Archive for the ‘ΟΥΤΟΠΙΑ’ category

Ο Ευτύχης Μπιτσάκης γράφει για το βιβλίο του Γιώργου Γραμματικάκη,»Η κόμη της Βερενίκης»

Απρίλιος 16, 2013

3531Γιώργου Γραμματικάκη »Η κόμη της Βερενίκης» Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Δεύτερη Έκδοση 1991, σ. 144

Κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση το βιβλίο του καθηγητή Γιώργου Γραμματι­κάκη, Η Κόμη της Βερενίκης. Ο τίτλος του βιβλίου είναι ο ίδιος με το όνομα του γνω­στού αστερισμού, που κατά το μύθο δεν είναι άλλο από την κόμη της βασίλισσας Βε­ρενίκης, συζύγου του Πτολεμαίου του Γ΄του Ευεργέτη. (Η Βερενίκη είχε θυσιάσει την κόμη της, την οποίαν κατά το μύθο η Αφροδίτη μετέφερε στον ουρανό).

Ο τίτλος, όπου συνυφαίνονται μύθος και αστρονομία, ανταποκρίνεται θαυμά­σια στο περιεχόμενο του βιβλίου. Ο συγγραφέας, με βάση τα δεδομένα της Φυσικής, της Κοσμολογίας, αλλά και των επιστημών της ζωής, επιχειρεί μια ευρεία εκλαϊκευ­τική-φιλοσοφική σύνθεση, μια επιστημονικά θεμελιωμένη ανασύσταση του κοσμι­κού γίγνεσθαι, το οποίο, από την αρχική Μεγάλη Έκρηξη (;) και το σχηματισμό των γαλαξιών και των πλανητικών συστημάτων, κατέληξε στην εμφάνιση της ζωής και της νόησης στον πλανήτη μας.

Η μεγαλειώδης αυτή περιπέτεια σκιαγραφείται με γνώση και φαντασία, με μια γλώσσα ζεστή και συχνά ποιητική. Το βιβλίο δεν είναι ψυχρό σύγγραμμα. Δεν είναι απλά εκλαϊκευτικό, ούτε καθαρά φιλοσοφικό. Είναι ο καρπός μιας στοχαστικής και ευαίσθητης θεώρησης της κοσμογένεσης, της βιογένεσης και της θέσης του ανθρώπου στο Σύμπαν-των επιτευγμάτων της νόησης, αλλά και των κινδύνων αυτοκαταστροφής από την ανεξέλεγκτη τεχνολογική πρόοδο και τις αντιθέσεις που συγκλονίζουν την εποχή μας.

(περισσότερα…)

Advertisements

Σόνια Ιλίνσκαγια: Γιάννης Ρίτσος-Αναζητήσεις στην πορεία ενός οράματος

Απρίλιος 16, 2013

assets_LARGE_t_420_2401083_type11495Πηγή: Ουτοπία Νο 1, σελ 111-126

αρχείο λήψης (1)Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω μια δημόσια ομιλία για το Γιάννη Ρίτσο. Πρώτη φορά όμως αντιμετωπίζω το έργο του σαν ένα τετελεσμένο πια γεγονός με τον ίδιο τον ποιητή να έχει περάσει πλέον στην ιστορία. Οι περιστάσεις πιστεύω επι­βάλλουν μια θεώρηση όχι γενική, απολογιστική, αλλά ερευνητική, απαλλαγμένη από κάποια έτοιμα κλισέ, τίτλους τιμής, εύκολους ενθουσιασμούς και εύκολες επικρί­σεις. Είναι χρέος και της κριτικής και της φιλολογικής επιστήμης απέναντι σε ένα έργο εξαιρετικά μεγάλων διαστάσεων (με την πολλαπλή σημασία αυτής της λέξης), που, φοβάμαι, σε ένα σημαντικό βαθμό παραμένει απροσπέλαστο.

Επιλέγοντας το θέμα της σημερινής μου ομιλίας, φροντίζοντας για την απα­ραίτητη περιχάραξη του, θέλησα να προσεγγίσω έναν από τους κυρίαρχους άξονες της δημιουργίας του Ρίτσου, ένα ιδιαίτερο δικό της στίγμα. Εννοώ την πορεία του οράματος του, την οποία δε θα προσπαθήσω βέβαια να την καλύψω σε όλο της το φά­σμα, θα σταθώ σε μερικές μόνο πτυχές καλλιτεχνικής σύλληψης – με αναλυτική διά­θεση που ίσως κάποιες στιγμές θα σας φανεί και σχολαστική.

