Γιώργος Μανιάτης: Η πολιτική ως δυνατότητα

AKA_3648-538x358Saloua Raouda Choucair, Les Peintres célèbres II , 1948—49

Πηγή: Ουτοπία Νο 1,σελ.47-58

maniatisΕίναι νοητή σήμερα μια πολιτική «μεγάλης κλίμακας»; Μια πολιτική, δηλαδή, που να στοχεύει στην όσο το δυνατόν συνολικότερη αναμόρφωση του κοινωνικού είναι με γνώμονα ένα συνεπές, συνεκτικό και περιεκτικό σύστημα αξιών που αντι­παρατίθεται στο ήδη ισχύον, το καθιερωμένο, την επίσημη έκφραση της σε κάθε επί­πεδο εξουσίας. Μια πολιτική, επομένως, που ως «τέλος» της δεν θα έχει την απόκτη­ση και τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας αλλά το περιεχόμενο της ίδιας της αν­θρώπινης υπόστασης, την ουσία του είναι εν κοινωνία. Πόσο επίκαιρο, πόσο ανα­γκαίο, πόσο νόμιμο είναι ένα τέτοιο ερώτημα;

Είναι επίκαιρο γιατί η παρατήρηση των φαινομένων της κοινωνικής ζωής οδηγεί σε πρωτογενείς διαπιστώσεις – στηριγμένες περισσότερο στις άμεσες εντυπώσεις και λιγότερο στο καταστάλαγμα της ιστορικής εμπειρίας – που ενισχύουν την άποψη ότι η πολιτική «μεγάλης κλίμακας» όχι μόνον έχει ιστορικά αποτύχει αλλά είναι και επιζήμια. Η κατάρρευση των ιδιότυπων «ανατολικών» κοινωνιών δίχως όμως την αναγκαία προβολή ενός άλλου, διαφορετικού και, ιδίως, πειστικού κοινωνικοπολι­τικού προτύπου – αναγκαίου άλλωστε, όπως έχει δείξει η ιστορία, στη ζωή των αν­θρώπων – καθιστά αναπόφευκτο και ενισχύει την επικαιρότητα του ερωτήματος.

Η εκ νέου τοποθέτηση του ζητήματος για το ποιο είναι το περιεχόμενο της πολι­τικής είναι αναγκαία σήμερα, αφού παρατηρείται μια συνεχής απαξίωση της πολιτι­κής δραστηριότητας που εκφράζεται είτε σαν αυθόρμητη απέχθεια είτε ως απομά­κρυνση από την πολιτική ακόμη κι ως εκφυλισμός του πολιτικού σε μορφές δευτε­ρεύοντος σχολιασμού, ο οποίος συνιστά μια μορφή πολιτικής παραφιλολογίας. Πρόκειται για τη μετατόπιση της πολιτικής από τις βασικές και ουσιαστικές της πα­ραμέτρους σε πλευρές δευτερεύουσες που περισσότερο συσκοτίζουν παρά αναδει­κνύουν το πολιτικό φαινόμενο. Το πρόβλημα αυτό συνδέεται και με τη γενικότερη κρίση των πολιτικών, με την ευρεία έννοια, αξιών της εποχής μας. Την οριακή κατά­σταση ενός πολιτιστικού προτύπου που διαγράφτηκε την εποχή του διαφωτισμού και, ως φαίνεται, ολοκληρώνεται με την εκπνοή ενός από τους ταραχωδέστερους αι­ώνες της ανθρώπινης ιστορίας.

Το ερώτημα νομιμοποιείται επιστημολογικά καθώς συμπυκνώνει τη διαμάχη γι’αυτό καθαυτό το περιεχόμενο της πολιτικής, την εμβέλεια, τα όρια, τις δυνατότητες της. Τι είναι, τελικά , πολιτική; Μια δραστηριότητα εξισορρόπησης συμφερόντων; Ένα πρόγραμμα διαχείρισης κοινών προβλημάτων και υποθέσεων; Μια προβολή των οραμάτων του σήμερα στην πραγματικότητα του αύριο; Μια συμπαιγνία επαγ­γελματιών προς ίδιον όφελος; Μια στάση αξιακά ουδέτερη η μια γενικότερη ηθικο-παιδαγωγική διαδικασία; Αυτά είναι ορισμένα, κι όχι όλα φυσικά, από τα ερωτήμα­τα που αναφέρονται στο status της πολιτικής και επιχειρούν την επισήμανση και πε­ριγραφή του αντικειμένου της.

Στόχος αυτού του κειμένου είναι να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας πολιτικής «μεγάλης κλίμακας» προσπαθώντας, παράλληλα, να επαναπροσδιορίσει το περιε­χόμενο της. Να εντοπίσει τις ακραίες συνέπειες του επιχειρήματος που καταλήγουν, σε πολλές περιπτώσεις, σε εμπειρίες τραγικές και οδυνηρά βιώματα των μετεχόντων σ’ αυτό το μεγάλης πνοής εγχείρημα.

OZ088633_942longSaloua Raouda Choucair, Poem, 1963—65

Προηγουμένως, όμως, είναι απαραίτητο να αναφερθούν οι κυριότερες επικρίσεις μιας τέτοιας πολιτικής, τα σημαντικότερα αντίπαλα επιχειρήματα. Οι επικρίσεις κατά της πολιτικής «μεγάλης κλίμακας» μπορούν να καταταγούν σε τέσσερις κατη­γορίες επιχειρημάτων.

Η πρώτη κατηγορία υποστηρίζει ότι κάθε μεγάλης κλίμακας πολιτική είναι ανα­πόφευκτα ουτοπική. Είναι, δηλαδή, μια φανταστική, ψευδαισθητική κατασκευή, μη πραγματοποιήσιμη στα όρια του υπάρχοντος. Πρόκειται για μια κοινωνικοπολιτι­κή σύλληψη, η οποία κυριαρχείται από το δέον, την επιθυμία, τις υποκειμενικές προ­θέσεις του δημιουργού – εμπνευστή της. Είναι επομένως μια αφηρημένη, τεχνητή κα­τασκευή, ένα κλειστό σύστημα όρων, κριτηρίων και αξιών που αυτοπροσδιορίζεται αποκλείοντας οποιαδήποτε έξωθεν παρέμβαση.

Το επιχείρημα συνοψίζεται στη μη ρεαλιστικότητα της μεγάλης κλίμακας πολιτι­κής θεωρούμενης ως ουτοπικής κατασκευής. Μ’ αυτόν τον τρόπο αξιολογείται, για παράδειγμα, η μεγαλειώδης πλατωνική σύλληψη στην Πολιτεία αλλά και οι μικρότε­ρου βεληνεκούς ουτοπίες, του More, του Campanella κ.α. Το ουτοπικό, μη ρεαλιστι­κό στοιχείο εμφανίζεται ως εγγενές στην έτσι νοούμενη πολιτική. Ένα συναφές επι­χείρημα, είναι εκείνο του ανεφάρμοστου στην αυθεντικότητα του τελικού σκοπού της μεγάλης κλίμακας πολιτικής, αφού αντιβαίνει στην ίδια την ανθρώπινη φύση, την οποία και καλεί να αυτοαναιρεθεί με τρόπο βεβιασμένο και εξωπραγματικό. Μ’αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζονται οι διάφορες κομμουνιστικές συλλήψεις, ακόμη και εκείνες που διεκδικούν την επιστημονική τους εγκυρότητα και νομιμότητα, όπως ο Μαρξισμός. Το επιχείρημα μπορεί να αναχθεί και στην αντιπαράθεση της ιδεολογίας ως ψευδούς συνείδησης με την επιστήμη της προφητείας με την επιστημο­νική πρόβλεψη. Μια μεγάλης κλίμακας πολιτική είναι αδύνατον να βασιστεί σε επι­στημονικές προβλέψεις παρά μόνο σε προφητείες που, παρόλο τον καλοπροαίρετο χαρακτήρα τους, δεν μπορούν να θεμελιώσουν μια εγκυρότητα αποδεκτή με ορθολο­γικά κριτήρια.

Η δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά της μεγάλης κλίμακας πολιτικής υπο­στηρίζει ότι αυτή εκ των πραγμάτων είναι ολοκληρωτική ή οδηγεί στον ολοκληρωτι­σμό. Αξονας της επιχειρηματολογίας, είναι το ότι η πολιτική μεγάλης κλίμακας, στοχεύοντας σε συνολικές, ριζικές αναμορφώσεις του κοινωνικοπολιτικού είναι, δεν ενδιαφέρεται για τις διαθέσεις, τις κλίσεις, τα συμφέροντα του ξεχωριστού αν­θρώπινου υποκειμένου. Διαλύει τις επιδιώξεις του στον αγώνα για το κοινό καλό, το δημόσιο, το ταξικό συμφέρον κ.λπ. Το άτομο υποτάσσεται σε ολότητες (η θετικι­στική παράδοση τις θεωρεί πλασματικές οντότητες) των οποίων το συμφέρον αυτο­νομείται, λειτουργεί αυτοτελώς και ασκεί καταναγκασμό στα επιμέρους ανθρώπινα άτομα. Περιορίζονται ή και εξαλείφονται τα όρια της ατομικής ελευθερίας, της ατο­μικής πρωτοβουλίας, του ατομικού τρόπου αντιμετώπισης του κοινωνικού όντος.

Οι ολιστικές λειτουργιστικές προσεγγίσεις στο μεθοδολογικό επίπεδο στηρί­ζουν, σύμφωνα μ1 αυτή την επιχειρηματολογία, την πολιτική μεγάλης κλίμακας. Η ατομική βούληση έχει λόγο ύπαρξης μόνο στα πλαίσια ενός συστήματος, του οποίου η λειτουργία είναι ανεξάρτητη, εξωτερική, γενικότερη από αυτήν.

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «Γενική θέληση» του Rousseau, η λενινιστική αντίληψη για το «Κόμμα νέου τύπου» και τη λειτουργία του ή η αντίληψη του Durkheim για τα «Κοινωνικά Γεγονότα» σε σχέση με τις ατομικές θελήσεις.

Η τρίτη κατηγορία επιχειρημάτων, συναφής με τη δεύτερη, είναι εκείνη που επι­σημαίνει τον υπερπολιτικό χαρακτήρα της μεγάλης κλίμακας πολιτικής. Η πολιτική γίνεται η σχεδόν αποκλειστική δραστηριότητα του ακολουθούντος την ριζικά ανα­μορφωτική προσπάθεια της μεγάλης κλίμακας πολιτικής. Η ανθρώπινη συμπεριφο­ρά κρίνεται και αξιολογείται κυρίως με κριτήρια πολιτικής ωφελιμότητας. Η πολι­τική ως σκοπός υποτάσσει όλα τα μέσα, ακόμη κι αυτά που αντιβαίνουν σ’ έναν κοι­νά παραδεκτό ηθικό κώδικα. Ο χώρος των δημόσιων δραστηριοτήτων διευρύνεται τόσο, ώστε περιορίζει υπερβολικά το χώρο της ιδιωτικής ζωής· ‘Οποιος αρνείται να ενταχθεί σ’ αυτή τη λογική, περιθωριοποιείται, αξιολογείται αρνητικά ως άτομο αδιάφορο και μη χρήσιμο. Όσοι κατηγορούν την πολιτική μεγάλης κλίμακας για τον υπερπολιτικό της χαρακτήρα μπορούν να επικαλεσθούν αντιλήψεις που απολυτοποιούν και θεοποιούν την πολιτική δράση και το δημόσιο συμφέρον, όπως αυτές των Γιακωβίνων ή των Μπολσεβίκων κ.τ.λ.

Η τέταρτη κατηγορία επιχειρημάτων συνδέεται με τη δεύτερη και την τρίτη και εν πολλοίς αποτελεί απόρροια τους. Πρόκειται για τα επιχειρήματα εκείνα που προσά­πτουν στη μεγάλης κλίμακας πολιτική την κατηγορία για αντιδημοκρατικότητα. Η επιχειρηματολογία εστιάζεται στο ότι στο όνομα κάποιου κοινού σκοπού, κάποιας μεγάλης ριζοσπαστικής κοινωνικοπολιτικής σύλληψης και της συνακόλουθης πρα­κτικής παραβιάζονται ατομικά δικαιώματα, δημοκρατικές διαδικασίες, η ελευθερία έκφρασης ή δημοσιοποίηση της γνώμης. Ο οργανωτισμός, ο συγκεντρωτισμός και η αυταρχικότητα εμποδίζουν αλλά και αναστέλλουν εκείνες τις διαδικασίες που προ­ωθούν και διασφαλίζουν τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών, των πολιτικών οργανισμών, της ίδιας της κοινωνίας.

Η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει ότι όλες αυτές οι κατηγορίες επιχειρημάτων – που στην ουσία αλληλοδιαπλέκονται – έχουν σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιωθεί σε διά­φορες μορφές πολιτικής δραστηριότητας, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, με στόχο την αναμόρφωση και ανάπλαση της κοινωνίας και του ανθρώπου. Ψήγματα και πλευρές αυτών των επικρίσεων υπάρχουν σε κάθε πολιτική θεωρία που επιχει­ρεί να αντιπαρατεθεί στο υπάρχον με τους όρους ενός άλλου, διαφορετικού κοινω­νικού είναι. Η πολιτική μυθοπλασία βρίθει, κατανάγκην, στοιχείων που στηρίζουν απόψεις σαν κι αυτές που προηγήθηκαν. Μ’ άλλα λόγια, όλοι οι μεγάλοι πολιτικοί στοχαστές και ακτιβίστες μπορούν να κατηγορηθούν για κάποιες ουτοπικές τους συλλήψεις, για ολοκληρωτισμό, για απολυτότητα, για υπερπολιτικοποίηση κ.λ.π. θα μπορούσε, μάλιστα, κάποιος να υποστηρίξει ότι η πολιτική, που δεν θα εμπερι­είχε, έστω και σπερματικά, στοιχεία όπως τα παραπάνω, είναι μάλλον πλάσμα φα­ντασίας, αφαίρεση νοητική ή ευγενές ιδανικό παρά κάτι που υπάρχει στην πραγμα­τική ζωή. 

saloua_raouda_choucair_self_portrait_0Saloua Raouda Choucair, Self Portrait ,1943

Εδώ ανακύπτουν δύο καταρχήν ερωτήματα:

– Είναι μοιραίο κάθε μεγάλης κλίμακας πολιτική να εμπεριέχει τα στοιχεία που τις προσάπτουν οι επικριτές της;

Μπορεί να υπάρξει πολιτική που να μην έχει αυτά τα χαρακτηριστικά; Και αν ναι, ποιο είναι το περιεχόμενο της;

Υπάρχει μια καταρχήν καταφατική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που υποστη­ρίζει πως μια πολιτική, για να μην έχει τα χαρακτηριστικά – κινδύνους της μεγάλης κλίμακας πολιτικής, θα πρέπει να μην έχει και τους στόχους της· να μην αποσκοπεί, δηλαδή, σε μια ριζική αναμόρφωση του κοινωνικού είναι και του ίδιου του ανθρώ­που αλλά να αρκείται σ’ εκείνες μόνο τις επεμβάσεις που θα διευκολύνουν και θα βελτιώνουν τη ζωή του ανθρωπίνου ατόμου μέσα στις υπάρχουσες δομές. Π ρόκειται για μια πολιτική που επικεντρώνεται σε λελογισμένες θεσμικές αλλαγές, σε εκσυγ­χρονισμούς της δημόσιας ζωής, σε μείωση της δυστυχίας κι όχι στην αναζήτηση της ευτυχίας – αναζήτηση που μπορεί να οδηγεί στ’ αντίθετα αποτελέσματα, αφού προϋ­ποθέτει, σύμφωνα μ’ αυτήν την αντίληψη, παραμερισμό του ατόμου χάριν του κοι­νού καλού, του κοινωνικού συμφέροντος κ.τ.λ.

Η επιχειρηματολογία αυτή ανήκει στη γενικότερη ατομικιστική παράδοση, όσον αφορά την εμμονή στην αυταξία του ατόμου, καθώς και στη θετικιστική αντίληψη που, σ’ όλες τις παραλλαγές της, αρνείται την αναγωγή των φαινομένων της πραγμα­τικότητας στην ουσία τους – εν προκειμένω η πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα μπορεί να αναφέρεται μόνο στην αντίστοιχη συμπεριφορά των ατόμων. Η αξιολό­γηση της πολιτικής με γνώμονα το «τέλος» της, την αποκάλυψη της ουσίας του πολι­τικού, την ριζική αλλαγή της πολιτικής πραγματικότητας, ώστε να προσιδιάζει στην ανθρώπινη φύση ή στην ουσία του ανθρώπου, θεωρείται και επιστημολογικά κενή περιεχομένου και πολιτικά προσχηματική για τη χειραγώγηση του ατόμου από τη μεριά των αναμορφωτών. Πρόκειται, εν τέλει, για την άρνηση της λογικής της επα­νάστασης ως μέσου αλλαγής του κόσμου και του ανθρώπου. Απέναντι στη μεγάλης κλίμακας πολιτική κηρύσσεται μια πολιτική, ας ονομαστεί, «μικρής κλίμακας», που τα αποτελέσματα της, όμως, είναι και βεβαιότερα και με λιγότερο κόστος για τα αν­θρώπινα άτομα και ουσιαστικότερα για την καλυτέρευση της ζωής τους.

Η αντιμετώπιση της πολιτικής ως μιας διαδικασίας μικρής κλίμακας αποτελεί βασικότατο χαρακτηριστικό του φιλελεύθερου επιχειρήματος σε αντιπαράθεση με ολιστικές πολιτικές προσεγγίσεις, στις οποίες εντάσσει και το Μαρξισμό. Ιδιαίτερα σήμερα, που η κατάρρευση του «πειράματος» επιβεβαίωσης (αλλά και διάψευσης) της μαρξιστικής σύλληψης μέσω μιας τεράστιας γραφειοκρατικής μηχανής είναι γεγονός, η πολιτική φαίνεται να ταυτίζεται αποκλειστικά με το φιλελεύθερο μοντέλο διαχείρισης της εξουσίας· με την επαναβεβαίωση της ισχύος του και την προβολή του – από «αφελείς» πλην όμως αποτελεσματικούς προπαγανδιστές του, τύπου Φουκουγιάμα – ως του μοναδικού πλέον πεδίου κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας. Αν μέχρι τώρα η «ιστορική αισιοδοξία» θεμελιωνόταν στην προσμονή του καλύτερου αύριο (ως επένδυση αγωνιστική στο παρόν), σήμερα αυτή η «αισιοδοξία» εμφανίζε­ται να εδράζεται στην αποδοχή του παρόντος, στην απόλυτα θετική αξιολόγηση του, στο «σταμάτημα της ιστορίας» ή καλύτερα στην αναστροφή της.

saloua_raouda_choucaircomposition_in_blue_module_1947-51 (1)Composition in Blue Module 1947–51

Το ατομικιστικό επιχείρημα αποτελεί τον πυρήνα του φιλελεύθερου μοντέλου για την πολιτική. Η αξιολόγηση όμως, του φιλελευθερισμού ως πολιτικής μικρής κλίμακας δεν απορρέει από το ότι έχει ως πυρήνα του το άτομο, αλλά από το συγκε­κριμένο περιεχόμενο που αποδίδει σ’ αυτό. Είναι μικρής κλίμακας πολιτική όχι επειδή ανάγει την κοινωνική δυναμική στο ανθρώπινο άτομο, αλλά επειδή ανάγο­ντας το τελευταίο σε μονοδιάστατα χαρακτηριστικά του (κυρίως στις οικονομικές του λειτουργίες) του αφαιρεί τη δυνατότητα να γίνει το κατεξοχήν σημείο ζεύξης, σύνδεσης, σύνθεσης και αναφοράς των κοινωνικών σχέσεων. Το άτομο γίνεται στοι­χείο που συντίθεται (λογικά και μεθοδολογικά) για ν’ αποτελέσει την πολιτική κοι­νωνία κι όχι οντότητα που συνθέτει τη δυναμική των σχέσεων της κοινωνικής ζωής. Γίνεται έτσι, οντολογική αφετηρία γέννησης και εξήγησης του κοινωνικού είναι κι όχι ηθικό «τέλος», σκοπός της κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας.

Αλλά και ο εμφανιζόμενος ως αντίποδας με τρόπο καταχρηστικό αξιολόγησε το ανθρώπινο άτομο όχι πια σαν μονάδα αθροιζόμενη ώστε να κατασκευάσει την πολι­τική κοινωνία ούτε όμως, ως σκοπό αλλά, κυρίως, ως μέσον για την κατίσχυση συμ­φερόντων που προσδιορίστηκαν σαν ταξικά και που, εξέφρασαν με τρόπο ιδιαίτερα στρεβλό και τις πιο αδύνατες πολιτιστικές, πλευρές των εργαζομένων τάξεων αλλά και τις πιο ανηλεείς επιδιώξεις μιας διαμορφωνόμενης εξουσίας πάνω σ αυτές τις τάξεις. Δυστυχώς, ο αιώνας μας καθορίστηκε από τη διαμάχη, όχι των ορθών θεω­ριών, αλλά των εκτροπών τους, για να δανειστούμε την αριστοτελική ορολογία.

Η αναζήτηση μιας πολιτικής που δεν θα έχει τα αρνητικά χαρακτηριστικά της εμ­φανιζόμενης ως πολιτικής μεγάλης κλίμακας (εμφανίζεται σαν τέτοια, λόγω των υψιπετών διακηρύξεων της, αλλά δεν είναι εξαιτίας των παράλογων αποτελεσμά­των της) δεν οδηγεί οπωσδήποτε στην υιοθέτηση ενός μετριασμένου – όχι με την έν­νοια του μέτρου, αλλά μ’ αυτήν του μετρίου – πολιτικού προτύπου. Οι ποικίλες και αλλεπάλληλες διαψεύσεις της πραγμάτωσης ενός οράματος, όπως αυτού της εν κο­σμώ ανθρώπινης χειραφέτησης, δεν πρέπει να οδηγούν την ανθρωπότητα στο να μην οραματίζεται· στο να αρκείται, στο είναι δίχως να αναζητεί το δέον γενέσθαι.

Η σημερινή και ίσως συγκυριακή κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού δεν είναι πειστική, αφού είναι αποτέλεσμα του ότι ο αντίπαλος έπεσε στο καναβάτσο, επειδή ζαλίστηκε από τις δικές του ανορθόδοξες άστοχες και πλασματικές κινήσεις, κι όχι λόγω της δικής του ελκτικής και ελκυστικής δύναμης. Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα τέλος της ιστορίας αλλά για ένα αδιέξοδο της ιστορίας, για διαταραχή του προ­κατασκευασμένου υπερφίαλου «λόγου» της.

Στο φαινομενικά αυτόνομο Α’ βιβλίο της Πολιτείας του και σε σημαντικό μέρος του Β’ ο Πλάτων εξετάζει διεξοδικά ένα πρόβλημα, που ήδη τον είχε απασχολήσει στο Σοφιστή: Τη φύση της πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ο αρχαίος φιλό­σοφος, πριν προχωρήσει στην έκθεση των απόψεων του για τις αιτίες γέννησης και συγκρότησης της πολιτείας, προτάσσει την αναγκαιότητα διερεύνησης του περιεχο­μένου της πολιτικής δραστηριότητας και των σχέσεων της με την ηθική, την έννοια του δικαίου, του ορθώς πράττειν. Ο ρεαλιστής Θρασύμαχος, εκπρόσωπος της κατά Πλάτωνα σοφιστικής παράδοσης, υποστηρίζει ότι το δίκαιον συνίσταται στο συμ­φέρον του ισχυρότερου, ο οποίος καθορίζει τη φύση και τη λειτουργία των νόμων1. Ο Θρασύμαχος στηρίζεται στο δήθεν αλάνθαστο της εξουσίας, όταν αυτή ανταπο­κρίνεται στο περιεχόμενο της2. Επιμένει, με επιχειρηματολογία και ύφος ιδιαίτερα επίκαιρα σήμερα, πως οι πολιτικοί μοιάζουν με τους βοσκούς που φροντίζουν τα πρόβατα για να κερδίσουν από αυτά. Ο πολιτικός κοιτάζει μόνον το συμφέρον του και γενικά ο άδικος άνθρωπος είναι ευτυχέστερος από τον δίκαιο. Συμπεριφέρεται δίχως φραγμούς ηθικούς και πετυχαίνει αυτό που επιδιώκει3. ‘Οσοι κατηγορούν την αδικία, το κάνουν όχι από φόβο για το άδικο αλλά από φόβο για την τιμωρία που το ακολουθεί4. Ο Σωκράτης, αντίθετα υποστηρίζει πως ο πολιτικός φροντίζει (ή πρέ­πει να φροντίζει) για το καλό των πολιτών κι όχι για το ατομικό του συμφέρον. Οι ηθικοί άνθρωποι αναγκάζονται να ασκήσουν την εξουσία, διότι υπάρχει αδικία, αφού, αν υπήρχε μια πόλη με όλους τους κατοίκους της καλούς κι ενάρετους, τότε θα επεδίωκε ο καθένας να μη γίνει κι όχι να γίνει άρχων5.

Infinite Structure 1963-5 by Saloua Raouda Choucair born 1916Saloua Raouda Choucair,Infinite Structure 1963-5

Δεν ενδιαφέρουν εδώ οι διακυμάνσεις και οι λεπταίσθητες αποχρώσεις της επι­χειρηματολογίας, που αναπτύσσεται στην Πλατωνική Πολιτεία. Σημασία έχει ότι επανατοποθετώντας τον προβληματισμό της αρχαιοελληνικής πολιτικής φιλοσο­φίας μπορούμε να ξανασκεφτούμε, χωρίς την πίεση της συγκυρίας, πως μια πολιτι­κή μεγάλης κλίμακας, ιδιαίτερα σήμερα, έχει νόημα μόνο στα πλαίσια της αναγκαίας επανεξέτασης του περιεχομένου της πολιτικής όχι ως κατάκτησης της εξουσίας αλ­λά ως άσκησης δημόσιας αρετής. Η αντίληψη αυτή, προφανώς, κινδυνεύει να κατη­γορηθεί ως απόλυτα εξωπραγματική και επομένως αδιάφορη επιστημονικά. Για πα­ράδειγμα, η λογική ότι η πολιτική κρίνεται από τα αποτελέσματα της ή ότι οι προθέ­σεις έχουν μικρή σημασία στην αξιολόγηση της πολιτικής πρακτικής – αφού μπορεί «ο δρόμος για την κόλαση να είναι στρωμένος με καλές προθέσεις» – δεν θα μπορούσε να αποδεχτεί το αίτημα επαναπροσδιορισμού της πολιτικής έξω από τα πλαίσια της εξουσίας – ή ορθότερα θέτοντας την εξουσία «εντός παρενθέσεως» κι όχι αγνοώντας την ύπαρξη της. Δεν θα μπορούσε, δηλαδή, να δεχθεί την άποψη ότι η πολιτική με­γάλης κλίμακας έχει νόημα μόνο ως ηθική, ως συγκεκριμένη ηθικότητα, ως μια γενι­κευμένη, καθημερινή Shittlichkeit.

Το πρόβλημα με την «πολιτική του αποτελέσματος» είναι ότι η υποβάθμιση της εξέτασης και ηθικοπολιτικής αξιολόγησης των προθέσεων μπορεί να οδηγήσει σε ηθική αδιαφορία και αναγωγή της πολιτικής εξουσίας σε αυτοσκοπό. Αν περιμένεις τα αποτελέσματα των πράξεων σου για να δικαιωθεί ή όχι η πρακτική σου, τότε και την καθιστάς ηθικά αδιάφορη στο διάστημα που τα αποτελέσματα δεν εμφανίζονται και σχετικοποιείς και ελαστικοποιείς τόσο την έννοια και το περιεχόμενο του απο­τελέσματος ώστε να έχεις τη μεγαλύτερη δυνατή ευχέρεια κινήσεων. Από την άλλη πλευρά, η εμμονή μόνο στην αξιολόγηση της διαδικασίας ή των προθέσεων μπορεί να οδηγήσει σε αντίληψη είτε ότι η πολιτική είναι μια δραστηριότητα αξιολογικά ου­δέτερη, τουλάχιστον αναφορικά με τους σκοπούς της, ή μια έκφραση καλοπροαίρε­των ίσως, αλλά αφηρημένων διακηρύξεων. Το πρόβλημα αυτό έχει διατυπωθεί ως η σχέση σκοπού – μέσων στην πολιτική, ζήτημα αμφιλεγόμενο, αβέβαιο και δυσεπίλυ­το, όσον αφορά στο περιεχόμενό του.

Το πρόβλημα περιπλέκεται λόγω της ασαφούς αντιμετώπισης της έννοιας του σκοπού. Τις περισσότερες φορές, κι αυτό είναι ενδεικτικό στην πολιτική, ο σκοπός, είτε ταυτίζεται, επιλεκτικά, με τα εκάστοτε μέσα, που χρησιμοποιούνται για την εκ­πλήρωση του, ή νοείται με τη σημασία του αποτελέσματος. Για παράδειγμα, ο εξορθολογισμός της πολιτικής κάνει αναπόφευκτη τη διαμόρφωση της γραφειοκρατίας που αποτελεί με τη σειρά της μέσον για την οργάνωση του πολιτικού στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας. Αυτή είναι μια ιστορική διαδικασία που αναλύεται διεξοδικά από τον Μ. Weber. Η γραφειοκρατία, όμως, μπορεί από μέσον να καταλήξει σκοπός της πολιτικής δραστηριοποίησης. Το παράδειγμα των ιδιόμορφων κοινωνιών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» είναι χαρακτηριστικό. Η κατανόηση του σκοπού ως απο­τελέσματος μιας δραστηριότητας μεταθέτει χρονικά την αναγκαιότητα αξιολόγησης του, αφού θα πρέπει να ολοκληρωθεί η δραστηριότητα – χρησιμοποιώντας και διά­φορα μέσα – για να αξιολογηθεί και αυτή με βάση το σκοπό της αλλά και αυτός με βά­ση τα αποτελέσματα της. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όμως «ουδετεροποιείται» η πολιτική πράξη· μπορούν τα πάντα να δικαιολογηθούν στο όνομα κάποιου τελικού στόχου. Καλλιεργείται έτσι, έστω και έμμεσα, μια ηθική αδιαφορία για το ηθικό περιεχόμενο των μέσων, της πορείας προς το σκοπό. Συχνά μάλιστα προσκομίζεται ως επιχείρη­μα η αναγκαιότητα μιας ρεαλιστικής αντιμετώπισης της πολιτικής πρακτικής, η οποία θα πρέπει με τρόπο αταλάντευτο (επομένως αποφεύγοντας τις ηθικές συ­γκρούσεις και διλήμματα) να ακολουθείται έως ότου εκπληρωθεί η αρχική τους σύλ­ληψη.

Μια πραγματικά μεγάλης κλίμακας πολιτική δεν μπορεί να είναι αδιάφορη απέ­ναντι σ’ αυτά τα προβλήματα. Αντίθετα, αξιολογείται ως μεγάλης κλίμακας επειδή ακριβώς μετέχει των προβλημάτων αυτών, τα προϋποθέτει συνεχώς, τα προτάσσει, τα ενεργοποιεί, δοκιμάζεται σ’ αυτά, τα θεωρεί κριτήριο της εγκυρότητας και αξιοπιστίας της.

Η πολιτική μεγάλης κλίμακας είναι, επομένως, επικεντρωμένη και συμπυκνωμέ­νη στην καθημερινή ηθικοπολιτική πράξη κι όχι σε αφηρημένες διακηρύξεις και σχή­ματα. Εφόσον, όπως ήδη έχει υποστηριχθεί, πυρήνας της, «τέλος» της δεν είναι η εξουσία αλλά η ανθρώπινη χειραφέτηση, η ενανθρώπιση του ανθρώπου, η επανάκτη­ση της ουσίας του – της ελευθερίας του εν κοσμώ, και το περιεχόμενο της θα πρέπει να είναι μια συνεχής ανέλιξη και σύνθεση ανθρώπινων χαρακτηριστικών και στοι­χείων. Η αμφιβολία και η σύγκρουση, η ανησυχία και η επαγρύπνηση, ο κριτικός έλεγχος και η αμφισβήτηση, τα ερωτήματα και οι προβληματισμοί αλλά και η βαθιά πεποίθηση ότι ο άνθρωπος έχει τη δύναμη της ορθολογικότητας του, τη δυνατότητα να μετασχηματίσει, ν’ αλλάξει, ν’ αναμορφώσει το εκτός και το εντός της ύπαρξης του είναι προϋποθέσεις αυτής της πολιτικής.

Έσχατο κριτήριο της πολιτικής πράξης δεν μπορεί παρά να είναι η ανθρώπινη ευτυχία. Γι’ αυτό και η αρχαία ελληνική σκέψη θεωρούσε ως τη βασική επιδίωξη της σύστασης και λειτουργίας της πολιτικής κοινωνίας την ανθρώπινη ευδαιμονία, την ηθική και πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης, υποστηρίζοντας ότι η φύση εκάστου όντος είναι η κατάσταση της τελειότητας του6, επιχειρηματολο­γούσε υπέρ της αναγκαιότητας να ενισχυθεί, και μάλιστα με τρόπο αποκλειστικό, το κριτήριο της ηθικής στην πολιτική οργάνωση. Σκοπός της πόλης είναι η δυνατότητα ανάπτυξης του ανθρώπου – πολίτη· το μετέχειν και το επικοινωνείν. Ο μετ αρετής βίος, δηλαδή ο δημόσιος, ο πολιτικός βίος, οι συνθήκες που ολοκληρώνουν τον άνθρωπο ως φύσει πολιτικό ον. Η πολιτική ζωή, μ’ αυτή την έννοια του μετέχειν εις τα κοινά και του (επι)κοινωνείν με τους άλλους πολίτες, δεν εμφανίζεται σαν εξωτερι­κή αναγκαιότητα, σαν αναγκαία σύμβαση, σαν αναγκαίο κακό πέρα και έξω από την ανθρώπινη αυθεντικότητα, αλλά ως η ίδια η φύση (όχι με την έννοια κάποιου αγο­ραίου βιολογισμού) του ανθρώπου ως αυθεντικά επικοινωνιακού, ενεργητικού, ορ­θολογικού, ηθικού όντος7.

Στα πλαίσια αυτής της προβληματικής η ανθρώπινη ευτυχία δεν μπορεί να νοη­θεί εκτός πολιτικής δραστηριότητας· ούτε, όμως, και η πολιτική δραστηριότητα μπορεί να νοηθεί και να αξιολογηθεί δίχως τη συνεχή δοκιμασία – έλεγχο της με κρι­τήριο την ανθρώπινη ευτυχία. Αυτό σημαίνει ότι πρώτος και αναγκαίος όρος της με­γάλης κλίμακας πολιτικής είναι ο προσδιορισμός (σήμερα ο επαναπροσδιορισμός) και του περιεχομένου της ανθρώπινης ευτυχίας και του είδους των σχέσεων της με την πολιτική. Μια σημαντική δυσκολία προκύπτει εδώ: Μπορεί να υπάρξει κάποιος αποκλειστικός ορισμός της ευτυχίας χωρίς να αποτελεί πράξη ολοκληρωτική; Ποι­ος και πως νομιμοποιείται να ορίσει το περιεχόμενο της ευτυχίας; Μια πρώτη απά­ντηση, σαφώς σχετικιστική, είναι ότι η ευτυχία εκάστου είναι καθαρά προσωπικό θέ­μα και επομένως κάθε αποκλειστικός ορισμός παραβιάζει αυτό το ατομικό δικαίω­μα. Κανένας άρα δεν νομιμοποιείται να ορίσει και να προσδιορίσει το περιεχόμενο της ευτυχίας για τους άλλους, αν δεν έχει τη συγκατάθεση τους γι αυτό. Ένας αντι­κειμενικά αποδεκτός ορισμός που θα διευκόλυνε το επιχείρημα υπέρ της μεγάλης κλίμακας πολιτικής – είναι τόσο γενικός που τείνει να είναι αφηρημένος. Αν η ισχύς του οφείλεται στη γενικότητα της διατύπωσης του κι όχι στη δυνατότητα του να είναι πειστικός, τότε όχι μόνο δεν ενισχύει, αλλά υπονομεύει το επιχείρημα.

Ίσως όμως η ανθρώπινη ευτυχία να βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό· στη διαρκή αμφι­σβήτηση του περιεχομένου της, στο ενδεχόμενο του λάθους της. Μια πολιτική μεγά­λης κλίμακας δεν μπορεί παρά να υποστηρίζει τη γόνιμη αμφιβολία και να αρνείται την ψυχρή και στείρα βεβαιότητα. Η ανθρώπινη ιστορία – ατομική και συλλογική – εί­ναι ένα στοίχημα του μέλλοντος στη βάση της γνώσης και κριτικής αξιολόγησης του παρελθόντος. Εμπεριέχει πάντοτε τη δυνατότητα του αντιθέτου, του μη προβλέψι­μου, της παρέκβασης και της εκτροπής. Το περιεχόμενο του «ευ ζην», της ευδαιμο­νίας του ανθρώπου δεν μπορεί να οριστεί με στατικό και απόλυτο τρόπο. Εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης της ανθρωπότητας, το μέγεθος και την ποιότητα των ανα­γκών της, τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις των κοινωνικών σχέσεων, τα βιώματα και τις διαθέσεις των ατομικών υποκειμένων. Η μεγάλης κλίμακας πολιτική πρέπει να συμπεριλαμβάνει στην οπτική και τη δράση της όλες αυτές τις παραμέτρους· όχι όμως σε μια σύνθεση συστηματική, σ’ ένα αυτοπροσδιοριζόμενο κλειστό σύστημα αλλά σε μια ανοιχτή δυναμική συνεχώς ανανεούμενη διαρκώς κρινόμενη και πάντο­τε υποκείμενη στην άρνηση της. Η έτσι εννοούμενη πολιτική δεν προδιαγράφει μόνο ένα ‘Τι να κάνουμε» αλλά και τι δεν πρέπει να κάνουμε (ή να ξανακάνουμε).

Εφόσον σκοπός της είναι η ανθρώπινη χειραφέτηση και όχι η επαναχειραγώγηση μιας φαινομενικά χειραφετημένης ανθρωπότητας, τότε κέντρο της είναι ο άνθρω­πος. Δεν μπορεί, επομένως, παρά να είναι βαθύτατα ανθρωποκεντρική, να ακτινώνεται στην πραγματικότητα δια του ανθρώπου, να ανθρωποποιεί το κοινωνικό εί­ναι, όχι ανάγοντας το στα κάθε φορά εφήμερα ανθρώπινα μέτρα αλλά υψώνοντας την αξία του ανθρώπου σε τελικό σκοπό. ‘Οχι την αφηρημένη αιώνια ουσία των με­ταφυσικών κατασκευών ούτε την ψευδοσυγκεκριμένη των κοινωνιολογισμών, αλλά εκείνη τη σταθερή και συνεχώς δοκιμαζόμενη μέσα στις τρικυμίες των κοινωνικών καταστάσεων δυνατότητα του ανθρώπου να γίνεται άνθρωπος.

Είναι προφανές ότι η πολιτική μεγάλης κλίμακας, όπως επιχειρήθηκε να προσ­διοριστεί, είναι ένα ζητούμενο κι όχι μια ήδη δοκιμασμένη πολιτική πρακτική. Στηρίζεται, όμως, στην ιστορική πείρα (επιτυχίες και αποτυχίες), στις ιστορικές από­πειρες υπέρβασης του υπάρχοντος. Το ερώτημα, όμως, που συνεχώς προκύπτει, αφορά τη δυνατότητα πραγμάτωσης της. Κινείται στα όρια του πραγματώσιμου ή του ουτοπικού; Μια σαφής καταφατική ή αρνητική απάντηση θα αναιρούσε ό,τι προηγήθηκε. Η μεγάλης κλίμακας πολιτική είναι μια δοκιμασία στο πολιτεύεσθαι-δεν είναι το πολιτικώς πράττειν αλλά η αξιολόγηση των όρων και της δυνατότητας του. Δεν είναι η ολοκληρωμένη εικόνα της ιδεατής κοινωνίας, αλλά η προσπάθεια νομιμοποίησης της αναγκαιότητας του ιδεατού ως δύναμης υπέρβασης και επανατοποθέτησης των όρων και των ορίων του νοήματος του ζην εν κοινωνία.

………………………………………………..

Σημειώσεις

1. Πολιτεία 338 C-E                                                             

2.0.π. 340 Ε, 341 Β                                                                

3.Ο.π.343Β-Ε

4.O.π.344C

5.Ο.π.347Α-Ε

6. Πολιτικά 1252 b, 33 – 35

7. Ο.π 1278 b, 19-23 καθώς και 1280 b, 38-39-1281a4. 1284b6

Το άρθρο σε  pdf oyt1-Γ.Μ.

Advertisements
Explore posts in the same categories: Γιώργος Μανιάτης, Ιδέες

Ετικέτες: , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: