Το Ευρωπαϊκό Μανιφέστο »Τι να κάνουμε με το χρέος και το ευρώ;»

εξοδος από την κρίση

Το ευρωπαϊκό μανιφέστο παρουσιάστηκε  στην εφημερίδα ΕΠΟΧΗ  με τίτλο ‘‘Τρεις και μία ρήξεις με την κυρίαρχη ευρωπαϊκή πολιτική’‘ και με εισαγωγή του Χ.Γ. την οποία δημοσιεύουμε κάτω  από το κείμενο των εννέα Ευρωπαίων οικονομολόγων που συνέταξαν το μανιφέστο.

Τι  να κάνουμε με το χρέος και το ευρώ; Ένα μανιφέστο»

Η Ευ­ρώ­πη βου­λιά­ζει στην κρί­ση και την κοι­νω­νι­κή α­πο­δό­μη­ση κά­τω α­πό την πίε­ση της λι­τό­τη­τας, της ύ­φε­σης και της στρα­τη­γι­κής των «δο­μι­κών με­ταρ­ρυθ­μί­σεων». Η πίε­ση αυ­τή εί­ναι με­θο­δι­κά συ­ντο­νι­σμέ­νη σε ευ­ρω­παϊκό ε­πί­πε­δο κά­τω α­πό την η­γε­σία της γερ­μα­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης, της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τρά­πε­ζας και της Ευ­ρω­παϊκής Επι­τρο­πής. Υπάρ­χει πλα­τειά συ­ναί­νε­ση ό­τι οι πο­λι­τι­κές αυ­τές εί­ναι πα­ρά­λο­γες ή α­κό­μα και «α­ναλ­φά­βη­τες»: η οι­κο­νο­μι­κή λι­τό­τη­τα ό­χι μό­νο δεν μπο­ρεί να μειώ­σει το άχ­θος του χρέ­ους, αλ­λά ο­δη­γεί σε συ­νε­χώς α­να­τρο­φο­δο­τού­με­νη ύ­φε­ση και προ­κα­λεί με­γα­λύ­τε­ρη α­νερ­γία και α­πό­γνω­ση στους λα­ούς της Ευ­ρώ­πης. Ωστό­σο, αυ­τές οι πο­λι­τι­κές θεω­ρού­νται λο­γι­κές α­πό τη σκο­πιά της α­στι­κής τά­ξης. Απο­τε­λούν έ­να βά­ναυ­σο τρό­πο — μια θε­ρα­πεία σοκ — για α­νά­καμ­ψη του κέρ­δους, δια­σφά­λι­ση των χρη­μα­τι­στι­κών ει­σο­δη­μά­των και ε­φαρ­μο­γή των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων α­ντι-με­ταρ­ρυθ­μί­σεων. Αυ­τό που συμ­βαί­νει εί­ναι βα­σι­κά η νο­μι­μο­ποίη­ση α­πό τα κρά­τη των διεκ­δι­κή­σεων του χρη­μα­τι­στι­κού κε­φα­λαίου πά­νω στην πα­ρα­γω­γή. Γι’ αυ­τό α­κρι­βώς η κρί­ση παίρ­νει τη μορ­φή μιας κρί­σης δη­μό­σιου χρέ­ους.

Ένα λαν­θα­σμέ­νο δί­λημ­μα

Η κρί­ση α­πο­κα­λύ­πτει ό­τι η προ­η­γού­με­νη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη πο­λι­τι­κή για την Ευ­ρώ­πη δεν ή­ταν βιώ­σι­μη. Προϋπέ­θε­τε ό­τι οι ευ­ρω­παϊκές οι­κο­νο­μίες ή­ταν πιο ο­μοιο­γε­νείς α­πό ό,τι εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Οι δια­φο­ρές με­τα­ξύ χω­ρών αυ­ξή­θη­καν λό­γω της δια­φο­ρε­τι­κής έ­ντα­ξής τους στην πα­γκό­σμια α­γο­ρά και της δια­φο­ρε­τι­κής ευαι­σθη­σίας τους α­πέ­να­ντι στη συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή α­ξία του ευ­ρώ. Οι πλη­θω­ρι­στι­κές τά­σεις δεν συ­νέ­κλι­ναν και τα χα­μη­λά πραγ­μα­τι­κά ε­πι­τό­κια ευ­νοού­σαν ε­ντα­τι­κές ροές κε­φα­λαίων με­τα­ξύ κρα­τών και έ­ντο­νες «φού­σκες» στο χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό και οι­κι­στι­κό το­μέα. Όλες αυ­τές οι α­ντι­φά­σεις — που ε­πι­τά­θη­καν με την ε­φαρ­μο­γή της νο­μι­σμα­τι­κής έ­νω­σης — προϋπήρ­χαν της κρί­σης, αλ­λά ε­κτι­νάχ­θη­καν με τις κερ­δο­σκο­πι­κές ε­πι­θέ­σεις ε­νά­ντια στο δη­μό­σιο χρέ­ος των πιο ε­κτε­θει­μέ­νων χω­ρών.

Οι κοι­νω­νι­κές και φι­λο­λαϊκές ε­ναλ­λα­κτι­κές στην κρί­ση αυ­τή α­παι­τούν μια τολ­μη­ρή ε­πα­νί­δρυ­ση της Ευ­ρώ­πης, διό­τι α­παι­τεί­ται ευ­ρω­παϊκή και διε­θνής συ­νερ­γα­σία για την α­να­διάρ­θρω­ση της βιο­μη­χα­νίας, της οι­κο­λο­γι­κής α­ει­φο­ρίας και της α­πα­σχό­λη­σης. Κα­θώς ό­μως μια συ­νο­λι­κή ε­πα­νί­δρυ­ση μοιά­ζει να εί­ναι α­νέ­φι­κτη με τον ά­με­σο συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­μεων, η έ­ξο­δος α­πό το ευ­ρώ προ­τεί­νε­ται ως ά­με­ση λύ­ση σε διά­φο­ρες χώ­ρες. Το δί­λημ­μα μοιά­ζει να εί­ναι με­τα­ξύ μιας δια­κιν­δυ­νευ­μέ­νης «ε­ξό­δου» α­πό την ευ­ρω­ζώ­νη και μιας ου­το­πι­κής ευ­ρω­παϊκής ε­ναρ­μό­νι­σης που να α­να­δύε­ται μέ­σα α­πό τους α­γώ­νες των ερ­γα­ζο­μέ­νων. Κα­τά την ά­πο­ψή μας, πρό­κει­ται για έ­να λαν­θα­σμέ­νο δί­λημ­μα και ε­κεί­νο που εί­ναι ση­μα­ντι­κό εί­ναι να ερ­γα­στού­με για μια βιώ­σι­μη πο­λι­τι­κή στρα­τη­γι­κή ά­με­σης α­ντι­πα­ρά­θε­σης.

