Archive for the ‘Λογοτεχνία’ category

Νίκου Τσιφόρου – Κολονάτα στο πιθάρι

Ιουνίου 25, 2013

ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΦΟΡΟΥ – ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ

Διαβάζει ο Γιάννης Μποσταντζόγλου

ΑΣΚΗΤΙΚΗ :: Salvatores Dei

Ιουνίου 19, 2013

Νίκου Καζατζάκη

ΑΣΚΗΤΙΚΗ   Salvatores Dei

Πρόλογος

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:

 α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·

 β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

kazantzakisA

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ

Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.

Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.

Τ΄ άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα·

σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.

“Εγώ μονάχα υπάρχω!” φωνάζει ο νους.

“Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.

“Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το χάος μουγκρίζει.

“Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.

“Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.

“Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.

“Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ· δε με νοιάζει. Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: “Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!” Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.

“Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω. “Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει.”

(περισσότερα…)

Ο πιερότος (Ν. Λαπαθιώτης)

Μαρτίου 17, 2013

   Πηγή: sarant   

pierrot1Τελευταία Κυριακή της Αποκριάς σήμερα, και παρόλο που η επικαιρότητα με το κούρεμα και το κούρσεμα της Κύπρου κάθε άλλο παρά χαρούμενη ή γιορταστική είναι, η μέρα επιβάλλει λογοτεχνικό θέμα, οπότε θα βάλω ένα διήγημα, επίκαιρο, δηλαδή αποκριάτικο, αλλά όχι χαρούμενο, άρα διπλά επίκαιρο.

Πρόκειται για το διήγημα “Ο πιερότος” του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης είναι γνωστός βέβαια σαν ποιητής, αλλά είχε και άφθονο πεζογραφικό έργο και μάλιστα πολυσχιδές (διηγήματα, νουβέλες, αυτοβιογραφία, στοχασμοί, χρονογραφήματα, πεζοτράγουδα, αισθητικά και κριτικά κείμενα). Αυτό το έργο έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να εκδίδεται, μεταξύ άλλων και με δική μου επιμέλεια (η νουβέλαΚάπου περνούσε μια φωνή και η συλλογή διηγημάτων Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες, και τα δυο από τις εκδόσεις Ερατώ). Το διήγημα άλλωστε που θα διαβάσουμε πρόκειται να δημοσιευτεί, μαζί με άλλα, σε έναν δεύτερο τόμο διηγημάτων του Λαπαθιώτη, ο οποίος ευελπιστώ να εκδοθεί μέσα στο 2013, αν και ποτέ δεν ξέρει κανείς.

Πιερότος, βέβαια, είναι η γνωστή άσπρη αποκριάτικη στολή με τα μεγάλα μαύρα κουμπιά και, κατ’ επέκταση, αυτός που τη φοράει. Η αρχή της λέξης βρίσκεται σε έναν χαρακτήρα της Κομεντί Ιταλιέν, των Ιταλών ηθοποιών που έπαιζαν στο Παρίσι, έναν αφελή υπηρέτη ονόματι Πιερό (Pierrot, Πετράκη δηλαδή), που αγαπάει την Κολομπίνα η οποία όμως συνήθως τον αφήνει για τον Αρλεκίνο. Την εποχή που εκτυλίσσεται το διήγημα, είχαν γραφτεί αρκετά ρομαντικά έργα για τον Πιερότο, οπότε είχε χάσει τις μπουφόνικες καταβολές του.

Το διήγημα του Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε στις 9 Μαΐου 1929 στο περιοδικό Μπουκέτο, το λαϊκό ποιοτικό περιοδικό στο οποίο ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων του και με το οποίο συνεργαζόταν από το πρώτο του τεύχος, το 1924, ως το τέλος της ζωής του, το 1944, (το περιοδικό πέθανε λίγο αργότερα) αν και με μεγάλα διαστήματα διακοπής της συνεργασίας. Πέρα από το μονοτονικό, ελάχιστες αλλαγές χρειάστηκαν για να προσαρμοστεί η ορθογραφία στα σημερινά -το Μπουκέτο ήδη εφάρμοζε ορθογραφία πολύ όμοια με τη σημερινή. Ευχαριστώ τον Αχιλλέα Τζάλλα για την πληκτρολόγηση. Το σκίτσο του Λαπαθιώτη, αριστερά, είναι του μεγάλου Μυτιληνιού σκιτσογράφου Αντώνη Πρωτοπάτση (ή Pazzi, όπως υπέγραφε από τότε που δούλευε στο Παρίσι), και κοσμούσε την αρχική δημοσίευση στο Μπουκέτο, όπως και η εικόνα που δημοσιεύεται πιο κάτω.

pierrot2

Ο ΠΙΕΡΟΤΟΣ

Είμαστε καθισμένοι στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ήταν η ώρα που αρχίζει και βραδιάζει — ώρα τρυφερή των αναμνήσεων.

            Είχα καιρό να πάω να τη δω. Κι ένιωθα ένα είδος τύψεως γι’ αυτή μου την αμέλεια, επειδή ήξερα πως μ’ αγαπούσε εξαιρετικά, και πως ευχαριστείτο πραγματικά στη συντροφιά μου — αν κι εγώ δεν ήμουν απέναντί της, παρά ένα παιδί κάπως υπερβολικά ζωηρό, που αποτελούσε μια φανταχτερή αντίθεση με τη γεροντική της σοβαρότητα, με τη λεπτήν αξιοπρέπεια των τρόπων της, με το επίσημο και τυπικό της φέρσιμο. Μια ερωτική περιπέτεια, που βάσταξε δεν ξέρω πόσους μήνες, με είχε απομακρύνει. Για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, δικαιολογίες δε χωρούσαν. Της είπα, ωστόσο, αρκετά ψέματα: ένα μικρό ταξίδι στην Ευρώπη, κάποιες ασχολίες ιδιαίτερες, έπειτα μιαν αρρώστια ξαφνική…

            Με κοίταζε χαμογελώντας, με το λεπτό ειρωνικό εκείνο βλέμμα, το γεμάτο καλοσύνη κι επιείκεια, των ανθρώπων που μας αγαπούν, και που προσπαθούν να μας πιστέψουν. Κι έτσι στα τελευταία, αναγκάστηκα να της φανερώσω την αλήθεια. Της διηγήθηκα όλη μου την ιστορία, απ’ την αρχή ως το τέλος. Δεν παρέλειψα παρά μια μικρή λεπτομέρεια, που ήταν ολόκληρη εις βάρος μου, και που φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να της μειώσει κάπως την εκτίμησή της προς εμένα. Με άκουσε χωρίς διακοπή.

(περισσότερα…)

Για το ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Φεβρουαρίου 26, 2013

01 cover

http://entefktirio.blogspot.gr/

Μια εικοσιπενταετία

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι η μόνη κριτικός λογοτεχνίας που ασχολείται σταθερά και συστηματικά ―από τη στήλη της στην εφημερίδα Η Εποχή― με τα λογοτεχνικά περιοδικά, επαινώντας τις καλές τους στιγμές και ελέγχοντας, όταν χρειάζεται, τις ελλείψεις και της παραλείψεις της. Ως άνθρωπος που κατέχομαι, από νέος, από το ίδιο πάθος για τα περιοδικά, δεν μπορώ παρά να της είμαι ευγνώμων ―με τη διπλή ιδιότητα του διευθυντή-ανθρώπου για όλες τις δουλειές ενός περιοδικού αλλά και του αναγνώστη― γι’ αυτή της τη σπάνια αγάπη, ειδικά όταν εφημερίδες και κριτικοί ή δημοσιογράφοι που ασχολούνται με το βιβλίο δεν καταδέχονται να ασχοληθούν με τα λογοτεχνικά περιοδικά. Μικρή σημασία έχει αν συμφωνώ πάντα με όλες τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις της, τουλάχιστον όσον αφορά το Εντευκτήριο. Σημασία για μένα έχει πως όσα γράφει τα γράφει με γνώση και με αγάπη, δίχως το φρύδι ή το δάχτυλο υψωμένο. Γι’ αυτό και οι επισημάνσεις της έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Με αυτή την αφορμή, αισθάνομαι την ανάγκη να της πω και δημόσια ένα θερμό «ευχαριστώ» για τη συγκινητική της συνοδοιπορία.

Γιώργος Κορδομενίδης

PRESS CONFERERNCE NOV 1987Από τη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του πρώτου τεύχους του Εντευκτηρίου (Σύνδεσμος Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, Νοέμβριος 1987): από αριστερά: Σάκης Παπαδημητρίου, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Μπακόλας, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Γιώργος Κορδομενίδης.

της Μάρης Θεοδοσοπούλου, www.epohi.gr

«Εντευ­κτή­ριο», Δί­μη­νο καλ­λι­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, Οκτώ­βριος 1987, τεύ­χος 1,Διεύ­θυν­ση: Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης, Γ. Σε­φέ­ρη 15, Σταυ­ρού­πο­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη.

Αυ­τή εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του πρώ­του τεύ­χους του πε­ριο­δι­κού. Πα­ρό­τι πρώ­το, δεν υ­πάρ­χει προοί­μιο για το τι εί­ναι, σε τι α­κρι­βώς στο­χεύει ή, τε­λο­σπά­ντων, κά­τι σαν δια­κή­ρυ­ξη αρ­χών. Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, κα­τα­χω­ρού­νται τα βιο­ερ­γο­γρα­φι­κά “των συ­νερ­γα­τώ­ν/συγ­γρα­φέων του τεύ­χους”. Εκεί πα­ρου­σιά­ζε­ται, κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά, και ο ά­γνω­στος, τό­τε, σε Αθη­ναίους και λοι­πούς Πα­λαιο­ελ­λα­δί­τες, διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού, με έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό. Μα­θαί­νου­με ό­τι υ­πήρ­ξε συ­νερ­γά­της κα­τά την προ­η­γού­με­νη επτα­ε­τία (1979-1986) της ΕΡ­Τ-2 Θεσ­σα­λο­νί­κης ως πα­ρα­γω­γός εκ­πο­μπών και ό­τι έ­χει μια με­λέ­τη στο ε­νερ­γη­τι­κό του, με τίτ­λο, «Τα μου­σεία της Θεσ­σα­λο­νί­κης». Η συ­νε­χής α­να­γνω­στι­κή συ­νά­φεια, ε­πί έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, με το πε­ριο­δι­κό του, δι­καίω­σε την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση ε­νός αν­θρώ­που χα­μη­λών τό­νων, που α­πο­δεί­χτη­κε ό­τι διέ­θε­τε ο­ρι­σμέ­νες πρό­σθε­τες ι­διό­τη­τες, ό­πως δη­μιουρ­γι­κός, ε­πί­μο­νος, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός.

(περισσότερα…)

William Burroughs, ο φημισμένος συγγραφέας της γενιάς των μπιτ

Φεβρουαρίου 5, 2013

31021-burrough

 Πηγή: tvxs

Ο «δύσκολος» Norman Mailer τον είχε αποκαλέσει ως τον «μόνο εν ζωή Αμερικανό συγγραφέα για τον οποίο μπορεί να πιστέψει κανείς ότι χαρακτηρίζεται από διάνοια». Και δεν ήταν ο μόνος που είχε αυτή την άποψη για τον William Burroughs. Το πολύπλευρο –και σε μεγάλο μέρος αυτοβιογραφικό- έργο του ως νοβελίστας, δοκιμιογράφος, κοινωνικός κριτικός, ζωγράφος και ομιλητής υπήρξε καθοριστικό για την «γενιά των Μπιτ» και επηρέασε σημαντικά τη λαϊκή κουλτούρα και λογοτεχνία.

