Ευ­τύ­χης Μπι­τσά­κης: »Ανθρώπινη φύση. Για τον κομμουνισμό του πεπερασμένου»

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τμήμα κεφαλαίου από το υπό έκδοση βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη με τίτλο «Ανθρώπινη φύση. Για τον κομμουνισμό του πεπερασμένου», το οποίο θα κυκλοφορήσει τέλη Μαΐου από τις εκδόσεις Τόπος.

Σο­σια­λι­σμός: Ο κα­θέ­νας κα­τά τις ι­κα­νό­τη­τές του. Στον κα­θέ­να α­νά­λο­γα με την προ­σφο­ρά του. Εδώ, κα­τά τον Μαρ­ξ, ι­σχύει το α­στι­κό δί­καιο. Κομ­μου­νι­σμός: Από τον κα­θέ­να α­νά­λο­γα με τις ι­κα­νό­τη­τές του. Στον κα­θέ­να α­νά­λο­γα με τις α­νά­γκες του. Πώς μπο­ρεί να γί­νει αυ­τό; Όταν «με την ο­λό­πλευ­ρη α­νά­πτυ­ξη των α­τό­μων θα έ­χουν α­να­πτυχ­θεί και οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις και θα α­να­βλύ­ζουν πιο ά­φθο­να οι πη­γές του κοι­νω­νι­κού πλού­του» (Μαρξ). Τό­τε η αν­θρω­πό­τη­τα θα έ­χει πε­ρά­σει «α­πό το βα­σί­λειο της α­νά­γκης στο βα­σί­λειο της ε­λευ­θε­ρίας».
Χά­ρη στην ε­πι­στή­μη και την ε­πι­στη­μο­νι­κή τε­χνο­λο­γία, ο κα­πι­τα­λι­σμός α­νέ­πτυ­ξε τις πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις με πράγ­μα­τι ε­πα­να­στα­τι­κό τρό­πο. Αλλά η α­νά­πτυ­ξη συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό τη γέν­νη­ση του νεό­τε­ρου προ­λε­τα­ριά­του, και τις ω­δί­νες που συ­νό­δευαν την εμ­φά­νι­ση αυ­τής της τά­ξης στο ι­στο­ρι­κό προ­σκή­νιο. Η βαρ­βα­ρό­τη­τα της α­να­δυό­με­νης κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής κοι­νω­νίας συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό ε­ξε­γέρ­σεις, ε­πα­να­στά­σεις, κι­νή­μα­τα, ου­το­πι­κά σχε­διά­σμα­τα, α­πό το κί­νη­μα του ρο­μα­ντι­σμού κ.λπ.
Σή­με­ρα, ε­πο­χή πρω­το­φα­νούς τε­χνο­λο­γι­κής α­νά­πτυ­ξης, οι α­ντι­νο­μίες της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής προό­δου έ­χουν φθά­σει σε πα­ρο­ξυ­σμό. Πολ­λοί σή­με­ρα, νο­σταλ­γοί ε­νός ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νου πα­ρελ­θό­ντος, μι­λούν για ε­πι­στρο­φή στις ρί­ζες (κυ­ρίως τις πο­λι­τι­σμι­κές αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα). Μια τέ­τοια ε­πι­στρο­φή σε προ­κα­πι­τα­λι­στι­κές μορ­φές κοι­νω­νι­κής συμ­βίω­σης α­πο­τε­λεί ου­το­πία. Μπο­ρού­με ό­μως να α­παλ­λα­γού­με α­πό τον ε­ξου­θε­νω­τι­κό α­στι­κό κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σίας; Από τους γρα­φειο­κρα­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς; Πώς θα ή­ταν δυ­να­τόν να α­πο­φύ­γου­με τη σπα­τά­λη και τε­λι­κά την ε­ξάν­τλη­ση των φυ­σι­κών α­πο­θε­μά­των, τη μό­λυν­ση του πλα­νή­τη, τις με­γα­λου­πό­λεις της νέ­ας φτώ­χειας, της μο­να­ξιάς και του κα­θη­με­ρι­νού άγ­χους;
Ας δού­με αν ο Μαρξ πρό­τει­νε κά­ποια λύ­ση με βά­ση την ε­πο­χή του, που οι ο­πα­δοί την έ­θα­ψαν ή καν δεν την α­να­κά­λυ­ψαν.

Ο πε­ριο­ρι­σμός της ερ­γά­σι­μης μέ­ρας

Υλι­κή α­φθο­νία. Βα­σί­λειο της Ελευ­θε­ρίας. Αλλά: «Το βα­σί­λειο της ε­λευ­θε­ρίας αρ­χί­ζει μό­νον ε­κεί ό­που η ερ­γα­σία δεν γί­νε­ται α­πό α­νά­γκη και α­πό ε­ξω­τε­ρι­κή συ­γκυ­ρία. Από τη φύ­ση της, λοι­πόν, το­πο­θε­τεί­ται πέ­ρα α­πό τη σφαί­ρα της κα­θαυ­τό υ­λι­κής πα­ρα­γω­γής. Όπως ο πρω­τό­γο­νος άν­θρω­πος έ­πρε­πε να α­γω­νί­ζε­ται ε­νά­ντια στη φύ­ση για να ι­κα­νο­ποιεί τις α­νά­γκες του, να δια­τη­ρεί­ται στη ζωή και να α­να­πα­ρά­γε­ται, πα­ρό­μοια ο πο­λι­τι­σμέ­νος άν­θρω­πος εί­ναι ε­πί­σης α­να­γκα­σμέ­νος να κά­νει το ί­διο, ό­ποια και να εί­ναι η δο­μή της κοι­νω­νίας και ο τρό­πος πα­ρα­γω­γής. Με την α­νά­πτυ­ξη ε­πε­κτεί­νε­ται ε­πί­σης η φυ­σι­κή α­να­γκαιό­τη­τα, ε­πει­δή οι α­νά­γκες αυ­ξά­νο­νται. Την ί­δια στιγ­μή ό­μως διευ­ρύ­νο­νται οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις για να τις ι­κα­νο­ποιή­σουν. Σε αυ­τή την πε­ριο­χή, η μό­νη δυ­να­τή ε­λευ­θε­ρία εί­ναι: ο κοι­νω­νι­κός άν­θρω­πος, οι συ­νε­ται­ρι­σμέ­νοι πα­ρα­γω­γοί, να ρυθ­μί­ζουν ορ­θο­λο­γι­κά τις α­νταλ­λα­γές τους με τη φύ­ση, την ο­ποία ε­λέγ­χουν α­πό κοι­νού, α­ντί να κυ­ριαρ­χού­νται α­πό την τυ­φλή δύ­να­μή της, και να πραγ­μα­το­ποιούν αυ­τές τις α­νταλ­λα­γές δα­πα­νώ­ντας το ε­λά­χι­στο των δυ­νά­μεών τους και σε συν­θή­κες πε­ρισ­σό­τε­ρο α­ντά­ξιες και πε­ρισ­σό­τε­ρο σύμ­φω­νες με την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση τους. Αλλά αυ­τή η δρα­στη­ριό­τη­τα θα α­πο­τε­λεί πά­ντα το βα­σί­λειο της α­νά­γκης. Πέ­ρα α­πό ε­κεί αρ­χί­ζει η α­νά­πτυ­ξη των αν­θρώ­πι­νων δυ­νά­μεων ως αυ­το­σκο­πός, το πραγ­μα­τι­κό βα­σί­λειο της ε­λευ­θε­ρίας, που δεν μπο­ρεί να αν­θή­σει πα­ρά μό­νο θε­με­λιω­μέ­νο στο άλ­λο βα­σί­λειο, στη βά­ση της α­να­γκαιό­τη­τας. Ου­σια­στι­κός ό­ρος αυ­τής της άν­θη­σης, εί­ναι ο πε­ριο­ρι­σμός της ερ­γά­σι­μης η­μέ­ρας»1.

