Posted tagged ‘Μουσική’

»Μαουτχάουζεν»-Ανέκδοτα κείμενα για τον ναζισμό από το αρχείο του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Νοέμβριος 26, 2012

Είμαι ένας από τους επιζήσαντες κρατούμενους στο SS στρατόπεδο συγκεντρώσεως και εξοντώσεως του Μαουτχάουζεν. Ένας από εκείνους που τον Μάιο του 1945 κλαίγοντας και ελπίζοντας εφώναζαν ποτέ πια! Ήταν τότε που οι οπαδοί του ναζισμού έχασαν τον πόλεμο.

Ο ναζισμός όμως επέζησε. Κυρίως γιατί αιώνιες κοινωνικές πληγές αφέθηκαν αθεράπευτες. Και μένουν ακόμα! Και επιπλέον, γιατί η αντικομμουνιστική υστερία έκαμε τον ναζισμό να ξεχνιέται, και κάποτε και να αθωώνεται.

Μετά από 48 χρόνια αυτό που θέλω να φωνάξω είναι πάλι;

Φίλοι μου, θυμηθείτε: ο Αδόλφος Χίτλερ δεν έπεσε απ’ το διάστημα. Ούτε ήταν ένας και μόνος. Ήταν το διαμόρφωμα δεκάδων χιλιάδων αφανών χιτλερίσκων στη Γερμανία και την Αυστρία. Και όχι μόνο εκεί. Χιτλερίσκων διάσπαρτων σε μεγάλες και μικρές πόλεις, σε χώρους εργασίας, σε γειτονιές, σε συντροφιές, σε οικογένειες.

Και ο ναζισμός δεν ήταν ιδέα ενός και μόνου διεστραμμένου εγκεφάλου. Ήταν η συμπύκνωση της νοσηρής πολιτικής αντίληψης εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων, φορέων του μικροβίου του ρατσισμού, του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας, της τελικής λύσης όλων των προβλημάτων με τη βία, τη φωτιά και το τσεκούρι.

Ο ναζισμός δεν άρχισε με τον Χίτλερ, γι’ αυτό και δεν τον πήρε μαζί του, δεν εμφανίστηκε μόνο στη Γερμανία, γι’ αυτό και δεν επανεμφανίζεται μόνο εκεί. Αλλά παντού όπου ουσιαστικά κοινωνικά προβλήματα τον τρέφουν. Και ο κίνδυνος τώρα δεν είναι η εμφάνιση ενός νέου Χίτλερ και η σπορά ενός άλλου μεγάλου πολέμου. Ο κίνδυνος είναι η αδιαφορία για τα αίτια που αναγεννούν τον ναζισμό και εν συνεχεία η απάθεια και η ανοχή για ένα φαινόμενο που μπορεί να εξελιχθεί σε μαζική διανοητική μόλυνση.

Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν στα πεδία των μαχών, ούτε οι ολέθριες πολιτικές ιδεολογίες ξεκινούν από μαζικές συγκεντρώσεις, σε πλατείες. Αρχίζουν ανύποπτα στους χώρους της καθημερινής μας ζωής, ξεκινούν ακόμη και μέσα απ’ το ίδιο μας το σπίτι. Εκεί φωλιάζουν όλα. Γι’ αυτό μόνο με την πίστη σε μια καθημερινή ζωή, που να μας χωράει όλους, απροκατάληπτη και δίκαιη προς όλους μπορούμε έστω και καθυστερημένα να πετύχουμε αυτό που τόσο προσδοκούσαμε τον Μάιο του 1945: ένα πραγματικό ποτέ πια.

Ι.Κ.

«Φίλοι μου, θυμηθείτε!

Κρημνιώτη Π.

από το εισαγωγικό σημείωμα στην εφημ ΑΥΓΗ

(…)Συγκλονιστικά επίκαιρα τα λόγια του Ιάκωβου Καμπανέλλη σ’ αυτό το ανέκδοτο κείμενο από το αρχείο του, που δημοσιεύει σήμερα για πρώτη φορά η «Αυγή» της Κυριακής. Γραμμένο «μάλλον το 1993, δεν ξέρουμε ακόμα με ποια αφορμή» μας λέει η κόρη του Κατερίνα, που αυτή την περίοδο καταγράφει το αρχείο, μοιάζει να έχει γραφτεί μόλις σήμερα. Με απίστευτη οξυδέρκεια ο Ιάκωβος Καμπανέλλης επισημαίνει τους κινδύνους της επιβίωσης του ναζιστικού φαινομένου και αποκωδικοποιεί τα γενεσιουργά αίτιά της. Από τις αρχές τις δεκαετίας του ’90 προειδοποιεί, και εκείνος ήταν σε θέση να το κάνει διαθέτοντας αφ’ ενός την τραγική εμπειρία του εγκλεισμού του στο κολαστήριο Μάουτχάουζεν, και από την άλλη τη δυνατότητα του συγγραφέα-διανοούμενου να διεισδύει κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών φαινομένων και να ανασύρει τις ουσιαστικές τους διαστάσεις. Και είναι αυτό ακριβώς που επισημαίνει ο Μίκης Θεοδωράκης όταν μας λέει «λείπουν φωνές σαν του Καμπανέλλη σήμερα».

Ο Καμπανέλλης δεν μιλούσε ποτέ για την εμπειρία τού στρατοπέδου συγκέντρωσης. Την κατέγραψε στο βιβλίο του «Μαουτχάουζεν» και στα τέσσερα ποιήματα «Άσμα Ασμάτων», «Άμα τελειώσει ο πόλεμος», «Ο Αντώνης», «Ο δραπέτης» που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και τραγούδησε η Μαρία Φαραντούρη. Στο αυτοβιογραφικό χρονικό του Καμπανέλλη βασίζεται το θεατρικό «Μαουτχάουζεν» που θα παρουσιαστεί σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, στο Badminton, για έξι παραστάσεις από τις 6 ως τις 9 Δεκεμβρίου, με χορηγό επικοινωνίας την «Αυγή».

Με αυτή την αφορμή δημοσιεύουμε σήμερα για πρώτη φορά ανέκδοτο υλικό τουΙάκωβου Καμπανέλλη αλλά και τη μαρτυρία του Μίκη Θεοδωράκη για τη μελοποίηση των ποιημάτων του «Μαουτχάζουζεν». Τα ανέκδοτα κείμενα του Ιάκωβου Καμπανέλλη για την επιβίωση του φαινομένου του ναζισμού, αλλά και για την εμπειρία της πρώτης του επίσκεψης στο κολαστήριο του εγκλεισμού του, είχε την ευγένεια να μας τα παραχωρήσει η κόρη του, Κατερίνα Καμπανέλλη, που αυτή την περίοδο καταγράφει το αρχείο του πατέρα της, μέρος του οποίου προορίζεται για το Μουσείο Ιάκωβου Καμπανέλλη που θα ιδρύσει ο Δήμος Νάξου, στη γενέτηρα του συγγραφέα. Αλλά και το υπόλοιπο αρχείο Καμπανέλλη θα παραδοθεί «σε χέρια τέτοια, που θα διασφαλίζουν να είναι προσβάσιμο στους μελετητές».

 

Το Μαουτχάουζεν και ο Μίκης

Η δική μου «συνάντηση»…

Με ξαφνιάζει πάντα αυτό που κάποιες φορές συμβαίνει «μετά»!

1965. Το χρονικό του Μαουτχάουζεν ετοιμάζεται για έκδοση στα τυπογραφεία της εταιρείας Θεμέλιο. Ο αξέχαστος Μίμης Δεσποτίδης, ο διευθύνων την εταιρία είχε μια ιδέα που την ασπαστήκαμε αμέσως και ο Μίκης Θεοδωράκης, και εγώ: να γραφτούν μια σειρά τραγούδια και να γίνουν δίσκος που θα κυκλοφορήσει ταυτόχρονα με το βιβλίο. Έτσι κι έγινε.

Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, σε μια αίθουσα θεάτρου εγώ διάβασα αποσπάσματα από το χρονικό και στη συνέχεια ακολούθησε η ερμηνεία των τραγουδιών.

Μια αξέχαστη βραδιά. Και όχι μόνο για μένα, τον Θεοδωράκη και τη Φαραντούρη.