Σαν σήμερα γεννήθηκε το 1914 ο βενιαμίν της οικογένειας του Mortimer P. Burroughs, William S. Burroughs. Αποφοιτώντας από το σχολείο στο Saint Louis και έχοντας ήδη δημοσιεύσει στην εφημερίδα του σχολείου το πρώτο του δοκίμιο υπό τον τίτλο «Προσωπικός Μαγνητισμός», ο Burroughs σπουδάζει καλές τέχνες στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Με γενναιόδωρο μηνιαίο εισόδημα από τους γονείς του για τα επόμενα 25 χρόνια της ζωής του, ο νεαρός Burroughs είχε πλέον τη δυνατότητα να ταξιδέψει και να γνωρίσει την Ευρώπη και την Αμερική. To καλοκαίρι του 1943 γνωρίζει τους Lucien Carr και Allen Ginsberg, οι οποίοι εντυπωσιάζονται με τις πολύπλευρες γνώσεις του και το σαρδόνιο του χιούμορ. Όντας ο μεγαλύτερος σε ηλικία στην ομάδα, γρήγορα ανέλαβε τον ρόλο του καθοδηγητή, ενθαρρύνοντας τον Jack Kerouac και των Allen Ginsberg στις απόπειρες τους για συγγραφή διηγημάτων και ποίησης.

Ειρωνική λεπτομέρεια το ότι την εποχή εκείνη ο Burroughs δεν θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα. Προσπαθεί να ικανοποιήσει την δίψα του για αναζήτηση της ταυτότητας του στην ενασχόληση με παράνομες δραστηριότητες. Ελπίζοντας ότι θα βρει τον εαυτό του σε μια κοινότητα παράνομων επιδίδεται σε αγορές κλεμμένων προϊόντων και σύντομα εθίζεται στην μορφίνη, την οποία αργότερα αντικατέστησε με την ηρωίνη. Συζώντας από το 1947 με την Joan Vollmer αποκτά μαζί της ένα γιο, τον William S. Burroughs Jr. και σύντομα μετακομίζουν διαδοχικά στην Νέα Ορλεάνη, το Τέξας και το Μεξικό προς αναζήτηση παράνομων ουσιών.

(περισσότερα…)

Στρατής Τσίρκας

Ιανουαρίου 27, 2013

Στρατής  Τσίρκας (10/23 Ιουλίου 1911 – 27 Ιανουαρίου 1980)

Ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηαντρέα. Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου από γονείς μετανάστες. Ο πατέρας του ήταν κουρέας και καταγόταν από την Ίμβρο, η μάνα του καταγόταν από τη Χίο αλλά γεννήθηκε στη Γιάφα της Παλαιστίνης όπου είχαν καταφύγει οι γονείς της ύστερα από το σεισμό του 1881. Αποφοίτησε από την Αμπέτειο Εμπορική Σχολή (Μ.Ε.). Εξέδωσε τα έργα:

Ποιήματα: «Φελλάχοι», 1937, «Το λυρικό ταξίδι», 1938, «Προτελευταίος αποχαιρετισμός», 1946.

 Διηγήματα: «Αλλόκοτοι άνθρωποι», 1944, «Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός», 1947, «Ο ύπνος του θεριστή», 1954, «Νουρεντίν Μπόμπα», 1957.

 Μυθιστορήματα: Η σειρά «Ακυβέρνητες πολιτείες», τόμος Α’, «Η Λέσχη», 1960, Β’ «Αριάγνη», 1962, Γ’ «Η Νυχτερίδα», 1965. «Χαμένη άνοιξη», 1976.

 Μελέτες: «Ο διηγηματογράφος Δημοσθένης Βουτυράς», 1948, «Ο διηγηματογράφος Νίκος Νικολαΐδης», 1950, «Ο Καβάφης και η εποχή του», 1958, «Τα τείχη ενός κριτικού και η Τέχνη του Καβάφη», 1960, «Μια άποψη για το Σεφέρη», 1961, «Ο Καβάφης και η νεότερη Αίγυπτος», 1963.

 

ΕΝΑΣ ΒΡΑΧΟΣ

Ένας βράχος κει πέρα με λίγα μάρμαρα κι όμως… Χρόνια και χρόνια τώρα, οι άνθρωποι που ζουν εδώ κι ανάμεσα στους άλλους λόφους γύρω τριγύρω, ίσαμε πέρα στις αμμουδιές του κόλπου, δεν έπαψαν να δίνουν χρυσούς κανόνες, μέτρα φωτεινά και πεντακάθαρα.

«Να, μωρέ τσίμπληδες, πώς ζουν! Με λογικό και λευτεριά· δηλαδή με κανόνες. Κανόνες χρυσούς, κανόνες ζυγιασμένους. Στ’ ανάστημα τ’ ανθρώπου».

Πόλη με τους ανθρώπους πο ’χουνε τ’ ανάστημα του ανθρώπου. Στο μπόι μιας μυρτιάς. Στο μάκρος μιας σκάφης όπου ζυμώνουν το ψωμί. Στο ύψος πο ’χουνε τα κλήματα με τα σταφύλια.

Ποιος είδε το λαό, που ζει κάτω απ’ το βράχο με τα μάρμαρα, ν’ αντιπαλεύει με βαρβάρους, με μιξοβαρβάρους, με νεοβαρβάρους, με δουκάτα, με βασίλεια, μ’ αυτοκρατορίες, για ένα «τίποτα», για μιας τρίχας σκύψιμο του κεφαλιού – μιας τρίχας! Ποιος είδε και δε θάμαξε;

Ούτε ψωμί, που είν’ η ζωή, ούτε κρασί, που είναι τ’ όνειρο. Μόνο ένα φυλλαράκι από τη μυρτιά να μασουλίζουν, με τη στυφή τη γέψη στο στόμα, με τη στυφή την έκφραση στο πρόσωπο, σα να λένε: «Τ’ ανθρώπου τ’ ανάστημα και τίποτ’ άλλο. Την ανθρωπιά μας».

Το χρώμα των ματιών τους να γυρνά προς το μενεξελί κι οι κίνησες των χεριών τους να γίνουνται αργές και γεμάτες σα να χαϊδεύουν αρχαία μάρμαρα. Κι αυτοί οι ζωηροί, αυτοί οι μελαχρινοί, αυτοί οι φωνακλάδες άνθρωποι, να μερώνουν ξαφνικά και με μιαν ήσυχη αποφασιστικότη να λεν: «Εδώ θα πεθάνουμε». Σα να λεν: «Εδώ θα φυτέψουμε».

Και να πεθαίνουν. Όχι για το ψωμί, όχι για το κρασί, μα για τ’ ανάστημα του ανθρώπου. Για τις μυρτιές.

«Εδώ θα φυτέψουμε το δέντρο, για να πάρεις μέτρα χρυσά, ζάβαλε κόσμε. Δίχως αυτά ζωή δε νογέται!» Πάνω στο βράχο, πάνω στα μάρμαρα!

Και θα περάσουν τα χρόνια. Και τότε οι άνθρωποι, ανοιχτομάτηδες, ανοιχτοχέρηδες, ανοιχτόκαρδοι, θα λεν: «Ετούτος εδώ ο λαός, στον ίσκιο αυτού του βράχου με τα μάρμαρα, είναι που μας έδωσε τα μέτρα τα χρυσά, στ’ ανάστημα του ανθρώπου. Δηλαδή τη λευτεριά!»

Θα λεν και θα γέρνουν λαφριά το κεφάλι, μια τρίχα,  – όχι! ούτε μια τρίχα – πάνω απ’ τους τάφους, που άγρυπνες θα φυλάγουν, ορθές, στ’ ανάστημα του ανθρώπου, οι μυρτιές.

Αλεξάνδρεια, Γενάρης 1946

(περισσότερα…)

Παύλος Μάτεσις: Ενα γνήσια ανατρεπτικό πνεύμα

Ιανουαρίου 21, 2013

Πέθανε ο Παύλος Μάτεσις

Πηγή:http://entefktirio.blogspot.gr/

Της Όλγας Σελλά

Την άνοιξη του 2011 ο Παύλος Μάτεσις δεν είχε τη χαρά να δει στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το πιο δημοφιλές και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημά του, τη «Μητέρα του σκύλου», που ευφυώς είχε σκηνοθετήσει ο Σέρβος Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς. Είχε ήδη πληγεί από εγκεφαλικό τον Δεκέμβριο του 2010, παρακολουθώντας μια παράσταση στο Θέατρο Τέχνης. Την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου, στις 8 το πρωί, ο Παύλος Μάτεσις άφησε την τελευταία του πνοή στο ιδιωτικό θεραπευτήριο όπου νοσηλευόταν αυτά τα δύο χρόνια (ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Εργων Λόγου είχε αναλάβει σιωπηρά τα έξοδα νοσηλείας), αν και τις τελευταίες ημέρες η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί και νοσηλευόταν σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ηταν 80 χρόνων, και άντεξε δύο ολόκληρα χρόνια χωρίς να μπορεί να μιλήσει (είχε πληγεί το κέντρο λόγου), είχε όμως πλήρη συνείδηση.

Ο Παύλος Μάτεσις ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα των γραμμάτων, και σίγουρα δεν μπορεί κανείς να τον κατατάξει σε μία κατηγορία δημιουργός. Βέβαια ο ίδιος έλεγε ότι είναι άνθρωπος του θεάτρου. «Στην πεζογραφία θεωρώ τον εαυτό μου λαθρεπιβάτη».

Ηταν παθιασμένος τόσο με το θέατρο, όσο με τη λογοτεχνία, αλλά και τη μετάφραση, αφού χειριζόταν θαυμάσια τρεις γλώσσες και είχε υπογράψει σπουδαίες μεταφράσεις, λογοτεχνικές και θεατρικές. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά: Mrojek, Ben Johnson, Roger Vitrac, Harold Pinter, Henrik Ibsen, Sean O’ Casey, Fernando Arrabal, Joe Orton, Antonin Artaud, Margaret Atwood, Map. Macdonald, William Shakespeare, Beaumarchais, Stendhal, Alain Fournier, Στρατή Χαβιαρά, Alba Ambert, Peter Ackroyd, William Faulkner και στα νέα ελληνικά τα έργα του Αριστοφάνη: «Ειρήνη», «Πλούτος», «Βάτραχοι», «Νεφέλαι», «Όρνιθες», «Αχαρνής», «Θεσμοφοριάζουσαι», «Λυσιστράτη». Για τα πάθη της μετάφρασης και τις σχέσεις που ανέπτυσσε μέσα από αυτήν από τους συγγραφείς, έλεγε στην «Καθημερινή» τον Ιανουάριο του 2003: «Δεν θα έλεγα δύσκολη τη μετάφραση, γιατί είναι κάτι που μου αρέσει. Νομίζω ότι από τα πιο δύσκολα και άχαρα ήταν ένα μυθιστόρημα του Πίντερ, “Οι νάνοι”. Αλλά το πιο ουσιαστικά δύκολο είναι το τελευταίο μετάφρασμά μου, ο Φώκνερ. Εχει τρομακτικές δυσκολίες για τον μεταφραστή, αλλά είναι και άθλημα για τον αναγνώστη. Είναι απόλαυση, αλλά πριν απ’ όλα είναι άθλημα. (περισσότερα…)