Κά­θε κοι­νω­νι­κή με­τα­τρο­πή ε­μπε­ριέ­χει την αμ­φι­σβή­τη­ση των κυ­ρίαρ­χων κοι­νω­νι­κών συμ­φε­ρό­ντων, των προ­νο­μίων και της ι­σχύος τους. Εί­ναι α­λή­θεια ό­τι αυ­τή η α­ντι­πα­ρά­θε­ση λαμ­βά­νει χώ­ρα πρω­ταρ­χι­κά μέ­σα σε έ­να ε­θνι­κό πλαί­σιο. Όμως, η α­ντί­στα­ση των κυ­ρίαρ­χων τά­ξεων και τα πι­θα­νά τι­μω­ρη­τι­κά τους μέ­τρα ξε­περ­νούν το ε­θνι­κό πλαί­σιο. Η στρα­τη­γι­κή της ε­γκα­τά­λει­ψης του ευ­ρώ δεν ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται ε­παρ­κώς σε αυ­τή την προ­σπά­θεια για μια ε­ναλ­λα­κτι­κή ευ­ρω­παϊκή πο­λι­τι­κή. Ωστό­σο, α­παι­τεί­ται μια στρα­τη­γι­κή ρή­ξης με τον «ευ­ρω-φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό». Το κεί­με­νο αυ­τό δεν εί­ναι πρό­γραμ­μα για μια ε­ναλ­λα­κτι­κή, ευ­ρω­παϊκή πο­λι­τι­κή, αλ­λά ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στα α­να­γκαία μέ­σα για την ε­φαρ­μο­γή ε­νός τέ­τοιου προ­γράμ­μα­τος.

Τι πρέ­πει να κά­νει μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση ;

Βρι­σκό­μα­στε στο κέ­ντρο μιας κα­τά­στα­σης που μπο­ρεί τε­χνι­κά να α­πο­κλη­θεί «κρί­ση ι­σο­λο­γι­σμού». Αυ­τή η κρί­ση, η ο­ποία διαρ­κεί ε­ξαι­τίας της συν­δυα­σμέ­νης ε­πί­δρα­σης της δια­δι­κα­σίας α­πο­μείω­σης του χρέ­ους του ι­διω­τι­κού το­μέα και των δη­μο­σιο­νο­μι­κών πο­λι­τι­κών λι­τό­τη­τας, προ­κλή­θη­κε α­πό τη συσ­σώ­ρευ­ση ε­νός τε­ρά­στιου πλα­σμα­τι­κού ε­νερ­γη­τι­κού, που δεν υ­πο­στη­ρί­ζε­ται α­πό κα­μιά πραγ­μα­τι­κή βά­ση. Στην πρά­ξη, ση­μαί­νει ό­τι οι πο­λί­τες α­να­γκά­ζο­νται να πλη­ρώ­σουν για το μη ε­ξυ­πη­ρε­τού­με­νο χρέ­ος ή, με άλ­λους ό­ρους, να α­να­γνω­ρί­σουν τις α­παι­τή­σεις του χρη­μα­τι­στι­κού κε­φα­λαίου πά­νω στην τω­ρι­νή και μελ­λο­ντι­κή πα­ρα­γω­γή, κα­θώς και τα φο­ρο­λο­γι­κά ει­σο­δή­μα­τα. Οι ευ­ρω­παϊκές χώ­ρες, με μια δρά­ση αυ­στη­ρά συ­ντο­νι­σμέ­νη σε ευ­ρω­παϊκό ή, α­κό­μα, και σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο, έ­χουν α­πο­φα­σί­σει να ε­θνι­κο­ποιή­σουν τις ι­διω­τι­κές ζη­μίες με­τα­τρέ­πο­ντάς τις σε δη­μό­σιο χρέ­ος και να ε­πι­βά­λουν πο­λι­τι­κές λι­τό­τη­τας ώ­στε να τις με­τριά­σουν. Το δη­μό­σιο χρέ­ος α­πο­τε­λεί τη δι­καιο­λό­γη­ση, το κί­νη­τρο και την ευ­και­ρία για ε­φαρ­μο­γή «δο­μι­κών με­ταρ­ρυθ­μί­σεων», των ο­ποίων οι στό­χοι εί­ναι κα­θα­ρά νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ροι: συρ­ρί­κνω­ση των δη­μό­σιων υ­πη­ρε­σιών του κρά­τους πρό­νοιας, πε­ρι­κο­πή κοι­νω­νι­κών πα­ρο­χών και υιο­θέ­τη­ση ευε­λι­ξίας στην α­γο­ρά ερ­γα­σίας με στό­χο τη μείω­ση των ά­με­σων και έμ­με­σων μι­σθών.

Κα­τά την ά­πο­ψή μας, η πο­λι­τι­κή στρα­τη­γι­κή της α­ρι­στε­ράς πρέ­πει να ε­πι­κε­ντρω­θεί στη μά­χη για τη δη­μιουρ­γία μιας πλειο­ψη­φίας υ­πέρ μιας α­ρι­στε­ρής κυ­βέρ­νη­σης, ι­κα­νής να α­παλ­λα­γεί α­πό αυ­τό τον α­σφυ­κτι­κό κλοιό.

Απαλ­λα­γή α­πό τις χρη­μα­τα­γο­ρές

Βρα­χυ­πρό­θε­σμα, ως έ­να ά­με­σο μέ­τρο, μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση πρέ­πει να βρει τρό­πους χρη­μα­το­δό­τη­σης του δη­μό­σιου ελ­λείμ­μα­τος ε­κτός των χρη­μα­τα­γο­ρών. Οι ευ­ρω­παϊκοί κα­νό­νες α­πα­γο­ρεύουν κά­ποιους α­πό αυ­τούς τους τρό­πους και αυ­τό συ­νι­στά την πρώ­τη ρή­ξη. Τε­χνι­κά, υ­πάρ­χει ευ­ρύ φά­σμα πι­θα­νών μέ­τρων, τα ο­ποία δεν εί­ναι νέα, έ­χουν χρη­σι­μο­ποιη­θεί στο πα­ρελ­θόν σε διά­φο­ρες ευ­ρω­παϊκές χώ­ρες: υ­πο­χρεω­τι­κό δά­νειο στο κρά­τος α­πό τα πλου­σιό­τε­ρα νοι­κο­κυ­ριά, πα­ρε­μπό­δι­ση δα­νει­σμού α­πό μη κα­τοί­κους της χώ­ρας, υ­πο­χρέω­ση των τρα­πε­ζών να α­γο­ρά­σουν έ­να με­ρί­διο κρα­τι­κών ο­μο­λό­γων, ψη­λή φο­ρο­λο­γία σε διε­θνείς με­τα­φο­ρές με­ρι­σμά­των και χρη­μα­τι­στι­κές συ­ναλ­λα­γές κ.λπ. και, βε­βαίως, μια ρι­ζο­σπα­στι­κή, συ­νο­λι­κή, φο­ρο­λο­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση.

Ο α­πλού­στε­ρος τρό­πος θα ή­ταν να χρη­μα­το­δο­τη­θεί το έλ­λειμ­μα α­πό την ε­θνι­κή κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα, ό­πως έ­γι­νε στη πε­ρί­πτω­ση των Η­ΠΑ, της Μ. Βρε­τα­νίας, της Ια­πω­νίας κ.α. Εί­ναι δυ­να­τό να δη­μιουρ­γη­θεί μια ει­δι­κή τρά­πε­ζα, στην ο­ποία να ε­πι­τρέ­πε­ται η α­να­χρη­μα­το­δό­τη­ση α­πό την κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα, αλ­λά που να εί­ναι κύ­ρια υ­πό­χρεη να α­γο­ρά­ζει κρα­τι­κά ο­μό­λο­γα (το ί­διο έ­κα­νε, στην πρά­ξη, η Ευ­ρω­παϊκή Κε­ντρι­κή Τρά­πε­ζα).

Βε­βαίως, αυ­τό δεν εί­ναι κυ­ρίως έ­να τε­χνι­κό ζή­τη­μα. Εί­ναι μια πο­λι­τι­κή ρή­ξης με την ευ­ρω­παϊκή τά­ξη πραγ­μά­των. Χω­ρίς μια τέ­τοια ρή­ξη, ο­ποια­δή­πο­τε α­νορ­θό­δο­ξη πο­λι­τι­κή θα κα­τα­στρε­φό­ταν ά­με­σα α­πό την αύ­ξη­ση του κό­στους ε­ξυ­πη­ρέ­τη­σης του δη­μό­σιου χρέ­ους.

Ανα­διάρ­θρω­ση του χρέ­ους

Ωστό­σο, αυ­τή η πρώ­τη ο­μά­δα ά­με­σων μέ­τρων δεν μειώ­νει το άχ­θος του συσ­σω­ρευ­μέ­νου χρέ­ους και των τό­κων του χρέ­ους αυ­τού. Γι’ αυ­τό, η μα­κρο­πρό­θε­σμη ε­ναλ­λα­κτι­κή εί­ναι η ε­ξής: εί­τε μια α­τέρ­μο­νη οι­κο­νο­μι­κή λι­τό­τη­τα εί­τε μια πο­λι­τι­κή ά­με­σης α­να­στο­λής πλη­ρω­μών και μέ­τρων δια­γρα­φής μέ­ρους του δη­μό­σιου χρέ­ους. Μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση θα έ­λε­γε: «Δεν μπο­ρού­με να ε­ξυ­πη­ρε­τή­σου­με το χρέ­ος κλέ­βο­ντας α­πό μι­σθούς και συ­ντά­ξεις, και δεν θα το κά­νου­με». Την α­να­στο­λή πλη­ρω­μών πρέ­πει να α­κο­λου­θή­σει η διορ­γά­νω­ση ε­νός λο­γι­στι­κού έ­λεγ­χου του δη­μό­σιου χρέ­ους, για να προσ­διο­ρι­στεί το α­πεχ­θές μέ­ρος του. Ο λο­γι­στι­κός έ­λεγ­χος θα ε­ντό­πι­ζε για πα­ρά­δειγ­μα τα πιο κά­τω:

● τα «χρη­μα­τι­κά δώ­ρα» του πα­ρελ­θό­ντος στα πλου­σιό­τε­ρα νοι­κο­κυ­ριά, τις ε­πι­χει­ρή­σεις και τους ει­σο­δη­μα­τίες

● τα «πα­ρά­νο­μα» φο­ρο­λο­γι­κά προ­νό­μια: φο­ρο­α­παλ­λα­γή, φο­ρο­λο­γι­κή ε­λά­φρυν­ση, φο­ρο­λο­γι­κοί πα­ρά­δει­σοι και φο­ρο­λο­γι­κές α­μνη­στίες

● το κό­στος των προ­γραμ­μά­των διά­σω­σης των τρα­πε­ζών α­πό το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης το χρέ­ος που γεν­νά­ται α­πό το ί­διο το χρέ­ος, μέ­σα α­πό τη «χιο­νο­στι­βά­δα» που προ­κα­λεί­ται α­πό τη δια­φο­ρά με­τα­ξύ ρυθ­μού α­πο­πλη­ρω­μής τό­κων και αύ­ξη­σης του Α­Ε­Π, που προ­κύ­πτει α­πό την μείω­ση του ρυθ­μού αύ­ξη­σης του Α­ΕΠ λό­γω των πο­λι­τι­κών λι­τό­τη­τας και της ψη­λής α­νερ­γίας.