Κομ­μου­νι­σμός:η κα­τάρ­γη­ση της υ­πάρ­χου­σας κα­τά­στα­σης

Πε­ριο­ρι­σμός της ερ­γά­σι­μης η­μέ­ρας. Πε­ριο­ρι­σμός, κα­τά το δυ­να­τόν, του α­στι­κού κα­τα­με­ρι­σμού ερ­γα­σίας. Κοι­νή προ­σπά­θεια. Συλ­λο­γι­κό­τη­τα. Αλλά τι θα γί­νει με τις α­πάν­θρω­πες με­γα­λου­πό­λεις; Με την προϊού­σα ε­ξάν­τλη­ση των φυ­σι­κών α­πο­θε­μά­τω­ν; Με την κα­τα­στρο­φή τε­ρά­στιων ε­νερ­γεια­κών α­πο­θε­μά­των για τη με­τα­φο­ρά ε­μπο­ρευ­μά­των α­πό τη μια ά­κρη του πλα­νή­τη μέ­χρι την άλ­λη; Τι θα γί­νει συ­νο­λι­κά με τον σύγ­χρο­νο άν­θρω­πο, που ζει τη «μο­λυ­σμέ­νη α­νά­σα του πο­λι­τι­σμού»; (Μαρξ)
«Ανά­γκα και θε­οί πεί­θο­νται». Αυ­τό ι­σχύει και στην πο­ρεία προς την κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νία, και στον κομ­μου­νι­σμό. Χω­ρίς την α­νά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­μεων, η φτώ­χεια θα γε­νι­κευ­θεί. Θα ξα­ναρ­χί­σει ο α­γώ­νας για τα α­να­γκαία, και μοι­ραία θα ξα­να­πέ­φτα­με στην ί­δια κο­πριά2.
Συ­νε­πώς: «Ο κομ­μου­νι­σμός δεν εί­ναι για ε­μάς ού­τε κα­τά­στα­ση που πρέ­πει να δη­μιουρ­γη­θεί ού­τε έ­να ι­δα­νι­κό με το ο­ποίο πρέ­πει να ρυθ­μι­στεί η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ονο­μά­ζου­με κομ­μου­νι­σμό την πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση, η ο­ποία κα­ταρ­γεί την υ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση»3. Αρκεί μό­νο η κα­τάρ­γη­ση της υ­πάρ­χου­σας κα­τά­στα­σης; Και τι θα υ­πάρ­ξει στη θέ­ση της;
Πώς θα εί­ναι δυ­να­τόν να έ­χου­με α­νά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­μεων, α­νά­πτυ­ξη των α­να­γκών και ταυ­τό­χρο­να α­παλ­λα­γή α­πό τις κα­τα­στρο­φι­κές συ­νέ­πειες του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής (κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σίας, σπα­τά­λη πρώ­των υ­λών, με­γα­λου­πό­λεις κ.λπ.); Ας α­φή­σου­με τον ε­πα­να­στα­τι­κό βερ­μπα­λι­σμό και ας ε­πι­χει­ρή­σου­με μιαν α­πά­ντη­ση.
Έχου­με ση­μειώ­σει τις θε­τι­κές κρί­σεις και του Μαρξ και του Ένγκε­λς για τη φυ­λε­τι­κή κοι­νω­νία, και ει­δι­κά για την κοι­νω­νία των Ινδιά­νων. Επι­στρο­φή λοι­πόν στις πρω­τό­γο­νες κοι­νό­τη­τες;

