Για τη συγκυρία και το ερώτημα της εξουσίας

1903

του Γιώργου Καλαμπόκα  

Τις τελευταίες μέρες η συζήτηση για τη Συνδιάσκεψη μας έχει πάρει μια αναπάντεχη τροπή. Από το ερώτημα του Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου, το αν, με ποιον τρόπο και πάνω σε ποιο πρόγραμμα θα πρέπει να συγκροτηθεί, έχει μεταφερθεί στο ερώτημα της κυβέρνησης. Μια στατική θέση της άποψης που υποστηρίζω ενδεχομένως να θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο συνιστά εν πολλοίς έναν «χειρισμό» για να μετατοπιστεί το ζήτημα σε μια βάση που είναι ίσως ευκολότερο να απαντηθεί από άλλες απόψεις. Ίσως είναι έτσι.

Με το παρόν κείμενο υποστηρίζω ότι σε τελική ανάλυση η εξέλιξη της συζήτησης προς αυτή την κατεύθυνση είναι μια εξέλιξη στη σωστή κατεύθυνση. Και αυτό όχι γιατί θα πρέπει να συζητήσουμε, όπως ως τώρα συζητάμε, με σχετικά κλειστά αυτιά για το ζήτημα της κυβέρνησης, χρεώνοντας κυβερνητισμό και κοινοβουλευτικές αυταπάτες, ούτε πολύ περισσότερο γιατί θα πρέπει να δικαιώσουμε όσους θα θυσίαζαν το σύνολο των στοιχείων μιας επαναστατικής στρατηγικής για να πάρουν την κυβέρνηση του αστικού κράτους, με την αυταπάτη ότι μια οποιαδήποτε άλλη διαχείριση εκτός της τρέχουσας αστικής θα είναι καλύτερη και θα μπορούσε να έχει αίσιο τέλος. Όχι. Αλλά γιατί σήμερα θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τον ορίζοντα της συζήτησής μας, με την προοπτική της δικής μας παρέμβασης ή της παρέμβασης του εν λόγω μετώπου, δηλαδή με την πρόκληση της διατύπωσης μιας επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής. Και τέτοια δεν υπάρχει στις πλήρεις της μορφές χωρίς να θέτει στον εαυτό της το ερώτημα της κατάληψης της εξουσίας και του τρόπου για να γίνει αυτό.

Ίσως πολλούς συντρόφους και συντρόφισσες να τους/τις ξενίζει η επιμονή. Ίσως να είναι ακατανόητη μιας και δεν φαίνεται στον ορίζοντα άλλη δυνατότητα για να φτάσει η Αριστερά σύντομα στην εξουσία, παρά συμμετέχοντας σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου το πολιτικό του πρόγραμμα όλοι μας λέμε ότι είναι πρόγραμμα διαχείρισης και η συνολική του στρατηγική επίσης. Άρα, μπορεί να αναρωτιέται κανείς: τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Μήπως προετοιμάζουμε τη μεγάλη στροφή για μια συνεργασία με τη συγκεκριμένη κυβερνητική προοπτική; Μήπως, ακόμη και δεν το θέλουμε, όσοι υποστηρίζουμε ότι μπορεί να αναφερόμαστε και στην κυβερνητική εξουσία ως δυνάμει (όχι καταναγκαστκά, αλλά ως ενδεχόμενο) τμήμα μιας επαναστατικής στρατηγικής, τελικά απλώς ρίχνουμε νερό στο μύλο μιας τέτοιας φυσιογνωμίας και πολιτικοποίησης, μιας τέτοιας κατεύθυνσης; Ενδεχομένως, στο πλαίσιο της καχυποψίας που συχνά διέπει τον διάλογό μας και κυρίως στο έδαφος των πολλών βεβαιοτήτων και της στράτευσης όλων μας πίσω από κεντρικές γραμμές και δίπολα να μπορεί μια τέτοια διερώτηση να δικαιολογηθεί. Θα επιχειρήσουμε όμως να δείξουμε ότι η ίδια η συγκυρία θέτει το ζήτημα της εξουσίας και ότι αν αποφύγουμε να το απαντήσουμε από αριστερή, επαναστατική σκοπιά, απλώς θα μείνουμε θεατές των εξελίξεων διευκολύνοντας απλώς το έργο όσων θα ήθελαν να αποφύγουν μια τέτοια απάντηση να δοθεί εκτός του αστικού εδάφους.

 

Ι.
Θα πρέπει να ξεκινήσουμε διατυπώνοντας μια γενική αρχή. Γνώμη μας είναι πως στην ιστορία δεν υπάρχουν βεβαιότητες, δεν υπάρχουν «σιδερένιοι» κανόνες που μπορούν να προβλέψουν την ιστορική εξέλιξη, αλλά η εξέλιξη αυτή είναι σε τελική ανάλυση αστάθμητη και εν πολλοίς απρόβλεπτη. Όχι με την έννοια της τυχαιότητας (ο θεός δεν «παίζει ζάρια με τον κόσμο», αυτό μπορούμε να πούμε ότι είναι αλήθεια), αλλά με αυτή των ανοιχτών ενδεχομένων. Οι «νόμοι» που διέπουν την ιστορική εξέλιξη είναι πολύ διαφορετικοί από αυτούς των μαθηματικών ή της φυσικής, τουλάχιστον των μαθηματικών και της φυσικής του μακρόκοσμου. Αυτό είναι κατά την γνώμη μας που νοηματοδοτεί και τη δυνατότητα κάθε πολιτικής παρέμβασης, διαφορετικά θα κάναμε υπολογισμούς στο χαρτί. Με την έννοια αυτή λοιπόν, είναι που πρέπει να είμαστε πάντα (κατά την γνώμη του γράφοντος) ανοιχτοί στην ιστορική πρωτοτυπία, στους πρωτότυπους δρόμους μέσα από τους οποίους μπορούν να προχωρήσουν τα πράγματα, αλλά και στις εντυπωσιακές εξελίξεις που μπορεί να έχουμε (άλλωστε δεν ζήσαμε λίγες τέτοιες τα προηγούμενα τρία χρόνια).

Με τον ίδιο τρόπο θεωρούμε ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε και τις στρατηγικές του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος: όχι ως μανιέρες, εργαλεία, που θα ξαναθέσουμε τάχα σε κίνηση, με τους ίδιους τρόπους. Η «κοινωνική μηχανή» δεν μπορεί ποτέ να γεννήσει τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα, ούτε όμως καν τις ίδιες ακριβώς ιστορικές περιστάσεις [1]. Θα πρέπει αντίθετα να αντλούμε «στρατηγικές αρχές» και αυτές είναι που θα πρέπει μεταξύ μας να ξεκαθαρίσουμε [2]. Φυσικά, τα παραπάνω δεν σημειώνονται για να επισημάνουν έναν «ιστορικό αγνωστικισμό» ή πολύ περισσότερο μια διαγραφή της ιστορικής εμπειρίας. Αντιθέτως, σημειώνονται για να μας επιτρέψουν να χρησιμοποιήσουμε αυτή την ιστορική εμπειρία και τα διδάγματά της, χωρίς να «μας χρησιμοποιήσουν». Με λίγα λόγια, η σύγχρονη επανάσταση θα είναι μια διαδικασία που θα πάρει τροπές ριζικά πρωτότυπες, τροπές που δεν έχουμε –στην ολότητά τους- ακόμη φανταστεί και κάθε σημερινή σχηματοποίηση (πχ κυβέρνηση ή ένοπλη σύγκρουση, σχηματοποίηση που έχει φυσικά την πολιτική σημασία της σήμερα), μπροστά τους θα είναι σε τελική ανάλυση φτωχή.

 

ΙΙ.
Προκύπτει το ερώτημα: μπορούμε σε αυτή τη συγκυρία να μιλάμε για τη δυνατότητα εξελίξεων που είναι δύσκολο να προβλέψουμε, ενδεχομένων που αυτή τη στιγμή μπορεί να μας φαίνονται μακρινά και αν ναι, γιατί; Φυσικά, όταν επιμένουμε ότι η ιστορία είναι πάντα πρωτότυπη δεν πρέπει να αφαιρούμε από την εξίσωσή τους θεσμούς, την πολιτική κυριαρχία, την κυρίαρχη ιδεολογία, τις παραγωγικές σχέσεις, την καθημερινότητα των ανθρώπων, τις συνήθειές τους, εν ολίγοις το υφιστάμενο κοινωνικό σύστημα δηλαδή και την κοινωνική του ηγεμονία. Είναι μέσα σε αυτό («στις συνθήκες που δεν επιλέγουν») που «οι άνθρωποι καλούνται να φτιάξουν μόνοι τους την ιστορία τους». Αν το κάναμε, ναι, τότε θα είχαμε εξ ορισμού αφαιρέσει κάθε δυνατότητα επιστημονικής, μαρξιστικής, προσέγγισης. Με την έννοια αυτή, δεν είναι κάθε συγκυρία ευεπίφορη να παραγάγει μεγάλες ανατροπές, να κυοφορήσει ιστορικών διαστάσεων πολιτικούς σεισμούς, παρότι σε κάθε συγκυρία όλα τα ενδεχόμενα είναι, σε τελική ανάλυση, ανοιχτά. Θα πρέπει λοιπόν να συζητήσουμε και να απαντήσουμε για τις δυνατότητες της συγκυρίας στην οποία ζούμε. Και αυτό, θα πρέπει κατά την γνώμη μας να το κάνουμε φεύγοντας από ένα γενικό και πιστεύουμε εργαλειακό, σχήμα που συνηθίζει να μετράει πόσο «αριστερά» ή πόσο «δεξιά» πάει η συγκυρία. Πιστεύουμε ότι τέτοια σχήματα δεν βοηθάνε, αντιθέτως δρουν πολλές φορές συσκοτιστικά καθώς συνήθως δεν μετράνε τα αντικειμενικά αλλά τα υποκειμενικά δεδομένα και μάλιστα αυτά που αφορούν δοσμένες υποκειμενικότητες, νούμερα σε μια «σκακιέρα» που είναι δεδομένη ως έχει –σε ένα δοσμένο πχ πολιτικό σκηνικό- και όχι τις δυναμικές που μπορεί να αναπτυχθούν με βάση τις αντικειμενικές δυνατότητες συνδυασμένες με την υποκειμενική παρέμβαση. Για να απαντήσουμε λοιπόν το ερώτημα των δυνατοτήτων θα πρέπει πριν απ’ όλα να απαντήσουμε στο ερώτημα του χαρακτήρα της κρίσης, των αποτελεσμάτων αλλά και της φάσης στην οποία βρίσκεται.

Γνώμη μας είναι ότι αν η ευρύτερη συγκυρία είναι ιστορική και δύναται να γεννήσει μεγάλες ανατροπές, είναι γιατί ίσως για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά εξελίσσεται μπροστά μας μια δυνάμει «οργανική κρίση» της αστικής στρατηγικής, για πρώτη φορά μέσα σε αυτή την περίοδο διαγράφεται μια δυνάμει κρίση ηγεμονίας αυτής της στρατηγικής, κρίση δηλαδή που εντοπίζεται σε όλα τα επίπεδα της κοινωνική δομής, οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό. Φυσικά, τα αίτια που παράγουν μια τέτοια (δυνάμει) κρίση είναι πολλαπλά, αλλά υπόβαθρό της, είναι σε τελική ανάλυση η οικονομική κρίση, η αδυναμία δηλαδή του κεφαλαίου, εγχώριου και διεθνούς να βρει πεδία υπεραξίωσης, πεδία ανόδου της κερδοφορίας του, δεδομένο για το οποίο δεν διαφαίνεται σε αυτή την φάση κάποια αλλαγή στον ορίζοντα. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που το κεφάλαιο εξαπολύει μια τεράστια επίθεση στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα επιδιώκοντας στρατηγικά να μειώσει το εργατικό, έμμεσο και άμεσο, κόστος ώστε να βρει «ανάσες» αύξησης κερδοφορίας, να παράγει νέο κεφάλαιο. Πρόκειται για το γνωστό σχήμα της «ανάπτυξης μέσω λιτότητας». Είναι στρατηγική, που στον πυρήνα της έχει τη διάλυση των οικονομικών (αλλά και θεσμικών, συνδικαλιστικών και πολιτικών) κατακτήσεων της προηγούμενης περιόδου, γι’ αυτό και δεν θα τροποποιηθεί παρά μόνο κάτω από τρομερές και ανυποχώρητες συγκρούσεις και μόνο αν κάτι τέτοιο είναι εντελώς αναγκαίο για την συνολική ευστάθεια του καπιταλιστικού κοινωνικού συστήματος, δηλαδή στο ενδεχόμενο ενός πραγματικά πολιτικά απειλητικού πολιτικού και κοινωνικού κινήματος που θα διεκδικήσει την εξουσία στηριγμένο πάνω σε ένα ριζικά ανταγωνιστικό πρόγραμμα και στην τεράστια λαϊκή κινητοποίηση. [3]