Αυ­τός ο λο­γι­στι­κός έ­λεγ­χος α­νοί­γει το δρό­μο για μια «α­νταλ­λα­γή» τίτ­λων του χρέ­ους, ε­πι­τρέ­πο­ντας τη δια­γρα­φή ε­νός με­γά­λου μέ­ρους του. Αυ­τή εί­ναι η δεύ­τε­ρη ρή­ξη.
Όμως, τα δη­μό­σια χρέη δια­πλέ­κο­νται με τον ι­σο­λο­γι­σμό των ι­διω­τι­κών τρα­πε­ζών. Αυ­τός εί­ναι και ο λό­γος που τα προ­γράμ­μα­τα διά­σω­σης μιας χώ­ρας εί­ναι κα­τά κα­νό­να και προ­γράμ­μα­τα διά­σω­σης των τρα­πε­ζών. Μια τρί­τη ρή­ξη με τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη τά­ξη πραγ­μά­των εί­ναι α­να­γκαία: ο έ­λεγ­χος των διε­θνών κι­νή­σεων κε­φα­λαίου, ο έ­λεγ­χος των δα­νείων και η κοι­νω­νι­κο­ποίη­ση των τρα­πε­ζών. Αυ­τό εί­ναι το μό­νο λο­γι­κό μέ­τρο για δια­χω­ρι­σμό των «συ­γκοι­νω­νού­ντων υ­πο­χρεώ­σεων». Αυ­τή άλ­λω­στε ή­ταν και η ε­πι­λο­γή της Σουη­δίας στη δε­κα­ε­τία του 1990 (α­νε­ξάρ­τη­τα αν στη συ­νέ­χεια οι τρά­πε­ζες ι­διω­τι­κο­ποιή­θη­καν εκ νέ­ου).

Για να συ­νο­ψί­σου­με, η διά­νοι­ξη ε­νός ε­ναλ­λα­κτι­κού δρό­μου α­παι­τεί μια συ­γκρο­τη­μέ­νη τριά­δα ρή­ξεω­ν:

χρη­μα­το­δό­τη­ση πα­ρελ­θό­ντων και μελ­λο­ντι­κών εκ­δό­σεων τίτ­λων δη­μό­σιου χρέ­ους
κα­τάρ­γη­ση του α­πεχ­θούς χρέ­ους
κοι­νω­νι­κο­ποίη­ση των τρα­πε­ζών για έ­λεγ­χο του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συ­στή­μα­τος.

Αυ­τά συ­νι­στούν μέ­τρα για έ­να κοι­νω­νι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό. Πώς μπο­ρού­με να φτά­σου­με ε­κεί;

Μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση εί­ναι α­να­γκαία

Για να μπο­ρούν να α­να­πτυχ­θούν οι τρεις αυ­τές βα­σι­κές ρή­ξεις που α­παι­τού­νται για να α­ντι­στα­θού­με στον οι­κο­νο­μι­κό εκ­βια­σμό, πρέ­πει να έ­χου­με μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση. Πα­ρό­λο που οι κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές συν­θή­κες για μια στρα­τη­γι­κή συ­γκλί­σεων και α­γώ­να για μια τέ­τοια κυ­βέρ­νη­ση δια­φέ­ρουν πο­λύ α­πό χώ­ρα σε χώ­ρα, ο­λό­κλη­ρη η Ευ­ρώ­πη ε­στία­σε την προ­σο­χή της το κα­λο­καί­ρι του 2012 στο εν­δε­χό­με­νο να κερ­δί­σει ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ τις ε­κλο­γές και να α­πο­τε­λέ­σει τον ά­ξο­να για μια τέ­τοια κυ­βέρ­νη­ση στην Ελλά­δα. Εκεί­νη την πε­ρίο­δο και με­τά, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ η­γή­θη­κε μιας κα­μπά­νιας πά­νω στα ου­σιώ­δη θέ­μα­τα στα ο­ποία ε­πι­κε­ντρω­νό­μα­στε σε αυ­τό το μα­νι­φέ­στο: Μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση συ­νι­στά μια συμ­μα­χία για κα­τάρ­γη­ση του μνη­μο­νίου και για α­να­διάρ­θρω­ση του χρέ­ους προ­στα­τεύο­ντας τους μι­σθούς, τις συ­ντά­ξεις και τις κοι­νω­νι­κές υ­πη­ρε­σίες υ­γείας, παι­δείας και κοι­νω­νι­κών α­σφα­λί­σεων. Η προ­σέγ­γι­ση μας στο μα­νι­φέ­στο αυ­τό συγ­χρο­νί­ζε­ται με την προ­σέγ­γι­ση «κα­μιά θυ­σία για το ευ­ρώ» του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Η έ­ξο­δος α­πό το ευ­ρώ δεν δια­σφα­λί­ζει τη ρή­ξη