Επι­στρο­φή στην κοι­νο­τι­κή ι­διο­κτη­σία

Τι λέει ε­π’ αυ­τού ο Μαρ­ξ; «Η α­γρο­τι­κή κοι­νό­τη­τα α­πο­τε­λεί πα­ντού τον νεό­τε­ρο τύ­πο του αρ­χαϊκού κοι­νω­νι­κού σχη­μα­τι­σμού και γι’ αυ­τό τον λό­γο εμ­φα­νί­ζε­ται στην ι­στο­ρι­κή α­νά­πτυ­ξη της αρ­χαίας και της δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης η πε­ρίο­δος της α­γρο­τι­κής κοι­νό­τη­τας, ως με­τα­βα­τι­κή πε­ρίο­δος α­πό την κοι­νο­τι­κή στην α­το­μι­κή ι­διο­κτη­σία». Πώς κρί­νει ο Μαρξ την α­γρο­τι­κή κοι­νό­τη­τα; «Η νέα κοι­νό­τη­τα που ει­σάχ­θη­κε α­πό τους αρ­χαίους Γερ­μα­νούς σε ό­λες τις κα­τα­κτη­μέ­νες χώ­ρες κα­θ’ ό­λη τη διάρ­κεια του Με­σαίω­να, έ­γι­νε το μο­να­δι­κό κα­τα­φύ­γιο της ε­λευ­θε­ρίας και του λαϊκού βίου».
Σή­με­ρα που η κρί­ση του κα­πι­τα­λι­σμού εί­ναι πα­γκό­σμια και α­πει­λεί την ε­πι­βίω­ση της αν­θρω­πό­τη­τας, μή­πως θα έ­πρε­πε να ε­πι­στρέ­ψου­με στις αρ­χαϊκές κοι­νό­τη­τες, ε­πω­φε­λού­με­νοι α­πό τη σύγ­χρο­νη τε­χνο­λο­γία; Ιδού η γνώ­μη του Μαρ­ξ: «Η κε­φα­λαιο­κρα­τι­κή κρί­ση θα λή­ξει μό­νο με την κα­τάρ­γη­ση της κε­φα­λαιο­κρα­τίας, με την ε­πι­στρο­φή των σύγ­χρο­νων κοι­νω­νιών στον “αρ­χαϊκό” τύ­πο της κοι­νο­τι­κής ι­διο­κτη­σίας». […] Το νέο σύ­στη­μα, στο ο­ποίο τεί­νει η σύγ­χρο­νη κοι­νω­νία, «θα εί­ναι η α­να­βίω­ση του αρ­χαϊκού τύ­που κοι­νω­νίας σε μια α­νώ­τε­ρη μορ­φή». Δη­λα­δή κρα­τά­με το στοι­χείο της κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης, της συ­νερ­γα­σίας και της αλ­λη­λεγ­γύης, στο πλαί­σιο μιας κοι­νο­κτη­μο­νι­κής συμ­βίω­σης σε α­νώ­τε­ρο ε­πί­πε­δο. Οι τα­ξι­κές κοι­νω­νίες, και ει­δι­κά ο κα­πι­τα­λι­σμός, ή­ταν η άρ­νη­ση της πρω­τό­γο­νης κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης. Ο κομ­μου­νι­σμός θα εί­ναι η άρ­νη­ση της άρ­νη­σης: μια νέα, α­νώ­τε­ρη μορ­φή κοι­νο­τι­κού βίου4.
«Σε μια α­νώ­τε­ρη μορ­φή»: Δη­λα­δή, με την α­ξιο­ποίη­ση των κα­τα­κτή­σεων των ε­πι­στη­μών και της τε­χνο­λο­γίας α­πό σύγ­χρο­νες κοι­νό­τη­τες, ό­που η πολ­λα­πλό­τη­τα των α­πα­σχο­λή­σεων θα μειώ­νει τον αυ­στη­ρό κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σίας, η πα­ρα­γω­γή κα­τά το δυ­να­τόν σε το­πι­κή κλί­μα­κα υ­λι­κών α­γα­θών θα α­ξιο­ποιεί τις το­πι­κές ι­διο­μορ­φίες, οι με­τα­φο­ρές προϊό­ντων θα μειω­θούν και μα­ζί με αυ­τό η ε­νερ­γεια­κή σπα­τά­λη. Επι­πλέ­ον και προ­πα­ντός: θα αρ­θεί ο τα­ξι­κός α­ντα­γω­νι­σμός στο πλαί­σιο της συλ­λο­γι­κής προ­σπά­θειας. Η πολ­λα­πλό­τη­τα πα­ρα­γω­γής προϊό­ντων σε το­πι­κή κλί­μα­κα δεν θα ση­μά­νει την άρ­νη­ση κε­ντρι­κού σχε­δια­σμού. Η ση­με­ρι­νή τε­χνο­λο­γία (πλη­ρο­φο­ρι­κή κ.λπ.) δί­νει τη δυ­να­τό­τη­τα δη­μο­κρα­τι­κού συ­ντο­νι­σμού του το­πι­κού με το κοι­νω­νι­κό, στο πλαί­σιο της κομ­μου­νι­στι­κής κοι­νω­νίας.
Ωραία μεν, δύ­σκο­λα δε! Για να ε­πι­στρέ­ψει η αν­θρω­πό­τη­τα ε­κεί ό­που ξε­κί­νη­σε αλ­λά με άλ­λα μέ­σα, θα χρεια­στούν χρό­νια, μέ­σα, μόχ­θος και συλ­λο­γι­κή αν­θρώ­πι­νη ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα.