1980. Αποφασίζω, για πρώτη φορά, να «ξαναπάω» στο ΜαουτχάουζενΕίναι Μάιος και οι πρώην κρατούμενοι στο στρατόπεδο, άνδρες και γυναίκες απ’ όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης, έχουν οργανώσει μια συγκέντρωση εκεί. Συναντιόμαστε, ανήμερα της 35ης επετείου της απελευθέρωσής μας, δηλαδή 5 Μαΐου, στο χωριό Μαουτχάουζεν για να περπατήσουμε ως το στρατόπεδο. Μια «πορεία σιωπής» ως εκεί, σαν ένδειξη μνήμης, αγάπης, σεβασμού στους 240.000 νεκρούς, που αφήσαμε στους κρανίου τόπους του εμείς οι 30.000 επιζήσαντες.

Όταν πλησιάζαμε στην πύλη, άκουσα έναν μουσικό ήχο, που ερχόταν από μέσα, απ’ τη μεγάλη πλατεία και που τον έπαιρνε ο πρωινός αέρας και τον ανέμιζε σ’ όλο τον τώρα δασωμένο λόφο και στις πλαγιές του. Μου φάνηκε σαν γνωστός, σαν να τον είχα ξανακούσει και τελικά… ναι, μόνο αφού πλησιάσαμε κι άλλο συνειδητοποίησα πως άκουγα τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη να τραγουδά «κοπέλες του Άουσβιτς, του Μαουτχάουζεν κοπέλες, μην είδατε την αγάπη μου».

Ύστερα από ώρα, χωρίς να πω ποιος είμαι, πήγα στη γραμματεία του «Στρατοπέδου» και ρώτησα τι είναι αυτό το τραγούδι που ακουγόταν το πρωί κι ακούγεται και πάλι κ.λπ., κ.λπ. Μου απάντησαν πως «είναι εδώ και χρόνια το ‘τραγούδι’ του Μαουτχάουζεν, το μουσικό του μνημείο»…

Ήξερα βέβαια πως ο κύκλος των τραγουδιών του Μαουτχάουζεν με τις συναυλίες του Μίκη σε τόσες και τόσες χώρες ήταν γνωστός και έξω. Όμως η δική μου «συνάντηση» με αυτά σ’ εκείνο το μέρος, εκείνη τη μέρα ήταν…

Από τότε ονειρευόμουν μια συναυλία επί τόπου και παγίδεψα στο ίδιο όνειρο και τον Θεοδωράκη. Έγινε το 1988 σ’ ένα Μαουτχάουζεν που πλημμύρισε από δεκάδες χιλιάδες προσκυνητές, ειρηνιστές, ανθρώπους υπέροχους που ήρθαν από παντού, από παντού…

Πίσω στο 1965. Τι ωραία και δημιουργικά ανύποπτοι που είμασταν τότε.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης μιλά για τη μελοποίηση του έργου

Με τον Καμπανέλλη γνωρίστηκα το 1952 και κάναμε πάρα πολλά πράγματα μαζί τότε. Δεν είχαμε μόνο επαγγελματική σχέση αλλά και μια καλή φιλία.

Όταν έγραψε το «Μαουτχάουζεν», το έδωσε στον Μίμη Δεσποτίδη στο Θεμέλιο, ο οποίος του είπε γράψε και τέσσερα ποιήματα, να βάλει μουσική ο Μίκης για να μπορέσουμε να λανσάρουμε περισσότερο το βιβλίο. Ένα απόγευμα ήρθε στο σπίτι μου ο Καμπανέλλης, μου είπε την ιστορία, τα κοίταξα, μου άρεσαν πάρα πολύ. Του λέω αύριο, μεθαύριο θα είναι έτοιμα. Όταν έφυγε ο Ιάκωβος, κάθισα στο πιάνο, τελείωσα το πρώτο ποίημα, το «Άσμα Ασμάτων», και τον παίρνω τηλέφωνο. Δεν είχε φτάσει ακόμα σπίτι του. Τον ξαναπαίρνω, του λέω θες να ακούσεις το πρώτο τραγούδι; Και του το έπαιξα στο πιάνο. Αυτό που εισέπραξα από το «Μαουτχάουζεν» δεν μπορώ να το περιγράψω, το έχω εκφράσει με τη μουσική μου, το εξέφρασα πλήρως νομίζω. Δεν περιγράφεται με λόγια αυτό.

(περισσότερα…)

Τάσος Λειβαδίτης:Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου

Οκτώβριος 30, 2012

Τάσος Λειβαδίτης:(20 Απριλίου 1922 -30 Οκτωβρίου 1988)

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου(1953)

Ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού.
Τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας…για να κλαίνε
Φυσάει…
Τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκαλιά μας
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
Φυσάει…
Φυσάει μέσα από τα τρύπια βρακιά των ανέργων
Φυσάει…
Φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού
Ο άνεμος μπερδεύει τους δρόμους, τις χρονολογίες, τα πρόσωπα
Παρασέρνει τη σκόνη απ’ τα πεδία των μαχών
Αυτή η σκόνη θάβει σιγά σιγά την Ευρώπη
Τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
Εις τους αιώνας των αιώνων
Ερχόμαστε
Παραμερίστε
Κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει.

(περισσότερα…)

Ο Μιχάλης Μενιδιάτης δεν μένει πια εδώ

Αύγουστος 22, 2012

Ένα ζεστό καλοκαιριάτικο βράδυ. Το  μικρό ραδιόφωνο  στο πρεβάζι του παραθύρου παίζει το «πετραδάκι πετραδάκι». Τρέχουμε ανάμεσα στις τριανταφυλλιές, τα νυχτολούλουδα και τους ντενεκέδες με τους φουντωτούς βασιλικούς. Το ασβεστωμένο τσιμέντο καίει τις   γυμνές φτέρνες.
Τα γέλια και οι φωνές μας ενοχλούν τους μεγάλους που γύρω από ένα τραπέζι πίνουν παγωμένη «άλφα» τρώγοντας τυρί, ντομάτα κι ελιές και συζητούν. Έπεσα  στον πίσω κηπάκο και χάλασα τις ντοματιές. Το γόνατο μάτωσε και η μάνα φωνάζει. Οι άντρες λένε «ας τα παιδιά!». Ο Μενιδιάτης συνεχίζει το χαβά του, πετραδάκι πετραδάκι… «Οι άντρες δεν κλαίνε».

 Πολλά χρόνια μετά. Στο μικρό καφενεδάκι δίπλα στο ποτάμι. Πολλά τσιγάρα, διπλωμένα δίκοχα, μαλαματίνα κι «αγωνίες». Απ’ το παλιό τζουκμπόξ η φωνή του Μενιδιάτη. Τα ποτήρια αδειάζουν και γεμίζουν όπως οι ψυχές. Μια ζωή στην αφραγκία. Η άδεια που δεν ήρθε ποτέ. Το γράμμα με τα κακά μαντάτα. Οι μέρες το ίδιο πολλές, όσες φορές και αν μετρηθούν τα σταυρουδάκια στην μικρή ατζέντα. Ο αδελφός δίπλα  έσπασε. Συνάδελφε «οι άντρες δεν κλαίνε». Δεν είχες δίκιο μάνα.

Πηγή: 

Chavela Vargas: Έφυγε η »γυναίκα με το κόκκινο πόντσο».

Αύγουστος 8, 2012

Έφυγε από τη ζωή η διάσημη τραγουδίστρια Τσαβέλα Βάργκας (Chavela Vargas), σε ηλικία 93 ετών. Η »γυναίκα με το κόκκινο πόντσο», που έφθασε στο απόγειο της δόξας της στις δεκαετίες του ’60 και ’70, με τραγούδια χαρακτηριστικά της παραδοσιακής μουσικής »ραντσέρα», γεννήθηκε το 1919 στην Κόστα Ρίκα και μετανάστευσε από την ηλικία των 17 στο Μεξικό.

»Όταν γεννήθηκα αντί να κλαίω, τραγουδούσα»

 

(περισσότερα…)

26 Ιουνίου 1870:Παρουσιάζεται για πρώτη φορά η »Βαλκυρία» του Βάγκνερ,στο Μόναχο.

Ιουνίου 26, 2012

Η όπερα Βαλκυρία (Die Walküre), αποτελεί το δεύτερο μέρος της ρομαντικής επικής τετραλογίας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν . Το πιο γνωστό απόσπασμα του έργου είναι το «The Ride of the Valkyries» (Η Επέλαση των Βαλκυριών) -που μπορείτε να ακούσετε στο video .

Ο Βάγκνερ εμπνεύστηκε την ιστορία του από τη Σκανδιναβική μυθολογία και την Ποιητική Έντα, μια συλλογή αρχαίων Σκανδιναβικών ποιημάτων από το Ισλανδικό μεσαιωνικό χειρόγραφο Codex Regius.

Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο του Μονάχου, στις 26 Ιουνίου του 1870, μετά από επιμονή του βασιλιά Λουδοβίκου Β’ της Βαυαρίας.

(περισσότερα…)

«…Eκείνος, πλήρης και άφθαρτος, δε μίλησε, απελθών»

Ιουνίου 25, 2012

 

Eπτά χρόνια χωρίς το Μανόλη Αναγνωστάκη

O Μανόλης Aναγνωστάκης ανήκει στο σπάνιο και απειλούμενο είδος των δημιουργών που καταθέτουν το έργο τους και τη ζωή τους ευσύνοπτα και ευανάγνωστα στην κρίση και στη χρήση των συνανθρώπων. Tα ποιήματά του είναι με επιμονή δουλεμένα χωρίς καλολογικές ευκολίες … Tα δονεί, αναμφίβολα, έντονη συγκινησιακή φόρτιση, που όμως δεν εκμαιεύεται λεκτικά από το συναίσθημα αλλά εκπορεύεται αβίαστα από τον λυρισμό που έχουν οι βιωμένες εμπειρίες. H ζωή του, επίσης, στέκει ευθυτενής και απερισπούδαστη. Yπερασπίζεται μόνη της τον εαυτό της, χρεία μαρτύρων δεν έχει. Kαι τα λόγια της, λίγα: «…Eμείς αγαπήσαμε. Eμείς προσευχόμαστε πάντοτε. Eμείς μοιραστήκαμε…».

Φοβάμαι…

Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου ‘κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

( Νοέμβριος 1983)

(περισσότερα…)

»Άρνηση»- Γιώργος Σεφέρης

Ιουνίου 20, 2012

Ένα δισκάκι 45 στροφών με την φωνή του βαρύτονου Γιώργου Μούτσιου και με την πιστότερη απόδοση  των στίχων του Γιώργου Σεφέρη

Η “άρνηση” μιας άνω τελείας.

 Η “Άρνηση” είναι ένα από τα ποιήματα του Γ. Σεφέρη που μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι το 1960 και ηχογραφήθηκε τον Φεβρουάριο του 1962, με την φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση για τον δίσκο “Επιφάνια”. Η μελωδία του Μίκη, το μπουζούκι του Κώστα Παπαδόπουλου και του Λάκη Καρνέζη, και φυσικά η φωνή του Γρηγόρη, βοήθησαν τους στίχους του ποιητή να φτάσουν εύκολα και ευχάριστα στα αυτιά, στα χείλη και στις καρδιές των ελλήνων. Με την μελοποίηση όμως αυτή, το ποίημα του Σεφέρη έχασε 2 πράγματα.

Πρώτον, έχασε οριστικά τον τίτλο του. Αν εξαιρέσουμε τους φιλολογούντες και τους φιλολόγους, όλοι οι υπόλοιποι όταν αναφέρονται σ’ αυτό, χρησιμοποιούν ως τίτλο τις πρώτες λέξεις του ποιήματος »Στο περιγιάλι το κρυφό» ή και σκέτα “Το περιγιάλι”. Εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς το γιατί. Σ’ ένα λαϊκό τραγούδι όπως αυτό, ο τίτλος “άρνηση” θα ηχούσε παράταιρα.

Το δεύτερο πράγμα, που έχασε η “άρνηση” κατά την μελοποίησή της ήταν μια άνω τελεία, για την οποία έγινε πολύς λόγος. Αν δεν υπήρχε το περίφημο κόμμα στον διφορούμενο χρησμό της Πυθίας (“ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω”), αυτή η άνω τελεία θα ήταν το πιο πολυσυζητημένο σημείο στίξης της ελληνικής γραμματείας. Προσέξτε την τρίτη στροφή από τους στίχους της “Άρνησης”.

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Στον τρίτο στίχο, πριν την λέξη “λάθος” υπάρχει η περί ής ο λόγος άνω τελεία. Κατά την ανάγνωση του ποιήματος εκεί στην άνω τελεία κάνουμε μια τόσο δα μικρή παύση. Η παράλειψη της άνω τελείας, αλλάζει εντελώς το νόημα του ποιήματος.

(περισσότερα…)