Όμως, η στρατηγική αυτή του κεφαλαίου, στρατηγική που συμπυκνώθηκε στη διαχείριση της ελληνικής εκδοχής της κρίσης με τη μνημονιακή επιδρομή, είναι εξ ορισμού μια ασταθής στρατηγική που διακυβεύει τις πολιτικές εκπροσωπήσεις των αστικών κομμάτων και τις κοινωνικές τους συμμαχίες, διαμορφώνει δηλαδή το υπόβαθρο μιας διαρκούς πολιτικής κρίσης. Ήδη, η κοινωνική έρημος που αφήνει πίσω του το μνημόνιο συνιστά ένα κοινωνικό υπόστρωμα που τροφοδοτεί εδώ και τρία περίπου χρόνια συστηματικά την πολιτική δυσαρέσκεια, ενώ ο παρατεταμένος ξεσηκωμός ενάντια στα μέτρα του μνημονίου, είχε έμπρακτα, μετρήσιμα, πολιτικά αποτελέσματα διώχνοντας δύο κυβερνήσεις αποτελώντας την πιο ανοιχτή έκφραση αυτής της πολιτικής κρίσης. Η ίδια αυτή η πολιτική κρίση της αστικής στρατηγικής και η διάλυση των δεσμών πολιτικής εκπροσώπησης των αστικών κομμάτων είναι που έχει, μέσα σε δύο χρόνια, διαλύσει το προηγούμενο πολιτικό σκηνικό, καταβαραθρώνοντας τον έναν από τους δύο κυριάρχους πόλους εξουσίας, αναδεικνύοντας μια δύναμη της αριστεράς που προηγούμενα είχε ποσοστά του 5-7% σε δυνάμει κυβερνητική δύναμη, φέρνοντας την ΧΑ στο κοινοβούλιο και μην επιτρέποντας, μέχρι αυτή την στιγμή, στον κυρίαρχο αστικό κυβερνητικό πόλο να συγκεντρώνει παρά περίπου το μισό από το ποσοστό που συνήθιζε να βγάζει κυβερνήσεις. Η ρευστότητα λοιπόν του σημερινού πολιτικού σκηνικού και το εύρος της κρίσης εκπροσώπησης των αστικών κομμάτων είναι τέτοια που δεν επιτρέπει καμία βεβαιότητα για την σταθεροποίησή του. Αντιθέτως, τα ρεύματα που έχουν αποδεσμευτεί από την πολιτική και ιδεολογική επιρροή των αστικών κομμάτων παραμένουν (είναι χαρακτηριστική η αποδοκιμασία του ευρώ και της ΕΕ από μεγάλο πλέον μέρος του λαού) και συνιστούν ένα σιωπηλό ποτάμι που η δική μας αριστερά θα πρέπει να επιδιώξει να συνδεθεί, να μπολιάσει με τα επιχειρήματά της, να εκπροσωπήσει πολιτικά και που αν καταφέρει να το κάνει μπορεί να βρεθεί (ίσως και απότομα) σε άλλες θέσεις και άλλες κλίμακες.

Τέλος, πέρα από την οικονομική και την πολιτική κρίση, η κρίση της αστική στρατηγική είναι και ιδεολογική, καθώς ενώ σε όλη τη δεκαετία του 2000 η αίγλη του κοινωνικού καπιταλιστικού οράματος διαρκώς ξεθώριαζε, είναι σήμερα που η αστική στρατηγική δεν προσφέρει καμία στρατηγική κοινωνικής ανέλιξης (όπως έκανε για παράδειγμα την δεκαετία του ‘90 το εξυγχρονιστικό όραμα) στα χαμηλότερα στρώματα, ούτε πολύ περισσότερο καμιά συνεκτική αφήγηση για την έξοδο από την κρίση και την κοινωνική ευημερία. Αντιθέτως, υπόσχεται θυσίες και λιτότητα προς όφελος μιας οικονομικής ανάκαμψης που τα λαϊκά στρώματα γνωρίζουν ότι τα «περάσει από πάνω τους», ότι η καταστροφή τους είναι προϋπόθεση για την θρυλούμενη ανάκαμψη.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι λοιπόν που καλούμαστε να αναγνωρίσουμε τις δυνατότητες που αυτή η δυνάμει κρίση της αστικής στρατηγικής μας δίνει. Όσο σοβεί η κρίση, και ιδίως η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, όσο η ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού παραμένει, όσο δηλαδή οι εκπροσωπήσεις των αστικών κομμάτων είναι ακόμη χαμηλές και διακυβευόμενες, όσο οι ριζοσπαστικές αναζητήσεις παραμένουν χωρίς οριστική ηγεμόνευση, και ταυτόχρονα χωρίς πολιτική έκφραση, οι πολιτικές και ιδεολογικές αυτές διαφοροποιήσεις από την αστική κατεύθυνση, που αναπτύσσονται σε κοινωνικό επίπεδο, μπορούν να αποτελέσουν για εμάς μια ιστορική ευκαιρία ανασύνθεσης μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Για να το πούμε απλά, η ευρύτερη συγκυρία μέσα στην οποία ζούμε είναι αυτή που έφτασε εγγύτερα από κάθε άλλη μεταπολιτευτικά στο να προσομοιάζει σε «επαναστατική κατάσταση». Δεν ήταν μια τέτοια, συγκέντρωσε όμως τα περισσότερα τέτοια χαρακτηριστικά [4]. Και αυτό σημαίνει ότι για εμάς τα διακυβεύματα έχουν πια διαφοροποιηθεί.

Όμως, η συνεχιζόμενη αναφορά μας σε «δυνάμει κρίση» δεν είναι τυχαία. Η θέση μας ότι η κρίση της αστικής στρατηγικής είναι ιδιαίτερα βαθιά και περίπου πρωτοφανής και ότι το πολιτικό είναι ρευστό και δίνει δυνατότητες εντυπωσιακών εξελίξεων, δεν σημαίνει ότι τα πράγματα θα παραμένουν έτσι για πάντα. Όσο δεν σηκώνουμε το γάντι πολιτικά και κινηματικά, τόσο θα εμπεδώνεται η ηττοπάθεια, η απογοήτευση, ο επιβιωτισμός και η ιδιώτευση. Με άλλα λόγια, η μετεκλογική σχετική σταθεροποίηση του πολιτικού σκηνικού, μπορεί να είναι σήμερα επιφανειακή (η ισορροπία αυτή να είναι ασταθής) αλλά αν παραμείνει έτσι, τότε μπορεί να παγιωθεί. Και αυτή η νέα παγιωμένη κατάσταση θα είναι φυσικά σε έναν ασφυκτικό πολιτικό, ιδεολογικό και οικονομικό συσχετισμό.

Με την έννοια αυτή, ενώ τα χαρακτηριστικά της οικονομικής και πολιτικής κρίσης είναι σχετικά αντικειμενικά (είναι παρόντα, τα βλέπουμε και τα βιώνουμε), η μετεξέλιξη αυτής της δυνάμει κρίσης σε ανοιχτή κρίση της αστικής στρατηγικής, κρίση την οποία δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει, να αποφύγει, να «διαχειριστεί» η αστική στρατηγική, απαιτεί την παρουσία μιας ανταγωνιστικής πολιτικής κατεύθυνσης. Με την έννοια αυτή, η μερική αυτή, έστω και ασταθής, ισορροπία που αυτή την στιγμή δείχνει να έχει το κυβερνητικό κέντρο -ισορροπία που κατά την γνώμη μας προς το παρόν δεν αναιρεί το βάθος της κρίσης στρατηγικής του και των αποτελεσμάτων της-, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην Αριστερά, στην απουσία ενός, με ηγεμονικούς όρους, πειστικού εναλλακτικού σχεδίου για την κοινωνία [5].

 

ΙΙΙ.
Είναι φανερό ότι τα πυρά μιας τέτοιας απουσίας, πρώτα θα βρουν τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, που ως μεγάλες δυνάμεις της Αριστεράς δρουν –με βάση το πολιτικό τους πρόγραμμα και την πολιτική τους τακτική- ως δυνάμεις εδραίωσης αυτής της ισορροπίας. Εδώ πολλά μπορεί κανείς να πει, αλλά η επανάληψη της κριτικής δεν έχει σημασία. Σημασία, κατά την γνώμη μας έχει, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, αλλά και κυρίως αν θέλουμε να σκεφτούμε ως αριστερά που θα πρέπει να μετράει τους στόχους της με βάση μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική -με βάση τη δυνατότητα, μέσα από ρήξεις και ανατροπές, μιας ηγεμονικής παρέμβασης-, να δούμε σε ποιον βαθμό αποτελούμε κι εμείς τμήμα του προβλήματος. Διαφορετικά, διαλέγουμε απλώς και μόνο για τον εαυτό μας τον ρόλο της αντιπολίτευσης στην υπόλοιπη Αριστερά, ρόλο που αντικειμενικά είχαμε ως θραύσματα μιας κρίσης του παρελθόντος, αλλά που στο πλαίσιο των σημερινών συνθηκών, των δυνατοτήτων και διακυβευμάτων, αλλά και πέντε χρόνια μετά την πρώτη ενιαία ύπαρξή μας, θα πρέπει να αφήσουμε πίσω. Προς το παρόν όμως ας κρατήσουμε ότι η εκμετάλλευση της ιστορικής ευκαιρίας που η δυνάμει ηγεμονική κρίση της αστικής στρατηγικής προσφέρει είναι διακυβευόμενη, δεν είναι βέβαιη, δεν είναι διαρκής, δεν θα περιμένει για πάντα. Πολύ περισσότερο όμως, η αδυναμία μας να την εκμεταλλευτούμε και να ανασυνθέσουμε εμείς πολιτικούς δεσμούς εκπροσώπησης δεν θα σημαίνει απλώς την απώλεια μιας ευκαιρίας. Και αυτό γιατί δεν είμαστε μέσα σε μια εν γένει πολιτική ομαλότητα, είμαστε μέσα σε συνθήκες που τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, σε συνθήκες που μπορεί άλλες δυνάμεις να συγκροτήσουν αυτές τις σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης, κοινώς να επιτρέψουμε να ανασυγκροτηθεί η αστική στρατηγική (και ποιος ξέρει σε ποιες μορφές) και μάλιστα εμπεδώνοντας στα λαϊκά στρώματα το αίσθημα της ήττας, του ατομισμού και του επιβιωτισμού.

Με την έννοια αυτή διαφωνούμε με εκτιμήσεις που βλέπουν στη συγκυρία μια γενική στροφή του κόσμου προς τα αριστερά που θα έχει κατάληξη –μετά την απογοήτευσή του από τη ρεφορμιστική αριστερά και τη διάλυση των αυταπατών του γι’ αυτήν- την στήριξη των επαναστατικών δυνάμεων. Θεωρούμε ότι αυτή η εκτίμηση κάνει δύο σημαντικά σφάλματα: α) Στηρίζεται –κατά την γνώμη μας- σε μια κάπως γραμμική θεώρηση της πολιτικής συνειδητοποίησης των μαζών, παραβλέποντας τα αποτελέσματα απογοήτευσης, ιδιώτευσης και επιβιωτισμού που ήδη καταγράφονται από την αδυναμία ριζικής πολιτικής απάντησης, καθώς και τα αποτελέσματα που η απογοήτευση από τη ρεφορμιστική αριστερά θα έχει. Θεωρούμε ότι την πολιτική ήττα του ρεφορμισμού και τη διάψευση των προσδοκιών των λαϊκών στρωμάτων θα τη χρεωθεί όλη η Αριστερά και άρα δύσκολα θα οδηγήσει σε ριζοσπαστικοποίηση, αντιθέτως θα επιτείνει τα αποτελέσματα απογοήτευσης. Με την έννοια αυτή, η εξέλιξη δεν είναι καθόλου γραμμική και η θέση μας δεν θα πρέπει να είναι θέση αναμονής και απλής αντιπολίτευσης στον ρεφορμισμό. Νομίζουμε δε ότι ενδεικτική για ό,τι υποστηρίζουμε είναι η απογοήτευση που προκάλεσε η στάση του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ στην απεργία των καθηγητών, απεργία που πήρε χαρακτηριστικά ενός κεντρικού πολιτικού θέματος. Ακόμη και αν οι δικές μας οργανωτικές δυνάμεις αυξηθούν κάπως υποδεχόμενες ενδεχομένως το πιο ριζοσπαστικό δυναμικό που απογοητεύτηκε, είναι φανερό ότι στα λαϊκά στρώματα η στάση της ρεφορμιστικής αριστεράς καταγράφεται περίπου ως επιβεβαίωση ότι οι αγώνες όχι μόνο δεν έχουν αποτέλεσμα, αλλά δεν μπορούν καν να υπάρξουν. Ας φανταστούμε μόνο την αντίστοιχη απογοήτευση από μια πιθανή κυβερνητική διαχείριση της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Θεωρούμε ότι απλώς θα επιβεβαιώσει στην λαϊκή συνείδηση ότι η Αριστερά δεν μπορεί να βγάλει τον τόπο από την κρίση. Με την έννοια αυτή είναι που εμείς δεν μπορούμε να ποντάρουμε σε μια θέση «αντιπολίτευσης» προς την επίσημη αριστερά, αλλά θα πρέπει να επιδιώξουμε την αυτοτελή παρουσία ενός εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου από την μεριά μας, μια συνεκτική, ηγεμονική στρατηγική, ακόμη και αν οι δυνάμεις μας είναι μικρότερες και όχι απλώς να επενδύουμε στην κατάρρευση των ρεφορμιστών, β) Σε τελική ανάλυση, μια τέτοια θεώρηση, είναι κατά την γνώμη μας δέσμια της θέσης ότι η ιστορία θα προσαρμοστεί σε εμάς και όχι εμείς στην ιστορία, ή αλλιώς ότι η πραγματικότητα θα προσαρμοστεί σε εμάς και όχι το αντίθετο. Ότι η επαναστατική παρέμβαση και στρατηγική, καθώς και οι μορφές της, είναι έτοιμες και δοσμένες στο σημερινό πολιτικό σκηνικό και ότι απλώς πρέπει η συνείδηση του κόσμου να τις αναγνωρίσει. Όμως, τότε το πολιτικό ζητούμενο θεωρείται δεδομένο και ίσως αυτό είναι που εξηγεί αρκετά πράγματα για την οργανωτική αυτάρκεια των συντρόφων (που όλοι δείχνουμε να έχουμε επιμένοντας στις «μερικές» μας αλήθειες) που οδηγεί στην αποφυγή κάθε συζήτησης για ενιαία μετεξέλιξή μας σε ένα κάποιου τύπου πολυτασικό κομμουνιστικό, επαναστατικό, κόμμα (στην αρχική πολιτική συμφωνία του οποίου προσιδιάζει πολύ περισσότερο το κεκτημένο μας, παρά σε αυτήν ενός μετώπου).

Διαφωνούμε όμως και με εκτιμήσεις που θεωρούν ότι ακόμη και αν υπήρξε όντως ιστορική ευκαιρία (πχ. στις πλατείες) αυτή χάθηκε, το σκηνικό έχει πλέον σταθεροποιηθεί κι εμείς έχουμε περάσει αντικειμενικά σε μια φάση που κυρίως πρέπει να οργανώσουμε την άμυνά μας, στρεφόμενοι κυρίως στο κοινωνικό κίνημα. Μια τέτοια θέση θεωρούμε ότι αντικειμενικά δίνει στον αντίπαλο νίκες που δεν έχει ακόμη καταγάγει, όπως η πολιτική σταθεροποίηση και μια νέα ηγεμονική στρατηγική από την μεριά του, και υποτιμά τόσο τις δυνατότητες της συγκυρίας αλλά και απαλείφει τις πολιτικές μας ευθύνες. Είναι μια αμυντική θέση που επί της ουσίας μας οδηγεί στην «κομματική» περιχαράκωση και οικοδόμηση με ιδεολογικούς όρους, ως αναγκαία συνθήκη για να μπορέσουμε να κρατήσουμε τις δυνάμεις μας μέχρι την επόμενη «στροφή της συγκυρίας».

Σε τελική ανάλυση, θεωρούμε ότι και οι δύο παραπάνω θέσεις για τη συγκυρία, παρά τη διαφορετική τους εκτίμηση γι’ αυτήν, συγκλίνουν σε μια θεώρηση για το τι αριστερά πρέπει να είμαστε σήμερα, συγκλίνουν στο ότι σήμερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να παραμείνει κυρίως μιας αριστερά της κινηματικής αντίσταση και της πολιτικής διαμαρτυρίας και κριτικής, που δεν θα αναμετρηθεί με το ερώτημα της συνολικής πολιτικής λύσης, με το ερώτημα της εξουσίας, καθώς αυτό είτε θα έρθει «στην ώρα του», μέσα από μια κάπως γραμμική εξέλιξη των πραγμάτων προς τα αριστερά και την δική μας επιμονή στο κίνημα, είτε θα γίνει σε επόμενη φάση που θα έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, πάλι με βασική προϋπόθεση την επιμονή στο κίνημα.

Όμως, κατά την γνώμη μας, τα στοιχεία τα συγκυρίας που αναδείξαμε παραπάνω αποτυπώνουν μια εντελώς διαφορετική φάση του ταξικού ανταγωνισμού. Σήμερα, στο πλαίσιο της στρατηγικής σκλήρυνσης της αστικής στρατηγικής και της κρίσης της, στο πλαίσιο της τεράστιας επίθεσης απέναντι στα λαϊκά στρώματα και στο έδαφος της τεράστιας λαϊκής κινητοποίησης που προηγήθηκε τα δύο προηγούμενα χρόνια και της διάλυσης των δεσμών εκπροσώπησης των αστικών κομμάτων, στο έδαφος της ως τώρα αδυναμίας ανασύνθεσης του αστικού πολιτικού σκηνικού, τίθεται αντικειμενικά το ερώτημα ενός άλλου δρόμου συνολικά και με την έννοια αυτή τίθεται από τα πράγματα το ερώτημα της εξουσίας. Αυτό είναι άλλωστε που εξηγεί τις αιτίες για τις οποίες ένα κόμμα που δυο μόλις μήνες πριν τις εκλογές του Μάη του 2012 ήταν της τάξης του 6% κατάφερε να έχει τέτοια εκτίναξη. Αυτό ακριβώς είναι που αναδεικνύει την κρίση της αστικής στρατηγικής αλλά και την σημασία του ερωτήματος της εξουσίας. Φυσικά, δεν υποτιμούμε καθόλου ούτε τους διαύλους που ένα τέτοιο κόμμα έχει (πχ στα ΜΜΕ) ή τους πόρους, ούτε φυσικά υποτιμούμε τον τρόπο με τον οποίον έθεσε το ερώτημα, ως ερώτημα ανάθεσης. Δεν πρέπει όμως να υποτιμούμε και τις δικές μας δυνατότητες, τους ανθρώπους μας, την αγωνιστικότητα και την ηθικότητα, τη συλλογική διανοητικότητα, την πολιτική και προγραμματική παραγωγή που μπορούμε να έχουμε, αλλά ούτε την εμπειρία μας, την ιστορικότητα της παρέμβασής μας και την δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε το ερώτημα της εξουσίας με όρους που ταυτόχρονα θα συγκροτήσουν πολιτικές εκπροσωπήσεις και θα επιμείνουν στο ερώτημα της σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής, θα ορίσουν εντελώς διαφορετικό ορίζοντα από αυτόν της αστικής εξουσίας. Με άλλα λόγια, σήμερα χρειάζεται η διατύπωση μιας ηγεμονικής, σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής, μια σύγχρονη Αριστερά, όχι απλώς των αντιστάσεων, ούτε φυσικά της αστικής διαχείρισης, αλλά της εξουσίας.

 

IV.

Γιατί όμως επιμένουμε στην πολιτική εκπροσώπηση, στο μεταβατικό πρόγραμμα και στο ερώτημα της πολιτικής εξουσίας; Είναι γιατί έχουμε ηττηθεί στο κοινωνικό πεδίο; Κάνουμε δηλαδή μια κλασική «φυγή στο πολιτικό»; Αν και για ρεύματα ή ανθρώπους αυτή η επιμονή έχει τέτοια στοιχεία (οπότε θα πρέπει και να αξιολογήσουμε αυτές τις στάσεις και το τι τις παράγει –βλ. παρακάτω), δεν θα έπρεπε να σκεφτούμε έτσι. Γιατί σε εκείνη την περίπτωση θα ρέπαμε σε μια υπερπολιτική θεώρηση του πολιτικού, σε μια θέση ότι απλώς λέγοντας τα σωστά θα κατακτήσουμε τις μάζες και την εξουσία. Θα ρέπαμε στην υποτίμηση της καταστατικής σημασίας του κοινωνικού, των αγώνων και της συγκρότησης των θεσμών μας, θα υποτιμούσαμε ότι βάση για τους πολιτικούς σεισμούς αποτέλεσαν οι κοινωνικοί αγώνες, ότι ο λαϊκός ξεσηκωμός και τα αποτελέσματά του ήταν που οδήγησαν στην ανοιχτή εκδήλωση της πολιτικής κρίσης. Και είναι σήμερα προφανές ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την στρατηγική μας μέσα σε κινηματικό κενό, ότι ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα είναι αναγκαία προϋπόθεση για να μπορεί μια ριζικά ανταγωνιστική, ταξική στρατηγική να έχει σήμερα όρους να τεθεί και με την έννοια αυτή, αυτό καταγράφεται ως ένα από τα πιο αδύναμα σημεία της συζήτησής μας, ένα σημείο που αντιμετωπίστηκε κυρίως με ισορροπίες και όχι με ανοιχτή συζήτηση και αυτό θα πρέπει να αλλάξει.

Αντίστοιχα με την αποφυγή μιας υπερπολιτικής αντίληψης του πολιτικού, θα πρέπει να αποφύγουμε και μια κοινωνικίστικη-αυτονομίστικη σύλληψη του κοινωνικού, να αποφύγουμε τη θέση ότι «το πολιτικό παιχνίδι είναι φαλκιδευμένο», ή ότι «δεν είναι η ώρα μας», και ότι εμείς θα πρέπει να κάνουμε «οικοδόμηση» του κοινωνικού κινήματος, μένοντας απλώς σε αυτό, σε απόσταση από την πολιτική στρατηγική, το ερώτημα του πολιτικού υποκειμένου και της εξουσίας. Με την έννοια αυτή, θα πρέπει σήμερα επίσης να δούμε και να εκτιμήσουμε αν η πολιτική αμηχανία, η ανυπαρξία ενός πολιτικού σχεδίου που να δείχνει τη δυνατότητα ενός ριζικά ανταγωνιστικού, εναλλακτικού δρόμου είναι πλέον στοιχείο της συγκυρίας που καθορίζει σε σημαντικό βαθμό την αδυναμία του κινήματος να ξαναβγεί μαζικά στους δρόμους, αν το έλλειμμα πολιτικής προοπτικής παίζει ρόλο στην ύφεση των κοινωνικών αντιστάσεων και εξάρσεων. Και νομίζουμε πως όντως παίζει. Σήμερα, πιστεύουμε ότι κανείς θα πρέπει να έχει την αίσθηση της προοπτικής του αγώνα του για να φτάσει μέχρι το τέλος, για να ξαναβγεί στους δρόμους μαζικά και επίμονα, για να βάλει το κεφάλι του στην δαμόκλειο σπάθη της προοπτικής ένταξής του στον στρατό των ανέργων του 1,5 εκατομμυρίου, ή για να δει, ως άνεργος, την προοπτική να διεκδικήσει καλύτερη ζωή, να παλέψει γιατί θα πιστέψει ότι αυτή η πάλη μπορεί να οδηγήσει στο να έχει ξανά δουλειά και ζωή. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως η αγανάκτηση δεν θα παραγάγει ξανά διαμαρτυρία και κινήματα, δεν θα συντηρήσει ίσως και την πολιτική κρίση σε έναν βαθμό, ακόμη και χωρίς την προοπτική. Όμως, η βαθμίδα, η κλίμακα των αντιστάσεων και η αποτελεσματικότητά του θα είναι σίγουρα διαφορετικά χωρίς μια τέτοια προοπτική, και σε τελική ανάλυση οι αστικές δυνάμεις, ή στην καλύτερη περίπτωση ο ρεφορμισμός, ανενόχλητοι θα έχουν πάλι το πάνω χέρι.

Με την έννοια αυτή, το ζητούμενο δεν είναι μια συντηρητική αναδίπλωση στο κοινωνικό κίνημα, μια εξ ορισμού ηττημένη αναδίπλωση σε αυτό, μια αναδίπλωση όπως αυτή που αναγκαστικά συνόδευσε προηγούμενες περιόδους, που όμως εμείς ήμασταν διαλυμένοι σε κομμάτια και η συγκυρία δεν έδειχνε αυτά τα σημάδια κρίσης. Αντιθέτως, πρέπει να ψηλαφίσουμε μια πολιτική παρέμβαση στο κοινωνικό κίνημα, να συνδέσουμε τις αναγκαίες πρακτικές μας εκεί με την στρατηγική μας, να δούμε πως μπορούμε να οικοδομήσουμε νέους θεσμούς λαϊκής εξουσίας, τα προπλάσματα της δυαδικής εξουσίας που είναι αναγκαία για την σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, πως θα ανασυνθέσουμε το εργατικό κίνημα, πως θα απαντήσουμε στο ερώτημα των ανέργων, πως θα οργανώσουμε τον επόμενο παλλαϊκό, εργατικό και νεολαιίστικο ξεσηκωμό. Κι εδώ δίνονται καθημερινά από το δυναμικό μας απαντήσεις, τις οποίες πρέπει όλοι να αγκαλιάσουμε, να τις συζητήσουμε και να τις εντάξουμε στην στρατηγική μας, μα και να δούμε και μια ενιαία παρέμβαση σε αυτές. Και πρέπει να πούμε κάτι: όλοι και όλες ομνύουμε στο κοινωνικό κίνημα και την αναγκαία οργάνωση του λαού, στην ανάδυση των θεσμών δυαδικής εξουσίας ως αναγκαίο χνάρι για μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική. Πρέπει τότε όμως όλοι να κάνουμε την αυτοκριτική μας για το πώς δεν παρεμβήκαμε υπό αυτό το πρίσμα όταν τέτοιες δυναμικές αναδύθηκαν. Να έχουμε αυτή την τόλμη, στο φόντο της συζήτησης που κάνουμε σήμερα.

Αν λοιπόν σήμερα επιμένουμε περισσότερο στο πολιτικό, δεν είναι γιατί υποτιμούμε την καταστατκή σημασία του κοινωνικού σε μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, ούτε γιατί υποτιμούμε την ανάγκη να ψηλαφίσουμε σήμερα, όχι στις συνθήκες προ ενός ή δύο ετών ένα νέο σχέδιο ξεσηκωμού, ούτε φυσικά γιατί δεν έχουμε τίποτα να διορθώσουμε στην παρέμβασή μας στα κινήματα. Είναι γιατί το πολιτικό ερώτημα και κυρίως το ερώτημα της εξουσίας αποτελεί μέσα στη συγκυρία το μεγάλο μας ζητούμενο, καθώς και το μεγάλο, αντικειμενικό μεν, ιστορικό δε, έλλειμμά μας.

 

V.
Η συγκυρία της κρίσης της αστικής στρατηγικής και το διακύβευμα που την συνοδεύει για εμάς, αυτό μιας συνολικής, ηγεμονικής παρέμβασης, το διακύβευμα της εξουσίας, απαιτεί να ανοίξει ξανά η συζήτηση για την σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, για τη δυνατότητα σήμερα να εγγράψουμε την πολιτική μας κατεύθυνση μέσα σε τέτοια στρατηγική. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα κάνουμε επανάσταση αύριο, σημαίνει όμως ότι θα διαμορφώσουμε μια σειρά από βήματα που μέσα στις σημερινές συνθήκες θα μας βάλουν σε έναν (διακυβευόμενο φυσικά) δρόμο συνολικών κοινωνικών μετασχηματισμών. Θα πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε πως πιστεύουμε ότι θα μοιάζει η σύγχρονη επαναστατική διαδικασία στην Ελλάδα; Και είναι σε αυτό το σημείο που σήμερα η συζήτησή μας δεν προχωράει. Αρκεί σήμερα η επίμονη προσπάθεια συντρόφων να αποδείξουν ότι κάθε αναφορά σε εργατική κυβέρνηση (όπως περιγράφηκε στο 4ο Συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς για παράδειγμα), ή σε αντιιμπεριαλιστικές προοδευτικές κυβερνήσεις, τύπου Τσάβεζ, είναι άκαιρες και πριμοδοτούν το πολιτικό σχέδιο του κυρίαρχου ρεφορμιστικού πόλου; Είναι κανείς βέβαιος ότι στον δικό μας επαναστατικό δρόμο δεν θα χρειαστεί σε καμία περίπτωση να διεκδικήσουμε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ως ένα μετέωρο έστω βήμα άντλησης νομιμοποίησης από τον λαό και ακριβώς στο έδαφος της ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος; Νομίζουμε πως όσα και να πούμε μεταξύ μας, κανείς σύντροφος δεν είναι σε θέση να αποκλείσει από θέση αρχής το ενδεχόμενο η σύγχρονη επαναστατική διαδικασία στην Ελλάδα να έχει αφετηρία της, ή «στιγμή» της, την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ενός αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου. Και αυτό γιατί ξέρουμε όλοι ότι οι επαναστάσεις είναι πρωτότυπες διαδικασίες που η εξέλιξή τους δεν μπορεί να αποκλείσει καμία τακτική επιλογή.

Όμως, παραπέρα, μπορεί κάποιος σήμερα, αν αναγνωρίζει τις δυνατότητες και θέλει να παρέμβει σε αυτές, να διατυπώσει μια θέση για μια άλλη εκκίνηση μιας δυνάμει επαναστατικής διαδικασίας πέρα από την ασταθή στιγμή της κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας; Μπορούμε σήμερα να εκτιμήσουμε ότι θα μπορούσαμε να κατακτήσουμε την πολιτική εξουσία μέσω πχ μιας απευθείας ανοιχτής ένοπλης αντιπαράθεσης, όπως έχουμε πολλές φορές στο μυαλό μας όταν αναφερόμαστε στην ανάγκη «συντριβής» του αστικού κράτους; Ή θεωρούμε ότι η συντριβή του αστικού κράτους παύει να είναι αναγκαία συνθήκη (προγραμματική αρχή) για μια σύγχρονη επαναστατική διαδικασία αν αυτή είναι να εκκινήσει από την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας; Σε καμία περίπτωση.

Σε ότι μας αφορά, πιστεύουμε ότι δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε καμιά πιθανότητα για τον τρόπο με τον οποίο θα διεκδικήσουμε την πολιτική εξουσία, συμπεριλαμβανομένης και μιας τέτοιας ανοιχτής, βίαιης σύγκρουσης. Αυτό θα το κρίνει η εξέλιξη της ταξικής πάλης, η πορεία και οι μορφές που θα έχει λάβει ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Όμως θεωρούμε ότι το επίδικο στην συζήτησή μας είναι άλλο: το επίδικο είναι η αδυναμία μας σε κάθε περίπτωση να διατυπώσουμε τον στόχο της κατάληψης της εξουσίας ως τέτοιον. Να πούμε ότι συγκροτούμε ένα πολιτικό υποκείμενο, που στηριζόμενο πάνω σε ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα θα διεκδικήσει το τιμόνι, θα διεκδικήσει να ορίσει μια εναλλακτική, ριζικά ανταγωνιστική από την αστική, πορεία. Το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι, είτε για τον έναν λόγο είτε για τον άλλο -είτε επικαλούμενοι την βεβαιότητα μιας άλλης επαναστατικής διαδικασίας, είτε το άκαιρο ή το έστω τακτικά άστοχο του πράγματος-, αφαιρούμε το ερώτημα της πολιτικής εξουσίας από τη δική μας στρατηγική, αφαιρούμε το ίδιο το επίδικο από την πολιτική μας πρόταση. Και αυτό αυτομάτως ακυρώνει κατά την γνώμη μας οποιαδήποτε ανατρεπτική δυναμική μπορούμε να αναπτύξουμε, μας καθιστά μια συμπληρωματική δύναμη στην υπόλοιπη αριστερά, αυτή που θα την τραβάει προς μια σωστή κατεύθυνση στα κινήματα, που θα είναι αναγκαία για την κοινωνική της δυναμική και την ποιότητα των ιδεών και των πρακτικών της, αλλά που δεν θα θέσει ποτέ ιδιαίτερα προσχώματα στην κυρίαρχη εκδοχή αριστερής στρατηγικής στη χώρα. Μας καθιστά δηλαδή μια αριστερά της οποίας τα αποτελέσματα θα εγγράφονται εκ των πραγμάτων στην πολιτική δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ (κυρίως –ας θυμηθούμε τις διπλές εκλογές του 2012) ή του ΚΚΕ. Αντιστρέφοντας λοιπόν την συνήθη «κατηγορία» θα τολμούσαμε να διατυπώσουμε την γνώμη ότι η επιμονή μας να μην αναδεικνύουμε τον στόχο της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας σήμερα (όχι παλαιότερα, σήμερα και πιθανότατα και στο μέλλον) είναι που διαμορφώνει την εικόνα ενός συνεχούς με τον ρεφορμισμό και τα αδιέξοδά του, μας κάνει μια απλώς συμπληρωματική, στο κεντρικό του πολιτικό σχέδιο, δύναμη και όχι μια δυνάμει επαναστατική δύναμη στη συγκυρία, μας κάνει μέρος της συνολικής (όποιας) κοινωνικής ισορροπίας.

Με την έννοια αυτή είναι που πρέπει αντί να ξορκίζουμε με ιδεολογικούς όρους το ερώτημα τις κυβέρνησης να σηκώσουμε σήμερα το γάντι και να πούμε ότι ναι, συγκροτούμε ένα αριστερό πολιτικό μέτωπο, με ισχυρή στο εσωτερικό του ανικαπιταλιστική αριστερά (τουλάχιστον όσο δεν θα έχουμε την τόλμη να προχωρήσουμε την ενιαία κομματική της έκφραση, στην διαμόρφωση ενός σύγχρονου κομμουνιστικού φορέα), που στη βάση του μεταβατικού μας προγράμματος και υπό την προϋπόθεση ενός ρωμαλέου λαϊκού κινήματος θα διεκδικήσει την κατάκτηση της εξουσίας ξεκινώντας από την διεκδίκηση και τις κυβερνητικής εξουσίας. Να απαντήσουμε δηλαδή θετικά στους όρους με τους οποίους σήμερα τίθεται το ερώτημα της εξουσίας στις πλατιές λαϊκές μάζες, επιδιώκοντας την εγγραφή του μέσα σε μια συνολική επαναστατική στρατηγική.

Με την έννοια αυτή, είναι περισσότερο αναγκαίο να δούμε τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι πιθανό (όχι βέβαιο, πιθανό) μια τέτοια τακτική να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας επαναστατικής στρατηγικής. Κι εδώ είναι η βαθύτερη ουσία της επιμονή μας στους θεσμούς δυαδικής εξουσίας: γιατί σε πείσμα μιας παράδοσης που θέλει τη λενινιστική έννοια της δυαδικής εξουσίας να διαβάζεται υπό τον ιδεότυπο μιας πολύ σύντομης περιόδου κατά την οποία προετοιμάζεται η εξουσία των σοβιέτ για να ανατρέψει την αστική κυβέρνηση και να καταλάβει, μετά από εμφύλιο πόλεμο, το κράτος και την πολιτική εξουσία -εμφύλιο πόλεμο που σήμερα ούτε διαφαίνεται, ούτε όμως έχουμε τα μέσα να διεξάγουμε, όπως δεν διαφαίνεται και το ενδεχόμενο ενός εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου-, εμείς επιμένουμε να τη διαβάζουμε ως την κεντρική έννοια μιας επαναστατικής εκδοχής του γκραμσιανού «πολέμου θέσεων», ως την κεντρική στρατηγική για την οικοδόμηση της αριστερής ηγεμονίας. Με άλλα λόγια, η δυαδική εξουσία είναι η εκδοχή του ιστορικού μπλοκ που πρέπει να αναδυθεί, ο τόπος στον οποίον θα αρθρωθεί η συμμαχία των υποτελών τάξεων στην σύμφυσή της με ένα μεταβατικό πρόγραμμα και σε μια μεταβατική, επαναστατική κατεύθυνση. Είναι η διαδικασία και οι ίδιοι οι θεσμοί εξουσίας αυτού του μπλοκ. Γιατί η δική μας πολιτική, η «προλεταριακή πολιτική» (όπως αυτή που θέλουμε να ασκούμε) δεν είναι σύστοιχη με την αστική πολιτική. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε την πολιτική εξουσία απλώς καταλαμβάνοντας την κυβέρνηση. Είναι αναγκαία η οικοδόμηση του «άλλου κόσμου» μας, της πολιτικής «έξω» από το κράτος, αναγκαίου άλλου πόλου της διαρκώς διακυβεύομενης παρουσία μας μέσα στο κράτος, της πολιτικής που θα επιχειρήσει να τραβήξει τα πράγματα προς την κατεύθυνσή μας και όχι προς την κατεύθυνση που τα συμφέροντα που ως εκείνη την στιγμή «υλοποιούνταν» μέσα στον κρατικό μηχανισμό θα επιδιώκουν.

