Posted tagged ‘παραμύθι’

Ο ξένος και ο γέρος

Μαΐου 6, 2013

xatzinikolaoy

Αναστασία Δούκα «ΓΕΡΟΣ», 2013

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Όταν εκείνο το απόγευμα έφτασε ο ξένος στο χωριό, κανείς δεν του έδωσε σημασία. Ο ξένος περιπλανήθηκε στους δρόμους γι’ αρκετή ώρα, μέχρι που βρήκε ένα ερειπωμένο σπίτι κι έκρυψε το σάκο του σε μια εσοχή, και μόλις ήρθε το βράδυ έστρωσε την τρύπια του κουβέρτα στο πάτωμα και αποκοιμήθηκε.

Το επόμενο πρωινό ο ξένος ξύπνησε πεινασμένος. Το στομάχι του γουργούριζε γιατί είχε να φάει μέρες. Έψαξε τα σκουπίδια που ήταν πεταμένα στο κατώφλι του απέναντι σπιτιού κι αφού πάλεψε με τις γάτες βρήκε ένα κομμάτι ξερό ψωμί και το καταβρόχθισε. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και όλος ο κόσμος είχε βγει έξω. Ο ξένος περπάτησε για λίγο δίπλα τους, μα για μια ακόμη φορά κανείς δεν τον πρόσεξε. Έπειτα έστριψε σ’ ένα σοκάκι, βγήκε απ’ το χωριό και προς το μεσημέρι βρέθηκε σε μια πηγή με καθαρό νερό. Έσκυψε λοιπόν, γέμισε τις χούφτες του με νερό και ξεδίψασε. Ύστερα επέστρεψε στο καταφύγιό του.

Ο καιρός πέρασε κάπως. Γενικά ο ξένος απέφευγε να κυκλοφορεί με το φως της μέρας κι ώσπου να σουρουπώσει, λούφαζε στη γωνίτσα του δίχως να ενοχλεί κανέναν και μόνο όταν ερχόταν το δειλινό έβγαινε για να βρει τροφή. Ένα τέτοιο απόγευμα, την ώρα που ο ουρανός σκοτείνιαζε, ένας γέρος είδε τον ξένο να περιφέρεται με τα φθαρμένα του ρούχα και τον περιμάζεψε. Ο γέρος τον πήγε σπίτι του, του έβαλε ένα πιάτο φαγητό, του γέμισε ένα ποτήρι με κρασί και ο ξένος ήπιε και έφαγε. Ύστερα ο γέρος έδειξε το αχυρόστρωμα που βρισκόταν πίσω απ’ το τραπέζι. «Μπορείς να κοιμηθείς εκεί», του είπε και ο ξένος τον ευχαρίστησε και του φίλησε το χέρι. Τον αποκάλεσε μάλιστα «Άρχοντα». «Τα λέμε αύριο, ξένε», του είπε ο γέρος κι έσβησε το φως.

Την επομένη ο ξένος σηκώθηκε νωρίς και ρώτησε τον γέρο: «Άρχοντα, έχεις καμιά δουλειά για μένα;». Και ο γέρος απάντησε: «Ξένε, ξεκουράσου». Τη δεύτερη όμως μέρα που τον ξαναρώτησε, ο γέρος σκέφτηκε πιο λογικά: «Ναι, έχω κάτι για σένα» και του έδωσε μια σκούπα και ο ξένος σκούπισε το σπίτι που ήταν βρώμικο, γιατί είχε να καθαριστεί από την εποχή που ζούσε η γυναίκα του. Ο ξένος έκανε καλή δουλειά, ο γέρος χάρηκε και για να τον ανταμείψει τον έντυσε με τα ρούχα του γιου του που τον είχε εγκαταλείψει.

Ένα βράδυ έκανε πολύ κρύο και ο γέρος άναψε το τζάκι και κάθισε με τον ξένο μπροστά στη φωτιά. Τότε ο ξένος πρόσεξε ένα ωραίο καμπυλωτό αντικείμενο που κρεμόταν στον τοίχο και ρώτησε τον γέρο: «Τι είναι αυτό;» και ο γέρος απάντησε: «Μ’ αυτό παίζεις μουσική». Και ο ξένος είπε: «Μπορώ να το κρατήσω για λίγο;». Και ο γέρος είπε «Ναι». Ο ξένος ξεκρέμασε την κιθάρα, την έβαλε στα γόνατά του και χτύπησε με τα δάχτυλα τις χορδές. Ο γέρος γέλασε καλόκαρδα κι έκλεισε τ’ αυτιά του. «Σου τη χαρίζω», είπε, και ο ξένος φίλησε ξανά το χέρι του γέρου.

(περισσότερα…)