών δικαιωμάτων.

2. Η κοινωνία αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει ένα αξιοπρεπές επίπεδο φροντίδας υγείας σε κάθε μέλος της. Με αυτήν την έννοια εγγυάται και ένα απαραίτητο επίπεδο προληπτικής ή θεραπευτικής συνδρομής και παροχής με καθολικό, δημόσιο και δωρεάν τρόπο και ανεξαρτήτως κόστους ή άλλων οικονομικών δεικτών σε ατομικό επίπεδο: η υγεία είναι δικαίωμα και οφείλει σε μια δίκαιη κοινωνία να εξασφαλίζεται από τους υγιείς για τους ασθενείς, από τους αρτιμελείς για τους πάσχοντες από κάποια παροδική ή μόνιμη αναπηρία, από τους παραγωγικά εργαζόμενους για τους αδυνατούντες. Η συζήτηση για το είδος των ρυθμίσεων δεν αφορά πλέον το ατομικό επίπεδο (όπως σήμερα: ποιος είναι ασφαλισμένος ποιος όχι, ποιος έχει πληρώσει πολλά και ποιος λίγα κ.ο.κ.) όπου οφείλει να εξασφαλίζεται το καλύτερο δυνατό για τον καθένα, αλλά το συλλογικό: το πώς η κοινωνία δηλαδή θα μπορέσει να καλύψει τις υγειονομικές ανάγκες όλων με βάση τους υφιστάμενους πόρους της.

3. Για να εξασφαλιστεί η δυνατότητα του συνόλου και άρα και του καθενός στην ικανοποίηση των υγειονομικών του αναγκών υλοποιείται ένα σχέδιο ριζικής αναδιάταξης των υφιστάμενων ανθρώπινων και υλικών πόρων της Ελληνικής κοινωνίας. Το σχέδιο αυτό αφορά το σύνολο των υφιστάμενων κοινωνικών πόρων ανθρώπινων (υγειονομικοί κ.λπ.) και υλικών (δομές, υπηρεσίες, τεχνολογία, εγχώρια φαρμακοβιομηχανία) είτε σήμερα ανήκουν στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα. Το σχέδιο αυτό εκτυλίσσεται σε παράλληλες δράσεις που υλοποιούνται σταδιακά με ορίζοντα σχηματικά τον πρώτο χρόνο μια λαϊκής εξουσίας[3].

4. Γι αυτό άλλωστε και πραγματοποιείται η σταδιακή δημοσιοποίηση όλων των μεγάλων επιχειρηματικών μερών του κλάδου υγεία – περίθαλψη από την παραγωγή ως την χορήγηση με τιμολόγηση των δημόσιων αγαθών σε τιμές κόστους και χωρίς καπιταλιστική κερδοφορία. Πρακτική που θα καθιστούσε οικονομικά δυνατή και βιώσιμη την διηνεκή εξασφάλιση της επάρκειας των αγαθών αυτών για ολόκληρο τον Ελληνικό λαό.

5. Σε ένα μεταβατικό στάδιο η λειτουργία ιδιωτικών μονάδων υγείας επιτρέπεται. Ωστόσο, όσες εξ αυτών επιλέγουν να παρέχουν υγειονομικές υπηρεσίες και να αμείβονται για αυτές από το κοινωνικό ασφαλιστικό σύστημα, δεσμεύονται να μην ασκούν παράλληλα ιδιωτική κερδοσκοπική δραστηριότητα. Όσες δε εκ των σήμερα ιδιωτικών μονάδων επιλέξουν, μπορούν να ενταχθούν στο ενιαίο δημόσιο σύστημα με απλή αίτησή τους οπότε και υπάγονται στις γενικές πρόνοιες και τον κεντρικό έλεγχο του συστήματος αυτού χωρίς καμία περαιτέρω διάκριση.

6. Η χρηματοδότηση όλων των παραπάνω υπηρεσιών γίνεται άμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και άρα την γενική φορολογία. Οι ασφαλιστικές εισφορές περίθαλψης και οι κλάδοι περίθαλψης των ταμείων καταργούνται.

7. Το νέο αναμορφωμένο σύστημα διατηρεί το σύστημα υπηρεσιών της νοσοκομειακής και εξωνοσοκομειακής περίθαλψης παράλληλα με το κοινοτικό σύστημα φροντίδας υγείας που αναπτύσσει. Η συνύπαρξη και συλλειτουργία των παράλληλων αυτών υπηρεσιών διατηρείται εν γένει παρότι αφενός είναι εύλογο ότι στις απαρχές το σύστημα της παραδοσιακής περίθαλψης θα προεξάρχει αλλά και αφετέρου του ότι στόχος είναι η αναλογία αυτή βαθμηδόν να μεταβάλλεται προς όφελος της κοινοτικής φροντίδας. Είναι, δε απολύτως απαραίτητο το δεύτερο αυτό «πακέτο» υπηρεσιών να ξεκινήσει αμέσως έτσι ώστε και να αποδώσει το ταχύτερο δυνατό αλλά και για να μην υποκύψει το νέο σύστημα στον πειρασμό της αναπαραγωγής της συνήθειας και της τελικά παλινόρθωσης των μικρο-εξουσιών συμφερόντων και ομαδοποιήσεων που μέχρι σήμερα ποδηγετούν τον κλάδο της περίθαλψης. Αλλά και εντός της νοσοκομειακής και εξωνοσοκομειακής παροχής υπηρεσιών περίθαλψης η εστίαση πλέον γίνεται στην παροχή λύσεων σε προβλήματα υγείας με καθολικό τρόπο για τον πάσχοντα και όχι με έμφαση στην τεχνολογία και την υπερ-εξειδίκευση που κατατείνουν στην αντιμετώπιση στενών κατατεμαχισμένων απομονωμένων «προβλημάτων» ασθένειας. Και ακόμα, προϋποθέτει την επαναξιολόγηση όλων των σήμερα διαθέσιμων τεχνικών στη βάση όχι μιας τεχνοκρατικής αυθεντίας αλλά της κοινωνικής ωφελιμότητας που θα τεκμαίρεται σε πάγιες διαδικασίες κοινωνικού ελέγχου. Ένα τέτοιο, λοιπόν, σύστημα που θα δίνει έμφαση στην κοινωνική φροντίδα υγείας, στην πρόληψη και την αποτροπή της κοινωνικής παθογέννειας (με στόχο να μην γίνει κάποιος ασθενής) αλλά που θα διατηρεί και έναν κοινωνικά ελεγχόμενο και βεβαιωμένα αποτελεσματικό τομέα περίθαλψης (ο οποίος θα αντιμετωπίζει καθολικά τον άνθρωπο που θα καθίσταται παρόλα αυτά ασθενής) έχει ανάγκη η κοινωνία και μπορεί να το συντηρήσει. Και για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να αλλάξουν πολλά από τη νομική μορφή των δομών και υπηρεσιών του τομέα της υγείας έως τις καθημερινές συνήθειες των λειτουργών και των χρηστών του.

8. Καταργούνται όλα τα στεγανά των νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου των δημοσίων δομών περίθαλψης και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτά τίθενται στην διάθεση του ενιαίου συστήματος φροντίδας υγείας για να καλυφθούν οι ανάγκες του πανελλαδικά.

9. Σε κάθε περιοχή της χώρας και με πληθυσμιακά κριτήρια συγκροτείται Ομάδας Φροντίδας Υγείας. Η Ομάδα αυτή αποτελείται από επαγγελματίες κάθε ειδίκευσης που συνεισφέρουν ανάλογα με την προηγούμενη ειδικότητά τους αλλά παράλληλα όλοι ασκούν και πρωτοβάθμιο έργο πεδίου. Οι Ομάδες δεν περιμένουν σε ένα γραφείο τους αρρώστους, αλλά βγαίνουν στην κοινότητα, διαλέγονται μαζί της, παρεμβαίνουν και συντονίζουν δράσεις αλλά και αγώνες και συγκρούσεις με γνώμονα την προάσπιση της υγείας του λαού.

10. Στις Ομάδες αυτές, εντάσσονται με πλήρη διοικητική και λειτουργική εξίσωση άλλοι επαγγελματίες του χώρου της υγείας και της πρόνοιας (επισκέπτες υγείας, κοινωνικοί λειτουργοί, φυσιοθεραπευτές, ψυχολόγοι, εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, διαιτολόγοι κ.ο.κ.). Η διαχείριση των προβλημάτων του κάθε πολίτη γίνεται στη βάση των αναγκών του, των αιτημάτων του και της συλλογικής συζήτησης επ’ αυτών σε επίπεδο ομάδας και του διαλόγου με το ίδιο το άτομο και το περιβάλλον του, σε αντίθεση με το ιατροκεντρικό και ιεραρχικό μοντέλο της μέχρι σήμερα αυταρχικής ιατρικής περίθαλψης.

11. Εξειδικευμένες Μονάδες διατηρούνται σε νοσοκομεία ή άλλες δομές. Όλα, όμως, τα μέλη τους εντάσσονται λειτουργικά σε Ομάδες Φροντίδας Υγείας και υποχρεώνονται να ασκούν και πρωτοβάθμιο έργο για μέρος του εργάσιμού τους χρόνου. Η παραπομπή σε εξειδικευμένη Μονάδα γίνεται μόνο μετά από την αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κάτι τέτοιο από την Ομάδα Φροντίδας Υγείας της περιοχής που ο κάθε πολίτης εντάσσεται.

12. Υπάρχουν και λειτουργούν σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο υπηρεσίες επείγουσας φροντίδας υγείας και μεταφοράς ασθενών. Σε κάθε τέτοια ανάγκη πάντως ενημερώνεται οπωσδήποτε η Ομάδα Φροντίδα Υγείας που είναι σε κάθε περίπτωση υπεύθυνη για την παρακολούθηση της πορείας των πολιτών της περιοχής ευθύνης τους.

13. Εντός της νοσοκομειακής παραμονής των ασθενών το ενιαίο δημόσιο σύστημα είναι υπεύθυνο και υπόλογο για το σύνολο των αναγκών των νοσηλευομένων συμπεριλαμβανόμενης της διοικητικής και κοινωνικής μέριμνας. Με αυτήν την έννοια, το δημόσιο σύστημα αναλαμβάνει την διοικητική διεκπεραίωση των υποθέσεων της νοσηλείας όπως και την φύλαξη και φροντίδα κ.λπ. του κάθε νοσηλευόμενου. Ως εκ τούτου καταργείται ο θεσμός των αποκλειστικών νοσοκόμων και όσοι εκ των νυν εργαζόμενων στον χώρο αυτό επιθυμούν εντάσσονται στο ενιαίο δημόσιο σύστημα.

14. Η σχέση εργασίας του προσωπικού στο νέο αυτό σύστημα είναι ενιαία δημοσίου δικαίου. Το προσωπικό, δε, αυτό κατατάσσεται ιεραρχικά με βάση την πρότερη εκπαίδευση και την εμπειρία του και μόνο, ενώ κάθε άλλη διαβάθμιση στο εσωτερικό ομοειδών κλάδων καταργούνται.

15. Η διοικητική ευθύνη κάθε επιμέρους Μονάδας, Τμήματος ή Ομάδας του νέου συστήματος είναι επί θητεία και καθορίζεται με εκλογή του Υπευθύνου ανάμεσα σε όσους έχουν τις απαιτούμενες κάθε φορά προδιαγραφές από το σύνολο όμως του προσωπικού που μετέχει στην Μονάδα, το Τμήμα ή την Ομάδα (π.χ. αν σε κάποια θέση ευθύνης αναλογεί ο Υπεύθυνος να εκλεγεί εκ των ιατρών, αυτός εκλέγεται από το σύνολο του προσωπικού ιατρικού ή μη).

16. Σε όλα τα επίπεδα από εκείνο της Ομάδας έως την διοίκηση των εξειδικευμένων Μονάδων, αυτή ασκείται από εκπροσώπους των εργαζόμενων και των χρηστών υπηρεσιών υγείας, δηλαδή, του πληθυσμού του οποίου την προάσπιση της υγείας έχει ως έργο η κάθε Ομάδα ή Μονάδα.

17. Οι αμοιβές του προσωπικού ρυθμίζονται με βάση την εξειδίκευση, την εμπειρία και τον χρόνο εργασίας. Υπάρχει επιπλέον πρόνοια για περιορισμένη και οριοθετημένη (με ανώτερο και κατώτερο πλαφόν) δυνατότητα σύνδεσης και της αμοιβής με την επιλογή ατόμων ή ομάδων από τον ίδιο τον πληθυσμό των χρηστών υπηρεσιών υγείας.

18. Κάθε ενδιαφερόμενος που έχει προσόντα εργασίας στο χώρο της υγείας προσλαμβάνεται με απλή αίτησή του και τίθεται στην διάθεση του ενιαίου συστήματος προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη αναγκών οπουδήποτε υπάρχει προτεραιότητα, αφού πρώτα διασφαλιστεί η σχετική κατάρτιση του.

19. Συστήνεται προσωρινή υπηρεσία επίβλεψης και ελέγχου τυχόν πρακτικών παραοικονομίας και χρηματισμού εντός και του νέου αυτού δημοσίου συστήματος υγείας. Η υπηρεσία αυτή ενισχύεται με αυξημένες νομικές αρμοδιότητες και σε κάθε περίπτωση διαθέτει την νομική δυνατότητα να καταγγέλλει περιπτώσεις δωροληψία ακόμα και αν τις έχει προκαλέσει (χωρίς αυτό να αποδυναμώνει την νομική υπόσταση της καταγγελίας απέναντι στο νόμο) αλλά και μέσω μιας εθνικής τηλεφωνικής γραμμής να διασφαλίζει αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας και πλήρη υποστήριξη σε οποιονδήποτε καταγγέλλει ότι γίνεται θύμα εκβιασμού ή ανάλογης πρακτικής από πλευράς προσωπικού του συστήματος.

20. Εντός του νέου ενιαίου συστήματος η συνταγογράφηση κ.λπ. πραγματοποιούνται με βάση δραστικές ουσίες και μη εμπορικά ονόματα και σήματα. Απαγορεύεται η είσοδος και κάθε είδους ατομική δοσοληψία με του προσωπικού με οποιοδήποτε εκπρόσωπο εταιρειών παραγωγής ή διάθεσης υγειονομικού υλικού.

21. Αυτό σημαίνει άρνηση του ψευδο-διλήμματος «υπέρ ή κατά της συνταγογράφησης εμπορικής ή φαρμακευτικής ονομασίας». Η αριστερά και ο λαός μας έχουν κάθε συμφέρον να είναι ενάντια στην εμπορική ονομασία αλλά για όλους, και για γιατρούς και για φαρμακοποιούς και για διοικητές του ΕΟΠΥΥ, των νοσοκομείων και για τους αστούς πολιτικούς που κάθονται για να λαδώνονται στην ηγεσία του Υπουργείου Υγείας. Υπάρχει δίκαιο συμφέρον για κατηγορηματική άρνηση της «πατέντας» για όλα τα φάρμακα: τα επιτεύγματα της επιστήμης και τεχνικής ανήκουν στο λαό και στην ανθρωπότητα και δεν είναι εμπορεύσιμα προϊόντα.

22. Κηρύσσεται η άμεση εθνικοποίηση της υπάρχουσας παραγωγικής υποδομής της φαρμακοβιομηχανίας ως ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του λαού (όπως ακριβώς και οι τράπεζες, οι βιομηχανίες κοινής ωφέλειας και υποδομών). Αμέσως μετά την εθνικοποίηση των δομών αυτών πραγματοποιείται αναπροσανατολισμός και ανάπτυξη της εθνικής φαρμακοβιομηχανίας με αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων του λαού και του επιστημονικού δυναμικού της χώρας στην κάλυψη τουλάχιστον μέρους των αναγκών σε βασικά, βεβαιωμένα και αποτελεσματικά είδη ιατρικής τεχνολογίας εντός ή εκτός «πατέντας».

23. Η αξιολόγηση των ιεραρχήσεων για τις ανάγκες σε προμήθεια άμεση ή μεσοπρόθεσμη των λοιπών προϊόντων ιατρικής τεχνολογίας (εκείνων που δεν είναι άμεσα δυνατή η παραγωγή τους από την εθνικοποιημένη βιομηχανία υγειονομικού υλικού) γίνεται στη βάση του κοινωνικού ελέγχου με συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζόμενων και των χρηστών και όχι της επιστημονίστικης αυθεντίας (πανεπιστημίων κ.ο.κ.). Αυτό σημαίνει όμως και αμφισβήτηση του ιερατείου των καθηγητάδων, ΕΟΦ, «πιστοποιημένων εργαστηρίων» κ.ο.κ. που τάχαμου θα «διασφαλίσουν» «κριτήρια ποιότητας», managers και άλλων «ειδικών» στην διοίκηση νοσοκομείων αφού είναι πλέον εμφανές ότι όλοι αυτοί είναι μέρος του προβλήματος της συστηματικής φαλκίδευσης των επιστημονικών επιτευγμάτων προς όφελος του ιατρο-βιομηχανικού συμπλέγματος και σε βάρος των φορολογούμενων και ασφαλισμένων. Ταυτόχρονα, όμως, σημαίνει και άνοιγμα μιας πλατιάς διαδικασίας βάσης με συμμετοχή υγειονομικών και χρηστών υπηρεσιών υγείας για αμφισβήτηση της κοινωνικής ωφελιμότητας όλων των μέσων ιατρικής τεχνολογίας που σήμερα εμφανίζονται ως «απαραίτητα» ή «χρήσιμα» από τα παπαγαλάκια της βιο-εξουσίας.

24. Η όλη κοινωνικά συμμετοχική επαν-αξιολόγηση όχι με όρους τεχνοκρατικούς αλλά κοινωνικής ωφελιμότητας των υγειονομικών αναγκών και των διατιθέμενων πόρων προς επίλυσή τους λαμβάνει τη μορφή ενός νέου υγειονομικού χάρτη που δεν έχει τίποτα κοινό με ανάλογα εγχειρήματα των τεχνοκρατών της υγείας μέχρι σήμερα. Πρόκειται για μια δυναμική χαρτογράφηση κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών και διαθέσιμων λύσεων, για καταγραφή προκλήσεων παρέμβασης στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον με στόχο την περαιτέρω κινητοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων για την επίλυση των σημερινών προβλημάτων που έχουν επιπτώσεις σωματικής ή ψυχικής υγείας.

25. Τέλος, κηρύσσεται δήμευση της περιουσίας των τρωκτικών της υγείας συμπεριλαμβανόμενων των «εθνικών» φαρμακοβιομηχάνων, των τσιρακιών τους, των συμβούλων και συνεργατών τους ακαδημαϊκών, των διατελεσάντων διοικητών νοσοκομείων και ασφαλιστικών οργανισμών στο βαθμό που αποδεδειγμένα πλούτισαν τόσα χρόνια από το αίμα στην κυριολεξία του εργαζόμενου σε αυτή τη χώρα[4].

Φυσικά, αυτονόητη προϋπόθεση της δημιουργίας και λειτουργίας ενός τέτοιου νέου πλέγματος μέτρων και ενιαίου συστήματος υγείας είναι η κατάργηση όλων των εφαρμοστικών νόμων των Μνημονίων και των διοικητικών πράξεων που τις εφήρμοσαν. Γίνεται όμως σαφές ότι η αναγκαία τομή οφείλει να πάει πιο βαθιά, να αναιρέσει ουσιαστικά όχι απλώς και μόνο το πλέγμα των Μνημονιακών ρυθμίσεων σε περίθαλψης και κοινωνική ασφάλιση αλλά και των αντιδραστικών μεταλλάξεων της τελευταίας 20ετίας. Να ακυρώσει σειρά προβληματικών στοιχείων που εξαρχής υπήρχαν στο σύστημα περίθαλψης ή ασφάλισης στη χώρα μας. Ειδάλλως, το όποιο εγχείρημα παρά τις ενδεχομένως καλές προθέσεις δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μια ανεδαφική νοσταλγία επιστροφής στην προ κρίσης εποχή «αφθονίας» για τον χώρο της περίθαλψης (που παρεμπιπτόντως άφηνε ουσιαστικά στο χώρο της υγείας ουσιαστικά ακάλυπτο ταυτίζοντας την τελευταία με την περίθαλψης και μάλιστα με την βαριά τεχνολογική, ιατροκεντρική και νοσοκομειο-κεντρική τέτοια).

Είναι τα παραπάνω δυνατά; Οφείλει κανείς να αναλογιστεί το ερώτημα αυτό σε δυο διαστάσεις του: αφενός ως προς την ρεαλιστική δυνατότητά τους και αφετέρου ως προς την οικονομική βιωσιμότητά τους σε μια χώρα όπως η Ελλάδα σε μια εποχή εξόδου από το Ευρώ και την Ε.Ε. υπό καθεστώς ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης ή και εμπάργκο. Γιατί αυτοί είναι οι όροι που αντιστοιχούν σε ένα πραγματικό “PlanB” (που στην πραγματικότητα για την οποιαδήποτε στοιχειωδώς φιλολαϊκή πόσο δε μάλλον αριστερή διακυβέρνηση θα είναι αναγκαστικά και χωρίς περιόδους «χάριτος» το “PlanA”). Το να πιστεύει κανείς πως μια τέτοια μεταρρύθμιση θα κληθεί να πραγματοποιηθεί σε άλλους όρους μεγαλύτερης ευχέρειας είναι κατά κάποιον τρόπο η βασική υποκείμενη λογική του προεδρικού κέντρου του ΣΥΡΙΖΑ: το να διατείνεται κανείς ότι μπορεί και να μην πληρώνει και να συνεχίζει να εξαρτάται από άλλους. Ως προς το πρώτο ερώτημα, η απάντηση δίνεται από την ίδια την πραγματικότητα άλλων κοινωνικών σχηματισμών: η συντριπτική πλειονότητα των όσων γράφονται παραπάνω, ακόμα και εκείνα που φαντάζουν στην Ελληνική συζήτηση ως «ιδεολογικά φορτισμένα» και εν τέλει ανέφικτα, έχουν ξαναγίνει (και πολλά από αυτά εξακολουθούν να γίνονται) και μάλιστα σε χώρες του «υπαρκτού καπιταλισμού». Για την ακρίβεια επέφεραν και εξαιρετικά αποτελέσματα στους δείκτες υγείας των χωρών αυτών (πολύ καλύτερα από άλλες που εφάρμοζαν πιο νοσοκομειοκεντρικές ή βασισμένες στην ιατρική τεχνολογία πολιτικές υγείας). Άρα, οι επιφυλάξεις περί βιωσιμότητας είναι στοιχειωδώς έωλες. Ως προς το δεύτερο ερώτημα, η απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι διπλή: αφενός μια πολιτική υγείας όπως η περιγραφόμενη βασίζεται κυρίως στο ανθρώπινο δυναμικό και στην κοινοτική, προληπτική παρέμβαση. Αυτό, από μόνο του την κάνει γενικά μιλώντας και φθηνότερη και πιο αποτελεσματική, δίνοντας, παράλληλα, διέξοδο απασχόλησης σε δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους που αλλιώς είτε θα μεταναστεύσουν στο εξωτερικό είτε θα συνωστιστούν στον διαρκώς αυξανόμενο εφεδρικό στρατό των ανέργων (και με αυτήν την έννοια η επιλογή αυτή έχει επιπρόσθετες κοινωνικές «επιστροφές»). Αφετέρου όμως, οι ανθρώπινοι πόροι που η επιλογή αυτή απαιτεί, πιθανότατα, στις συνθήκες ενός Ελληνικού “PlanB” θα είναι και οι μόνοι που θα διαθέτει το κοινωνικό σύνολο να επιστρατεύσει ούτως ή άλλως. Όπως, άλλωστε, επισημάνθηκε και παραπάνω, σε όλες τις μέχρι σήμερα παγκόσμιες εμπειρίες ριζοσπαστικοποίησης της ιατρικής και της περίθαλψης (Κίνα: ’60, Χιλή και Κούβα: ’70, Κεράλα: ’90, Βολιβία: ‘00), το κίνητρο δεν υπήρξε μια ιδεολογική προσχώρηση σε μια ή άλλη κριτική ματιά ενάντια στην κυρίαρχη επιστήμη και τεχνική: υπήρξε η αναγκαιότητα καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Μια τέτοια αναγκαιότητα θα υπάρξει αναμφίβολα και στην περίπτωση ενός Ελληνικού “PlanB”.

Όμως, για να μπορέσει να προβληθεί (και πολύ περισσότερο να υλοποιηθεί) ένα τέτοιο σχέδιο για την κοινωνία, πρέπει πρώτα από όλα η πρωτοπορία του κινήματος να πειστεί για την βιωσιμότητα της δυνατότητας χειραφέτησης της κοινωνίας. Και αυτό δεν είναι βερμπαλιστικές διακηρύξεις γενικόλογου αντικαπιταλισμού, ούτε προσμονή μιας μεσσιανικής «επαναστατικής στιγμής» μετά από την οποία «όλα θα είναι αλλιώς». Προϋποτίθεται, δηλαδή, η σταθερή πεποίθηση πως η μέχρι σήμερα συσσώρευση γνώσεων και εμπειριών δίνουν δυνατότητες για μια αυτό-διαχειριζόμενη, αντι-ιεραρχική και ριζοσπαστική συλλογική κοινωνική προσπάθεια απάντησης των προβλημάτων υγείας του λαού που, εκτός των άλλων, θα είναι και φθηνότερη και λιγότερο βασισμένη στην βιολογική και κοινωνική τεχνολογία. Προϋποτίθεται η εμπιστοσύνη πως όντως είναι δυνατή μια άλλη πορεία για την κοινωνία και άρα είναι και δυνατό ένα σύστημα υγείας προς όφελος του λαού που να μπορεί η κοινωνία να το συντηρεί χωρίς να εξαντλεί γι αυτό σημαντικό μέρος των πολύτιμων πόρων της. Πως, ακόμα, είναι δυνατό οι εργαζόμενοι στους χώρους της υγείας να βρεθεί σύμμαχο με τις λαϊκές τάξεις στη διεκδίκηση μιας άλλης διαδρομής για την υγεία και την κοινωνία. Και πως μπορεί να αποφευχθούν «παγίδες» του παρελθόντος όπου π.χ. ο οικονομισμός ωθούσε το υγειονομικό και το λαϊκό κίνημα σε μια κατεύθυνση που αύξανε μεν ανεξέλεγκτα τις παροχές αλλά προς όφελος του ιατρο-βιομηχανικού συμπλέγματος.

Γι αυτό και το πρόβλημα του μεταβατικού προγράμματος, του “PlanB” στο χώρο της υγείας δεν είναι καθόλου ξέχωρο από το ερώτημα της πολιτικής μας στάσης απέναντι στα Κοινωνικά Ιατρεία και στις ανάλογες δραστηριότητες. Η κριτική π.χ. που γίνεται πως η στήριξη ανάλογων πρωτοβουλιών αφενός δεν μπορεί να αποδώσει γιατί ουσιαστικά παροχή υπηρεσιών περίθαλψης μπορεί να γίνει μόνο σε καλά εξοπλισμένα νοσοκομεία ή ανάλογες δομές (ή ακόμα χειρότερα πως η στήριξη τέτοιων πρωτοβουλιών αποδυναμώνει τον αγώνα υπεράσπισης των υφιστάμενων δομών του δημόσιου συστήματος υγείας παρέχοντας «βολικά υποκατάστατά του») παραγνωρίζει δυο βασικές αλήθειες: πρώτον πως το δημόσιο σύστημα περίθαλψης ήδη έχει δείξει τρομακτικές ανεπάρκειες να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες του λαού εν μέσω της κρίσης. Κι ακόμα, το γεγονός πως στην Ελλάδα διάφορες μορφές «χρεοκοπίας» γίνονται στην πράξη με αποφυγή της ονομαστικής τέτοιας διαπιστωτικής πράξης (όπως π.χ. η επί της ουσίας σταδιακή και διαρκώς επιδεινούμενη χρεοκοπία του ΕΟΠΥΥ που συντελείται ολόκληρη τη χρονιά φέτος). Με αυτή την έννοια, η αντίρρηση αυτή μένοντας σε μια μερική εικόνα του εργαζόμενου σε μια δομή δημόσια περίθαλψης αδυνατεί να κατανοήσει πως το υφιστάμενο σύστημα ούτως ή άλλως δεν καλύπτει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των υγειονομικών αναγκών του λαού. Και ακόμα, πως ο λαός ακριβώς λόγω των στρεβλώσεών του, δεν «συμπαθούσε» το σύστημα αυτό ούτως ή άλλως. Δεύτερον, όμως, και πιο σημαντικό, πως αδυνατούν οι αντιλήψεις αυτές να κατανοήσουν μέσα σε τι συνθήκες θα κληθούμε να παρέχουμε υπηρεσίες υγείας σε περίπτωση που η χώρα όντως οδηγούμενη από μια φιλολαϊκή διακυβέρνηση αποφασίσει να βαδίσει το δρόμο της άρνησης των επαχθών χρεών και της εθνικής χειραφέτησης από τους δανειστές και τους λοιπούς ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς: αν διατηρούμε την πεποίθηση πως οι συνθήκες τότε θα είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες ενός κοινωνικού ιατρείου και μάλιστα όχι από τα προβεβλημένα και υποστηριζόμενα αλλά από εκείνα της κοινωνικής και πολιτικής αριστεράς, τότε, μάλλον, είμαστε πολύ γελασμένοι. Το πρόβλημα, όμως, μοιάζει να είναι ακόμα βαθύτερο: γιατί μιλώντας για την λειτουργία μας στα πλαίσια ενός κοινωνικού ιατρείου μοιάζει να φανταζόμαστε (ή και να υλοποιούμε) ότι κάνουμε στην τρέχουσα εργασία μας μόνο πραγματοποιούμενο σε ένα άλλο πιο φτωχό και μάλλον φιλανθρωπικού χαρακτήρα πλαίσιο. Αυτό, όντως, είναι μια απομείωση των δυνατοτήτων ενός κοινωνικού ιατρείου ως πολιτικής παρέμβασης μιας αριστερής πρωτοπορίας. Γιατί αντίθετα η δράση και η λειτουργία μας σε κάτι τέτοιο μπορεί να είναι κοινωνική, κοινοτική, παρεμβατική, ριζοσπαστική, συγκρουσιακή, διαλογική. Όπως ακριβώςσε ένα νέο σύστημα υγείας που θα βλέπαμε προοπτικά σε μια μεταβατική κοινωνία μετασχηματιζόμενη προς όφελος των συμφερόντων της πλατιάς εργαζόμενης λαϊκής πλειοψηφίας, κάτι δηλαδή, σαν πρόπλασμα, ή σαν θεσμός δυαδικής εξουσίας. Μόνο που τότε, θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε πως ο πολιτικός μας στόχος θα όφειλε να είναι προοπτικά και τα νοσοκομεία να γίνουν σαν τα (τέτοια) κοινωνικά ιατρεία και όχι το αντίστροφο.

………………………………………………………………………………………….


[1] http://www.ygeianet.gr/box/cal/32247.pdf

[2] Ακόμα και στο επίπεδο των υπό σαφή αστική ιδεολογική ηγεμονία και νεοφιλελεύθερο πολιτικό προσανατολισμό οργανισμών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αυτό έχει πλέον γίνει παραδεκτό ως αντικειμενική αλήθεια λόγω του τεράστιου όγκου τεκμηρίωσης που έχει παραχθεί επί τούτου την τελευταία εικοσαετία. Με δυο κουβέντες αυτό που αποδείχτηκε είναι ότι στις μεν κοινωνίες των αναπτυσσομένων χωρών (κάτω των 5.000 δολαρίων ετήσιου κατά κεφαλή εισοδήματος) το εισόδημα σε απόλυτες τιμές είναι ο καθοριστικότερος προσδιοριστής της θνησιμότητας ενώ στις δε κοινωνίες των ανεπτυγμένων χωρών (άνω των 5.000 δολαρίων ετησίων κατά κεφαλή εισοδήματος) εκείνο που καθορίζει τους δείκτες υγείας και δη την θνησιμότητα είναι το σχετικό κοινωνικό εισόδημα, η κοινωνική ανισότητα: αν κάποιος βρίσκεται στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της κοινωνίας «του» ακόμα και αν έχει υπέρ του όλους τους lifestyle συμπεριφορικούς παράγοντες (δεν καπνίζει, αθλείται, τρώει υγιεινά, δεν πίνει κ.λπ.) έχει σε σύγκριση με έναν που ανήκει στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της κοινωνίας «του» μεγαλύτερες πιθανότητες να ασθενήσει ή και να πεθάνει από αυτό (ακόμα και αν ο δεύτερος των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων έχει σε βάρος του όλους τους προαναφερθέντες συμπεριφορικούς lifestyle παράγοντες). Το γιατί αυτή η επιστημονική αλήθεια που γενικά θεωρείται πλέον τεκμηριωμένη δεν έχει πολύ-«περάσει» στην καθημερινή ιατρική πράξη ή στην λαϊκή συνείδηση, είναι βέβαια μια άλλη ιστορία…

[3] Σε πρώτη φάση δημοσιοποιούνται οι υποδομές του ιδιωτικού τομέα της περίθαλψης και της φαρμακοβιομηχανίας. Παράλληλα, εισάγεται στο σύστημα το ανθρώπινο δυναμικό που σήμερα μαστίζεται από την ανεργία ενώ η κοινωνία έχει ανάγκη τις υπηρεσίες του. Σε αυτήν την φάση, αναγκαστικά, πέραν των αναγκαστικών δεσμεύσεων των αποθεματικών σε υλικά, φάρμακα κ.λπ. η χώρα θα αναγκαστεί να εισάγει το μεγαλύτερο μέρος των απαραίτητων υλικών για να διατηρηθούν σε λειτουργία οι υφιστάμενες δομές περίθαλψης. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να γίνει με συμμετοχικό και ριζοσπαστικό τρόπο εξαρχής έτσι ώστε στην οικονομικά αιματηρή αυτή για την κοινωνία να προεξάρχει το κριτήριο της πραγματικής αποτελεσματικότητας και της κάλυψης αληθινών κοινωνικών αναγκών και όχι ο επιστημονισμός ή η διατήρηση συνηθειών ή μικρο-συμφερόντων μέρους των υγειονομικών λειτουργών. Την ίδια στιγμή, το υπό ένταξη υγειονομικό δυναμικό μαζί με το υφιστάμενο αναδιατάσσεται για να συναπαρτίσει τις Ομάδες φροντίδας υγείας στην κοινότητα. Δίνεται έμφαση στο να ξεκινήσει το παράλληλο δίκτυο κοινωνικής φροντίδας υγείας όσο το δυνατόν ταχύτερα και παράλληλα με την υποστήριξη του συστήματος παροχής υπηρεσιών περίθαλψης. Μέσα στο πρώτο τρίμηνο μιας τέτοιας αναδιάταξης αναμορφώνεται το διοικητικό πλαίσιο λειτουργίας των υφισταμένων δημοσίων δομών και των εντασσόμενων που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα (ιδιωτικές μονάδες περίθαλψης που εντάσσονται στο δημόσιο ή στον ασφαλιστικό τομέα, μονάδες παραγωγής υγειονομικού υλικού που δημοσιοποιούνται). Στο εξάμηνο έχουν τεθεί πλήρως σε λειτουργία μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου (που άλλωστε, έχουν αρχίσει να στήνονται εξαρχής) για τον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων σε παραγωγή και αγορά υλικών και τεχνολογικών αγαθών. Εντός του έτους έχει ολοκληρωθεί το πλάνο οργανικής διασύνδεσης νοσοκομειακής περίθαλψης και πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, οι δημοσιοποιημένες παραγωγικές μονάδες μπορούν να προμηθεύουν το νέο σύστημα με έναν αριθμό βασικών αναλώσιμων υλικών, ενώ το μέρος τους εκείνο που προέρχεται από προμήθεια από το εξωτερικό μειώνεται. Έχει ολοκληρωθεί και λειτουργεί ο μηχανισμός επιτήρησης του νέου αυτού συστήματος και αποδίδονται ευθύνες στους άρπαγες της προηγούμενης περιόδου. Το παραπάνω χρονοδιάγραμμα είναι μεν σχηματικό, ωστόσο, δεν είναι καθόλου έξω από μια ρεαλιστική εκτίμηση των δυνατοτήτων της κοινωνίας αλλά και των αναγκών που θα κληθεί μια λαϊκή εξουσία να ικανοποιήσει με λιγοστούς πόρους και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

[4] Η εμμονή στην απόδοση ευθυνών για τις ατασθαλίες της παρελθούσας περιόδου εδράζεται σε δυο κυρίως διαπιστώσεις. Πρώτον, στο αναντίρρητο γεγονός ότι όντως στην περίθαλψη το «πάρτι» διασπάθισης δημοσίου και κοινωνικού χρήματος υπήρξε (και εν πολλοίς ακόμα είναι) απερίγραπτο – και άρα όντως στην διαδρομή από το «λεφτά υπάρχουν» ως το «δεν υπάρχει σάλιο» κάποιοι τα «έφαγαν» ίσως μαζί με τον Πάγκαλο αλλά πάντως χωρίς την πλατειά εργαζόμενη πλειοψηφία. Άρα, το ερώτημα «που πήγαν τα λεφτά» είναι και εύλογο και επιβεβλημένο αφού η αποπτώχευση αυτού του τόπου δεν έγινε χωρίς δράστες. Δεύτερον, γιατί σε μια συγκυρία δραματικής απομείωσης του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων, απομείωσης που ρεαλιστικά ακόμα και μια λαϊκή εξουσία θα χρειαστεί χρόνο και συλλογική προσπάθεια για να επανορθώσει, το αίτημα της λαϊκής εκδίκησης απέναντι στους υπαιτίους – όχι μόνο σε επίπεδο κορυφής αλλά και παρακάτω στην πυραμίδα της εξουσίας – είναι και νόμιμο και δικαιολογημένο. Και δεν πρέπει επ’ ουδενί η αριστερά παρασυρόμενη σε μια λεγκαλιστική ρητορική εξισωτισμού ευθυνών και γενικευμένης παραγραφής να αφήνει το λαϊκό αίτημα της τιμωρίας αποκλειστικά στην κίβδηλη ρητορική της ακροδεξιάς

 

 http://oallosdromos.gr/index.php/2013-02-13-15-06-43/12-merikes-skepseis-gia-ena-plan-b-sto-xwro-ths-ygeias

Advertisements
Explore posts in the same categories: Γιώργος Νικολαΐδης, Υγεία

Ετικέτες: , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: