Archive for the ‘Ποίηση’ category

Μανόλης Αναγνωστάκης – Όταν αποχαιρέτησα

Ιουλίου 4, 2013

managnost1961

[Όταν αποχαιρέτησα…]

Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους

Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα

Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.

Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε

Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα

Καρφώναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω

Όταν στηνόνταν μυστικές αγχόνες

Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο

Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα

Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί

Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας

Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου

Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»

Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.

Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια

Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια

Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις

Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές

Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει

Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει

Και δεν την υποψιάζεται ακόμα

Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς

Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια

Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία

Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά

Αλλάζει τη σύνθεση της ατμοσφαίρας

Τη γεύση του φιλιού, την πολυτέλεια της αμαρτίας

Το χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.

Έχει στηθεί η σκηνή μα δε φωτίζουν οι προβολείς

Κι όλα τα πρόσωπα είν’ εδώ —αντάξια του δράματος—

Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη

Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος

Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα

Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί

Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία

Χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων

Χωρίς τη νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία

Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο

Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.

                       9η Θερμιδώρ 1955

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

(Η Συνέχεια 2) – Τα ποιήματα 1941-1956, Αθήνα, ιδιωτ. έκδοση, 1956.

(περισσότερα…)

Advertisements

«Στον τόπο μου είμαι τέλεια ξένος»

Ιουνίου 17, 2013

«Στον τόπο μου είμαι τέλεια ξένος»

François Villon- Θάνος Μικρούτσικος

Μετάφραση :Σπύρος Σκιαδαρέσης

Μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά

Το 2001 κυκλοφόρησε το cd  «Στον τόπο μου είμαι τέλεια ξένος» σε ποίηση του François Villon (Φρανσουά Βιγιόν).

Το cd περιέχει κυρίως απαγγελίες των ποιημάτων και λιγότερο μουσική. Στις απαγγελίες ακούμε τις φωνές των Φοίβου Δεληβοριά, Νίκου Ζούδιαρη, Χρήστου Θηβαίου, Αλκίνοου Ιωαννίδη, Χάρη Κατσιμίχα, Σωκράτη Μάλαμα, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Μιλτιάδη Πασχαλίδη και Ορφέα Περίδη. Υπάρχουν ακόμη 5 συνολικά μελοποιημένα κομμάτια, στα οποία τραγουδά ο ίδιος ο Θάνος Μικρούτσικος, αλλά και ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος.

(περισσότερα…)

Για τα »Πεζογραφήματα» του Μάρκου Μέσκου

Ιουνίου 1, 2013

meskos1Χρόνης Μπότσογλου: Άντρας σε κόκκινο (1980)

Η πεζογραφία ενός ποιητή

Του Νίκου Δαβέττα

από την Εφημερίδα των Συντακτών

Ο Μάρκος Μέσκος συγκαταλέγεται στους κορυφαίους ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και όχι μόνο! Θυμάμαι πως το μακρινό 1981 , ως ανήσυχοι νέοι φοιτητές, είχαμε σπεύσει να αγοράσουμε τη συγκεντρωτική του έκδοση ‘’Μαύρο δάσος’’, που είχαν κυκλοφορήσει οι εκδόσεις ‘’Ύψιλον’’, με τη βεβαιότητα ότι ερχόμαστε σε επαφή με ένα πρωτόγνωρο ποιητικό σύμπαν, αρραγές και αυστηρά οριοθετημένο από τη δική του γενεαλογία. Ελάχιστες οι εμφανείς συγγένειες με τους προηγούμενους ποιητές, ελάχιστα τα κοινά μοτίβα με τους συνομήλικους δημιουργούς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Περιέργως δεν συμβαίνει το ίδιο με το πεζογραφικό του έργο, που έχουμε τώρα την ευκαιρία να το ξαναδιαβάσουμε συγκεντρωμένο σε έναν τόμο με τον λιτό τίτλο »Πεζογραφήματα». Αν και η θεματολογία του θα μπορούσαμε να πούμε ότι κινείται κοντά σε αυτήν της ποιητικής του κατάθεσης, εντούτοις τα περισσότερα αφηγήματά του εντάσσονται φυσιολογικά, χωρίς μοντερνιστικές αναζητήσεις και πειραματισμούς , στο κυρίως σώμα της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας και θα έλεγα μάλιστα πως όσο περνούν τα χρόνια μοιάζουν να ‘’δένουν’’ αρμονικά με τις καλύτερες στιγμές της σχολής της »Θεσσαλονίκης». Ο Ιωάννου , ο Χατζητάτσης, ο Σφυρίδης, ο Καβαλιώτης Πρόδρομος Μάρκογλου, η Αγαθοπούλου, ο Σκαμπαρδώνης, ο Καλούτσας ασφαλώς χρησιμοποιούν τα ίδια εκφραστικά μέσα και κινούνται με τους ‘ίδιους ρυθμούς σε παρεμφερείς μικρόκοσμους. Ο εστιασμός στο μικροαστικό περιβάλλον, στο δράμα του ανώνυμου πολίτη που συνθλίβεται από το απρόσωπο κράτος ή τον ανάλγητο εργοδότη, οι ατελέσφοροι έρωτες που διεμβολίζουν την καθημερινότητα, κι ακόμη τα παιδικά χρόνια- ένας χαμένος πάντα παράδεισος- συναντώνται στους περισσότερους Βορειοελλαδίτες δημιουργούς, με μια αξιοπρόσεκτη ένταση και επιμονή. Κατά κανόνα απουσιάζουν από τα έργα τους οι μεγάλες συνθέσεις, τα μυθιστορήματα-ποταμοί, οι ιστορικές τοιχογραφίες με τις ιδεολογικές συγκρούσεις. Ο Μάρκος Μέσκος μένει πιστός στην παράδοση. Ολιγοσέλιδες ιστορίες, πυκνός λόγος, κοφτές προτάσεις που ολοκληρώνονται μες στο μυαλό του αναγνώστη, οδυνηρές μνήμες που ανασύρονται αίφνης από τον βυθό της λήθης για να ταρακουνήσουν τους καλοβαλμένους ήρωες του σήμερα. Ο προσφιλής χωροχρόνος στον οποίο επανέρχεται συχνά είναι η προπολεμική κατοχική Έδεσσα και ακόμη η σκληρή εμφυλιοπολεμική Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του πενήντα.Δεν υστερούν και οι σκηνές από την πρωτεύουσα της δεκαετίας του εβδομήντα, έτη επαγγελματικού μόχθου και αγωνίας για τον επιούσιο, όπου το αυτοβιογραφικό στοιχείο ‘’πυκνώνει’’ την αφήγηση.

Μάρκος Μέσκος

Στην καταγραφή των γεγονότων- προσωπικών και αλλότριων- έρχονται ως αρωγοί του πρόσωπα οικεία από το συγγενικό ή το σχολικό περιβάλλον .Οι περισσότεροι, αδικοχαμένοι στις μυλόπετρες της Ιστορίας, έχουν σημαδέψει για πάντα τη διαδρομή του συγγραφέα, έχουν αφήσει το χνάρι τους πάνω στο δικό του χνάρι. Η επίκλησή τους μας θυμίζει στίχους από τον ποιητικό νεκρόδειπνο που στήνει ο  Τάκης Σινόπουλος στην ομώνυμη συλλογή του. Μια μάζωξη ανώνυμων αγωνιστών, θυμάτων της εμφύλιας σύγκρουσης και της αναιμικής δημοκρατίας που ακολούθησε, ένα προσκλητήριο αγνοουμένων, όπου ο δημιουργός είναι ο μοναδικός μάρτυρας του σύντομου περάσματός τους από τα χώματα της μητριάς πατρίδας. Η διάσωση μορφών ή ονομάτων είναι το μεγάλο κέρδος και γι αυτόν που γράφει και γι αυτόν που διαβάζει.

(περισσότερα…)

»Κλωστήριον Νυχτερινής Ανάπαυλας»

Μαΐου 31, 2013

 Ανδρέας Εμπειρίκος

 »Κλωστήριον Νυχτερινής Ανάπαυλας»

Εἴμεθα ὅλοι ἐντός τοῦ μέλλοντός μας. Ὅταν τραγουδᾶμε τραγουδᾶμε ἐμπρός στοὺς ἐκφραστικούς πίνακες τῶν ζωγράφων ὅταν σκύβουμε ἐμπρός στὰ ἄχυρα μιᾶς καμμένης πόλεως ὅταν προσεταιριζόμεθα τὴν ψιχάλα τοῦ ρίγους εἴμεθα ὅλοι ἐντός τοῦ μέλλοντός μας γιατὶ ὅ,τι και ἂν ἐπιδιώξουμε δέν εἰναι δυνατόν νὰ ποῦμε ὄχι νὰ ποῦμε ναί χωρίς τὸ μέλλον τοῦ προορισμοῦ μας ὅπως μιὰ γυναῖκα δέν μπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε χωρίς τὴν πυρκαγιά ποὺ κλείνει μέσα στὴ στάχτη τῶν ποδιῶν της.Ὅσοι τὴν εἶδαν δέν στάθηκαν νὰ ἐνατενίσουν οὔτε τὰ συστρεφόμενα κηπάρια οὔτε τὴν εὐωχία τῶν μαλλιῶν ποὺ λατρεύτηκαν οὔτε τὰ σουραύλια τῶν ἐργαστηριακῶν μεταγγίσεων ἀπὸ μιὰ χώρα σὲ φλέβες κόλπου θερμοῦ προστατευομένου ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καὶ τὰ μελτέμια τῆς κυανῆς ἀνταύγειας λιγυρῶν παρθένων.Εἴμεθα ὅλοι ἐντός τοῦ μέλλοντος μιᾶς πολυσύνθετης σημαίας ποὺ κρατεῖ τοὺς ἐχθρικοὺς στόλους ἐμπρός στὰ τείχη τῆς καρδιᾶς μου κατοχυρώνοντες ψευδαισθήσεις πιστοποιοῦντες ἐνδιάμεσες παρακλητικές μεταρρυθμίσεις χωρίς νὰ νοηθῇ τὸ ἀντικείμενον τῆς πάλης. Στιγμιότυπα μᾶς ἀπέδειξαν τὴν ὀρθότητα τῆς πορείας μας πρὸς τὸν προπονητήν τοῦ ἰδίου φαντάσματος τῆς προελεύσεως τῶν ὀνείρων καὶ τοῦ καθενός κατοίκου τῆς καρδιᾶς μιᾶς παμπαλαίας πόλης. Ὅταν ἐξαντληθοῦν τὰ χρονικά μας θὰ φανοῦμε γυμνότεροι καὶ ἀπὸ τὴν ἄφιξι τῆς καταδίκης παρομοίων πλοκαμιῶν καὶ παστρικῶν βαρούλκων γιατί ὅλοι μας εἴμεθα ἐντός τῆς σιωπῆς τοῦ κρημνιζομένου πόνου στὰ γάργαρα τεχνάσματα τοῦ μέλλοντός μας.

από την Υψικάμινο, 1935 

Για τον Γιώργο Σαραντάρη

Μαΐου 29, 2013

ΣαραντάρηςΤα συνθήματα μιλούν με λόγια ποιητών…*

«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
σημαίνει πως φοβούμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη
ο θάνατος βραχνάς»

(«Δεν είμαστε ποιητές…», Γιώργος Σαραντάρης)

 Γιώργος Σαραντάρης (Κωνσταντινούπολη 1908 – Αθήνα 1941)
ποιητής, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος.

 Διαβάστε ποιήματά του στην ιστοσελίδα

http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/

Αφιερωμένο στον Γιώργο Σαραντάρη, στον αισθαντικό ποιητή, κριτικό και φιλόσοφο, που αποτελεί μια εξαιρετική περίπτωση στα ελληνικά Γράμματα, είναι το επεισόδιο της σειράς «Εποχές και Συγγραφείς» του Τάσου Ψαρρά (ΕΤ1), που μπορείτε να παρακολουθήσετε στο παραπάνω video.

Sarantaris  Giorgos

Ο Γιώργος Σαραντάρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος του Δημήτρη Σαραντάρη και της Μαλθίντας το γένος Σωτηρίου, καταγόμενων από το Λεωνίδι της Κυνουρίας. Από το 1912 ως το 1931 έζησε στην Ιταλία, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του. Από νεανική ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία και τη μελέτη της φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις ξένες γλώσσες. Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Μπολώνια και της Ματσεράτα, και πήρε διδακτορικό δίπλωμα. Στην Ιταλία έγραψε τους πρώτους στίχους του, στα ιταλικά και στα ελληνικά και δημοσίευσε ποιήματα στην ιταλική και γαλλική γλώσσα. Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και μπήκε στους λογοτεχνικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940 στρατεύτηκε στην Αλβανία και αρρώστησε από κοιλιακό τύφο. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε το 1941.

Για τον Γιώργο  Σαραντάρη

Του Γιάννη ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗ

εφημ. Ριζοσπάστης, 2003

«Οταν ο Ιταλός διχτάτορας χτύπησε με τις φασιστικές ορδές του την Αλβανία την άνοιξη του 1939, κάναμε τον περίπατό μας με το Σαραντάρη στην πλατεία του Συντάγματος. Η είδηση ήρθε βράδυ, ξαφνικά και μας αναστάτωσε. Ο Σαραντάρης ήταν έξω από τον εαυτό του. Χειρονομούσε και φώναζε. Σε κάθε δυο – τρία βήματα με σταματούσε και με τραβούσε από το σακάκι, για να μου εκφράσει την κατάπληξη και την αγανάχτησή του: «Ο άτιμος, στους μικρούς, στους αδύναμους ρίχνεται». Πρώτη φορά που έβλεπα τον γαλήνιο, τον χριστιανό Σαραντάρη να εξάπτεται και να βρίζει. Ισαμε που χωρίσαμε ήταν γεμάτος ανησυχία και ταραχή, και όλο έλεγε και ξανάλεγε αυτή τη φράση: «Τους αδύνατους χτυπάνε, τους μικρούς…».

Να προαισθανόταν άραγε την 28η Οκτωβρίου του 1940, όπου αυτός ο αδύνατος στο σώμα σαν την Ελλάδα, την πατρίδα του, αλλά δυνατός στην ψυχή, θα βάδιζε πρώτος προς τη θυσία του αίματος για τη λευτεριά;

«Οταν δε φοβούμαστε πια το θάνατο, όταν σκοτώσουμε μια για πάντα το φόβο του θανάτου, τότε γινόμαστε ελεύθεροι», γράφει στο βιβλίο του «Η Παρουσία του Ανθρώπου».

(περισσότερα…)

Nίκος Καρούζος

Μαΐου 16, 2013

1and7a

Πέντε Ποιήματα μέσ᾿ τὸ Σκοτάδι. Εἰκόνα

Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ρεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.

Nίκος Καρούζος

1and7a

Το »Κατά Σαδδουκαίων» του Μιχάλη Κατσαρού.

Μαΐου 14, 2013

Mίκης Θεοδωράκης – Μιχάλης Κατσαρός

Κατά Σαδδουκαίων

Ποίηση: Μιχάλης Κατσαρός(1953)
Σύνθεση:Mίκης Θεοδωράκης 1981-1982, Παρίσι
Ηχογράφηση: 1985 ( πρώτη εκτέλεση στις 23/2/1983 στο Metropol-Theater Berlin, μετάφραση στα Γερμανικά: Dirk Mandel) Joachim Vogt (τενόρος), Herman Christian Polster (μπάσσος), Jurgen Freier (βαρύτονος), Friedrich Wilhelm Junge (αφηγητής) , Rundfunkchor Berlin (διδασκαλία χορωδίας Dietrich Knothe) Berliner Sinfonie Orchester, υπό  τη διεύθυνση του Hans Peter Frank, Μinos (Greece), Eterna (DDR).

Ελληνική εκτέλεση: 18/9/1998, Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Κώστας Πασχάλης, Θάνος Πετράκης, Φραγκίσκος Βουτσίνος, Νίκος Τζόγιας (αφηγητής), Συμφωνική Ορχήστρα και χορωδία της ΕΡΤ (διδασκαλία χορωδίας: Έλλη Νικολαίδη) υπο τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού.

  • 1.Το σχήμα μου (Presto)
  • 2.Τυφλή εποχή (Andante)
  • 3.Έπρεπε τώρα (Andante)
  • 4.Δωριείς (Andante)
  • 5.Στο νεκρό δάσος (Andante)
  • 6.Ξανθός όμορφος (Andante)
  • 7.Κατά Σαδδουκαίων (Moderato Vivace)

Τὸ σχῆμα μου

Θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω τὸ σχῆμα μου
ὅπως συντρίβεται σὲ δυὸ λιθάρια
θὰ σκεφτῶ ὑπόχρεος ἀπέναντί σου
θὰ στήσω τὴ φοβερὴ ὀμπρέλα μου
μὲ τὶς μπαλένες ἀπ᾿ τὸ πρόσωπό μου
μαύρη ὑγρὴ ἀκατανόητη
ἀπ᾿ τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε ἀσπίδα
ποὺ ἦταν ταπεινὸ κυκλάμινο
καὶ μιὰ ρομφαία.

Θέλω νὰ μιλήσω ἁπλὰ γιὰ τὴν ἀγάπη
τῶν ἀνθρώπων
καὶ παρεμβαίνουν οἱ θύελλες
παρεμβαίνει τὸ πλῆθος
τὸ στῆθος μου
τὸ τρομερὸ ἡφαίστειο ποὺ λειτουργεῖ
κάτ᾿ ἀπὸ πέτρες.
Τὰ φριχτὰ ἐρωτήματα παραμένουν ἐπίμονα
μαῦρα ὑγρὰ ἀκατανόητα
παραμένουν ἐπίσημα
σὰν σαρτεβάλια.
Ὅσο ἀπ᾿ τὶς μικρὲς καλύβες νὰ γελοῦν
ὅσοι οἱ χωρικοὶ νὰ μπαίνουν στὰ ἐργοστάσια
ὁ πύργος μας καίγεται
θ᾿ ἀφήσουν ἐποχὴ οἱ ἔνδοξες μέρες
ὅλα τ᾿ ἀπόκρυφα χειρόγραφα θὰ ἐπιστραφοῦν
ἀπὸ σοφοὺς καὶ μάντεις.

(περισσότερα…)