Εί­ναι φα­νε­ρό ό­τι μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση που θα έ­παιρ­νε τέ­τοια μέ­τρα, πρέ­πει να εί­ναι πο­λύ α­πο­φα­σι­σμέ­νη να ε­φαρ­μό­σει έ­να σο­σια­λι­στι­κό πρό­γραμ­μα και να δια­θέ­τει πλα­τειά λαϊκή υ­πο­στή­ρι­ξη. Αυ­τή η λαϊκή υ­πο­στή­ρι­ξη μπο­ρεί να ε­ξα­σφα­λι­στεί μό­νο αν η πλατ­φόρ­μα εί­ναι ξε­κά­θα­ρη ό­σον α­φο­ρά στους κύ­ριους στό­χους της κα­τα­πο­λέ­μη­σης των συμ­φε­ρό­ντων του χρη­μα­τι­στι­κού κε­φα­λαίου και στην α­να­διάρ­θρω­ση της οι­κο­νο­μίας για πλή­ρη α­πα­σχό­λη­ση και κοι­νω­νι­κή δια­χεί­ρι­ση των κοι­νών α­γα­θών. Δεν θα α­πο­κλί­νου­με α­πό αυ­τή τη στρα­τη­γι­κή. Αν η κα­τάρ­γη­ση του χρέ­ους εί­ναι ο στό­χος, δεν θα α­πο­κλί­νου­με α­πό το στό­χο. Το να νι­κή­σου­με και το να δι­καιού­μα­στε να νι­κή­σου­με ε­ξαρ­τά­ται αυ­στη­ρά α­πό την πο­λι­τι­κή συ­νο­χή και την κα­θα­ρό­τη­τα των στό­χων. Τα πρώ­τα μέ­τρα μιας α­ρι­στε­ρής κυ­βέρ­νη­σης εί­ναι η μά­χη ε­νά­ντια στο χρέ­ος και τη λι­τό­τη­τα.

Για να εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή αυ­τή η πο­λι­τι­κή ε­νά­ντια στο χρέ­ος και την λι­τό­τη­τα, μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση, βα­σι­ζό­με­νη σε μια πλα­τιά λαϊκή υ­πο­στή­ρι­ξη, πρέ­πει να εί­ναι έ­τοι­μη να χρη­σι­μο­ποιή­σει ο­ποια­δή­πο­τε δη­μο­κρα­τι­κά μέ­τρα α­παι­τού­νται για να α­ντι­με­τω­πί­σει τα χρη­μα­τι­στι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και μέ­τρων ε­θνι­κο­ποίη­σης στρα­τη­γι­κών το­μέων. Πρέ­πει να εί­ναι έ­τοι­μη να συ­γκρου­στεί με την κυ­βέρ­νη­ση της Μέρ­κε­λ, την Ευ­ρω­παϊκή Κε­ντρι­κή Τρά­πε­ζα και την Ευ­ρω­παϊκή Επι­τρο­πή.

Η προ­στα­σία των δη­μο­κρα­τι­κών και των κοι­νω­νι­κών κα­τα­κτή­σεων πρέ­πει να δια­δο­θεί σε υ­πε­ρε­θνι­κό ε­πί­πε­δο. Ωστό­σο, αν η πο­λι­τι­κή των Βρυ­ξε­λών το ε­μπο­δί­σει, η προ­στα­σία αυ­τή θα πρέ­πει τε­λι­κά να δια­σφα­λι­στεί σε ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο. Αυ­τή η σύ­γκρου­ση δεν πρέ­πει να βλέ­πει το ευ­ρώ ως τα­μπού, αλ­λά να α­φή­νει α­νοι­κτές διά­φο­ρες ε­ναλ­λα­χτι­κές ε­πι­λο­γές, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νης α­κό­μα και της ε­γκα­τά­λει­ψης του ευ­ρώ , αν κα­μιά άλ­λη ε­πι­λο­γή δεν εί­ναι δυ­να­τή στο ευ­ρω­παϊκό πλαί­σιο ή αν οι ευ­ρω­παϊκές αρ­χές το ε­πι­βά­λουν. Πά­ντως, η έ­ξο­δος α­πό τη ζώ­νη ευ­ρώ δεν πρέ­πει να α­πο­τε­λεί το ση­μείο εκ­κί­νη­σης.

Η έ­ξο­δος α­πό το ευ­ρώ και οι συ­νέ­πειες για το λαό

Για κά­θε α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση, οι συ­νέ­πειες μιας εν­δε­χό­με­νης ε­ξό­δου α­πό τη ζώ­νη ευ­ρώ πρέ­πει να διευ­κρι­νι­στούν πλή­ρως.
Πρώ­το­ν, η έ­ξο­δος δεν θα α­πο­κα­τα­στή­σει κα­τ’ α­νά­γκη τη δη­μο­κρα­τι­κή κυ­ριαρ­χία: η χρη­μα­το­δό­τη­ση του δη­μο­σιο­νο­μι­κού ελ­λείμ­μα­τος θα ξέ­φευ­γε α­πό τον έ­λεγ­χο των α­γο­ρών, αλ­λά ο έ­λεγ­χος αυ­τός θα μπο­ρού­σε να α­σκη­θεί α­πό τους κερ­δο­σκό­πους α­πέ­να­ντι στο νέ­ο/πα­λαιό ε­θνι­κό νό­μι­σμα, αν η χώ­ρα έ­χει έλ­λειμ­μα στο ε­ξω­τε­ρι­κό της ε­μπό­ριο.
Δεύ­τε­ρο­ν, το άχ­θος του χρέ­ους δεν θα μειω­νό­ταν. Αντί­θε­τα, θα αυ­ξα­νό­ταν σε α­να­λο­γία με το βαθ­μό υ­πο­τί­μη­σης του ε­θνι­κού νο­μί­σμα­τος, α­φού το χρέ­ος εί­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νο σε ευ­ρώ. Σε τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση, η κυ­βέρ­νη­ση θα ε­ξα­να­γκα­ζό­ταν να ε­πα­να­κα­θο­ρί­σει το δη­μό­σιο χρέ­ος στη βά­ση του νέ­ου ε­θνι­κού νο­μί­σμα­τος, πράγ­μα που εί­ναι ι­σο­δύ­να­μο με με­ρι­κή κα­τάρ­γη­ση του χρέ­ους. Το κρά­τος έ­χει την ε­ξου­σία να το κά­νει, έ­στω και αν α­να­μέ­νε­ται μια διε­θνής δι­κα­στι­κή δια­μά­χη, αλ­λά οι ι­διω­τι­κές ε­ται­ρείες και τρά­πε­ζες δεν έ­χουν την ί­δια ε­ξου­σία με το κυ­ρίαρ­χο κρά­τος. Συ­νε­πώς, το πο­σό του ι­διω­τι­κού χρέ­ους των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών ι­δρυ­μά­των θα αυ­ξα­νό­ταν εάν εκ­φρα­ζό­ταν σε ε­θνι­κό νό­μι­σμα. Στο πλαί­σιο αυ­τό, θα α­παι­τεί­το τε­λι­κά η ε­θνι­κο­ποίη­ση των τρα­πε­ζών λό­γω χρεω­κο­πίας του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού το­μέα, αλ­λά αυ­τό ση­μαί­νει και αύ­ξη­ση του δη­μό­σιου χρέ­ους προς το διε­θνές χρη­μα­τι­στι­κό κε­φά­λαιο.
Τρί­το­ν, η υ­πο­τί­μη­ση του νέ­ου νο­μί­σμα­τος θα προ­κα­λού­σε αύ­ξη­ση του πλη­θω­ρι­σμού και, ε­πο­μέ­νως, τα ε­πι­τό­κια θα έ­τει­ναν να αυ­ξά­νο­νται, προ­κα­λώ­ντας αύ­ξη­ση της ε­ξυ­πη­ρέ­τη­σης του χρέ­ους και της ά­νι­σης κα­τα­νο­μής των ει­σο­δη­μά­των.
Τέ­ταρ­το­ν, η έ­ξο­δος α­πό το ευ­ρώ τυ­πι­κά πα­ρου­σιά­ζε­ται ως μια στρα­τη­γι­κή σχε­δια­σμέ­νη για να κερ­δί­σει η χώ­ρα με­ρί­διο στις α­γο­ρές μέ­σα α­πό μια α­ντα­γω­νι­στι­κή υ­πο­τί­μη­ση. Αυ­τό το εί­δος προ­σέγ­γι­σης δεν δια­φέ­ρει α­πό τη λο­γι­κή του α­ντα­γω­νι­σμού ό­λων ε­νά­ντια σε ό­λους και ε­γκα­τα­λεί­πει τη μά­χη για μια κοι­νή ευ­ρω­παϊκή στρα­τη­γι­κή ε­νά­ντια στη λι­τό­τη­τα.

Τέ­λος, η συ­νέ­χι­ση της μά­χης χω­ρίς η έ­ξο­δος α­πό το ευ­ρώ να α­πο­τε­λεί προ­α­παι­τού­με­νο, αυ­ξά­νει τη δυ­να­τό­τη­τα ε­λιγ­μών και τη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή ι­σχύ μιας α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­σης, κα­θώς και τις πι­θα­νό­τη­τες διά­χυ­σης της α­ντί­στα­σης σε άλ­λες χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης. Επο­μέ­νως, η στρα­τη­γι­κή αυ­τή εί­ναι προο­δευ­τι­κή και διε­θνι­στι­κή, σε α­ντί­θε­ση με μια ε­θνι­κή στρα­τη­γι­κή ή μια στρα­τη­γι­κή α­πο­μο­νω­τι­σμού.

Η μο­νο­με­ρής ρή­ξη και η διά­δο­σή της

Σε α­ντί­θε­ση με τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη θεώ­ρη­ση του γε­νι­κευ­μέ­νου α­ντα­γω­νι­σμού, οι προο­δευ­τι­κές λύ­σεις βα­σί­ζο­νται στη συ­νερ­γα­σία και θα λει­τουρ­γούν τό­σο πιο κα­λά ό­σο δια­δί­δο­νται σε με­γα­λύ­τε­ρο α­ριθ­μό χω­ρών. Για πα­ρά­δειγ­μα, αν ό­λες οι ευ­ρω­παϊκές χώ­ρες μείω­ναν τις ώ­ρες ερ­γα­σίας και ε­πέ­βαλ­λαν έ­να ο­μοιό­μορ­φο φό­ρο ει­σο­δή­μα­τος, θα α­πο­φευ­γό­ταν η α­ντί­δρα­ση που η ί­δια η πο­λι­τι­κή θα προ­κα­λού­σε αν υιο­θε­τεί­το α­πό μία μό­νο χώ­ρα. Για να προ­ε­τοι­μά­σει το δρό­μο προς τη συ­νερ­γα­σία, μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση θα πρέ­πει να α­κο­λου­θή­σει μια μο­νο­με­ρή στρα­τη­γι­κή που να συν­δυά­ζει:
● «Θε­τι­κά μέ­τρα», μο­νο­με­ρώς ε­φαρ­μο­σμέ­να, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα η α­πόρ­ρι­ψη της λι­τό­τη­τας ή η φο­ρο­λό­γη­ση των χρη­μα­τι­στι­κών συ­ναλ­λα­γών.
● Συ­νο­δευ­τι­κά μέ­τρα προ­στα­τευ­τι­σμού, ό­πως έ­λεγ­χος στη δια­κί­νη­ση κε­φα­λαίων.
● Θα πρέ­πει να γί­νει κα­τα­νο­η­τό ό­τι α­να­λαμ­βά­νε­ται πο­λι­τι­κό ρί­σκο με την ε­φαρ­μο­γή αυ­τών των μέ­τρων σε ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο, που συ­νι­στούν αμ­φι­σβή­τη­ση των κα­νό­νων της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης. Η ι­δέα εί­ναι να γε­νι­κευ­θούν οι πο­λι­τι­κές αυ­τές, δη­λα­δή να υιο­θε­τη­θούν μέ­τρα π.χ δη­μο­σιο­νο­μι­κής ε­πέ­κτα­σης και φο­ρο­λό­γη­σης των χρη­μα­τι­στι­κών συ­ναλ­λα­γών και α­πό άλ­λα κρά­τη-μέ­λη.
● Ωστό­σο, η πο­λι­τι­κή α­ντι­πα­ρά­θε­ση με την Ευ­ρω­παϊκή Ένω­ση και τις ε­λίτ άλ­λων ευ­ρω­παϊκών χω­ρών, και ι­διαί­τε­ρα με τη γερ­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση, δεν μπο­ρεί να α­πο­φευχ­θεί και, ε­πο­μέ­νως, η α­πει­λή ε­ξό­δου α­πό το ευ­ρώ δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­στεί εκ των προ­τέ­ρων ως μια εν­δε­χό­με­νη ε­ξέ­λι­ξη.

Αυ­τό το στρα­τη­γι­κό σχή­μα α­να­γνω­ρί­ζει ό­τι η ε­πα­νί­δρυ­ση της Ευ­ρώ­πης δεν μπο­ρεί να α­πο­τε­λεί την προϋπό­θε­ση για την ε­φαρ­μο­γή μιας ε­ναλ­λα­κτι­κής πο­λι­τι­κής. Τα εν­δε­χό­με­να μέ­τρα α­ντί­δρα­σης ε­νά­ντια σε μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση πρέ­πει να ε­ξου­δε­τε­ρω­θούν μέ­σα α­πό α­ντί­με­τρα που να πε­ρι­λαμ­βά­νουν στην ου­σία και μέ­τρα προ­στα­τευ­τι­σμού αν χρεια­στεί. Αλλά αυ­τή η στρα­τη­γι­κή δεν εί­ναι προ­στα­τευ­τι­σμός με τη συ­νή­θη έν­νοια του ό­ρου, ε­φό­σον προ­στα­τεύει έ­να κοι­νω­νι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό που πη­γά­ζει α­πό το λαό και ό­χι α­πό τα συμ­φέ­ρο­ντα του ε­θνι­κού κε­φα­λαίου στον α­ντα­γω­νι­σμό του με άλ­λα κε­φά­λαια. Εί­ναι λοι­πόν έ­νας «προ­στα­τευ­τι­σμός προς διά­δο­ση», που η βα­σι­κή λο­γι­κή του εί­ναι να αρ­θεί μό­λις τα κοι­νω­νι­κά μέ­τρα για α­πα­σχό­λη­ση και ε­νά­ντια στη λι­τό­τη­τα γε­νι­κευ­θούν στην Ευ­ρώ­πη.

Η ρή­ξη με τους κα­νό­νες της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης δεν βα­σί­ζε­ται σε μια δια­κή­ρυ­ξη αρ­χών, αλ­λά στην κοι­νω­νι­κή νο­μι­μό­τη­τα δί­καιων και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κών μέ­τρων, που δια­σφα­λί­ζουν τα συμ­φέ­ρο­ντα της πλειο­νό­τη­τας και προ­τεί­νο­νται προς υιο­θέ­τη­ση στις γει­το­νι­κές χώ­ρες. Αυ­τός ο στρα­τη­γι­κός προ­σα­να­το­λι­σμός θα ε­νι­σχυ­θεί α­πό την κι­νη­το­ποίη­ση της κοι­νω­νίας σε άλ­λες χώ­ρες και, έ­τσι, θα κτί­σει έ­να συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­μεων ι­κα­νό να αμ­φι­σβη­τή­σει τους υ­φι­στά­με­νους ευ­ρω­παϊκούς θε­σμούς. Η πρό­σφα­τη ε­μπει­ρία α­πό τα νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρα σχέ­δια διά­σω­σης που ε­φαρ­μό­στη­καν α­πό την Ευ­ρω­παϊκή Κε­ντρι­κή Τρά­πε­ζα και την Ευ­ρω­παϊκή Επι­τρο­πή έ­χουν α­πο­δεί­ξει ό­τι εί­ναι ό­ντως δυ­να­τό να πα­ρα­καμ­φθεί μια σει­ρά προ­νοιών των Συν­θη­κών της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης. Οι ευ­ρω­παϊκές αρ­χές δεν δι­στά­ζουν να το κά­νουν προς το χει­ρό­τε­ρο. Συ­νε­πώς, ε­πι­κα­λού­μα­στε την ί­δια δυ­να­τό­τη­τα λή­ψης μέ­τρων για το κα­λύ­τε­ρο, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων της ε­πι­βο­λής ε­λέγ­χου της δια­κί­νη­σης κε­φα­λαίων και άλ­λων ερ­γα­λείων για την προ­στα­σία των μι­σθών και των συ­ντά­ξεων. Σε αυ­τό το σχή­μα, η έ­ξο­δος α­πό το ευ­ρώ εί­ναι μια α­πει­λή ή έ­να ό­πλο τε­λευ­ταίας ε­φε­δρείας, ό­πως ε­πι­ση­μά­να­με και προ­η­γού­με­να.

Η στρα­τη­γι­κή αυ­τή στη­ρί­ζε­ται στη νο­μι­μό­τη­τα προο­δευ­τι­κών λύ­σεων που βα­σί­ζο­νται στον τα­ξι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό τους. Εί­ναι μια συ­νερ­γα­τι­κή στρα­τη­γι­κή ρή­ξης με το ι­σχύον πλαί­σιο της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης, διό­τι α­να­λαμ­βά­νε­ται εις το ό­νο­μα ε­νός άλ­λου μο­ντέ­λου α­νά­πτυ­ξης βα­σι­σμέ­νου σε μια νέα αρ­χι­τε­κτο­νι­κή για την Ευ­ρώ­πη. Χρεια­ζό­μα­στε έ­να με­γα­λύ­τε­ρο ευ­ρω­παϊκό προϋπο­λο­γι­σμό βα­σι­σμέ­νο σε μια κοι­νή φο­ρο­λο­γία κε­φα­λαίου, που να χρη­μα­το­δο­τεί τα τα­μεία ε­ναρ­μό­νι­σης και τις κοι­νω­νι­κά και οι­κο­λο­γι­κά χρή­σι­μες ε­πεν­δύ­σεις. Όμως, δεν πε­ρι­μέ­νου­με αυ­τή η αλ­λα­γή να προ­κύ­ψει αυ­τό­μα­τα: Ο α­γώ­νας ε­νά­ντια στο χρέ­ος και τη λι­τό­τη­τα, ό­πως και υ­πέρ των δί­καιων μέ­τρων προ­στα­σίας των μι­σθών, των συ­ντά­ξεων, της κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας και των δη­μό­σιων υ­πη­ρε­σιών εί­ναι στην η­με­ρή­σια διά­τα­ξη. Αυ­τός εί­ναι ο στρα­τη­γι­κός μας προ­σα­να­το­λι­σμός για μια α­ρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση.

Το Μανιφέστο υπογράφουν οι:

Daniel Albarracín, Nacho Álvarez, Bibiana Medialdea (Spain)

Francisco Louçã, Mariana Mortagua (Portugal)

Stavros Tombazos (Cyprus)

Giorgos Galanis, Özlem Onaran (Great Britain)

Michel Husson (France)

……………………………………………

cyprus

‘Τρεις και μία ρήξεις με την κυρίαρχη ευρωπαϊκή πολιτική’

του Χ. Γ

Η συζήτηση στην ευρωπαϊκή αριστερά έχει ανάψει για τα καλά: Πώς θα βγούμε από την κρίση, πώς θ’ αποκρούσουμε την πολιτική της λιτότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας; Μπορούμε να οργανώσουμε την αντίσταση των εργαζομένων και των πληττόμενων τάξεων και να σχεδιάσουμε τη στρατηγική ανασυγκρότησης της οικονομίας προς όφελος των εργαζομένων και γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες μέσα από την ευρωζώνη ή, ακόμα, μέσα στην ΕΕ;

Οι απόψεις που ακούγονται από την Αθήνα ως τη Λευκωσία, κι από το Βερολίνο ως το Παρίσι ή τη Λισαβόνα ποικίλλουν. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι, όσο κι αν διαφέρουν, αν εξαιρέσει κανείς το ΚΚΕ και τις συγγενείς προς αυτό δυνάμεις, κανείς δεν προτείνει μια πολιτική κάθετης σύγκρουσης (όλο και συχνότερα ακούγεται η λύση της «συμφωνημένης λύσης» ακόμα και από τους οπαδούς της εξόδου από την ευρωζώνη –ή και από την ΕΕ). Κανείς, επίσης, δεν θεωρεί πανάκεια τη μια ή την άλλη λύση, και δίνεται ιδιαίτερο βάρος πια απ’ όλους στις δυσκολίες που ούτως ή άλλως υπάρχουν όχι μόνο στο πλαίσιο της ΕΕ, αλλά στο εχθρικό περιβάλλον της καπιταλιστικής –και μάλιστα νεοφιλελεύθερης– παγκοσμιοποίησης.

Όλο και περισσότερο, δηλαδή, διαμορφώνονται οι όροι για μια συζήτηση που αφορά την πολιτική επιλογή που ταιριάζει στη γενικότερη στρατηγική κάθε πολιτικής πρότασης και όχι στην αναζήτηση της «προσφορότερης» οικονομοτεχνικά λύσης.

Από την άποψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία η συμβολή των ευρωπαίων οικονομολόγων, που συνυπογράφουν το πιο κάτω μανιφέστο. Στη συλλογιστική τους αποκτούν το βάρος που τους αξίζει ζητήματα και ερωτήματα, τα οποία συνήθως παραμερίζονται στη μέχρι τώρα δημόσια αντιπαράθεση. Όπως είναι τα ζητήματα μιας εναλλακτικής ευρωπαϊκής πολιτικής για την αριστερά, σε αντιπαράθεση με μια εθνοκεντρική αντίληψη για το ρόλο της αριστεράς και των εργαζομένων στην Ευρώπη. Ή το ερώτημα πώς αντιμετωπίζεται το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, που επιδιώκει να επιβάλλει τους όρους του ακόμη κι όταν δεν δρούμε στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Ή το ζήτημα του συνδυασμού των ανατρεπτικών βημάτων που μπορούν να πραγματοποιηθούν σε μια συγκεκριμένη χώρα, με την εκκίνηση ανατρεπτικών διαδικασιών σε «γειτονικές» χώρες ή στο σύνολο της ΕΕ.

Σε απόσταση ασφαλείας από τη λογική των απλουστεύσεων που κάνουν πιο εύληπτες τις πολιτικές προτάσεις δίνουν τη δική τους τεκμηριωμένη απάντηση στην προβληματική που διατυπώθηκε πρόσφατα τόσο με την απόφαση της κεντρικής επιτροπής του ΑΚΕΛ, όσο και με την έκθεση Φλάσμπεκ – Λαπαβίτσα, ή με το σχετικό άρθρο του Όσκαρ Λαφοντέν. Το αβίαστο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι κανένα «σχέδιο β΄» δεν μπορεί να αποτελεί σχέδιο α΄ της αριστεράς, δηλαδή αφετηριακό σημείο, σημείο εκκίνησης για την πολιτική της.

Οι οικονομολόγοι που υπογράφουν το μανιφέστο, αρκετοί από τους οποίους είναι γνωστοί στους αναγνώστες της «Εποχής», είναι οι ακόλουθοι: Ντανιέλ Αλμπαραθίν, Νάχο Αλβάρεθ, Βιβιάνα Μεντιαλντέα, από την Ισπανία, Φρανσίσκο Λούτσα, Μαριάνα Μορτάγκουα, από την Πορτογαλία, Σταύρος Τομπάζος, από την Κύπρο, Γιώργος Γαλάνης και Οζλέμ Οναράν, από το Ενωμένο Βασίλειο, και Μισέλ Ισόν, από τη Γαλλία.

…………………………………………

Πηγή:

http://www.epohi.gr/portal/oikonomia/14187-2013-05-26-09-11-19

Advertisements
Explore posts in the same categories: Ευρώ, Ευρώπη

Ετικέτες: , , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: