Archive for the ‘Λογοτεχνία’ category

Νίκου Τσιφόρου – Κολονάτα στο πιθάρι

25 Ιουνίου, 2013

ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΦΟΡΟΥ – ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ

Διαβάζει ο Γιάννης Μποσταντζόγλου

ΑΣΚΗΤΙΚΗ :: Salvatores Dei

19 Ιουνίου, 2013

Νίκου Καζατζάκη

ΑΣΚΗΤΙΚΗ   Salvatores Dei

Πρόλογος

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:

 α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·

 β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

kazantzakisA

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ

Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.

Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.

Τ΄ άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα·

σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.

“Εγώ μονάχα υπάρχω!” φωνάζει ο νους.

“Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.

“Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το χάος μουγκρίζει.

“Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.

“Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.

“Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.

“Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ· δε με νοιάζει. Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: “Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!” Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.

“Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω. “Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει.”

(περισσότερα…)

Ο πιερότος (Ν. Λαπαθιώτης)

17 Μαρτίου, 2013

   Πηγή: sarant   

pierrot1Τελευταία Κυριακή της Αποκριάς σήμερα, και παρόλο που η επικαιρότητα με το κούρεμα και το κούρσεμα της Κύπρου κάθε άλλο παρά χαρούμενη ή γιορταστική είναι, η μέρα επιβάλλει λογοτεχνικό θέμα, οπότε θα βάλω ένα διήγημα, επίκαιρο, δηλαδή αποκριάτικο, αλλά όχι χαρούμενο, άρα διπλά επίκαιρο.

Πρόκειται για το διήγημα “Ο πιερότος” του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης είναι γνωστός βέβαια σαν ποιητής, αλλά είχε και άφθονο πεζογραφικό έργο και μάλιστα πολυσχιδές (διηγήματα, νουβέλες, αυτοβιογραφία, στοχασμοί, χρονογραφήματα, πεζοτράγουδα, αισθητικά και κριτικά κείμενα). Αυτό το έργο έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να εκδίδεται, μεταξύ άλλων και με δική μου επιμέλεια (η νουβέλαΚάπου περνούσε μια φωνή και η συλλογή διηγημάτων Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες, και τα δυο από τις εκδόσεις Ερατώ). Το διήγημα άλλωστε που θα διαβάσουμε πρόκειται να δημοσιευτεί, μαζί με άλλα, σε έναν δεύτερο τόμο διηγημάτων του Λαπαθιώτη, ο οποίος ευελπιστώ να εκδοθεί μέσα στο 2013, αν και ποτέ δεν ξέρει κανείς.

Πιερότος, βέβαια, είναι η γνωστή άσπρη αποκριάτικη στολή με τα μεγάλα μαύρα κουμπιά και, κατ’ επέκταση, αυτός που τη φοράει. Η αρχή της λέξης βρίσκεται σε έναν χαρακτήρα της Κομεντί Ιταλιέν, των Ιταλών ηθοποιών που έπαιζαν στο Παρίσι, έναν αφελή υπηρέτη ονόματι Πιερό (Pierrot, Πετράκη δηλαδή), που αγαπάει την Κολομπίνα η οποία όμως συνήθως τον αφήνει για τον Αρλεκίνο. Την εποχή που εκτυλίσσεται το διήγημα, είχαν γραφτεί αρκετά ρομαντικά έργα για τον Πιερότο, οπότε είχε χάσει τις μπουφόνικες καταβολές του.

Το διήγημα του Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε στις 9 Μαΐου 1929 στο περιοδικό Μπουκέτο, το λαϊκό ποιοτικό περιοδικό στο οποίο ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων του και με το οποίο συνεργαζόταν από το πρώτο του τεύχος, το 1924, ως το τέλος της ζωής του, το 1944, (το περιοδικό πέθανε λίγο αργότερα) αν και με μεγάλα διαστήματα διακοπής της συνεργασίας. Πέρα από το μονοτονικό, ελάχιστες αλλαγές χρειάστηκαν για να προσαρμοστεί η ορθογραφία στα σημερινά -το Μπουκέτο ήδη εφάρμοζε ορθογραφία πολύ όμοια με τη σημερινή. Ευχαριστώ τον Αχιλλέα Τζάλλα για την πληκτρολόγηση. Το σκίτσο του Λαπαθιώτη, αριστερά, είναι του μεγάλου Μυτιληνιού σκιτσογράφου Αντώνη Πρωτοπάτση (ή Pazzi, όπως υπέγραφε από τότε που δούλευε στο Παρίσι), και κοσμούσε την αρχική δημοσίευση στο Μπουκέτο, όπως και η εικόνα που δημοσιεύεται πιο κάτω.

pierrot2

Ο ΠΙΕΡΟΤΟΣ

Είμαστε καθισμένοι στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ήταν η ώρα που αρχίζει και βραδιάζει — ώρα τρυφερή των αναμνήσεων.

            Είχα καιρό να πάω να τη δω. Κι ένιωθα ένα είδος τύψεως γι’ αυτή μου την αμέλεια, επειδή ήξερα πως μ’ αγαπούσε εξαιρετικά, και πως ευχαριστείτο πραγματικά στη συντροφιά μου — αν κι εγώ δεν ήμουν απέναντί της, παρά ένα παιδί κάπως υπερβολικά ζωηρό, που αποτελούσε μια φανταχτερή αντίθεση με τη γεροντική της σοβαρότητα, με τη λεπτήν αξιοπρέπεια των τρόπων της, με το επίσημο και τυπικό της φέρσιμο. Μια ερωτική περιπέτεια, που βάσταξε δεν ξέρω πόσους μήνες, με είχε απομακρύνει. Για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, δικαιολογίες δε χωρούσαν. Της είπα, ωστόσο, αρκετά ψέματα: ένα μικρό ταξίδι στην Ευρώπη, κάποιες ασχολίες ιδιαίτερες, έπειτα μιαν αρρώστια ξαφνική…

            Με κοίταζε χαμογελώντας, με το λεπτό ειρωνικό εκείνο βλέμμα, το γεμάτο καλοσύνη κι επιείκεια, των ανθρώπων που μας αγαπούν, και που προσπαθούν να μας πιστέψουν. Κι έτσι στα τελευταία, αναγκάστηκα να της φανερώσω την αλήθεια. Της διηγήθηκα όλη μου την ιστορία, απ’ την αρχή ως το τέλος. Δεν παρέλειψα παρά μια μικρή λεπτομέρεια, που ήταν ολόκληρη εις βάρος μου, και που φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να της μειώσει κάπως την εκτίμησή της προς εμένα. Με άκουσε χωρίς διακοπή.

(περισσότερα…)

Για το ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

26 Φεβρουαρίου, 2013

01 cover

http://entefktirio.blogspot.gr/

Μια εικοσιπενταετία

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι η μόνη κριτικός λογοτεχνίας που ασχολείται σταθερά και συστηματικά ―από τη στήλη της στην εφημερίδα Η Εποχή― με τα λογοτεχνικά περιοδικά, επαινώντας τις καλές τους στιγμές και ελέγχοντας, όταν χρειάζεται, τις ελλείψεις και της παραλείψεις της. Ως άνθρωπος που κατέχομαι, από νέος, από το ίδιο πάθος για τα περιοδικά, δεν μπορώ παρά να της είμαι ευγνώμων ―με τη διπλή ιδιότητα του διευθυντή-ανθρώπου για όλες τις δουλειές ενός περιοδικού αλλά και του αναγνώστη― γι’ αυτή της τη σπάνια αγάπη, ειδικά όταν εφημερίδες και κριτικοί ή δημοσιογράφοι που ασχολούνται με το βιβλίο δεν καταδέχονται να ασχοληθούν με τα λογοτεχνικά περιοδικά. Μικρή σημασία έχει αν συμφωνώ πάντα με όλες τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις της, τουλάχιστον όσον αφορά το Εντευκτήριο. Σημασία για μένα έχει πως όσα γράφει τα γράφει με γνώση και με αγάπη, δίχως το φρύδι ή το δάχτυλο υψωμένο. Γι’ αυτό και οι επισημάνσεις της έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Με αυτή την αφορμή, αισθάνομαι την ανάγκη να της πω και δημόσια ένα θερμό «ευχαριστώ» για τη συγκινητική της συνοδοιπορία.

Γιώργος Κορδομενίδης

PRESS CONFERERNCE NOV 1987Από τη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του πρώτου τεύχους του Εντευκτηρίου (Σύνδεσμος Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, Νοέμβριος 1987): από αριστερά: Σάκης Παπαδημητρίου, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Μπακόλας, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Γιώργος Κορδομενίδης.

της Μάρης Θεοδοσοπούλου, www.epohi.gr

«Εντευ­κτή­ριο», Δί­μη­νο καλ­λι­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, Οκτώ­βριος 1987, τεύ­χος 1,Διεύ­θυν­ση: Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης, Γ. Σε­φέ­ρη 15, Σταυ­ρού­πο­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη.

Αυ­τή εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του πρώ­του τεύ­χους του πε­ριο­δι­κού. Πα­ρό­τι πρώ­το, δεν υ­πάρ­χει προοί­μιο για το τι εί­ναι, σε τι α­κρι­βώς στο­χεύει ή, τε­λο­σπά­ντων, κά­τι σαν δια­κή­ρυ­ξη αρ­χών. Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, κα­τα­χω­ρού­νται τα βιο­ερ­γο­γρα­φι­κά “των συ­νερ­γα­τώ­ν/συγ­γρα­φέων του τεύ­χους”. Εκεί πα­ρου­σιά­ζε­ται, κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά, και ο ά­γνω­στος, τό­τε, σε Αθη­ναίους και λοι­πούς Πα­λαιο­ελ­λα­δί­τες, διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού, με έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό. Μα­θαί­νου­με ό­τι υ­πήρ­ξε συ­νερ­γά­της κα­τά την προ­η­γού­με­νη επτα­ε­τία (1979-1986) της ΕΡ­Τ-2 Θεσ­σα­λο­νί­κης ως πα­ρα­γω­γός εκ­πο­μπών και ό­τι έ­χει μια με­λέ­τη στο ε­νερ­γη­τι­κό του, με τίτ­λο, «Τα μου­σεία της Θεσ­σα­λο­νί­κης». Η συ­νε­χής α­να­γνω­στι­κή συ­νά­φεια, ε­πί έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, με το πε­ριο­δι­κό του, δι­καίω­σε την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση ε­νός αν­θρώ­που χα­μη­λών τό­νων, που α­πο­δεί­χτη­κε ό­τι διέ­θε­τε ο­ρι­σμέ­νες πρό­σθε­τες ι­διό­τη­τες, ό­πως δη­μιουρ­γι­κός, ε­πί­μο­νος, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός.

(περισσότερα…)

William Burroughs, ο φημισμένος συγγραφέας της γενιάς των μπιτ

5 Φεβρουαρίου, 2013

31021-burrough

 Πηγή: tvxs

Ο «δύσκολος» Norman Mailer τον είχε αποκαλέσει ως τον «μόνο εν ζωή Αμερικανό συγγραφέα για τον οποίο μπορεί να πιστέψει κανείς ότι χαρακτηρίζεται από διάνοια». Και δεν ήταν ο μόνος που είχε αυτή την άποψη για τον William Burroughs. Το πολύπλευρο –και σε μεγάλο μέρος αυτοβιογραφικό- έργο του ως νοβελίστας, δοκιμιογράφος, κοινωνικός κριτικός, ζωγράφος και ομιλητής υπήρξε καθοριστικό για την «γενιά των Μπιτ» και επηρέασε σημαντικά τη λαϊκή κουλτούρα και λογοτεχνία.

Σαν σήμερα γεννήθηκε το 1914 ο βενιαμίν της οικογένειας του Mortimer P. Burroughs, William S. Burroughs. Αποφοιτώντας από το σχολείο στο Saint Louis και έχοντας ήδη δημοσιεύσει στην εφημερίδα του σχολείου το πρώτο του δοκίμιο υπό τον τίτλο «Προσωπικός Μαγνητισμός», ο Burroughs σπουδάζει καλές τέχνες στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Με γενναιόδωρο μηνιαίο εισόδημα από τους γονείς του για τα επόμενα 25 χρόνια της ζωής του, ο νεαρός Burroughs είχε πλέον τη δυνατότητα να ταξιδέψει και να γνωρίσει την Ευρώπη και την Αμερική. To καλοκαίρι του 1943 γνωρίζει τους Lucien Carr και Allen Ginsberg, οι οποίοι εντυπωσιάζονται με τις πολύπλευρες γνώσεις του και το σαρδόνιο του χιούμορ. Όντας ο μεγαλύτερος σε ηλικία στην ομάδα, γρήγορα ανέλαβε τον ρόλο του καθοδηγητή, ενθαρρύνοντας τον Jack Kerouac και των Allen Ginsberg στις απόπειρες τους για συγγραφή διηγημάτων και ποίησης.

Ειρωνική λεπτομέρεια το ότι την εποχή εκείνη ο Burroughs δεν θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα. Προσπαθεί να ικανοποιήσει την δίψα του για αναζήτηση της ταυτότητας του στην ενασχόληση με παράνομες δραστηριότητες. Ελπίζοντας ότι θα βρει τον εαυτό του σε μια κοινότητα παράνομων επιδίδεται σε αγορές κλεμμένων προϊόντων και σύντομα εθίζεται στην μορφίνη, την οποία αργότερα αντικατέστησε με την ηρωίνη. Συζώντας από το 1947 με την Joan Vollmer αποκτά μαζί της ένα γιο, τον William S. Burroughs Jr. και σύντομα μετακομίζουν διαδοχικά στην Νέα Ορλεάνη, το Τέξας και το Μεξικό προς αναζήτηση παράνομων ουσιών.

(περισσότερα…)

Στρατής Τσίρκας

27 Ιανουαρίου, 2013

Στρατής  Τσίρκας (10/23 Ιουλίου 1911 – 27 Ιανουαρίου 1980)

Ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηαντρέα. Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου από γονείς μετανάστες. Ο πατέρας του ήταν κουρέας και καταγόταν από την Ίμβρο, η μάνα του καταγόταν από τη Χίο αλλά γεννήθηκε στη Γιάφα της Παλαιστίνης όπου είχαν καταφύγει οι γονείς της ύστερα από το σεισμό του 1881. Αποφοίτησε από την Αμπέτειο Εμπορική Σχολή (Μ.Ε.). Εξέδωσε τα έργα:

Ποιήματα: «Φελλάχοι», 1937, «Το λυρικό ταξίδι», 1938, «Προτελευταίος αποχαιρετισμός», 1946.

 Διηγήματα: «Αλλόκοτοι άνθρωποι», 1944, «Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός», 1947, «Ο ύπνος του θεριστή», 1954, «Νουρεντίν Μπόμπα», 1957.

 Μυθιστορήματα: Η σειρά «Ακυβέρνητες πολιτείες», τόμος Α’, «Η Λέσχη», 1960, Β’ «Αριάγνη», 1962, Γ’ «Η Νυχτερίδα», 1965. «Χαμένη άνοιξη», 1976.

 Μελέτες: «Ο διηγηματογράφος Δημοσθένης Βουτυράς», 1948, «Ο διηγηματογράφος Νίκος Νικολαΐδης», 1950, «Ο Καβάφης και η εποχή του», 1958, «Τα τείχη ενός κριτικού και η Τέχνη του Καβάφη», 1960, «Μια άποψη για το Σεφέρη», 1961, «Ο Καβάφης και η νεότερη Αίγυπτος», 1963.

 

ΕΝΑΣ ΒΡΑΧΟΣ

Ένας βράχος κει πέρα με λίγα μάρμαρα κι όμως… Χρόνια και χρόνια τώρα, οι άνθρωποι που ζουν εδώ κι ανάμεσα στους άλλους λόφους γύρω τριγύρω, ίσαμε πέρα στις αμμουδιές του κόλπου, δεν έπαψαν να δίνουν χρυσούς κανόνες, μέτρα φωτεινά και πεντακάθαρα.

«Να, μωρέ τσίμπληδες, πώς ζουν! Με λογικό και λευτεριά· δηλαδή με κανόνες. Κανόνες χρυσούς, κανόνες ζυγιασμένους. Στ’ ανάστημα τ’ ανθρώπου».

Πόλη με τους ανθρώπους πο ’χουνε τ’ ανάστημα του ανθρώπου. Στο μπόι μιας μυρτιάς. Στο μάκρος μιας σκάφης όπου ζυμώνουν το ψωμί. Στο ύψος πο ’χουνε τα κλήματα με τα σταφύλια.

Ποιος είδε το λαό, που ζει κάτω απ’ το βράχο με τα μάρμαρα, ν’ αντιπαλεύει με βαρβάρους, με μιξοβαρβάρους, με νεοβαρβάρους, με δουκάτα, με βασίλεια, μ’ αυτοκρατορίες, για ένα «τίποτα», για μιας τρίχας σκύψιμο του κεφαλιού – μιας τρίχας! Ποιος είδε και δε θάμαξε;

Ούτε ψωμί, που είν’ η ζωή, ούτε κρασί, που είναι τ’ όνειρο. Μόνο ένα φυλλαράκι από τη μυρτιά να μασουλίζουν, με τη στυφή τη γέψη στο στόμα, με τη στυφή την έκφραση στο πρόσωπο, σα να λένε: «Τ’ ανθρώπου τ’ ανάστημα και τίποτ’ άλλο. Την ανθρωπιά μας».

Το χρώμα των ματιών τους να γυρνά προς το μενεξελί κι οι κίνησες των χεριών τους να γίνουνται αργές και γεμάτες σα να χαϊδεύουν αρχαία μάρμαρα. Κι αυτοί οι ζωηροί, αυτοί οι μελαχρινοί, αυτοί οι φωνακλάδες άνθρωποι, να μερώνουν ξαφνικά και με μιαν ήσυχη αποφασιστικότη να λεν: «Εδώ θα πεθάνουμε». Σα να λεν: «Εδώ θα φυτέψουμε».

Και να πεθαίνουν. Όχι για το ψωμί, όχι για το κρασί, μα για τ’ ανάστημα του ανθρώπου. Για τις μυρτιές.

«Εδώ θα φυτέψουμε το δέντρο, για να πάρεις μέτρα χρυσά, ζάβαλε κόσμε. Δίχως αυτά ζωή δε νογέται!» Πάνω στο βράχο, πάνω στα μάρμαρα!

Και θα περάσουν τα χρόνια. Και τότε οι άνθρωποι, ανοιχτομάτηδες, ανοιχτοχέρηδες, ανοιχτόκαρδοι, θα λεν: «Ετούτος εδώ ο λαός, στον ίσκιο αυτού του βράχου με τα μάρμαρα, είναι που μας έδωσε τα μέτρα τα χρυσά, στ’ ανάστημα του ανθρώπου. Δηλαδή τη λευτεριά!»

Θα λεν και θα γέρνουν λαφριά το κεφάλι, μια τρίχα,  – όχι! ούτε μια τρίχα – πάνω απ’ τους τάφους, που άγρυπνες θα φυλάγουν, ορθές, στ’ ανάστημα του ανθρώπου, οι μυρτιές.

Αλεξάνδρεια, Γενάρης 1946

(περισσότερα…)

Παύλος Μάτεσις: Ενα γνήσια ανατρεπτικό πνεύμα

21 Ιανουαρίου, 2013

Πέθανε ο Παύλος Μάτεσις

Πηγή:http://entefktirio.blogspot.gr/

Της Όλγας Σελλά

Την άνοιξη του 2011 ο Παύλος Μάτεσις δεν είχε τη χαρά να δει στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το πιο δημοφιλές και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημά του, τη «Μητέρα του σκύλου», που ευφυώς είχε σκηνοθετήσει ο Σέρβος Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς. Είχε ήδη πληγεί από εγκεφαλικό τον Δεκέμβριο του 2010, παρακολουθώντας μια παράσταση στο Θέατρο Τέχνης. Την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου, στις 8 το πρωί, ο Παύλος Μάτεσις άφησε την τελευταία του πνοή στο ιδιωτικό θεραπευτήριο όπου νοσηλευόταν αυτά τα δύο χρόνια (ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Εργων Λόγου είχε αναλάβει σιωπηρά τα έξοδα νοσηλείας), αν και τις τελευταίες ημέρες η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί και νοσηλευόταν σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ηταν 80 χρόνων, και άντεξε δύο ολόκληρα χρόνια χωρίς να μπορεί να μιλήσει (είχε πληγεί το κέντρο λόγου), είχε όμως πλήρη συνείδηση.

Ο Παύλος Μάτεσις ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα των γραμμάτων, και σίγουρα δεν μπορεί κανείς να τον κατατάξει σε μία κατηγορία δημιουργός. Βέβαια ο ίδιος έλεγε ότι είναι άνθρωπος του θεάτρου. «Στην πεζογραφία θεωρώ τον εαυτό μου λαθρεπιβάτη».

Ηταν παθιασμένος τόσο με το θέατρο, όσο με τη λογοτεχνία, αλλά και τη μετάφραση, αφού χειριζόταν θαυμάσια τρεις γλώσσες και είχε υπογράψει σπουδαίες μεταφράσεις, λογοτεχνικές και θεατρικές. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά: Mrojek, Ben Johnson, Roger Vitrac, Harold Pinter, Henrik Ibsen, Sean O’ Casey, Fernando Arrabal, Joe Orton, Antonin Artaud, Margaret Atwood, Map. Macdonald, William Shakespeare, Beaumarchais, Stendhal, Alain Fournier, Στρατή Χαβιαρά, Alba Ambert, Peter Ackroyd, William Faulkner και στα νέα ελληνικά τα έργα του Αριστοφάνη: «Ειρήνη», «Πλούτος», «Βάτραχοι», «Νεφέλαι», «Όρνιθες», «Αχαρνής», «Θεσμοφοριάζουσαι», «Λυσιστράτη». Για τα πάθη της μετάφρασης και τις σχέσεις που ανέπτυσσε μέσα από αυτήν από τους συγγραφείς, έλεγε στην «Καθημερινή» τον Ιανουάριο του 2003: «Δεν θα έλεγα δύσκολη τη μετάφραση, γιατί είναι κάτι που μου αρέσει. Νομίζω ότι από τα πιο δύσκολα και άχαρα ήταν ένα μυθιστόρημα του Πίντερ, “Οι νάνοι”. Αλλά το πιο ουσιαστικά δύκολο είναι το τελευταίο μετάφρασμά μου, ο Φώκνερ. Εχει τρομακτικές δυσκολίες για τον μεταφραστή, αλλά είναι και άθλημα για τον αναγνώστη. Είναι απόλαυση, αλλά πριν απ’ όλα είναι άθλημα. (περισσότερα…)

Η “Χ.Κ. Τεγόπουλος” να πληρώσει τους εργαζόμενους ΤΩΡΑ!

7 Ιανουαρίου, 2013

 

Συγκέντρωση Διαμαρτυρίας την Τρίτη, 8 Ιανουαρίου στις 12.00 έξω από τα γραφεία της «Ελευθεροτυπίας»,στο Νέο Κόσμο (Μίνωος 10-16)

 Πηγή:http://anasigrotisi.blogspot.gr/

Την Τρίτη 8 Ιανουαρίου και ώρα 13.00, η εργοδοσία της Ελευθεροτυπίας, με ανακοίνωσή της προχωράει σε συνέντευξη Τύπου σχετικά με την επαναλειτουργία της επιχείρησης. Με αυτό τον τρόπο συνεχίζει την προκλητική της στάση απέναντι στους 850 και πλέον απλήρωτους εργαζομένους της.

Για το λόγο αυτό, το Δ.Σ. της Πανελλαδικής Ένωσης Λιθογράφων καλούμε τους συναδέλφους εργαζόμενους της «Ελευθεροτυπίας» με τις οικογένειές τους, καθώς και κάθε συνάδελφο που μπορεί να συμπαρασταθεί, σε Συγκέντρωση Διαμαρτυρίας την Τρίτη 8 Ιανουαρίου στις 12.00 μμ έξω από τα γραφεία της εφημερίδας στον Νέο Κόσμο.

Τέρμα πια στην Κοροϊδία

  1. Διαφωνούμε με τον τρόπο που μεθοδεύεται το όλο εγχείρημα της επαναλειτουργίας της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» από τη διοίκηση και μερίδα εργαζομένων, όχι από το σύνολό τους, χωρίς να καταβληθούν οι οφειλές προς όλους τους εργαζόμενους (δεδουλευμένα, αποζημιώσεις απόλυσης), και απαιτούμε
  2. Να καταβάλει η εταιρία άμεσα το Δώρο Χριστουγέννων του 2012 το οποίο ως όφειλε, έπρεπε να είχε καταβληθεί έως τις 21/12/2012
  3. Να καταβάλει η εταιρία άμεσα τις ασφαλιστικές εισφορές για τους μήνες της επίσχεσης εργασίας.

Πανελλαδική Ένωση Λιθογράφων 

 

Όχι στην «Ελευθεροτυπία» – φάντασμα

Με μια σκοτεινή μεθόδευση που δεν τιμά καθόλου την παράδοση του ιστορικού τίτλου «Ελευθεροτυπία», οι δύο μεγαλοϊδιοκτήτριες της Χ.Κ. Τεγόπουλος επιχειρούν να απαλλαγούν από τις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στους εκατοντάδες εργαζόμενους της επιχείρησης, τους οποίους έχουν απλήρωτους εδώ και ενάμιση χρόνο.

Όχημα για τη μεθόδευση αυτή είναι η έκδοση μιας εφημερίδας που θα φέρει τον τίτλο «Ελευθεροτυπία» και στην οποία θα εργάζεται ένα πολύ μικρό ποσοστό από το σύνολο των εργαζομένων, κάτω από συνθήκες που έχουν ήδη καταγγελθεί ως αντεργατικές και απαράδεκτες από τα σωματεία μας.

Την καινούργια αυτή εφημερίδα, η οποία θα σφετερίζεται τον τίτλο «Ελευθεροτυπία» αναλαμβάνει να εκδώσει κάποια εταιρεία, με άγνωστα μέχρι στιγμής στοιχεία. Το μόνο που έχει ανακοινωθεί είναι ότι αυτή η εταιρεία ανήκει στον μέχρι πρότινος δικηγόρο της Χ.Κ. Τεγόπουλος, στον οποίο εμφανίζεται να έχει μεταβιβαστεί το 27% του ομίλου, άγνωστον έναντι ποιου τιμήματος.

(περισσότερα…)

Οι συγγραφείς ως οργανικοί διανοούμενοι: από την ηθογραφία στην ηθικολογία

1 Ιανουαρίου, 2013

Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το 12ο τεύχος του περιοδικού UNFOLLOW. Είναι το πρώτο από μια σειρά τεσσάρων άρθρων σχετικής θεματολογίας.

 q15117_r1_a

Mια γενιά πεζογράφων που αναδείχθηκαν την εποχή της «πλαστής ευημερίας» και της άνθησης των ιδιωτικών ΜΜΕ εκφράζονται σήμερα με οξύτητα και μένος, ανεξάρτητα από τις θέσεις τις οποίες υποστηρίζουν. Πώς συνδέεται όμως η πολιτική τους ηθικολογία με τη λογοτεχνική τους ηθογραφία;

Της Έφης Γιαννοπούλου και του Θεόφιλου Τραμπούλη

Έχουν περάσει πια τρία χρόνια συνεχούς πολιτικής όξυνσης και επικίνδυνης, ενίοτε και νοσηρής, πόλωσης και θα είχε ενδιαφέρον να δούμε τι εργαλεία έχουν χρησιμοποιήσει για να μιλήσουν για την κρίση οι άνθρωποι του πολιτισμού, ποιες θέσεις έχουν υιοθετήσει κι εάν οι απόψεις τους συνδέονται συστηματικά με τα γνωρίσματα του πεδίου στο οποίο ανήκουν. Και να εξετάσουμε τα δομικά αυτά χαρακτηριστικά ως σταθερές που διατρέχουν το κοινωνικό σώμα για πολύ περισσότερο καιρό από το τελευταίο διάστημα και σε μεγαλύτερο εύρος από τις συγκυριακές και μάλλον εφήμερες συγκλίσεις ή αποκλίσεις των προσώπων που τα εκφράζουν. Για παράδειγμα, υπάρχει κάποιου είδους οργανική σχέση ανάμεσα στη γεμάτη στερεότυπα και μεγαλοστομίες «αντιμνημονιακή» αγωνιστικότητα των περισσοτέρων μουσικών του «εντέχνου» και τις μουσικές ή στιχουργικές μορφές τις οποίες τόσα χρόνια διακονούσαν;

Ή τι σημαίνει για την πραγματική πολιτική και καλλιτεχνική οξύτητα του Μάνου Χατζιδάκι το γεγονός πως τον επικαλούνται ως την κορυφαία τάχα απούσα φωνή κάθε λογιών άνθρωποι για να υποστηρίξουν τις πιο αντίθετες απόψεις; Ή, σε άλλο πλαίσιο, τι προδίδει το γεγονός πως, εκτός από κάποιους πανταχού παρόντες ζωγράφους (και έναν ή δύο γλύπτες) παλαιότερης γενιάς, οι παράγοντες του πεδίου των εικαστικών, το οποίο διακηρύσσει την επίμονή του ενασχόληση με την πολιτική και το πολιτικό, τηρούν ως επί το πλείστον αιδήμονα σιγή; Μια τέτοια έρευνα δεν θα φώτιζε μόνο καλύτερα τις σημερινές θέσεις αλλά και θα βοηθούσε στην επαναπλαισίωση των πολιτικών και ορισμένων καλλιτεχνικών επιλογών της τελευταίας εικοσαετίας. Και ίσως έδειχνε πως απόψεις που μοιάζουν σε πρώτο επίπεδο αντίθετες ή και συγκρουόμενες έχουν στην πραγματικότητα βαθιά δομική συγγένεια. Από τα καλλιτεχνικά πεδία το λογοτεχνικό είναι εξαιρετικά πρόσφορο για συστηματικότερη ανάλυση. Μεταξύ άλλων γιατί ο τρόπος με τον οποίον πολλοί συγγραφείς είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να αναλάβουν κάποιο ρόλο οργανικού διανοούμενου –ο Τ. Θεοδωρόπουλος, ο Χ. Χωμενίδης, ο Π. Τατσόπουλος, η Σ. Τριανταφύλλου κ.ά– προδίδει θεμελιώδη γνωρίσματα τόσο του λογοτεχνικού πεδίου όσο και της μηχανικής του καθεστωτικού λόγου.

(περισσότερα…)

Αν σου πω σ’ αγαπώ, τι θα κάνεις;

23 Δεκεμβρίου, 2012

του Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή

Από τη συλλογή «Φιμωμένο φως»,1951

Πέντε έξι βάρκες κυλούσανε στη Μικρή Πρέσπα. Σκοτάδι πίσσα. Κάποιο καθυστερημένο πολυβόλο μιλούσε για θάνατο μέσα στη νύχτα.

Δεν τους ένοιαζε που κάνανε φασαρία, που χτυπούσανε τα κουπιά στο νερό. Ήταν και τα βογκητά, που δεν μπορούσαν να τα σταματήσουν. Ήταν κι από κάποια ξαφνική φωνή, ουρλιαχτό, γυναίκα ή άντρας. Γεμάτες οι βάρκες τραυματίες.

Στη βάρκα του Λίνου τέσσερις λαβωμένοι κι ανάμεσα τους η Βάσω, πιο βαριά.

Η Βάσω!… Ψηλή, ξανθιά, όμορφη κι όλο γελούσε. Για να δεις πράγματα: γελούσε! Φλερτάριζε κιόλας κι ας είχε ανάπηρο σύντροφο. Φλερτάριζε, που γελούσε, δηλαδή… Αυτή ήταν όλη κι όλη η αμαρτία της.

Στη Γιουγκοσλαβία, στο χωριό Μπούλκες όπου είχαν συγκεντρωθεί οι πολιτικοί πρόσφυγες το 1945, της κάνανε κριτική για τη στάση της εκείνη κι η Βάσω σηκωνότανε κι έκανε αυτοκριτική με το κεφάλι σκυφτό, τέτοια αυτοκριτική που έλεγες πως δε θα σκάσει ποτέ πια το χείλι της! Η πονηρή! Τα πράσινα μάτια της είχαν μια ειρωνεία που έσφαζε.

Τώρα τραυματισμένη στη βάρκα από τη μάχη στο Μαλιμάδι. Και παντού, σ’ όλες τις βάρκες κοπελιές λαβωμένες. Ήταν από ένα τάγμα όλο κορίτσια δεκαοχτώ με είκοσι πέντε χρονών. Και πολλές από τη Νάουσα που ‘χαν ανέβει στο βουνό μετά την αντάρτικη επίθεση. Να, μια από αυτές τις κοπέλες ή δεν ήξερε πως όταν ρίξει με το πάτζερ πρέπει να κοιτάξει πίσω της να δει αν υπάρχει εμπόδιο, ή τρόμαξε και βιάστηκε να πατήσει τη σκανδάλη… Αν γίνει αυτό, μπορεί να χτυπηθείς εσύ ο ίδιος, ή να σκοτώσεις κανένα από τους δικούς σου, γιατί αν τα αέρια βρούνε εμπόδιο γυρνάνε πίσω σαν λάβα και σε καίνε.

Μια φωτοβολίδα άστραψε ξαφνικά πάνω από τα κεφάλια τους και του Λίνου του φάνηκε πως τα μάτια της Βάσως γελούσαν. Ειρωνικά.

«Αν σου πω σ’ αγαπώ, τι θα κάνεις;»

Ο Λίνος έσκυψε πάνω της, στο σκοτάδι.

«Βάσω!…»

Γύρισε τα μάτια της και τον κοίταξε. Τον αναγνώρισε;

«Θα γίνεις καλά, θα δεις…»

Σαχλαμάρες!… Τι, θα γίνει καλά…

Η Βάσω είχε καρφώσει τα μάτια της πάνω του, αλλά σα να μην τον έβλεπε, σα να κοίταγε κάπου πέρα, ή κάπου πριν…

(περισσότερα…)

Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής(24 Δεκεμβρίου 1925-21 Μαρτίου1996)

23 Δεκεμβρίου, 2012

 Υπάρχουν αναμφίβολα εκατοντάδες δημιουργοί που και μ’ ένα μονάχα έργο τους κατάφεραν να κερδίσουν την παγκόσμια αποδοχή. Υπάρχει όμως και μια ιδιαίτερη “οικογένεια”, αυτή των αφανών πρωτοπόρων που μπορεί να μην έγιναν διάσημοι, αλλά το έργο τους αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι του λαϊκού πολιτισμού.Ξεχωριστός εκπρόσωπος του καλλιτεχνικού αυτού “χώρου” είναι και ο Δημήτρης Ραβάνης -Ρεντής.

Ο Δημήτρης Ραβάνης, ο γλυκύτατος Μίμης, ήταν άνθρωπος με εξαιρετικό χιούμορ και χειμαρρώδες ταλέντο. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του γραπτού λόγου, από τον στίχο και την ποίηση, έως το θέατρο και το σενάριο, αλλά και με τη διαφήμιση. Εγραψε αστυνομικά, έγραψε παιδικά, έγραψε λόγια που τα έχουν τραγουδήσει ή τα έχουν ψιθυρίσει εκατομμύρια Έλληνες, χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ο δημιουργός τους. Δικοί του είναι οι στίχοι στο αντάρτικο «Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους», δικοί του και στο «Ο Μπελογιάννης ζει».

Το έργο του Δημήτρη Ραβάνη – Ρεντή είναι πλούσιο και πολυεδρικό. Θα επισημάνουμε μόνον ορισμένα σημεία πολύ περιληπτικά, κάνοντας ένα χρονικό χωρισμό.

Περίοδος 1940 – 1944. Περίοδος νεανική. Πυκνών αντιστασιακών εμπειριών και πείρας ζωής. Κυριαρχεί στο έργο του η ποίηση και το ηρωικό στοιχείο, τα θούρια, το θεατρικό σκετς και «επιθεώρηση». Ανάμεσα σ’ αυτά και η επιθεώρηση «Η φαλάκρα του Μουσολίνι», που παιζόταν στους συνοικισμούς από ερασιτεχνικό θίασο.

Περίοδος 1944 – 1949. Περίοδος του εμφύλιου πολέμου. Ο Ρεντής πολεμά με το ντουφέκι και την πένα. Το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ συγκροτεί έναν περιοδεύοντα θίασο, με επικεφαλής τον αείμνηστο Αντώνη Γιαννίδη. Εκείνη την εποχή έγραψε και τα τραγούδια «Βροντάει ο Ολυμπος και πάλι», «Είμαστε εμείς θεμελιωτές» και άλλα.

Περίοδος 1949 – 1968… Είναι η περίοδος της ωριμότητας του πληθωρικού ταλέντου του. Δημοσίευσε πάνω από 25 έργα: Τρία μυθιστορήματα, δύο νουβέλες, δύο συλλογές διηγημάτων, πέντε θεατρικά, εννιά ποιητικές συλλογές και τα άλλα ήταν παιδικά βιβλία. Δεν άφησε κανένα είδος τέχνης ανεκμετάλλευτο.Δικό του είναι και το σλόγκαν «Θαύμα φαγητό θα γίνει με φυτίνη με φυτίνη» ή το «Η θεία Όλγα ξέρει», γιατί επί δικτατορίας δούλεψε στη διαφήμιση, μη μπορώντας να δημοσιεύσει αλλού. Εγραψε σενάρια, έγινε κινηματογραφικός καλλιτεχνικός διευθυντής, γύρισε δική του ταινία, που είχε μεγάλη επιτυχία και απέσπασε πολλά διεθνή βραβεία. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Παπαλεωνίδα, διευθυντή του εκδοτικού οίκου Σύγχρονη Εποχή, το έργο του αποτελείται από 32 εκδομένα πεζά, 15 ανέκδοτα, 21 ποιητικές συλλογές, 18 θεατρικά παιγμένα και έξι άπαιχτα, έξι ταινίες μεγάλου μήκους, 10 ραδιοφωνικές εκπομπές με 1.000 επεισόδια και 22 τηλεοπτικές εκπομπές.

(περισσότερα…)

Αζίζ Νεσίν: Σώπα, μη μιλάς …

20 Δεκεμβρίου, 2012

 Αζίζ Νεσίν (20 Δεκεμβρίου 1915 – 6 Ιουλίου 1995)

 Σώπα, μη μιλάς …

Απαγγέλλει η Μαριέτα Ριάλδη

Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή, κόψ’ τη φωνή σου, σώπασε,
Κι επιτέλους αν ο λόγος είναι αργυρός, η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια, οι πρώτες λέξεις που άκουσα από παιδί,
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγαν “Σώπα”!
Στο σχολείο μου ‘κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
και μου λέγαν : Εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!
Με φιλούσε το πρώτο αγόρι που ερωτεύτηκα και μου λέγε:
“Κοίτα μην πεις τίποτα και “Σώπα!”
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάστηξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου , η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
“Τι σε νοιάζει;”, μου λέγαν,
“θα βρεις το μπελά σου, Τσιμουδιά, Σώπα”.
Αργότερα φώναζαν οι προϊστάμενοι
“Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις και Σώπα”.
Παντρεύτηκα κι έκανα παιδιά και τα ‘μαθα να σωπαίνουν.
ο άντρας μου ήταν τίμιος κι εργατικός και ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που του ‘λέγε “Σώπα”.

Σε χρόνια δίσεκτα οι γείτονες με συμβούλευαν :
“Μην ανακατεύεσαι, πες πως δεν είδες τίποτα και Σώπα”.
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή, μας ένωνε, όμως, το “Σώπα”.

“Σώπα” ο ένας, “Σώπα” ο άλλος, “Σώπα” οι επάνω, “Σώπα” οι κάτω,
“Σώπα” όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.

Φτιάξαμε το σύλλογο του “Σώπα” και μαζευτήκαμε πολλοί,
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά και φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε και παράσημα,
Κι όλα πολύ εύκολα , μόνο με το “Σώπα”. Μεγάλη τέχνη αυτή το “Σώπα”.
Μάθε το στα παιδιά σου, στη γυναίκα σου και στην πεθερά σου
κι αν νιώθεις την ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου και κάν’ την να σωπάσει.
Κόψ’ την σύρριζα. Πέταχτη στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς, να λες “έχετε δίκιο, είμαι μ’ εσάς”.

Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς , θα γίνεις φαφλατάς , θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’ την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις.

Κόψε τη γλώσσα σου. Για να είσαι τουλάχιστον σωστός.

Στα σχέδια και στα όνειρά μου, ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου, γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δε θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:

ΜΙΛΑ!….

 

 

Αθήνα, 8 Δεκεμβρίου 2012.Παρουσίαση του βιβλίου »Σελανίκ» του Βασίλη Τσιράκη

6 Δεκεμβρίου, 2012

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Βιβλιοκαφέ Έναστρον και οι εκδόσεις Τόπος σας προσκαλούν στην παρουσίαση του ιστορικού μυθιστορήματος του Βασίλη Τσιράκη

Σελανίκ

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Μαριάννα Τζιαντζή, δημοσιογράφος

Νάντια Βαλαβάνη, συγγραφέας-βουλευτής

Νίκος Κουνενής, πεζογράφος

και ο συγγραφέας

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου, ώρα 19.00

Βιβλιοκαφέ Έναστρον

(Σόλωνος 101, Αθήνα)

Σελανίκ – Βασίλης Τσιράκης

Σελανίκ ή Σολούν ή Σαλονίκ, οι ονομασίες της πολυεθνικής Θεσσαλονίκης στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας και αφετηρία του μυθιστορήματος οι κοσμογονικές αλλαγές που πυροδότησε η κατάρρευση της.

Μέσα από τη ζωή τριών οικογενειών ξετυλίγονται τα γεγονότα και οι ανατροπές που συγκλονίζουν την πόλη φτάνοντας ως το Παρίσι και τη Ζυρίχη, από την παραμονή πρωτοχρονιάς του 1900 ως το φθινόπωρο του 1916.

Τρομοκρατικές ενέργειες, η επανάσταση των νεότουρκων, η Φεντερασιόν, οι πρώτες εργατικές απεργίες, δύο επιδημίες και μια χρεοκοπία, δυο συνεχόμενοι τοπικοί πόλεμοι, η δολοφονία ενός βασιλιά, η απόβαση της Αντάντ, ο διχασμός και η εθνική Άμυνα, διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό σκηνικό που σημαδεύει βαθιά την πόλη και τους ανθρώπους της. Και δίπλα σ’ όλα αυτά οι φιγούρες του νεαρού Κεμάλ Ατατούρκ, του Αβραάμ Μπεναρόγια, του στρατηγού Σαράιγ, αλλά και του Πικάσο και του Λένιν.

(περισσότερα…)

»Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι» – Μενέλαος Λουντέμης

8 Αυγούστου, 2012

Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι

Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα μοσκοβολιά, κι έλεγε… -το ’λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του– αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει –όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…– και να σκύψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».

 Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο. Εκεί κάτου τα ’χε ξεχάσει όλα. Το χρώμα του κόσμου, τη μέρα. Τι χρώμα είχε, αλήθεια, η μέρα; Ήταν γαλάζια; ή άσπρη;… Γιατί εδώ τα μάτια του ήταν άχρηστα, περιττά. Εδώ ζούσε μόνο με τ’ αφτιά και τα δάχτυλα. Την πρώτη μέρα που τον κατέβασαν είχε μαζί του και τη μύτη του μα ύστερα την έχασε. Τον έπιασε καταρροή κι ανόστησαν όλα. Πρόφτασε μονάχα να μυριστεί ότι βρομούσε βαριά κι ανυπόφορα εκεί μέσα… Κάτι σαν υπόνομος, σαν λάκκος ψοφιμιών. Ότι βούιζε σα βαθύ πιθάρι. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν. Το σκοτάδι τα κατάπιε και τ’ αφάνισε όλα. Κάπως έτσι θα ’πρεπε να ’ναι στον άδη. Έτσι άχαρα, έτσι στυφά. Μόνο που τώρα πρέπει να του πάρουν αυτό τ’ όνομα, και να τον λένε «Απομόνωση». Θα του ταιριάζει περισσότερο.

Είχε μια πίκρα, που την έφερε μαζί του απ’ έξω. Ότι δεν πρόφτασε να δει το φεγγάρι. Το σπίτι που κρυβότανε ήταν παράμερο, σα μια γούβα, με τα παράθυρα πάντα κλειστά, πάντα, μέρα και νύχτα.

 Ά… το φεγγάρι… Έπρεπε να είχε προφτάσει να το δει. Όμορφα είναι και με τον ήλιο, –ά, ναι…– και μ’ αυτόν, είναι πολύ όμορφα. Μα με το φεγγάρι… Μ’ αυτό είναι αλλιώτικα. Ο κόσμος γίνεται μαγευτικός, σαν παραμυθένιος. Σκέψου… Αυτός κι εκείνη –το Ολγάκι– με φεγγάρι. Βράδυ αττικό. Και το φλύαρο ζεστό χεράκι της χωμένο στο δικό του. Το Ολγάκι… Ακουμπισμένο απάνω του σφικτά στο ξύλινο καναπεδάκι. Κι από πάνω η ακακία με το φεγγάρι μπλεγμένο στα κλαριά της. «Ολγάκι… κόψε μου κείνο το χρυσό μήλο» –«Κλείσε τα μάτια να στο κόψω…». Το μάγουλό της, τρυφερό, μεταξένιο, τριβότανε μ’ ένα μικρό θρόισμα απάνω του. «Ώ, τι γλυκό και μοσκοβολημένο φεγγάρι…».

Τώρα που να είναι, τι να κάνει; Το Ολγάκι…

Ήταν τρυφερό, το μόνο τρυφερό συναπάντημα της ζωής του. Μικρό… ολομόναχο. Ανίδεο απ’ τη ζωή και τις παγίδες της. Γελούσε σα φρεσκοκομμένο ρόδι και δεν έβλεπε τους λύκους που ακόνιζαν γύρω της τα δόντια τους. Το είχε ανταμώσει λίγο πριν από το γκρεμό και τ’ άρπαξε και το ’σφιξε πάνω στο τίμιο στήθος του. Και το καλόπιασε. Κείνη ακούμπησε στο μπράτσο του και πάτησε θαρρετά.

Μα αν γλύτωσε το Ολγάκι απ’ το γκρεμό κι απ’ τα δόντια των λύκων, άλλος γκρεμός, ένας αληθινός τάφος, ανοίχτηκε για τον ίδιο. Άλλοι λύκοι άρχισαν να μυρίζουν τα δικά του τα βήματα. Το κατάλαβε στην ώρα. Και της το ’πε –κείνη έτρεμε…

–Ξέρεις, Ολγάκι. Το καταλαβαίνω, πως η ανάσα μου εδώ πάνου θα είναι λίγη. Μια μέρα θα με σύρουν σα φονιά, ναι, εμένα. Θα μου ζητήσουν να πατήσω το ψωμί μου. Να παραδώσω τους συντρόφους μου. Να βρίσω το δίκιο του νηστικού. Να πω ήμαρτον για όλα που αγάπησα. Κι εγώ θα πω «όχι». Και τότε, Ολγάκι, –δεν έχουμε καιρό να στο εξηγήσω γιατί– τότε μπορεί να με κρεμάσουν ανάποδα, ή να με θάψουν ζωντανό. Και να με κρατούν, κρεμασμένο ή θαμμένο, ώσπου να πέσω ν’ απαρνηθώ. Τότε, Ολγάκι, θα μείνεις ολομόναχο. Και πρέπει να σφίξεις τα δόντια σου. Παντού παραμονεύουνε λύκοι διψασμένοι για πλάσματα σαν και σένα. Πρέπει να σφίξεις τα δόντια και να περιμένεις ώσπου να με ξεθάψουνε –γιατί κάποτε θα με ξεθάψουνε. Θα κουραστούνε και θα με ξεθάψουνε. Τότε θα μου ξαναδώσεις πάλι να σφίξω το χεράκι σου… και δε θα τ’ αφήσω πια ποτέ.

Που να είναι άραγε τώρα το μικρό του, το ολόμικρό του Ολγάκι;…

Εδώ κάτου όλα ήταν μαύρα σαν κατράμι. Όλα σκεπασμένα με νύχτα πηχτή. Μπερδεμένα τα μερόνυχτα. Σμιγμένη η νύχτα με τη μέρα σε μια μόνη νύχτα χωρίς σύνορα. Είχε πάψει πια να μετράει, γιατί από πού ν’ αρχίσει; Με τι να μετρήσει; Εδώ ήταν όλα ένα μονοκόμματο σκοτάδι. Οι ώρες, τα λεπτά, οι μήνες και τα χρόνια. Τα ρολόγια και τα καλαντάρια, ήταν γι’ αυτούς που ζουν στο ξέφωτο του κόσμου, που έχουν τα μάτια, και που τους χρειάζονται τα μάτια. Εδώ «ζω» θα πει ψηλαφώ.

(περισσότερα…)