Η άρ­ση της α­ντί­θε­σης πό­λης – υ­παί­θρου

Και οι πό­λεις του κα­πι­τα­λι­σμού των ε­κα­τομ­μυ­ρίων μο­να­χι­κών αν­θρώ­πι­νων υ­πάρ­ξεω­ν;
Αυ­τή εί­ναι εκ των πραγ­μά­των η κα­τα­στρο­φή των προ­σω­πι­κών σχέ­σεων και της συλ­λο­γι­κής αλ­λη­λεγ­γύης. Επα­νερ­χό­μα­στε στην ά­πο­ψη του Ένγκε­λς, στην ο­ποία έ­χου­με ή­δη α­να­φερ­θεί. Ο κα­πι­τα­λι­σμός ό­ξυ­νε στο έ­πα­κρο την α­ντί­θε­ση πό­λης-υ­παί­θρου. Λύ­ση; Κα­τά τον Ένγκε­λς, «η άρ­ση της α­ντί­θε­σης της πό­λης και της υ­παί­θρου δεν εί­ναι μό­νο δυ­να­τή. Έχει γί­νει ά­με­ση α­να­γκαιό­τη­τα της βιο­μη­χα­νι­κής πα­ρα­γω­γής, ό­πως ε­πί­σης έ­γι­νε α­νά­γκη της α­γρο­τι­κής πα­ρα­γω­γής και ε­πι­πλέ­ον της α­γο­ράς και της δη­μό­σιας υ­γείας. Μό­νο με τη συγ­χώ­νευ­ση της πό­λης και της υ­παί­θρου εί­ναι δυ­να­τόν να ε­ξα­λει­φθεί η μό­λυν­ση του αέ­ρα, του νε­ρού και του ε­δά­φους. Ο χω­ρι­σμός αυ­τός και μό­νο μπο­ρεί να φέ­ρει τις μά­ζες που σή­με­ρα μα­ραί­νο­νται μέ­σα στις πό­λεις, στο ση­μείο ό­που η κο­πριά τους θα χρη­σι­μεύει για να πα­ρά­γει δέ­ντρα α­ντί να προ­κα­λεί α­σθέ­νειες». Και στη συ­νέ­χεια: «Η κα­τάρ­γη­ση του δια­χω­ρι­σμού της πό­λης και της υ­παί­θρου δεν εί­ναι συ­νε­πώς ου­το­πία, έ­στω και αν έ­χει ως προϋπό­θε­ση την κα­τά το δυ­να­τόν με με­γα­λύ­τε­ρη ι­σό­τη­τα κα­τα­νο­μή της με­γά­λης βιο­μη­χα­νίας σε ο­λό­κλη­ρη τη χώ­ρα. Βέ­βαια, ο πο­λι­τι­σμός μας ά­φη­σε με τις με­γά­λες πό­λεις μια κλη­ρο­νο­μιά που θα χρεια­στεί πο­λύς χρό­νος και μόχ­θος για να την ε­ξα­λεί­ψου­με»5. Σε άλ­λο ση­μείο ο Ένγκε­λς α­να­φέ­ρε­ται στις με­γα­λου­πό­λεις του κα­πι­τα­λι­σμού, που θα μεί­νουν κά­πο­τε έ­ρη­μα μνη­μεία μιας βάρ­βα­ρης ε­πο­χής.
Τό­σο στην Ευ­ρώ­πη ό­σο και στη Ρω­σία, υ­πήρ­χαν μέ­χρι και τα νεό­τε­ρα χρό­νια κα­τά­λοι­πα προ­κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σεων ι­διο­κτη­σίας. Η ο­μπι­στσί­να ή­ταν μορ­φή πα­μπά­λαιας κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης της γης. Σχε­τι­κά με αυ­τό γρά­φει ο Ένγκε­λς: «Μπο­ρεί ά­ρα­γε η ρω­σι­κή ο­μπι­στσί­να, αυ­τή η σε με­γά­λο βαθ­μό υ­πο­νο­μευ­μέ­νη μορ­φή της πα­μπά­λαιας κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης της γης, να πε­ρά­σει κα­τευ­θείαν στην α­νώ­τε­ρη, κομ­μου­νι­στι­κή μορ­φή της κοι­νής γαιο­κτη­σίας; Ή, α­ντί­θε­τα, θα πρέ­πει να δια­τρέ­ξει πρώ­τα την ί­δια την πο­ρεία διά­λυ­σης που χα­ρα­κτη­ρί­ζει την ι­στο­ρι­κή ε­ξέ­λι­ξη της Δύ­σης; Αν η ρω­σι­κή ε­πα­νά­στα­ση α­πο­τε­λέ­σει το σύν­θη­μα για μια προ­λε­τα­ρια­κή ε­πα­νά­στα­ση στη Δύ­ση, έ­τσι που οι δύο μα­ζί να συ­μπλη­ρώ­νουν η μία την άλ­λη, τό­τε η τω­ρι­νή κοι­νή ι­διο­κτη­σία της γης μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει ως α­φε­τη­ρία για μια κομ­μου­νι­στι­κή ε­ξέ­λι­ξη»6.

Απλοϊκή η α­ντί­λη­ψη της γραμ­μι­κής ε­ξέ­λι­ξης

Αυ­τά έ­γρα­φε ο Ένγκε­λς το 1882. Τα γε­γο­νό­τα ε­ξε­λίχ­θη­καν δια­φο­ρε­τι­κά, αλ­λά οι α­πό­ψεις του Μαρξ και του Ένγκε­λς δια­τη­ρούν και σή­με­ρα την α­ξία τους. Ανά­γκη συ­νε­πώς να τις με­λε­τή­σου­με στο φως της ση­με­ρι­νής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.
Ας το συ­ζη­τή­σου­με.
Σε ε­κλαϊκευ­μέ­να κεί­με­να και την κα­θη­με­ρι­νή συ­ζή­τη­ση, αλ­λά και σε ε­πί­ση­μα «ντο­κου­μέ­ντα», έ­χει κυ­ριαρ­χή­σει μια α­πλοϊκή, δή­θεν μαρ­ξι­στι­κή γραμ­μι­κή α­ντί­λη­ψη της κοι­νω­νι­κής ε­ξέ­λι­ξης: πρω­τό­γο­νος κομ­μου­νι­σμός (φυ­λε­τι­κή κοι­νω­νία) δου­λο­κτη­σία, φε­ου­δαρ­χία, κα­πι­τα­λι­σμός, κομ­μου­νι­σμός. Αυ­τή η πο­ρεία α­ντα­πο­κρί­νε­ται σε έ­να γε­νι­κό, α­φη­ρη­μέ­νο ε­πί­πε­δο της ι­στο­ρι­κής κί­νη­σης. Αλλά πιο συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη της ι­στο­ρίας και των κει­μέ­νων των κλα­σι­κών του μαρ­ξι­σμού α­να­δει­κνύει μια πιο σύν­θε­τη ει­κό­να.
Κα­ταρ­χήν, πο­τέ και που­θε­νά δεν υ­πήρ­ξε κα­θα­ρός τρό­πος πα­ρα­γω­γής. Κα­τά­λοι­πα πα­λαιών τρό­πων πα­ρέ­μει­ναν ως δευ­τε­ρεύο­ντα στοι­χεία στο νέο τρό­πο πα­ρα­γω­γής. Η έκ­φρα­ση κυ­ρίαρ­χος τρό­πος πα­ρα­γω­γής α­ντι­στοι­χεί πε­ρισ­σό­τε­ρο στην πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νι­κή ε­ξέ­λι­ξη.
Στην ι­στο­ρία εί­ναι ου­σια­στι­κός ο ρό­λος του συ­μπτω­μα­τι­κού και του τυ­χαίου7. Γι’ αυ­τό, ό­πως έ­χου­με το­νί­σει, κά­θε κοι­νω­νία συ­νι­στά έ­να α­νοι­κτό πε­δίο δυ­να­το­τή­των. Οι νό­μοι ε­νυ­πάρ­χουν ως τά­σεις. Ποια α­πό τις δυ­να­τές τά­σεις θα πραγ­μα­το­ποιη­θεί, ε­ξαρ­τά­ται και α­πό ε­ξω­τε­ρι­κούς και τυ­χαίους πα­ρά­γο­ντες, αλ­λά και προ­πα­ντός α­πό τη δρά­ση του υ­πο­κει­με­νι­κού πα­ρά­γο­ντα. Η φα­τα­λι­στι­κή α­ντί­λη­ψη της ι­στο­ρίας εί­ναι ξέ­νη προς το μαρ­ξι­σμό. Κά­θε κοι­νω­νι­κός σχη­μα­τι­σμός έ­χει τις δι­κές του ι­διο­μορ­φίες, και έ­στω και αν η γε­νι­κή πο­ρεία της α­στι­κής κοι­νω­νίας τεί­νει προς τον κομ­μου­νι­σμό, ι­διο­μορ­φίες, συ­μπτω­μα­τι­κοί και υ­πο­κει­με­νι­κοί πα­ρά­γο­ντες θα μπο­ρού­σαν να ο­δη­γή­σουν σε κά­τι που ί­σως «κα­νείς να μην το θέ­λη­σε» (Ένγκε­λς).
Τα προ­η­γού­με­να δεν συ­νε­πά­γο­νται κά­ποια μορ­φή α­γνω­στι­κι­σμού ως προς την κί­νη­ση της ι­στο­ρίας. Θέ­λουν να το­νί­σουν ό­τι το γε­νι­κό-α­φη­ρη­μέ­νο δεν πραγ­μα­το­ποιεί­ται πο­τέ σε κα­θα­ρή μορ­φή και ό­τι, συ­νε­πώς, η κοι­νω­νι­κή πρω­το­πο­ρία, ορ­γα­νι­κοί δια­νοού­με­νοι και η­γε­σίες πρέ­πει πά­ντα να θυ­μού­νται το λε­νι­στι­κό: «συ­γκε­κρι­μέ­νη α­νά­λυ­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τά­στα­σης». Όπως το­νί­ζει ο γάλ­λος φι­λό­σο­φος Yvon Quiniou, «πρέ­πει να σκε­πτό­μα­στε έ­να δη­μο­κρα­τι­κό κομ­μου­νι­σμό, σύγ­χρο­νο και ευ­φυή, ο ο­ποίος δεν θα ή­ταν μό­νο μια ι­στο­ρι­κή α­να­γκαιό­τη­τα (θε­με­λιω­μέ­νη στην α­νά­λυ­ση των α­ντι­νο­μιών της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας) ή μια η­θι­κή υ­πο­χρέω­ση (θε­με­λιω­μέ­νη στην ε­πι­λο­γή μιας χει­ρα­φε­τη­μέ­νης αν­θρω­πό­τη­τας), αλ­λά έ­νας συλ­λο­γι­κός στό­χος ε­πι­θυ­μίας, συμ­φι­λιω­μέ­νος με τις πε­ρισ­σό­τε­ρο πλή­ρεις μορ­φές της ζωής»8.
Αι­σιο­δο­ξία; Ρε­α­λι­σμός: Ας μην ξε­χνά­με ό­τι τα χη­μι­κά και τα πυ­ρη­νι­κά ερ­γο­στά­σια εί­ναι ε­ξί­σου βλα­βε­ρά και ε­πι­κίν­δυ­να τό­σο στην α­στι­κή ό­σο και στην κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νία. Ότι τα φυ­σι­κά α­πο­θέ­μα­τα και με την πιο οι­κο­νο­μι­κή δια­χεί­ρι­ση θα μειώ­νο­νται. Ότι οι με­ταλ­λω­ρύ­χοι θα κα­τε­βαί­νουν ό­λο και πιο βα­θιά στα έ­γκα­τα της γης α­να­ζη­τώ­ντας βα­θύ­τε­ρα στρώ­μα­τα με­ταλ­λευ­μά­των. Ότι το πρό­βλη­μα του νε­ρού εί­ναι ή­δη αι­τία ε­ντά­σεων και πι­θα­νών πο­λέ­μων. Ότι ο κε­ντρι­κός σχε­δια­σμός, έ­στω και με την πλη­ρο­φο­ρι­κή, μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει στην α­νά­πτυ­ξη μιας νέ­ας γρα­φειο­κρα­τίας. Βρε­θή­κα­με –προϊόν της α­να­γκαιό­τη­τας και του τυ­χαίου που διέ­πουν τους νό­μους της φύ­σης– στην ε­πι­φά­νεια ε­νός μι­κρού πλα­νή­τη, πά­νω σε μια στε­ρεή κρού­στα που πε­ριέ­χει, σε ρευ­στή, πυ­ρα­κτω­μέ­νη μορ­φή, μέ­ταλ­λα και άλ­λα χη­μι­κά στοι­χεία. Το «θαύ­μα» της προέ­λευ­σής μας έ­χει ε­ξη­γη­θεί9. Και το μέλ­λο­ν;
Ποιο θα μπο­ρού­σε να εί­ναι το μέλ­λον αυ­τού του πα­ρά­ξε­νου ό­ντος, που α­πέ­κτη­σε «πνεύ­μα και α­νε­μό­εν φρό­νη­μα», που έ­φθα­σε στα ά­στρα, και που κιν­δυ­νεύει να αυ­το­κα­τα­στρα­φεί με τα δι­κά του δη­μιουρ­γή­μα­τα; Το μέλ­λον ε­ξαρ­τά­ται α­πό ε­μάς: Και η μό­νη ο­ρα­τή και ε­φι­κτή διέ­ξο­δος εί­ναι ο κομ­μου­νι­σμός. Η συ­να­δέλ­φω­ση των α­τό­μων κά­θε έ­θνους και η συ­να­δέλ­φω­ση των ε­θνών, μέ­σα α­πό την πά­λη για την α­να­τρο­πή του κα­πι­τα­λι­σμού, που θα πε­ρι­λαμ­βά­νει, ε­κτός α­πό το τα­ξι­κό στοι­χείο, και το στοι­χείο ε­νός διε­θνι­κού πα­τριω­τι­σμού.
Η με­τα­μο­ντέρ­να α­ντί­λη­ψη της ι­στο­ρίας θεω­ρεί το έ­θνος κα­τα­σκευή. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι τα έ­θνη συ­γκρο­τή­θη­καν μα­ζί με τη διεύ­ρυν­ση της α­γο­ράς, με μια δια­δι­κα­σία με­τα­να­στεύ­σεων και ε­πι­μει­ξιών, πο­λέ­μων και συν­θη­κών, ό­που κυ­ριαρ­χού­σε το δί­καιο του ι­σχυ­ρο­τέ­ρου, ή το δί­καιο των πιο ι­σχυ­ρών κρα­τών που κα­θό­ρι­ζαν τα σύ­νο­ρα και τις τύ­χες των λαών.
Κα­τά τους ι­δε­ο­λό­γους του κα­πι­τα­λι­σμού, η έν­νοια του έ­θνους εί­ναι ξε­πε­ρα­σμέ­νη. Αλλά οι ρί­ζες του έ­θνους α­νι­χνεύο­νται βα­θιά, στις πρω­τό­γο­νες φυ­λε­τι­κές κοι­νω­νίες, ό­που, στην πο­ρεία του χρό­νου, δια­μορ­φώ­νο­νταν λα­οί, ε­θνό­τη­τες με πραγ­μα­τι­κά ή φα­ντα­στι­κά στοι­χεία κοι­νής κα­τα­γω­γής, κοι­νούς θε­ούς, κοι­νή γλώσ­σα, ή­θη και έ­θι­μα. Τα ση­με­ρι­νά έ­θνη εί­ναι η α­πο­κρυ­στάλ­λω­ση ό­λων αυ­τών των πα­ρα­γό­ντων. Και οι ι­δε­ο­λό­γοι του κα­πι­τα­λι­σμού; Αυ­τοί μπο­ρούν να κα­τα­σκευά­ζουν θεω­ρίες. Αλλά οι πό­λε­μοι της Νέ­ας Τά­ξης, ό­πως και οι α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοί α­γώ­νες υ­πο­τε­λών ε­θνών (Κούρ­δων, Βά­σκων κ.λπ.), α­πο­δει­κνύουν την α­ντο­χή της έν­νοιας του έ­θνους. Ο κομ­μου­νι­σμός δεν θα ση­μά­νει τη διά­λυ­ση των ε­θνών, αλ­λά τη συ­νερ­γα­σία τους για έ­ναν α­νώ­τε­ρο διε­θνι­κό πο­λι­τι­σμό, με την αλ­λη­λε­πί­δρα­ση και την α­μοι­βαία α­φο­μοίω­ση των δη­μιουρ­γι­κών στοι­χείων που δια­μορ­φώ­θη­καν στη μα­κρά και ο­δυ­νη­ρή πο­ρεία της αν­θρω­πό­τη­τας.

Ση­μειώ­σεις

1. K. Marx, «Le Capital», ό.π., III, III, σ. 198.
2. Κ. Marx – F. Engels, «L’Ideologie Allemande», ό.π., σ. 63-64.
3. Στο ί­διο, σ. 64.
4. Προ­σχέ­διο του Μαρ­ξ, για μια α­πά­ντη­ση στη Βέ­ρα Ζά­σουλ­τς, μτφρ. Θ. Γκιού­ρας, «Ου­το­πία», 94, Μάρτ.-Απρ. 2011, σ. 187. Επί­σης Θ. Γκιού­ρας, «Απλώς δεν θα έ­πρε­πε κα­νείς να τρο­μά­ζει πο­λύ με τη λέ­ξη “αρ­χαϊκός”», στο ί­διο, σ. 207-227.
5. F. Engels, «Anti-Duhring», ό.π., σ. 333-334.
6. F. Engels, πρό­λο­γος στο «Κομ­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο», ό.π., σ. 12.
7. Του α­ντι­κει­με­νι­κά συ­μπτω­μα­τι­κού και του α­ντι­κει­με­νι­κά τυ­χαίου. Επει­δή τό­σο το συ­μπτω­μα­τι­κό ό­σο και το τυ­χαίο εί­ναι το τε­λι­κό προϊόν της σύ­μπτω­σης αι­τιο­κρα­τι­κών α­λυ­σί­δων. Ο ό­ρος «νό­μοι του τυ­χαίου» ου­σια­στι­κο­ποιεί το στοι­χείο της α­ντι­κει­με­νι­κό­τη­τας, τό­σο στη φύ­ση ό­σο και στην κοι­νω­νία.
8. Y. Quiniou, «Figures de la diraison politique», Ed. Cime, 1995, σ. 51.
9. Ε. Μπι­τσά­κη, «Η Ύλη και το Πνεύ­μα», ό.π., κυ­ρίως τα τρία τε­λευ­ταία κε­φά­λαια.

 

Πηγή:

http://www.epohi.gr/portal/theoria/14139

Advertisements
Explore posts in the same categories: Ευτύχης Μπιτσάκης

Ετικέτες: , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: