Δημήτρης Κουσουρής: Οι θεσμοί εξουσίας της εαμικής επανάστασης,1942-1944

677BD9388D42ADA0E92048D6DB959FB4

Εκτός Γραμμής τευχ.32 σελ 46-48

Κλειδί για την ώσμωση των επαναστατικών πρωτοποριών με τη μαζική κίνηση των εργατικών και αγροτικών πληθυσμών σε εκείνες τις συνθήκες καθολικής κοινωνικής κρίσης υπήρξε η δυνατότητα των κομμουνιστών να αντιληφθούν εγκαίρως τη ρευστότητα των ταυτοτήτων και των σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης και να συγκροτήσουν τη νέα, εαμική πολιτική ταυτότητα στη βάση συγκεκριμένων συλλογικών πρακτικών του κινήματος.

Η ανάδυση και κυρίως η μαζικοποίηση των θεσμών της εαμικής εξουσίας ήταν προϊόν πολλαπλών ρωγμών στην ομαλή, ευθύγραμμη εξέλιξη του ιστορικού χρόνου. Σε αυτή την πολυεπίπεδη «διακοπή» της κανονικότητας εξάλλου οφείλεται και η πολλαπλότητα του εαμικού κινήματος η οποία, μολονότι αποτελεί πια κοινό τόπο, απέχει πολύ από το να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην καθ’ ημάς συζήτηση για την περίοδο, που συχνά επιμένει ακόμα να επιστρέφει στη λαθολογία της ηγεσίας ή στη μυθολογία του αντάρτικου. Προς αποφυγή λοιπόν των γνωστών κακοτοπιών και της εύκολης «ιδεολογικοποίησης», το κείμενο που ακολουθεί θα περιοριστεί στην παρουσίαση ενός συντόμου και κατ’ ανάγκη σχηματικού σχεδιάσματος της διαδικασίας ανάδυσης των μορφών λαϊκής εξουσίας στην Κατοχή.

Η στρατιωτική ήττα του Απριλίου 1941 δεν διέκοψε την κρατική συνέχεια και την οικονομική ζωή μόνο σε συμβολικό επίπεδο. Σε κάποιες από τις ζώνες της τριπλής Κατοχής εφαρμόστηκαν αμέσως πολιτικές αντικατάστασης των ελληνικών αρχών και εδαφικής προσάρτησης, ενώ ταυτοχρόνως ύστερα από έξι μήνες πολεμικών συγκρούσεων τα συγκοινωνιακά μέσα και δίκτυα της χώρας καταστράφηκαν σχεδόν ολοσχερώς. Όλα τούτα, σε συνδυασμό με τον από θάλασσας αποκλεισμό της χώρας από τον συμμαχικό στόλο, δεν άργησαν να οδηγήσουν στο λιμό. Οι 300.000 νεκροί του χειμώνα του 1941-1942 διέλυσαν τις ήδη εύθραυστες πολιτικές ταυτότητες και σχέσεις εκπροσώπησης του Μεσοπολέμου. Η πείνα στην αρχή χτύπησε κυρίως την Αθήνα και τα νησιά του Αιγαίου, με πρώτα θύματα φτωχούς εργαζόμενους και απόκληρους. Τούτο είχε αποτέλεσμα το κίνημα αντίστασης να μαζικοποιηθεί καταρχάς στις πόλεις, και δη στην πρωτεύουσα, κάτι που αποτέλεσε και τη σημαντικότερη ιδιαιτερότητα της ελληνικής εμπειρίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο το φάσμα του μαζικού βιολογικού αφανισμού δεν απομακρύνθηκε. Επισιτιστικές κρίσεις ενέσκηψαν τα επόμενα χρόνια και σ’ άλλες περιοχές της χώρας, ανάλογα με τη συγκυρία, κινητοποιώντας αμέτρητα εναλλακτικά δίκτυα ανταλλαγής και διανομής και δημιουργώντας νέους ή ενεργοποιώντας παλαιούς πολιτισμικούς κώδικες και μηχανισμούς πολιτικής νομιμοποίησης.

Η ανάπτυξη των μορφών αντίστασης στην πείνα και στην τρομοκρατία του κατακτητή και των αρχών κατοχής δεν ήταν τυφλές «εξεγέρσεις της κοιλιάς», που υπαγόρευσαν διαφορετικές ατομικές στρατηγικές «ορθολογικής επιλογής» συμμάχων κι αντιπάλων στις νέες συνθήκες. Σε πείσμα μιας τέτοιας, ολοένα και πιο διαδεδομένης φιλελεύθερης ανάγνωσης της κατοχικής εμπειρίας, που ανάγει τις συλλογικές συμπεριφορές σε πρωτόγονα ερεθίσματα, η ανάπτυξη των μορφών λαϊκής αλληλεγγύης, διεκδίκησης και αυτοδιοίκησης αποτέλεσε ένα εξαιρετικά περίπλοκο σύμπλεγμα πρακτικών δράσης του λαού με από κοινού πειθαρχία και ξεκάθαρους στόχους, το οποίο απηχούσε έναν κώδικα «ηθικής οικονομίας» των φτωχών πληθυσμών της πόλης και της υπαίθρου, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Ε. P. Thompson.[1] Ασφαλώς, η έλλειψη τροφίμων, ο υπερπληθωρισμός κι η εξάπλωση της μαύρης αγοράς πυροδότησαν π.χ. επιδρομές σε μπακάλικα, εργοστάσια τροφίμων ή λεηλασίες κρατικών αποθηκών: Αυτές ωστόσο ήταν μορφές άμεσης συλλογικής δράσης που στηρίχτηκαν σε εδραιωμένες αντιλήψεις στο εσωτερικό κάθε επιμέρους κοινότητας ως προς το ποιες οικονομικές δραστηριότητες ήταν θεμιτές και ποιες όχι σε περίοδο επισιτιστικής κρίσης.

Η εμπειρία της Ευρυτανίας απέκτησε παραδειγματικό χαρακτήρα: Όχι επειδή κάτι ανάλογο δεν συνέβη και αλλού, μα γιατί εκεί οι θεσμοί λαϊκής αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκαν αρκετά πρώιμα και κωδικοποιήθηκαν εγκαίρως με στόχο να χρησιμοποιηθούν και στις υπόλοιπες περιοχές της «Ελεύθερης Ελλάδας» την περίοδο της ρα­γδαίας ανάπτυξης και μαζικοποίησης του εαμικού κινήματος. Η εμπειρία των 15 μηνών από τη συγκρότηση της πρώτης Επιτροπής Επίλυσης Δι­αφορών το καλοκαίρι του 1941 μέχρι τη σύνταξη του Κώδικα Ποσειδώνα τον Δεκέμβριο του 1942 αποτυπώνει με εύγλωττο τρόπο τις περίπλοκες σχέσεις συνέχειας και τομής που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους κατεστημένους κώδικες των κοι­νωνιών της υπαίθρου και τις νεότευκτες μορφές εαμικής εξουσίας.

Εκλεγμένη και άμεσα ανακλητή από τη συνέ­λευση του χωριού, η λαϊκή επιτροπή αναλάμβανε κατά κανόνα τις ευθύνες τόσο της διαπραγμά­τευσης με το επίσημο κράτος όσο και της επι­διαιτησίας των συγκρούσεων που προέκυπταν σε επίπεδο αυστηρά τοπικό ή της ευρύτερης γεωγραφικής ζώνης. Οι επιτροπές εμφανίστη­καν λοιπόν όπου κατέρρευσε ή απλώς εξέλιπε η παρουσία του επίσημου κράτους κι ήταν συχνά συνέχεια των προπολεμικών πολιτικών δομών. Η κοινή βάση στην οποία συγκροτούνταν ήταν η προστασία της σοδειάς ή των δικτύων ανταλ­λαγής, ενώ συχνά συμμετείχαν οι προπολεμικοί δήμαρχοι ή κοινοτάρχες, τοπικοί οικονομικοί πα­ράγοντες, κληρικοί κι εκπρόσωποι των «μορφω­μένων» τάξεων (δάσκαλοι, δικηγόροι, γιατροί).

Η γέννηση της Ελεύθερης Ελλάδας ήταν λοι­πόν, μεταξύ άλλων, καρπός και μιας αναγκαστι­κής συνάντησης της αριστερής/κομμουνιστικής διανόησης των πόλεων με τις παραδόσεις και την πραγματικότητα της αγροτικής ενδοχώρας. Ωστόσο η ανάδυση των θεσμών λαϊκής αυτοδιοί­κησης δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρείται προϊόν της συνειδητής δράσης μιας οργανωμέ­νης πρωτοπορίας: Λαϊκές επιτροπές αυτοδιοίκη­σης με ή χωρίς διάρκεια εμφανίστηκαν αμέτρητες και σε πολλά σημεία, όπου δεν έφταναν ακόμα οι λιγοστές και σκόρπιες δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Η οργανωμένη πολιτική δράση θα είχε καθοριστικό ρόλο αργότερα στην εδραίωση, δι­κτύωση και πολιτικοποίηση εκείνων των συλλο­γικών πρακτικών.

Οι μορφές συλλογικής οργάνωσης που συ­γκροτήθηκαν καταρχήν σαν αντίδραση στον κίνδυνο διάλυσης των προπολεμικών ισορροπι­ών της υπαίθρου έγιναν φορείς μιας οιονεί νέας επαναστατικής τάξης από την άνοιξη του 1942 και μετά, όταν συναντήθηκαν με την ανάπτυ­ξη ενός διεκδικητικού κινήματος εργατών και υπαλλήλων στις πόλεις και με τη δημιουργία των πρώτων ένοπλων αντάρτικων σωμάτων. Αν η περίοδος 1941-1943 σηματοδοτεί την είσοδο των «περιθωριακών ελίτ» στο προσκήνιο, ό,τι ακολουθεί μέχρι τις παραμονές της Απελευθέρω­σης παρουσιάζει όλα τα βασικά γνωρίσματα των κοινωνικών επαναστάσεων της νεότερης ιστορί­ας, με τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής τάξης πραγμάτων, ενός επαναστατικού στρατού κι ενός επαναστατικού κόμματος ικανού να ελέγξει το στρατό και να επιβάλει την τάξη ενσωματώ­νοντας τις επαναστατικές μάζες -ιδιαίτερα την αγροτιά- στην πολιτική ζωή του έθνους.[2]

Οι πρώτες αντάρτικες ομάδες συγκρότησαν τις βάσεις και τους δεσμούς τους με τον αγροτικό πληθυσμό υπερασπίζοντας την αυτονομία από την κεντρική εξουσία που είχε αποκτηθεί το χειμώνα της πείνας, καθαιρώντας φορολογικούς υπαλλήλους και καίγοντας τους καταλόγους ή δίνοντας τη μάχη της σοδειάς. Ο ΕΛΑΣ πολιτικοποίησε έναν αγώνα που στην αρχή είχε θολά εθνικοαπελευθερωτικά ή/και αντιμοναρχικά/αντιμεταξικά χαρακτηριστι­κά, στερεώνοντας την πολιτικοοικονομική αυτο­νομία από το κράτος της Αθήνας κι εισάγοντας τους πολιτικούς και πολιτιστικούς κώδικες ενός λαϊκού στρατού.

Ο Κώδικας Ποσειδών θεωρούσε τετελεσμένη και οριστική τη διάλυση του κράτους στις περι­οχές της Ελεύθερης Ελλάδας, αναγνωρίζοντας ως ανώτατο αποφασιστικό σώμα τις λαϊκές συ­νελεύσεις και ως φορείς άσκησης της εξουσίας τους (αιρετούς και ανακλητούς από τη συνέλευ­ση) εκπροσώπους τους. Το όλο εγχείρημα της οργάνωσης και κωδικοποίησης των κανόνων άσκησης της λαϊκής εξουσίας ήταν άμεσα επηρε­ασμένο από τη σοβιετική εμπειρία κι εντασσόταν ρητά στην προοπτική οικοδόμησης μιας εργα­τοαγροτικής εξουσίας. Ωστόσο, δεν επιχείρησε να ανατρέψει άμεσα το καθεστώς των σχέσεων ιδιοκτησίας, υπογραμμίζοντας τη μέγιστη σημα­σία «της ηθικής, των παραδόσεων και των εθίμων του λαού», που ορίζονταν ως πηγή νομιμοποίησης της δικαιοσύνης, η οποία αποδίδονταν «από το λαό, για το λαό». Τα εκατοντάδες «τακτικά» ή «έκτακτα» λαϊκά δικαστήρια που συγκροτήθηκαν στα 1943-1944 αποτέλεσαν τις πιο προωθημένες εκφράσεις της νέας πολιτικής τάξης. Στη λογική πως το ΕΑΜ «εκπροσωπούσε την κοινή γνώμη και το κοινό περί δικαίου αίσθημα με οργανωμέ­νο τρόπο», οι πολιτικοί του επίτροποι ανέλαβαν τη θέση που στα αστικά δικαστήρια κατείχε ο ει­σαγγελέας εγκαινιάζοντας μια νέα πολιτική τάξη η οποία, μετά την πτώση του Μουσολίνι και τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, εδραιώθηκε μέσα από τη διαδικασία των εκλογών, την Εθνοσυνέ­λευση στις Κορυσχάδες και τη συγκρότηση της «κυβέρνησης του βουνού».

Η περίοδος αποκρυστάλλωσης των θεσμών αντιεξουσίας έγινε αντιληπτή από όσους συμμε­τείχαν στο ΕΑΜ ως «συνέχεια» ή «ολοκλήρωση» της ημιτελούς αστικής επανάστασης του 1821. Το «Επίδαυρος 1821-Κορυσχάδες 1944» που δέσποζε πάνω από το βήμα του ομιλητή στην εθνοσυνέλευση δεν ήταν μόνο μια επινοημένη παράδοση, ούτε σκέτη «εκ των άνω» ιδεολογική κατασκευή. Απηχούσε ταυτόχρονα στην πράξη κώδικες και συλλογικές πρακτικές βαθιά ριζωμέ­να στις αγροτικές κοινωνίες. Αρα οι θεσμοί λαϊ­κής εξουσίας που δοκιμάστηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής γεννήθηκαν μεν σε κενό εξουσίας όχι όμως εκ του μηδενός· αντιθέτως, στηρίχτη­καν σε προϋπάρχοντες κοινοτικούς δεσμούς και πολιτιστικούς κώδικες. Όπως και στην ύπαιθρο, έτσι και στις πόλεις η φάση μαζικοποίησης ανα­πτύχθηκε στο έδαφος μιας κοινής εμπειρίας της ιστορίας, των συγγενών πολιτιστικών αναπαρα­στάσεων και της γεύσης του «βρόμικου ψωμιού» της προσφυγιάς. Το 1943 το κέντρο βάρους της δράσης του ΕΑΜ μετατοπίστηκε από το κέντρο της Αθήνας και του Πειραιά στις γειτονιές. Από τις απελευθερωμένες γειτονιές του Λεκανοπεδί­ου, στην πλειονότητα τους προσφυγικές, έκαναν την είσοδο τους στο προσκήνιο οι επικίνδυνες τάξεις, ο «αμφιβόλου εθνικότητος όχλος των συνοικισμών» που από εκείνη τη στιγμή και μετά αποτέλεσε τον ταξικό εφιάλτη των οικονομικών και πολιτικοστρατιωτικών ελίτ.

Καθώς σημείωνε ο Λένιν για τη Ρωσία του 1905 και του 1917, έτσι και για την Ελλάδα της Κατοχής κανένα κόμμα και καμιά φωτισμένη πρωτοπορία δεν είχαν κι ούτε μπορούσαν να έχουν προβλέψει τις μορφές δυαδικής εξουσίας που διαμορφώθηκαν σε συνθήκες πολέμου και επαναστατικής κρίσης και οι οποίες έθεταν de facto το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Κλειδί για την ώσμωση των επαναστατικών πρωτο­ποριών με τη μαζική κίνηση των εργατικών και αγροτικών πληθυσμών σε εκείνες τις συνθήκες καθολικής κοινωνικής κρίσης υπήρξε η δυνατότη­τα των κομμουνιστών να αντιληφθούν εγκαίρως τη ρευστότητα των ταυτοτήτων και των σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης και να συγκροτήσουν τη νέα, εαμική πολιτική ταυτότητα όχι στη βάση μιας αφηρημένης ιδεολογικής συμφωνίας αλλά σ’ εκείνη των συγκεκριμένων συλλογικών πρα­κτικών του κινήματος.

Καθώς οι δυνάμεις Κατοχής ολοκλήρωναν την αποχώρηση τους στις αρχές του φθινοπώ­ρου του 1944, το 70% της εθνικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων πολλών πόλεων και με­γάλων κομματιών της πρωτεύουσας, βρισκόταν de facto υπό τον έλεγχο των νέων θεσμών εργατοαγροτικής εξουσίας. Οι αιτίες για τις οποίες οι πολιτικές ηγεσίες του ΕΑΜ και του ΚΚΕ «πα­ρέδωσαν» τις θέσεις που είχαν κατακτήσει στην αστική τάξη πρέπει να αναζητηθούν στην αντι­φατική κι ανισομερή ανάπτυξη του εαμικού κι­νήματος: στην ασάφεια των ορίων ανάμεσα στον πολιτικό ορίζοντα ενός εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου, του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της χώρας και της εργατικής προλεταριακής επανά­στασης από τη μία πλευρά και, από την άλλη, στην έλλειψη συγκροτημένης επαναστατικής πτέρυγας ικανής να στερεώσει και να βαθύνει τις μορφές ταξικής οργάνωσης στην πόλη και στην ύπαιθρο και να διαμορφώσει συγκεκριμένο επα­ναστατικό πρόγραμμα και σχέδιο στις διαφορετι­κές στροφές της συγκυρίας. Αυτά τα ερωτήματα ωστόσο αποτελούν αντικείμενο άλλου κειμένου. Για την ώρα, ας κρατήσουμε κατά νου πως, αν τέθηκαν κάποια πραγματικά ζητήματα «διεύθυν­σης» και «καθοδήγησης» του κινήματος, τούτο συνέβη στο βαθμό και μόνο που είχε προηγηθεί η συγκρότηση μορφών εναλλακτικής πολιτικής εξουσίας υπό τον έλεγχο και την ηγεμονία των δυνάμεων της εργασίας.

…………………………………………………..

[1].E.P.Thompson, ”The Moral Economy of the English Crowd in the Eighteenth Century, Past and Present, no 50, Φεβρουάριος 1971, σ.76-136”

[2[ Τheda Skocpol. Social revolutions in the modern world Cambridge U.P. 1994, σ.157

…………………………………………………..

Βιογραφικό

Ο Δημήτρης Κουσουρής γεννήθηκε στον Πειραιά το 1974. Αποφοίτησε από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή το 2009 στο Παρίσι (École des Hautes Études en Sciences Sociales). Σήμερα, όπως και το 2009-2010, διδάσκει σύγχρονη ιστορία ως εντεταλμένος διδάσκων στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει εργαστεί ως ερευνητής και επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Princeton (2010-2011) και του Chicago (2011-2012). Έχει δημοσιεύσει σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά και συλλογικούς τόμους, ενώ στους προσεχείς μήνες αναμένεται η έκδοση του πρώτου του βιβλίου στη Γαλλία, με τίτλο « Les procès des collaborateurs en Grèce (1944-1949)». Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στις σχέσεις ανάμεσα στον πόλεμο και την πολιτική στην Ευρώπη του 20ο αιώνα, τη δεκαετία του 1940 και την ιστορία της ιστοριογραφίας.

Advertisements
Explore posts in the same categories: Δημήτρης Κουσουρής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: