Αρχείο για 13 Απριλίου, 2013

Nino Rota

13 Απριλίου, 2013

Nino Rota (1911-1979)

Concerto per pianoforte e orchestra in mi minore «Piccolo mondo antico» (1973)

(περισσότερα…)

Costanzo Preve: Η μαρξιστική σκέψη του Antonio Gramsci μετά την κατάρρευση του ιστορικού κομμουνισμού τον Αύγουστο του 1991

13 Απριλίου, 2013

 mucchi_gramscimucchi_gramscimucchi_gramsci

 Πηγή: Ουτοπία No 1, σελ 6-19

317452_10150338748005946_313083345945_8663827_56893155_a Εισαγωγή

Οποιοσδήποτε επιχειρεί να επανατοποθετήσει κριτικά, με τρόπο πρωτότυπο ζη­τήματα βγαλμένα από τα έργα του Antonio Gramsci τόσο από τα γραπτά «εν θερμώ», της καυτής καθημερινής στράτευσης μέχρι το 1926, όσο και από τα γραπτά των κα­ταναγκαστικών καταστάσεων μιας σκληρής φυλακής, πρέπει να ξέρει ότι στη βάση της ανάλυσης, τα πάντα έχουν στην ουσία λεχθεί και είναι ουσιαστικά αδύνατον να ανακαλύψει κάτι παραπάνω το οποίο μπορεί να έχει ξεφύγει από προηγούμενους σχολιαστές.

Η τεράστια κριτική φιλολογία πάνω στον Gramsci έχει δύο βασικές αιτίες. Η πρώτη ιδιαίτερα ιταλική και η δεύτερη διεθνής. Κατά πρώτο λόγο ο Gramsci έχει αναμφίβολα υποστεί στην Ιταλία μια θεοποίηση σαν «θεμελιωτής» του ιταλικού κομ­μουνισμού από το 1921 (μια πραγματική ιστοριογραφική ανακρίβεια που ανεχθήκα­με επί μακρόν) και σαν υποστηρικτής του «ιταλικού δρόμου για το σοσιαλισμό», μια στρατηγική επιλογή που ήταν στην πραγματικότητα επεξεργασμένη από τον Palmiro Togliatti από το 1943 με βάση τις γεωπολιτικές προϋποθέσεις που δημιουρ­γήθηκαν μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ανεξάρτητα από το αν αυτή η επιλογή αξιο­λογήθηκε θετικά ή αρνητικά ο Antonio Gramsci δεν έχει σχέση μ’ αυτό, και σ αυτό το σημείο θα επανέλθουμε παρακάτω. Ξεκινώντας από το 1945 στην Ιταλία οποιοσδή­ποτε θέλησε να νομιμοποιήσει τις δικές του πολιτικοφιλοσοφικές απόψεις με «θεω­ρητικό τρόπο», έτσι που να είναι απ’ όλους αποδεκτές, αρκούσε να βρει στον Gramsci τη σωστή φρασούλα που μπορούσε να εξυπηρετήσει αυτή την προσπάθεια. Αυτή η απαράδεκτη χρήση του Gramsci ήταν η ίδια που έγινε και στην περίπτωση των τσιτάτων του Marx και του Λένιν από τους Μπρέζνιεφ, Σουσλώφ και του Γκορμπατσώφ στην αρχή.

Είναι ένα τυπικό ιστορικό φαινόμενο της μεσαιωνικής φάσης του κομμουνιστι­κού κινήματος, όπου αρκεί η αναφορά στις θεωρητικές αυθεντίες της υψηλότερης ιε­ραρχίας, παρά η οποιαδήποτε προσωπική άποψη. Πρόκειται για τη συμβολική αντα­νάκλαση της αναγνωρισμένης αυθεντίας από τον επαγγελματικό πολιτικό ιστό του κομουνισμού του κόμματος. Επιμένουμε στο γεγονός του μεσαιωνισμού αυτής της σκανδαλώδους κατάστασης. Στο μεσαίωνα πράγματι η αναφορά στα αποφθέγματα του ευαγγελίου, του Αυγουστίνου, του Boezio ή του Αριστοτέλη, με σκοπό να κλεί­σουν το στόμα των διαφωνούντων ή των αιρετικών, ήταν επίσης κυρίαρχος τρόπος πειθούς. Η «αιρετική» χρήση της εξουσίας δεχόταν στην ουσία την ιερότητα της πίσ­της στα τσιτάτα και απέρριπτε τη σωστή ερμηνεία του γραπτού, που ήταν ενάντια στην ορθοδοξία. Το ίδιο ακριβώς γίνεται με τον Gramsci στην Ιταλία από τις κριτι­κές ομάδες ξεκινώντας από τα χρόνια του ’50. Μια θλιβερή ιστορία που ίσως η κα­τάρρευση του κομμουνισμού το ΄91 βάζει επιτέλους στα αρχεία..

Βέβαια ο Gramsci καθόλου δεν επεδίωκε να κατασκευάσει ένα «σύστημα», αν και de facto οι σκέψεις και οι αναζητήσεις του κατέληγαν στο να συνιστούν κάτι περισ­σότερο από μια σειρά ευφυών και οξυδερκών παρατηρήσεων. Υπήρχε επίσης στον Gramsci κάτι περισσότερο από αυτό που έβρισκε κανείς στους κλασικούς φιλόσο­φους του λεγόμενου δυτικού μαρξισμού», το νεαρό Lukacs και τον Karl Korsch. Ενώ δηλαδή σαυτούς υπήρχε μια ευφυής επαναδιατύπωση του φιλοσοφικού κώδικα του κομμουνισμού, εναλλακτική σ’ αυτή, που προσέφερε ο λεγόμενος «διαλεκτικός υλι­σμός» (και η οποία ήταν βασισμένη σε μια εσχατολογία γενικής θετικιστικής κοσμο­λογίας) – αναπόφευκτα «θρησκευτικής» έστω και με την παράδοξα «άθεη» μορφή που ωστόσο στο βάθος δεν περιείχε τίποτα περισσότερο από αυτό ακριβώς.

(περισσότερα…)

Συζήτηση με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

13 Απριλίου, 2013

tometeorovimatoupelargou

Η Τέα Βασιλειάδου συζητά με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο 

 Περιοδικό Ουτοπία Νο 1 ,σελ.91-101.

theoaΔεν ξέρω τι μπορεί κανείς να οραματιστεί

για το μέλλον, αλλά ένα είναι σίγουρο, ότι

αν πάψει να οραματίζεται ή να ονειρεύεται

το μέλλον, τότε αυτός ο οργανισμός –

άτομο ή κοινωνία – είναι νεκρός.

 ‘Το μετέωρο βήμα του πελαργού»– όπως και όλες οι ταινίες του Θόδωρου Αγγε­λόπουλου – πυροδότησε και συνεχίζει ν’ αποτελεί αφορμή για πολλές συζητήσεις. Ο σκηνοθέτης επικοινωνεί, συλλογάται, διαλέγεται.Η συζήτηση, που δεν είναι μια αλλά πολλές, είναι η αφορμή για αναζήτηση, για σκέψη. Είναι μια αφετηρία για νέα όρια. Είναι ένα ταξίδι. Και φυσικά δεν τελειώνει. Δεν κλείνει.

Μέχρι το επόμενο ταξίδι, λοιπόν, Θόδωρε Αγγελόπουλε.

 Τέα Βασιλειάδου: Η ταινία ‘Το μετέωρο βήμα του πελαργού” θέτει ένα πρόβλημα συνόρων και προσφύγων. Των προσφύγων και με τις δύο έννοιες: εκείνων που καταλύουν τα γε­ωγραφικά σύνορα και εκείνων που φεύγουν από τα δικά τους εσωτερικά όρια.

Θόδωρος Αγγελόπουλος: Ομολογώ ότι δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα έβλεπα να πραγματώνονται εκείνα που είχα φανταστεί και θεωρούσα, ας πούμε, ακραίες ευαίσθητες περιοχές. Τότε με απασχολούσαν πάρα πολύ ενώ έμοιαζε να μην απασχολούν τόσο πολύ κανέναν άλ­λο. Καμιά φορά αρχίζω να σκέφτομαι μήπως αυτό που λένε διαίσθηση με τη μεταφυσική έννοια υπάρχει. Δε νομίζω βέβαια ότι οφείλεται στο γεγονός ότι είμαι από τους μελετητές και αναλυτές της ιστορίας και των πολιτικών πραγμάτων, έτσι ώστε αυτό να βγαίνει σαν συμπέρασμα κάποιων μεθοδικών παρατηρήσεων. Μάλλον οφείλεται στο ότι με νοιάζει όλη αυτή η ιστορία. Με ευαισθητοποιεί πάρα πολύ, με κάνει – εκεί που ο άλλος βλέπει έναν πρόσφυγα εγώ να βλέπω εκατό. Το περίεργο εί­ναι ότι την επόμενη στιγμή είναι εκατό.

Ας έλθουμε όμως στα σύνορα. Η έννοια των συνόρων είναι ένα πάρα πολύ μεγά­λο θέμα κι είναι δύσκολο να μιλήσεις γι αυτό χωρίς να γίνεις δυσάρεστος σε κάποι­ους. Και πως να μιλήσεις; Να μιλήσεις με ιστορικούς όρους; με πολιτικούς; με όρους υπαρξιακούς; με όρους ελευθερίας; Εγώ θα έλεγα ότι την έννοια του χωρίς σύνορα κόσμου μπορούσαν άπειροι άνθρωποι να τη δεχτούν. Έναν κόσμο όπου δε θα χρει­αζόταν να μπαίνουν από δω και από κει φρουροί. Αυτό μπορεί να γίνει όμως σ’ έναν κόσμο που θα έχει συνειδητοποιηθεί ότι η επικοινωνία με τον άλλο είναι πολύ ση­μαντική κι ότι η ελευθερία του περάσματος από τη μια χώρα στην άλλη, χωρίς δια­βατήριο, ωφελεί παρά ζημιώνει. Κανείς δεν χάνει έτσι την ταυτότητα του, ούτε τη δυ­νατότητα να κρατήσεις τις ιδιαιτερότητες του τόπου σου και εν τέλει δεν χάνεις τί­ποτα απ’ όσα φοβούνται αυτοί που φοβούνται την κατάργηση των συνόρων. Το να αποδεχθεί κανείς αυτά τα τεχνητά σύνορα και σχεδόν ν’ αδιαφορήσει για τη φασαρία που γίνεται για τον επαναπροσδιορισμό τους κερδίζοντας την ουσία, δηλαδή βρί­σκοντας επικοινωνία με τους άλλους, αυτό είναι το σπουδαίο, αυτό καταργεί τα σύ­νορα από μόνο του.

Τ.Β: Ωστόσο στην ταινία υπάρχει κι η άλλη έννοια των συνόρων. Τα εσωτερικά σύ­νορα.

Θ.Α: Έτσι είναι. Πρόκειται για τα όρια που μπαίνουν συνέχεια. Διαχωρισμούς σε γλώσσες, φυλές, διαχωρισμοί στον έρωτα, στην επικοινωνία, στο όνειρο, στο τι μπο­ρούμε και τι δεν μπορούμε. ‘Ορια της ύπαρξης. Γιατί σε μια υπαρξιακή διάσταση αυ­τό το πέρασμα των ορίων είναι σαν ξεπέρασμα της έννοιας του θανάτου, θα έλεγα κάνοντας ποιητική υπέρβαση ότι αυτό πάει να πει πως εσύ ο πεπερασμένος, ο έχων διάρκεια πεπερασμένη, λειτουργείς με όρους αιωνιότητας. Ένας κομμουνιστής που παλιότερα δεχόταν να εκτελεστεί για να ζήσουν καλύτερα οι άλλοι είχε υπερβεί τα σύνορα.

Τ.Β: Με τον ίδιο τρόπο που όταν πήγαινε να πολεμήσει στην Ισπανία για τους Ισπα­νούς είχε υπερβεί τα όρια της δικής του πατρίδας.

Θ.Α : Είχε υπερβεί την έννοια του στενού εθνικισμού. Οι μεγάλες αλήθειες η ελευθε­ρία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η δημοκρατία, είναι έννοιες χωρίς πατρίδα, υπάρχουν για όλο τον κόσμο. Δεν υπάρχει μπροστά σε μια έννοια ελευθερίας, ανθρώπινης ανταλλαγής, ενός κόσμου αρμονικού, η έννοια του διαχωρισμού. Από μόνη της η αρ­μονία διώχνει τους διαχωρισμούς, διώχνει τα σύνορα.

(περισσότερα…)