Ο Ρίτσος ανήκει στους ποιητές που έχουν μεγάλο όραμα, καθολικό και δυνα­μικό. Όραμα κοινωνικής αλλαγής του κόσμου. Αυτό εμπνέει σταθερά όλη την ποιη­τική πορεία του, αλλά ταυτόχρονα εξελίσσεται και εμπλουτίζεται μέσα απ’ αυτή την πορεία. Όταν ξεκινούσα, ήμουν σίγουρος, ότι θ’ αλλάξω τη ροή της ζωής, – είχε πει σε έναν συμπατριώτη του Αρμένη πεζογράφο τον Ουίλιαμ Σαρογιάν. – Εκτιμώ πολύ την προσπάθεια του Τολστόι ν’ αλλάξει τον κόσμο. Αντί ν’ αλλάξει τον κόσμο, άλ­λαξε ο ίδιος ο Τολστόι. Μου αρέσει, όταν ο συγγραφέας αλλάζει κατ’ αυτόν τον τρό­πο. Όταν το διάβαζα, σκέφτηκα το Ρίτσο. Έχω την εντύπωση πως τον εκφράζει πολύ ουσιαστικά μια τέτοια προσέγγιση. Ίσως βρίσκει στο Ρίτσο μια πολύ χαρακτηριστι­κή περίπτωση δημιουργού που ξεκίνησε με την αγέρωχη νεανική πίστη πως είναι «ζευγάς της νέας σποράς» και πως στο όνομα του «ο αιώνας μας ακέριος θ’ αντηχάει», και ο αιώνας πράγματι για πολλές δεκαετίες αντηχούσε στο έργο του με όλες τις διακυμάνσεις των ιστορικών του αλλαγών, των ιδεολογικών και ψυχολογικών του μεταπτώσεων.

Το καλλιτεχνικό κατόρθωμα του Ρίτσου είναι ο στοχαστικός έλεγχος που άφηνε να του ασκούν τα πράγματα, δοκιμάζοντας τις ιδέες του, τη σκέψη του, το λό­γο του. Αυτή η παρέμβαση διέσωζε τελικά τη βαθύτερη αλήθεια των ποιητικών του καταθέσεων από την υποταγή σε όποια σχήματα και δόγματα. Μερικές απ’ αυτές τις στιγμές θα σας πρότεινα να αναδείξουμε απόψε με την επιλεκτική βυθομέτρηση του ποιητικού κόσμου του Ρίτσου, θα προσεγγίσουμε τρία έργα του – τη Ρωμιοσύνη, του Φιλοκτήτη και το Τερατώδες αριστούργημα.Θα ξεκινήσουμε, βέβαια, από τη Ρωμιο­σύνη, που γράφτηκε ανάμεσα στο 1945-1947.

(περισσότερα…)

Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος: Ο λόγος κι η σιωπή του Κωνσταντίνου Παρθένη

Απρίλιος 16, 2013

victory-triptych-1919Κωνσταντίνος Παρθένης-Τρίπτυχο της Νίκης(1915-1919)

Πηγή: Ουτοπία Νο 1 ,σελ. 131-170

ContentSegment_13296083$W200_H0_R0_P0_S1_V1$JpgΊσως η δόξα η πραγματική ενός ανθρώπου, έγραφε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, να μη θεμελιώνεται και να μη κρατιέται τόσο απ’ τους επαίνους αυτών που κάτι νιώ­θουν, όσο απ’ τις βρισιές των ηλιθίων.

Αν αυτή η πρόταση κρύβει μιαν αλήθεια τότε, πληρέστερα ίσως απ’ όπου αλ­λού, βρίσκει στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Παρθένη ένα ιστορικό παράδειγμα.

Σήμερα, παρ’ ότι του αποδίδεται μια ξεχωριστή σημασία κι υπάρχει μια ομό­φωνη αναγνώριση του πρωτοποριακού του ρόλου στην εξέλιξη της τέχνης μας, το έργο του παραμένει στο μεγάλο μέρος του αδημοσίευτο, άγνωστο, λανθάνον, τα βιογραφικά του στοιχεία μπερδεμένα, ανακριβή, μ’ υπερβολές και μύθους, οι ιδέες του δυσδιάκριτες, στην ουσία τους αδιερεύνητες και γενικόλογα χαρακτηρισμένες σαν μεταφυσικές. Στόμα με στόμα, όλα όσα λέγονταν γι’ αυτόν φανταστικά κι αληθινά, ύφαναν ένα μύθο θαμπό, που ο τύπος, ο κινηματογράφος και πρόσφατα η λογοτε­χνία, προσφέρθηκαν να αφηγηθούν στο ευρύτερο κοινό, εναποθέτοντας περισσότε­ρο σύγκριμα απ’ όσα ψήγματα αλήθειας φανέρωσαν1. Το υφάδι αυτού του μύθου ήταν η παράνοια. Πίσω απ’ το σοβαρό τόνο με τον οποίο προφέρουν τ’ όνομα Παρ­θένης, πίσω απ’ την ευκολία με την οποία του αποδίδονται οι πρώτες Θέσεις στο πάν­θεο της τέχνης, δύσκολα κρύβεται συχνά ένα αίσθημα ανακούφισης για τ’ ότι ευτυ­χώς, όπως όλοι ομολογούν ή δε διαψεύδουν, ήταν παρανοϊκός, πεποίθηση που απαλλάσσει αυτόματα απ’ τον κόπο να κατανοήσουμε τη στάση του, τη σιωπή του. σαν έλλογη και συνειδητή στάση ζωής. Ανώφελα ο μαθητής του προειδοποιούσε πως: «… είναι η σιωπή /φωτιά/ μιαν ανεμόσκαλα/ που τοποθετούν /προσεκτικά /στα χεί­λια/… /ένας μεγάλος /κήπος /γιομάτος μουσική /και ζωγραφιές2, και σ’ αυτόν άλ­λωστε επιδαψίλευσαν ανάλογες τιμές μ’ αυτές που απόδιδαν στο δάσκαλο του.

Ο Ηλίας Φέρτης 3όμως, μας διαβεβαιώνει ότι μέχρι τέλους ο Παρθένης ήταν τελείως στα λογικά του. Η έρημος της άγνοιας και της αρποκράτειας σιγής γύρω του ήταν δική του  απόφαση. Η αμηχανία και η λακωνικότητα των μελετητών είναι η ηχώ της δικής του σιωπής, που τον ακολουθεί, τόσα χρόνια τώρα απ’ όταν έφυγε, το ίδιο αινιγματική, πυκνή και βουβή. Το βάθος της σιωπής του προσμετρά αδυσώπητα τη δική μας ανεπάρκεια. Κι όσα έχουν γραφτεί για τη ψυχική του κατάσταση, όλες αυ­τές οι μεταθανάτιες ή εκ του μακρόθεν, ερασιτεχνικές, ψυχιατρικές διαγνώσεις, ακούγονται σαν μαγικές συνταγές, σαν γιατρικό που τη χορήγηση του ο ιστορικός πολύ θα πρέπει να διστάσει ν’ αποδεχθεί, για τα προβλήματα της έρευνάς του.

Ένας μαθητής του σκέφθηκε να ερμηνεύσει τη σιωπή του στο εργαστήριο σαν διδακτική μέθοδο, σαν σοφή στάση, «πώς πάνω απ’ όλα η μάθηση στην τέχνη γίνεται με τα μάτια»4. Γνωρίζουμε πως στις στοές των πυθαγορείων η σιωπή ήταν μια μα­κρόχρονη άσκηση για το μαθητή κι έτσι η αντιστροφή της σχέσης αυτής, με τη σιωπή του δασκάλου, είναι μια σκέψη, που ακούγεται αναπάντεχη, αλλά δεν πρέπει να στε­ρείται από μια, βαθύτερη βέβαια κι όχι τόσο προφανή, αλήθεια. Γιατί η σιωπή αυτή ήταν απέραντη, ξεπερνάνε τους τοίχους του εργαστηρίου και κάλυπτε κι όλα εκείνα που δεν είχαν σχέση με τη διδασκαλία της ζωγραφικής. Μοιάζει να ήταν το ισοδύνα­μο, στην καθημερινή του ζωή, της όλο και μεγαλύτερης χρωματικής λιτότητας, της ελαχιστοποίησης του χρώματος στη ζωγραφική του.

(περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Παρθένης: Η Ζωγραφική

Απρίλιος 16, 2013

9456_o_konstantinos_parthenis_self_portrait Κωνσταντίνος Παρθένης-Αυτοπροσωπογραφία,1899

Πηγή: Ουτοπία Νο 1, σελ 127-130

Αναδημοσίευση από το περ. Ανθρωπότης, Ζ, Μάιος 1920, σ. 65.

«Η τέχνη, η ανθρώπινη έκφρασις της ζωής, είναι η ίδια η ιστορία της Ανθρωπότητος, των δεινών της, των ευτυχιών της, των πόθων της, της παθητικής της προ­σπάθειας, ανάμεσα από τους αιώνες και τους πολιτισμούς, προς ένα ιδεώδες ακόμη μυστηριώδες υπό έποψιν ισορροπίας και αρμονίας».

Στην ατέλειωτη ποικιλία των εκδηλώσεων της τέχνης, διακρίνει κανείς όταν εμβαθύνει στην ιστορία της, μια βαθειά ενότητα μια πρωτεύουσα αρμονία.

Από τα χρόνια των πριμιτίφ έως το κατώφλι της αναγέννησης, από τα σπή­λαια τα γεμάτα σκιές όπου οι πρώτοι καλλιτέχναι σχεδιάζουν χαράζοντας την πέ­τρα, έως τους Καθεδρικούς Ναούς τους φωτισμένους από την φαντασμαγορίαν των υαλωμάτων των, υπό την παναρμόνια Ελλάδα όπου οι μαρμάρινοι θεοί χαμογε­λούν γαλήνια στο λευκό και απέραντο φως έως τις υπέργοκες Ινδίες όπου πλήθος από τέρατα βαρεία και μόλις σχεδιασμένα στο γρανίτη των ερημιών, πάντοτε όταν προσέχουμε ακούμε τις ίδιες συνηθισμένες φωνές να τραγουδούν το αιώνιον άσμα της συνεχίσεως της δημιουργικής προσπάθειας. Αρμονικό τραγούδι, υπέροχη και ουράνια χορωδία με τις πολυποίκιλες και ένθεες φωνές, μας κάνεις να ριγούμε από μια μυστική συγκίνηση και μας μαθαίνεις να σεβόμαστε το μυστήριο του Έργου όπου ο Καλλιτέχνης άντλησε την ανάγκη να μοιράση με τους άλλους τους παλμούς της ψυχής του.

Όπως η διαδοχή των κρίκων σχηματίζει την αλυσσίδα, ο Καλλιτέχνης σχημα­τισμένος από το παρελθόν και το παρόν εξασφαλίζει την συνέχειαν της παραδόσε­ως.

Η παράδοσις είναι η διαδοχή των συνηθειών της ζωής. Η ζωή στην τέχνη εδρεύει εις τις προσωπικότητες που διακρίνονται από το ότι κατέχουν το δώρο να μεταμορφώνουν τη φύση δια μέσου της ευαισθησίας των. Δεν υπάρχει αληθινή και αυθόρμητη παράδοση χωρίς δημιουργία και κατά συνέπεια ούτε στυλ χωρίς παρά­δοση.

Η ζωγραφική της εποχής μας διακρίνεται από τις πλέον πολυποίκιλες τάσεις, και όπως στις μεγάλες εποχές, η τέχνη σήμερα δεν γνωρίζει ποτέ διακοπή ενόσω το εφευρετικό πνεύμα δεν παύει να εκδηλώνεται. Και ενόσω αυτή ανανεώνεται στους τρόπους της εκφράσεως ελεύθερα.

(περισσότερα…)

Θανάσης Κ. Γεράνιος: Πυρηνική ενέργεια και κοινωνία

Απρίλιος 15, 2013

2003010200142_110395293_type12128 Θανάσης  Γεράνιος*

Πηγή: Ουτοπία Νο 1 ,σελ.84-89

Είναι πολλές και ποικίλες οι πηγές που συντελούν στην κλιμακωτή κατα­στροφή του περιβάλλοντος, οι δε πιθανότητες προστασίας του μειώνονται καθημε­ρινά. Αναμφίβολα θα είναι πολύ αργά να μιλάμε για προστασία, όταν θα έχει ήδη πά­ψει να υπάρχει σημαντική μερίδα ζωής. Γι’ αυτό επιβάλλεται το θέμα του περιβάλλο­ντος να το εντάξουμε στην ύπαρξη της ίδιας της ζωής και εκτιμώντας το σαν αναπό­σπαστο και συνυφασμένο μ’ αυτή στοιχείο ν’ αναλύσουμε τις αιτίες καταστροφής του.

Θα ήθελα να επισημάνω μια μεν, αλλά αποδεδειγμένα σημαντική αιτία κατα­στροφής του, την πυρηνική ενέργεια.

1.  Οι δυο όψεις του νομίσματος

Πάνω από πέντε χρόνια έχουν περάσει από την καταστροφή του πυρηνικού εργοστασίου στο Chernobyl. Κι όλα δείχνουν ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι περίο­δος σημαντικών εξελίξεων που θα βαρύνουν μάλλον αρνητικά παρά θετικά στην πο­ρεία της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας. Εκείνο όμως που ενδιαφέρει, είναι πως σε τελική ανάλυση, η ανθρωπότητα θα βγει μάλλον χαμένη παρά κερδισμένη από την επικίνδυνη και ξεπερασμένη αυτή ενεργειακή επένδυση.

Είναι αλήθεια, ότι όσες φορές προσπάθησα ν’απομονώσω τους πυρηνικούς αντιδραστήρες (τη λεγόμενη ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας) από τους πυ­ρηνικούς εξοπλισμούς, απέτυχα, και αυτό γιατί μεταξύ άλλων ενώ τα μεγάλα πυρη­νικά κράτη δεν εγκαθιστούν πλέον στις ίδιες τους τις χώρες τέτοιους σταθμούς, τα μικρά αντίθετα τους αγοράζουν ώστε να έχουν και τη δυνατότητα απόκτησης της πο­λύτιμης πρώτης ύλης (ουράνιο – 235 ή πλουτώνιο – 239) για κατασκευή πυρηνικών όπλων (Ισραήλ, Πακιστάν, Ιράκ, Ιράν, Ν. Αφρικανική Ένωση, κ.ά.).

2. Πολιτική εξάρτηση

Στη δεκαετία του ’50 άρχισαν οι πρώτες εγκαταστάσεις πυρηνικών σταθμών στις μεγάλες, αλλά και στις μικρές χώρες, αποφέροντας μεγάλα μεν κέρδη στις κατασκευάστριες εταιρείες, δεσμεύοντας όμως τεχνολογικά, οικονομικά αλλά και πο­λιτικά τις μικρές χώρες – πελάτες που δεν είχαν τέτοιου επιπέδου τεχνολογία. Το γε­γονός ότι το ουράνιο «καιγόμενο» δίνει εκατομμύρια φορές παραπάνω ενέργεια από το κάρβουνο, έδωσε αφορμή στους τότε ειδικούς να διαβεβαιώνουν τους μελλο­ντικούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας πως η πυρηνική κιλοβατώρα θα ήταν τό­σο φθηνή ώστε δεν θ’ άξιζε τον κόπο ούτε καν να μετριέται, γιατί οι μετρητές θα στοί­χιζαν περισσότερο. Αυτό στην πράξη απεδείχθη μύθος. Όπως μύθος απεδείχθη και η μελετητής επιτροπής του Rasmussen, που κατέληγε μεταξύ άλλων, πως οι αντιδρα­στήρες ήσαν τόσο ασφαλείας ώστε η πιθανότητα να σκοτωθεί κάποιος από πυρηνικό ατύχημα ήταν ίση με την πιθανότητα να σκοτωθεί από μετεωρίτη.

(περισσότερα…)

Μιχάλης Ν. Ράπτης: Ποιος »Τρίτος Κόσμος» ;

Απρίλιος 15, 2013

pablo

Μιχάλης Ν. Ράπτης* ( Πάμπλο)

Πηγή: Ουτοπία Νο 1, σελ.59-64

Υποστηρίζεται ότι η βασική διάκριση σήμερα πρέπει να ‘ναι εκείνη Βορρά – Νό­του, ανεπτυγμένων χωρών της Δύσης και του ‘Τρίτου Κόσμου».

Υποστηρίζεται ότι η βασική διάκριση δεν είναι πια κεφαλαίου – εργασίας, αλλά λαών «πλουσίων» και «φτωχών».

Όπως οι Οικολόγοι υποστηρίζουν ότι η κύρια διάκριση είναι φύσης και αν­θρώπου.

Όλα αυτά έχουν μια ορισμένη δικαιολογία που εξαίρεται από την κατάρρευση του ανατολικού χώρου, από την κατάρρευση της ισορροπιστικής αντίθεσης Δύσης -Ανατολής, στηριζόμενης στο αμοιβαίο «δέος» της πυρηνικής πανοπλίας. Στο κείμε­νο αυτό θα σταθώ στην οποιαδήποτε σημασία οι κάθε είδους παρατηρητές και κριτές αποδίδουν στο αναμφισβήτητο διευρυνόμενο χάσμα Βορρά – Νότου, «ανεπτυγμέ­νων χωρών» και ‘Τρίτου Κόσμου».

Θεωρώ ότι το χάσμα αυτό είναι η πιο κραυγαλέα συνέπεια του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί σήμερα ο παγκοσμιοποιούμενος καπιταλισμός και ο «πολιτισμός» του.

Δηλαδή για να μη γίνεται άμεση αναφορά σε μια στενή «οικονομιστική» ερμη­νεία του μαρξισμού, που επί πολλά χρόνια δυστυχώς επικράτησε, και η οποία παρέ­λειπε να τονίζει τη συνολική λειτουργία του συστήματος και του «πολιτισμού» του δηλ. των αξιών που κατορθώνει και επιβάλλει.

Έτσι π.χ. η αναμφισβήτητη οικολογική καταστροφή του Πλανήτη δεν εξηγείται από μια άμεση αναφορά στην αντίθεση «κεφαλαίου – εργασίας» αλλά από το πώς λει­τουργεί συνολικά το βασιζόμενο στο κεφάλαιο και τον «πολιτισμό» του σύστημα.

Από τέτοια αντίληψη πρέπει ν’ απορρέει και αυτό που τονίζεται τώρα σαν κύ­ριο χαρακτηριστικό της βαρβαρότητας στην οποία πράγματι καταποντίζεται το σύ­στημα, ύστερα ιδίως από την υποβάθμιση της αντίθεσης «Δύσης – Ανατολής», δηλαδή της έννοιας «Βορράς – Νότος» «ανεπτυγμένες χώρες» – ‘Τρίτος Κόσμος».

Τον καιρό της έξαρσης της αντιαποικιακής επανάστασης ιδίως στον αφρικανι­κό και αραβικό κόσμο, όπου επικρατούσαν τα ιστορικά ονόματα του Κρούμα, του Λουμούμπα, του Νάσσερ, του Μπεν – Μπελλά, επικρατούσε και η κατ’ εξοχήν «τρι­τοκοσμική» θεωρία του Φρανς Φανόν που έριχνε το βάρος στη διάκριση Βορρά – Νό­του, λαών «πλουσίων» και λαών «φτωχών», δυτικών και τριτοκοσμικών. Και έδινε προτεραιότητα στη φτωχή αγροτιά απέναντι στο εν μέρει «προνομιούχο» μικρό προλεταριάτο των πόλεων.

Με το διευρυνόμενο τώρα χάσμα Βορρά – Νότου θα ξανάλθουμε σε τέτοιες αντιλήψεις, που δεν ξεκινούν και δεν στηρίζονται από την «ουσία» αλλά τα «επιφαι­νόμενα» και επομένως έχουν τα τρωτά τους. Όμως πως προσδιορίζεται ο ‘Τρίτος Κόσμος» που πράγματι η διατήρηση και η διεύρυνση του είναι η πιο σοβαρή, η πιο αποφασιστική δοκιμασία της βιωσιμότητας του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστι­κού συστήματος;

Πόσο αυτή μπορεί να διαρκέσει σε περίπτωση π.χ. που το σύστημα αυτό θ’ απο­δειχθεί ικανό να αναβαθμίσει στο μέσο ίδιο βιοτικό και πνευματικό επίπεδο τον ‘Τρίτο Κόσμο», ή αντίθετα αν το περιχαρακωμένο βασίλειο των «ανεπτυγμένων» προφυλασσόμενο από τους «βαρβάρους» που ολοένα και περισσότερο ασφυκτικότε­ρα θα το περικυκλώνουν, αφήσει τους «βαρβάρους» στην τύχη τους;

(περισσότερα…)

Ευτύχης Μπιτσάκης: Ανθρώπινη φύση: αντιφάσεις και δυνατότητες

Απρίλιος 14, 2013

h2_53.183 (1) Edward Hopper,Office in a Small City, 1953

Πηγή: Ουτοπία Νο 1, σελ 20-46

imagesbeΗ κατάρρευση των περισσότερων χωρών του» υπαρκτού σοσιαλισμού» η κρί­ση και οι δυσκολίες των υπόλοιπων, έθεσαν ένα αναπόφευκτο ερώτημα: μήπως και ο σοσιαλισμός ήτανε μια θαυμάσια ουτοπία; Τα ιδανικά της ισότητας, της δικαιοσύ­νης και της ανθρώπινης απελευθέρωσης θα παραμείνουν συνεπώς για πάντα στην απροσπέλαστη περιοχή του ιδανικού, επειδή βρίσκονται σε αντίφαση με την εγωι­στική ανθρώπινη φύση;

Από πολλές πλευρές έχουν γίνει απόπειρες να ερμηνευθεί η κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού1. Μια από τις ερμηνείες που διατυπώθηκαν, εί­ναι αυτή που θεωρεί το σοσιαλιστικό, και κατ’ επέκταση το κομμουνιστικό ιδεώδες, ασυμβίβαστο με την ανθρώπινη φύση. Κατά συνέπεια, το ερώτημα για την ανθρώπι­νη φύση έχει μια άμεση πολιτική σημασία: αν ο σοσιαλισμός αντιφάσκει με την εγω­ιστική φύση του ανθρώπου, τότε και κάθε μελλοντική απόπειρα για θεμελίωση σο­σιαλιστικών κοινωνιών είναι προκαταβολικά καταδικασμένη. Και τότε πρέπει να δεχτούμε ότι η κεφαλαιοκρατική – ατομικιστική κοινωνία είναι η τελευταία μορφή ανθρώπινης κοινωνίας ότι οι αστοί ιδεολόγοι είδαν σωστά και ότι ο Marx ήταν ένας, μεγαλοφάνταστος έστω, ουτοπικός.

 Είναι προφανές ότι το προηγούμενο πολιτικό ερώτημα δεν μπορεί να απα­ντηθεί στο επίπεδο της πολιτικής. Για να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, απαιτείται η φιλοσοφική διερεύνηση του ερωτήματος για την ανθρώπινη φύση. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να περάσουμε, από το πεδίο της πολιτικής, στην περιοχή της φιλοσοφίας.

8-9f7-thumb-largeEdward Hopper, Carolina Morning,1955

1. Η μεταφυσική, αντίληψη για την ανθρώπινη φύση.

Εδώ δεν είναι βέβαια ο τόπος για μια σκιαγραφία έστω, της προϊστορίας του προβλήματος, θα αναφερθώ ωστόσο σε δύο απόψεις, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο: στη χριστιανική και στην αστική, επειδή σχετίζονται άμεσα με το θέμα μας.

Είναι γνωστό ότι ο χριστιανισμός δέχεται έναν εγγενή δυϊσμό της ανθρώπι­νης φύσης: από τη μια το φθαρτό υλικό σώμα και από την άλλη η αυλή αθάνατη ψυχή. Η δυϊστική αντίληψη που θεωρεί το σώμα φθαρτό σκήνωμα, φορέα, φυλακή της ψυ­χής, έχει μια μακρά προϊστορία: από το αιγυπτιακό ιερατείο μέσω του Πυθαγόρα πέρασε στην πλατωνική φιλοσοφία και από τον Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς, στους πατέρες της Εκκλησίας. Ο καρτεσιανός δυϊσμός είναι η κλασική μορφή της αστικής – χριστιανικής αντίληψης για τις σχέσεις ύλης και πνεύματος.

(περισσότερα…)