Είναι άλλωστε για τον λόγο αυτό που ακόμη και η κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας δεν συνιστά σε καμία περίπτωση τη βεβαιότητα μιας «ειρηνικής μετάβασης», μάλλον το αντίθετο. Αν μια τέτοια κατάληψη είναι να συνιστά τμήμα μιας μεταβατικής, δυνάμει επαναστατικής, στρατηγικής αργά ή γρήγορα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον λυσσαλέο αγώνα των συμφερόντων που θα θίξει και όχι μόνο πολιτικά, αλλά και ανοιχτά, βίαια. Ίσως μάλιστα και χωρίς να είναι αυτή δική της επιλογή. Μόνο που τότε θα έχει άλλη νομιμοποίηση από τον λαό, άλλη κατάσταση στο λαϊκό κίνημα, άλλον βαθμό οργάνωσης, εκπροσώπησης και συμμετοχής του λαού στην πολιτική αυτή κινητοποίηση.
Αυτός είναι κατά την γνώμη μας, ο τρόπος για να δούμε το ερώτημα της κυβέρνησης. Όχι στο πλαίσιο μιας παραδοσιακού τύπου διαχειριστικής αντίληψης του υπάρχοντος (όπως έκανε στην Ελλάδα ιστορικά η Αριστερά κάθε φορά που αναμετρήθηκε με το ερώτημα της κυβερνητικής εξουσίας, οδηγώντας την σε τραγικά αποτελέσματα), αλλά υπό το πρίσμα των ερωτημάτων μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής και κυρίως του ερωτήματος μιας σύγχρονης κατάληψης της πολιτικής εξουσίας.

Κλείνοντας, καταθέτουμε αυτό το κείμενο, μετά από σειρά άλλων κειμένων και αναλύσεων, ακριβώς με την αγωνία να καταθέσουμε κάποια επιχειρήματα για αυτό που πιστεύουμε ότι είναι σήμερα το διακύβευμα που χαρακτηρίζει όλη την περίοδο που ζούμε. Αυτό κατά την γνώμη μας δεν είναι πια απλώς οι αντιστάσεις. Αυτές είναι αναγκαία, όχι όμως και ικανή συνθήκη. Το διακύβευμα είναι πλέον συνολικό, είναι η πολιτική εξουσία. Και αυτό το διακύβευμα είναι που πρέπει όχι απλώς να αναγνωρίσουμε αλλά και να συζητήσουμε και να προσεγγίσουμε. Να μιλήσουμε για την αναγκαία σήμερα στρατηγική μας ώστε να το προσεγγίσουμε. Και αυτό πρέπει να το κάνουμε ανοιχτά και συντροφικά. Διακυβεύεται το μέλλον όλων μας, όχι απλώς κάποιες πολιτικές απόψεις.

…………………………………..

[1] Δεν είναι αναγκαίο να επικαλεστεί κανείς τον Λένιν και την κριτική του στα υπόλοιπα Κομμουνιστικά Κόμματα στο πλαίσιο της Τρίτης Διεθνούς για την προσπάθεια να αντιγράψουν την μπολσεβίκικη τακτική κατάληψης της εξουσίας, την επιμονή του ότι σε κάθε χώρα και σε κάθε συγκυρία η τακτική αυτή είναι και θα είναι διαφορετική (καρπός αυτής της πολεμικής του ήταν άλλωστε και η συστηματοποίηση της έννοιας της συγκυρίας ως τωρινής στιγμής της πάλης των τάξεων, αλλά και της ανάγκης για «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης»). Μπορεί κανείς απλώς να γυρίσει στον ίδιο τον Μαρξ και την 18η Μπρουμαίρ για να δει πως περιγελά την ιστορική λογική της επανάληψης: «Ο Χέγκελ λέει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, σα να λέμε, δυο φορές. Ξέχασε όμως να προσθέσει: τη μια σαν τραγωδία και την άλλη σαν φάρσα».

[2] Τέτοιες είναι για παράδειγμα η ανάγκη συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτό και πως θα το κάνουμε, με άλλα λόγια η «συντριβή» αυτή είναι πολύ περισσότερα πράγματα από μια εικόνα και πρέπει να αρχίσουμε να ψηλαφούμε τον χαρακτήρα της.

[3] Τότε είναι ίσως που το κεφάλαιο ενδεχομένως να επιλέξει τη μαζική καταστροφή μη αξιοποιούμενου κεφαλαίου (που πχ λιμνάζει στην χρηματοπιστωτική σφαίρα μην βρίσκοντας πεδία υπεραξίωσης) αφού θα έχει «δεχτεί» την περαιτέρω ανελαστικότητα της εργατικής δύναμης και άρα την αδυναμία να βρει όρους κερδοφορίας μέσα από τη διαρκή μείωση του κόστους της. Τότε είναι κατά την γνώμη μας που ενδεχομένως να προκύψουν εναλλακτικά αστικά σοσιαλδημοκρατικού τύπου σχέδια, σχέδια που ήδη από σήμερα εκκολάπτονται αλλά χωρίς πρακτικό, υλικό υπόβαθρό, όπως πχ αυτό της αναδιανομής πάνω στο οποίο πάτησε το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του ’80 και το οποίο θα μπορούσε να δώσει πρακτικό υλικό έρεισμα στο ενδεχόμενο της κατάληψης της εξουσίας από μια ρεφορμιστική στρατηγική. Σήμερα, η μη υποχώρηση του κεφαλαίου, δείχνει τελικά την πολιτική αδυναμία των σχεδίων αυτών, αλλά και τα όριά τους. Η δική μας πρόθεση όμως είναι να αποτρέψουμε αυτά τα σχέδια αυτά ενσωμάτωσης όντως να απεκδύσουν την ριζοσπαστική δυναμική που μπορεί να εγγράφεται στη συγκυρία.

[4] Αναφερόμαστε στον γνωστό ορισμό του Λένιν για την επαναστατική κατάσταση.

[5] Φυσικά, σε ότι αφορά τον «υποκειμενικό» παράγοντα τα προβλήματα είναι περισσότερα ακόμη. Στόχος όμως αυτής της παρέμβασης δεν είναι να αναδείξει τις υποκειμενικές αδυναμίες του λαϊκού κινήματος, του εργατικού κινήματος κλπ (αδυναμίες για τις οποίες φυσικά γίνεται λόγος παρακάτω), αλλά να επιμείνει σε μια ανάγνωση της συγκυρίας του αντιπάλου, στις δυνατότητες που δυνητικά μπορεί να μας δώσει και στα επίδικά της.

 

* Ο Γιώργος Καλαμπόκας είναι μέλος της Τοπικής Επιτροπής ΑΝΤΑΡΣΥΑ Ν.Σμύρνης – Π. Φαλήρου και μέλος του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

 

 

http://www.ektosgrammis.gr/index.php?option=com

Advertisements
Explore posts in the same categories: Ιδεολογική πάλη, Πολιτική

Ετικέτες: , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: