Μυθιστόρημα:»Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς»-Θανάσης Σκαμνάκης

»Ηταν τότε που οι μικροί αντάρτες της επαναστατικής αίρεσης «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» αποφάσισαν την αναμέτρηση, για να μοιράσουν με νέο τρόπο τη διαθέσιμη ζωή κι έστησαν ενέδρες στα περάσματα του χρόνου… Στο δούναι και λαβείν των ημερών, στον υπολογισμό του κέρδους και στο λογαριασμό των πιθανοτήτων, αντιπρότειναν το μάταιο, το περιττό… Ηταν τότε που τόσες σπαταλημένες ζωές επιστρατεύτηκαν, τόσες ημέρες που εκχωρήθηκαν στο ασήμαντο διεκδικούσαν τη θέση τους.»

Το βιβλίο του  Θανάση Σκαμνάκη »Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις ΣΤΑΧΥ.

Ο συγγραφέας περιγράφει την πορεία μιας  γενιάς, αναδεικνύει  με αιχμηρό τρόπο  τα κακώς κείμενα και  αυτονόητα της καθημερινής μας ζωής, μιλάει  γι αυτούς που επιμένουν  και στις πιο δύσκολες στιγμές  να μην υποκύπτουν στο μικρόβιο της φθοράς και  της αλλοτρίωσης.

Με την άδεια του συγγραφέα,Θανάση Σκαμνάκη και του εκδότη, Τάσου Κωσταμπάρη, που τους ευχαριστούμε θερμά, σας παρουσιάζουμε σήμερα  ολόκληρο το μυθιστόρημα , με την ελπίδα »Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» να σας συντροφεύσουν και να σας χαρίσουν στιγμές χαράς ,τούτο το δύσκολο καλοκαίρι.

Στη φύση, στη ζωή

και στα παιδιά.

Που πάντα νικάνε.

Κι ακόμα:

Στο Μάκη (που δεν

είναι πια εδώ)

και τη Νίνα

   ΜΕΡΟΣ    1ο

1

Kάτι όμοιο δεν μαρτύραγε κανείς απ’ την καταβολή του κόσμου. Ούτε οι συγκρούσεις των Τιτάνων, ούτε οι Διγενήδες όπως έλεγαν τα παλιά τραγούδια, ούτε οι αιματηρές μάχες των ηλεκτρονικών παιχνιδιών μπορούσαν να συγκριθούν μ’ ό,τι έγινε εκείνη τη φορά.

Στις φαντασιακές οθόνες  δεν προβλήθηκε ποτέ τέτοιος αδυσώπητος αγώνας.

Η είδηση μεταδόθηκε γρήγορα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και γρήγορα μαζεύτηκε πολύς κόσμος στην αγορά. Όχι μονάχα οι γνωστοί θαμώνες των δημοσίων θεαμάτων, όχι μονάχα οι περίεργοι κι οι αργόσχολοι, οι εργαζόμενοι στην αγορά και οι περίοικοι.

Απ’ όλη την πόλη, απ’ όλες τις πόλεις, απ’ όλο το γνωστό και τον άγνωστο κόσμο, άρχισαν να κατεβαίνουν μεγάλοι, μικροί, γυναίκες, άντρες, μαθητές και δάσκαλοι. Να δουν το ανεπανάληπτο.

Παράτησαν στη μέση τις τηλεοπτικές σειρές και τον αγώνα στο γήπεδο. Και στα «ηλεκτρονικά» δεν έμεινε ψυχή. To διαδίκτυο έψαχνε, αλλά δεν έβρισκε πια  επικοινωνία.

Κι εκείνοι που δεν ήρθαν να δουν με τα μάτια τους δεν ήταν αμέτοχοι. Έφτανε ως τ’ αυτιά τους ο αχός, οι φωνές των μαχητών, τα αχ του κόσμου. Κράταγαν την ανάσα τους για να ακούν τον αέρα, τι σημάδια στέλνει.

Οι νοικοκυρές δεν μπορούσαν να κανονίσουν πόση ώρα χρειάζεται να βράσει το ρύζι, οι σταθμάρχες έμειναν να κοιτούν τα ακίνητα λεωφορεία, μάταια τα εμπορεύματα περίμεναν προς εκφόρτωση, ένας ήλιος αμφέβαλλε αν πρέπει να δύσει.

Διακοπή χρόνου.

Ο Χρόνος είχε εμπλακεί σε σκληρό καβγά. Μία αναμέτρηση για όλες.

Γενιές τώρα μάτωνε τον τόπο. Ανίκητος κι αδιαμφισβήτητος.

Διέκοπτε συχνά τις προθεσμίες, έδινε πίστωση σ’ αχρείαστους, σε περιττούς να πούμε, και απαιτούσε επιμόνως από άλλους την εξόφληση πριν από την ορισθείσα ημερομηνία.

Έκοβε όποτε ήθελε τη ροή της ζωής και τη διαδρομή πολύτιμων ανθρώπων, καμιά φορά των πιο πολύτιμων, έπαιρνε αυθαίρετα δοσίματα, νέες ζωές, προκαλούσε πανικό με διαρροές εντέχνως διοχετευμένες για έκτακτη φορολογία στο διαθέσιμο καιρό.

Ξόδευε αλόγιστα το αγαθό που έκλεβε κι έκλεβε ακόμα πιο πολύ για να ξοδεύει.

Ο πόνος κι η αγωνία που προκαλούσε  δεν άφηναν τους ανθρώπους σε ησυχία,να σκεφτούν, να σχεδιάσουν το μέλλον, να ονειρευτούν τη ζωή τους.

Όλοι, υποτελείς και επισφαλείς, είχαν μοναδική ιδέα τη ματαιότητα. Τίποτα δεν αξίζει, τίποτα δεν μένει.

Ήταν τότε που οι μικροί αντάρτες της επαναστατικής αίρεσης  «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» έβαλαν στο νου τους την ιδέα μιας ανατροπής του καθεστώτος.

Για να ξαναβάλουν τα πράγματα σε νέα θέση, να μοιράσουν στους ανθρώπους με νέο τρόπο τη διαθέσιμη ζωή.

Κι αποφάσισαν μια από τις απελπισμένες αναμετρήσεις εκείνων που κουβαλάνε μέσα τους το μυστήριο σημάδι της αποκοτιάς.

Που δεν παίρνουν υπόψη τους συσχετισμούς. Εις πείσμα.

Δεν τους νοιάζει να χάνουν στους αγώνες, ίσως και να το επιδιώκουν. Λένε πως έτσι μένει το ίχνος, μια προσθήκη πάνω στ’ άλλα.

Στο μικρό δούναι και λαβείν των ημερών, των τόσων ημερών, στον υπολογισμό του κέρδους και ακόμα περισσότερο στο λογαριασμό των πιθανοτήτων, αντιπρότειναν το μάταιο, το περιττό, το «από χέρι χαμένοι».

Γι’ αυτό έστησαν ενέδρες πάνω στα περάσματα του Χρόνου. Να προκαλέσουν την τύχη τους.

Επέλεγαν την αναμέτρηση και τη σφοδρή πιθανότητα της ήττας για να ξαναδέσει ο κρίκος, να ενωθούν το πριν και το μετά, να ξαναβρεί το χαμένο νόημα η επιθυμία.

Να απελευθερωθούν οι άνθρωποι από το Χρόνο, από τον εκβιασμό και τα δεσμά του θανάτου.

2 

Όπως γίνεται πάντα, ο κόσμος έντρομος παρακολουθούσε την πορεία  της αναμέτρησης.

Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι είδους τρέλα είναι κι αυτή πια, στον καιρό μας.Τι βεβήλωση.

Βέβαιοι για τη ματαιότητα του πράγματος και για την αμαρτία του.

Ο Χρόνος είναι ανίκητος κι απαραβίαστος.

Φοβισμένοι για τις συνέπειες που θα ‘χει κι αυτή η μάχη. Πάντα οι μικροί, πάντα οι αδύνατοι πληρώνουν τα καπρίτσια και τις τρέλες.

Μετά τη νίκη του, ο Χρόνος θα ξεκινήσει αντίποινα, προς γνώση και συμμόρφωση.

Κι όσα τώρα λένε οι ανέμελοι, πως μόνον έτσι θα γίνουν κάποτε ελεύθεροι από το χρόνο οι άνθρωποι, είναι κουβέντες άμυαλων νεαρών, που «τι ξέρουν αυτοί απ’ τη ζωή!».

Έχει παιχτεί πολλές φορές το ίδιο παιχνίδι, έτσι που μπορούν να ξέρουν καλά τι θα επακολουθήσει.

 Θα βγουν πάλι οι κουκουλοφόροι στις γειτονιές και θα δείχνουν με τα δάχτυλο τους εχθρούς του Χρόνου, όποιον φανερά ακόμα και κρυφά έλπισε να ελευθερωθεί.

Θα βγαίνουν έπειτα τα περίπολα και θα εκτελούν ώρες, ημέρες, χρόνια.

Θα επιβληθούν περιορισμοί και ενδεχομένως να δια-κοπεί η ελεύθερη παροχή χρόνου (οι πιο παλιοί ήξεραν πως αυτό ήταν μια ακόμα από τις κατακτήσεις τέτοιων απελπισμένων αναμετρήσεων όπως η σημερινή, αλλά δεν ήθελαν να θυμούνται, καμιά φορά έλεγαν πως όσα τράβηξαν εξαιτίας τους οι άνθρωποι δεν άξιζαν στο ελάχιστο τον κερδισμένο χρόνο).

Τα επείγοντα περιστατικά θα καθυστερήσουν, έτσι που να ματαιωθεί το επείγον. Όπως και το περιστατικά εξάλλου.

Ο ταχυδρομικός διανομέας δεν θα μοιράζει τις συντάξεις την ορισμένη ώρα, άσε που γενικώς η θέση των συνταξιούχων θα είναι επισφαλής, μπορεί να γίνει ακόμα και οριστική διακοπή της πίστωσης που τους έχει δοθεί.

Οι ληξίαρχοι θα μπερδευτούν ανάμεσα στις πράξεις γέννησης και εκείνες του θανάτου. Γιατί τα παιδιά θα τιμωρηθούν να γευτούν το τέλος πριν προλάβουν να παίξουν, να ερωτευτούν, να γελάσουν, να εκπαιδευτούν εν ολίγοις στην αναμέτρηση.

Έτρεμαν οι καλοί άνθρωποι πως ξαναμπαίνουν στο φαύλο κύκλο της δυσμένειας. Ποιός είχε το κουράγιο να πληρώνει πάλι; Τόσα μαρτύρησε ο τόπος, δεν είναι καιρός να ησυχάσουν πια;

 Όπως γίνεται πάντα, οι καιροσκόποι, οι υποτελείς και οι λιγόψυχοι καταριούνται τους αντάρτες γιατί χαλάνε την τάξη.

Κυκλοφορούν στις γειτονιές, τρυπώνουν στις γωνιές των σπιτιών, στα καθημερινά καταφύγια των ανθρώπων, εισβάλλουν στους εφιάλτες τους. Καρφώνουν κάθε κίνηση που πέφτει στην αντίληψή τους.

Εισχωρούν στο ακροατήριο του αγώνα και διαδίδουν ηττοπαθείς σκέψεις, διαβρώνουν σαν σιγανή βροχή τις συνειδήσεις. Εντέχνως ακρωτηριάζουν κάθε ελπίδα που γεννιέται στους απελπισμένους.

Έστελναν στο Χρόνο πεσκέσια και υποκλίσεις, να τον εξευμενίσουν, να του αποδείξουν πως δεν συμμερίζονται τις αποκοτιές και πως είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν.

Πιστεύοντας πως θα γλιτώσουν την οργή και επιπλέον πως έτσι θα κερδίσουν μερικές στιγμές ζωής.

 

 3

Έ

μεναν σκεφτικοί, Δεν έφτανε ο ενθουσιασμός, Ανέμιζαν όλη μέρα την αποκοτιά και  τ’ απόβραδο αναλογίζονταν σιωπηλοί τι θ’ απογίνει τόσος απελευθερωμένος άνεμος.      Στα ματάκια τους έπαιζε μια έγνοια σαν όλοι οι αιώνες να περίμεναν την απόφασή τους.

Παιδιά ήταν! Όλος ο κόσμος κρεμόταν απ’ αυτούς. Πώς να τον βαστήξουν:

Ξημέρωσαν πάνω στο αίμα του σταφυλιού, στη ζάλη και στο μεθύσι της ζωής τους.

Δεν διεκδικούσαν να ορίζουν την ανατολή, αλλά να ξέρουν πού δύει ο ήλιος. Μουρμούριζαν τα βαριά τραγούδια για τη μοίρα. «Η ψυχή μας αλλιώτεψε…»

Τα παιδιά. Οι απεσταλμένοι.

Πίετε εξ αυτού πάντες.

Βάδισαν πολύ καιρό σε λευκό τοπίο, χωρίς σημάδια να τους οδηγούν. Τα παλιά ίχνη τα έσβησαν χιονοθύελλες. Δεν ήξεραν, συχνά, αν κυκλώνουν το ίδιο σημείο.

Μετανόησαν πολλές φορές για το εγχείρημα. Αλλά και πίσω να γυρίσουν δεν μπορούσαν. Τα ξαφνικά ανοίγματα του καιρού, κάποιες ασήμαντες νίκες, επέτρεπαν μόνον την υπόμνηση της αιθρίας. Αιώνες που περιπλανήθηκαν μες στην ομοιομορφία του χιονιού έμαθαν να ξεχωρίζουν τις αποχρώσεις του άσπρου, να αντιλαμβάνονται τη σημασία του ασήμαντου, τα όσα είχαν περάσει απαρατήρητα, τα νεύματα του αέρα.

Οι παλιοί έφερναν στο νου τους όλες τις ματαιώσεις.

Πόσες φορές βγήκαν στ’ αντάρτικα! Και την κατάλληλη στιγμή, λίγο πριν φτάσουν, πάντα κάτι γινόταν. Τους εγκατέλειπαν οι δυνάμεις τους, δεν επαρκούσαν οι εφεδρείες, κάποιοι έκαναν επεμβάσεις. Και το θαύμα που πίστεψαν δεν έγινε. Γι αυτό έπαψαν πια να πιστεύουν.

Οι επενδεδυμένες προσδοκίες δεν απέδωσαν καρπούς, με αποτέλεσμα να απολεσθεί και το επενδυθέν κεφάλαιο.

Σώματα κυκλοφορούσαν έκτοτε χωρίς περιεχόμενο, στις γυμναστικές επιδείξεις οι σχηματισμοί και οι ασκήσεις χάλαγαν από ανεπαίσθητες αιτίες, αν, παραδείγματος χάριν, φύσαγε αύρα.

Όταν συναντιόνταν κούναγε ο ένας το κεφάλι του στον άλλο σαν κάτι να ‘θελε να πει, κάτι να εννοήσει, σαν κάτι να σκεφτόταν που όμως δεν θυμόταν, δεν ήξερε πια τι ήταν.

Κενό στη μνήμη, κενό στη σκέψη.

Άμυνα στις απώλειες.

Μάλωναν μονάχα με το μέσα τους, πίστευαν μονάχα ασήμαντες υποσχέσεις. Όλα πια μπορούσαν να συμβούν. To χειρότερο είχε γίνει και το καλύτερο είχε ματαιωθεί.

Κανείς δεν έκατσε να σκεφτεί πώς. Δεν ανέλυσαν τις αιτίες.

Οι ειδικοί αναλυτές δραπέτευσαν, οι αρχηγοί τέθηκαν υπό αυστηρή επιτήρηση συνείδησης, οι υπόλοιποι έμειναν «ελεύθεροι», περιφραγμένοι σε τέσσερις ορίζοντες, ο ουρανός δεν είχε επεκτάσεις.

Η τιμωρία ήταν βαριά για ένα όνειρο.

Tι περιμένουν, λοιπόν, τώρα σ’ αυτή τη στροφή της εποχής, ανάμεσα σε κορμιά νεκρά εκείνων που άξιζαν και σε ανθρώπους που έζησαν λαθραία, χωρίς ούτε ένα όνειρο δικό τους, χωρίς ούτε ένα πάθος, μια σημαία, ένα κρυφό σημάδι;

Πιστοί πάντα αλλά μόνοι μέσα σε τόσο κόσμο,

Να απαγγέλλουν τους στίχους μιας άλλης ήττας.

 Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων

στρατιωτών

Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα

Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια

στους δρόμους1

Τι περιμένουν σαν συνωμοτικό ραντεβού που άργησε και κινδυνεύει από στιγμή σε στιγμή να το επισημάνουν οι διώκτες;

Τι περιμένουν στις διασταυρώσεις, όταν φυσάει σκληρός αέρας απ’ όλα τα κενά της ψυχής τους, απ’ όλες τις μπούκες που έμειναν απροστάτευτες όταν χαθήκαν οι στρατιώτες τους;

Τι περιμένουν χωρίς φόβο, χωρίς πόνο, χωρίς χρόνο, χωρίς μετά;

Τι περιμένουν, λοιπόν, και μετράνε αντίστροφα τον καιρό σαν να πλησιάζει κάποια μέρα που έχει οριστεί;

Όμως, σαν η ιστορία να ξεκινάει πάντα από την αρχή. Τα παθήματα δεν ήταν αρκετά να ματαιώσουν τα σχέδια των μικρών ανταρτών. Αν ήταν να ζήσουν μια ήττα, ήθελαν να είναι η δική τους.

Τα παιδιά, οι ποιητές του ανύπαρκτου.

 Και ξανάπιαναν το μαγκάνι. Ανέβαζαν φως από τα έγκατα. Σε μικρά κομμάτια, να μην το δουν απότομα και τυφλωθούν, να μην το χορτάσουν, μην το βαρεθούν.

Ξανάρχισαν τις περιπολίες στην αστροφεγγιά, ακρίτες στην πιο μακρινή μνήμη.

Οι πόλεις ξανάπαιρναν υπόσταση κι οι ναυαγοί βρίσκαν το δρόμο για το σπίτι. 

………………………………

1. Μαν. Αναγνωστάκης: «Μιλώ …», Τα ποιήματα 1941-1971, Εκδ. Στιγμή.

4

Ο Χρόνος κήρυξε το όνειρο εκτός νόμου. Τις νύχτες τα περίπολα διέκοπταν τον ύπνο.

Παιδιά δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρονών, που παραβίασαν τις απαγορεύσεις, τα συνέλαβαν και τα εκτελέσανε, πάνω στο όνειρο. Διά της ανακοπής του χρόνου.

Έπρεπε να κοινωνήσουν το θάνατο. Αναπότρεπτα.

Κι αυτά, ανεξίτηλα σημαδεμένα από τις απώλειες, έκοψαν τους κάβους.

Έκλεψαν μια σημαία της Ύδρας, μια σκισμένη του αγνοημένου Καρατζά και μια από το ντουλάπι της μάνας τους. Βγήκαν στην πειρατεία.

Λήστευαν χρονοαποστολές, μπήκαν στα τερματικά και απέσυραν χρονοκαταθέσεις. Άρπαζαν ημέρες, μήνες, χρόνια και έκαναν αναδιανομή των αποταμιεύσεων του χρόνου. Έβαζαν νέα αξιολογική σειρά. Ποιος είναι απαραίτητος, ποιος όχι, ποιος χρειάζεται την πίστωση χρόνου, τίνος πρέπει να διακοπεί.

Διέφευγαν από τους διώκτες τους ανοίγοντας κάθε φορά διόδους προς το μέλλον.

Έκλεψαν τις Συμπληγάδες, τη Βρισηίδα, τον Οδυσσέα, τον Καραγκιόζη, τον Παπουτσωμένο Γάτο, τον Μεφιστοφελή, τον Μοντιλιάνι, τον Οχτώβρη.

Άφηναν επίτηδες ίχνη σε όλα τα ποιήματα.

Πήραν σβάρνα όλες τις σιωπές, έσφαξαν τ’ αηδόνια κι ήπιαν τη λαλιά τους. Ξόδευαν την ομορφιά τους στα περιττά, τα πιο αναγκαία. Απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις που είχαν τα λευκώματα των κοριτσιών.

Περιόδευσαν ανατολή και δύση. Την έρημο Σαχάρα, τις οάσεις όλες σχεδόν της Ευρώπης, τη φλογισμένη Ανατολή. Στη Χιλή εισέπνευσαν το χαλκό και στα υψώματα του Μάτσου Πίτσου συνάντησαν τραγούδια και άνεμο κι ορκίστηκαν, μαζί, ξανά αιώνιο πόλεμο στο Χρόνο. Στράγγισαν τα δηλητήρια του Αμαζονίου κι αφαίμαξαν όλο το μολυσμένο αίμα του νου.

Περίμεναν αιώνες να περάσουν τα ρεύματα. Κατευνάσανε τα δρολάπια και ασπάστηκαν φορές τρεις τον Καύκασο.

Έκαναν εφόδους στους σταθμούς του Χρόνου και κατέλυαν τα φυλάκια. Καταργούσαν όλα τα μηχανήματα καταμέτρησης, ρολόγια, κλεψύδρες, ημερολόγια,

Δεν έγραφαν ούτε καν αναμνήσεις.

Έκαναν αστραπιαία ταξίδια από τη μια άκρη της γης στην άλλη, αλλάζοντας μεσημβρινούς και παραλλήλους και συναντώντας συνεχώς την ανατολή. Σάστιζαν το Χρόνο που δεν ήξερε πια πώς να κάνει τους υπολογισμούς του.

Βγήκαν τις νύχτες και γέμισαν όλους τους τοίχους με ένα σύνθημα: Τι είναι χρόνος;

Θέτοντας το ζήτημα εξαρχής. Καμιά γνώση δεν ήταν πια δεδομένη. Απαιτούσαν τα κλεμμένα χρόνια και καταγγέλλανε το χρόνο που καταναλώθηκε σε άχρηστη διαβίωση.

Έτσι διέσχισαν τόσες εποχές, τόσα καταιγιστικά χρόνια για να είναι πάντα εκεί την κρίσιμη ώρα μιας τελειωτικής αναμέτρησης.

Ποτέ δεν σταμάτησε το παιχνίδι. Ποτέ δεν απουσίασαν οι πειρατές αυτοί, οι ευγενείς μονομάχοι. Κι αν δεν τους συναντήσατε στις διαδρομές, δεν φταίνε. Περιοδεύουν τις μεγάλες διασταυρώσεις. Δεν τους συναντούν ποτέ οι λογιστές του χρόνου, μονάχα οι πότες του.

5

Μαινόταν η πάλη. Κι όπως βράδιαζε, το δειλινό χάραζε μια υποκόκκινη γραμμή ανάμεσα σ’ ανθρώπους, χρόνο και ουρανό.

Πέρασαν μέρες και μέρες. Όμως αυτός δεν ήταν ένας πόλεμος που προβλεπόταν να τελειώσει σύντομα.

Χρόνια ολόκληρα μπορούσε να κρατήσει, γενεές ν’ αφήσουν πάνω σε τούτη τη γη το στεναγμό και τον αγώνα τους, ν’ αλλάξουν όψη τα βουνά.

Έδιναν μάχες σώμα με σώμα, με χέρια, σπαθιά κι ακόντια, όπως τον καιρό της ιπποσύνης, να μην είναι οι τεχνικές αλλά τα κορμιά και οι ψυχές που αναμετρώνται.

Βόγκηξαν πολλές φορές τα όπλα κι οι μονομάχοι κι οι θεατές κι εκείνοι που από μακριά ποντάρανε κι όσοι έκλωθαν μικρές ελπίδες ανομολόγητες κι οι άφρονες που πήγαν με το μέρος των μικρών ανταρτών της επαναστατικής αίρεσης «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς».

Στα περιβόλια είχε ανασταλεί η ωρίμανση των καρπών, οι φρέζες καθυστερούσαν την ανθοφορία, σαρανταποδαρούσες, αρουραίοι, φίδια ανέβαλλαν την υπονόμευση της γης.

Σε κάθε στροφή της μάχης ανέβαινε το ενδιαφέρον. Αρμύρισε κι άλλο η θάλασσα απ’ τα ποτάμια του ιδρώτα. Οι μέρες έπαιρναν ένα χρώμα αναμονής και βαριάς σκέψης.

Η υποκόκκινη γραμμή ήρθε κι έκατσε πάνω) στον ορίζοντα, πάνω) στις ώρες, μέσα στη συνείδηση των ανθρώπων.

Πώς είναι εκείνες οι ατέλειωτες ημέρες που όλα είναι ρευστά, όλα παλιά κι όμως νέα, που κάτι δείχνει να φεύγει και κάτι έρχεται άτολμα ακόμα, ποιος ξέρει τι θα κουβαλάει!

Έτσι έβγαιναν όλοι απ’ to χασμουρητό 

6

Βυθίζονταν σε έρεβος αβεβαιότητας. Τόσο πολλές σπαταλημένες ζωές επιστρατεύονταν στη συμπαράταξη των μικρών ανταρτών. Τόσες ημέρες που εκχωρήθηκαν στο ασήμαντο διεκδικούσαν θέση στη ζωή.

Τα περιττά, τα ξενύχτια, οι ώρες της σκέψης και της ευωχίας, οι ώρες του κενού επεδίωκαν ρόλο. Τόσες ενέργειες ερήμην, για ένα πείσμα, για μια στιγμή ελεύθερη, ήθελαν τώρα να πάρουν τη σειρά τους.

Μικρά παιδιά μαζεύονταν νομίζοντας πως εδώ κρίνεται η τύχη των μικρών τους ωρών. Κι αυτό τις εκτιμούσαν τις μικρές ώρες πιο πολύ απ’ τις μεγάλες και πιο πολύ απ’ όσο οι μεγάλοι.

Παρατεταγμένες οι ατέλειωτες ώρες, οι σπαταλημένες, οι βίαιες, οι συνηθισμένες, οι σπάνιες, οι ανεκμετάλλευτες, οι ανεξερεύνητες, οι εξορισμένες, οι ανεκπλήρωτες, οι θριαμβικές, οι ανεπαίσθητες, οι σημαδιακές, οι απαρατήρητες, οι χρήσιμες, οι άχρηστες, οι χρειαζούμενες, οι αχρείαστες, οι ζητούμενες, οι αζήτητες, οι ερωτικές, οι ανέραστες, οι πυρπολημένες, οι αδάκρυτες, οι ηττημένες, οι ωραίες, οι άθλιες, οι υπερβολικές, οι πε-ταμένες, οι εξαντλημένες, οι μελετημένες, οι ανεξερεύνητες περίμεναν με αγωνία την έκβαση της μάχης, για να μάθουν ποια θέση θα πάρουν στη σειρά της ζωής.

Πολλές άσκοπες λέξεις περιφέρονταν σε πολυσύχναστες διαδρομές. Έψαχναν χείλια να εκφωνηθούν, τρόπους να υπάρξουν. Άλλες αυτοκτονούσαν πέφτοντας από την άκρη μιας βέβηλης γλώσσας. Άλλες τιμωρούσαν τους πατροκτόνους με το μαρτύριο της ασάφειας. Άλλες ζητούσαν καταφύγιο στους ποιητές. Άλλες έστηναν οδοφράγματα στα περάσματα των νυχτόβιων όντων.

Πολλές χάθηκαν έτσι. Άδικα, όπως είπαν τα παιδιά.

Στις ανασκαφές βρέθηκαν μούμιες λέξεων που ανασύρθηκαν, καθαρίστηκαν προσεκτικά. Εξαγνίστηκαν σε ερωτικές συναντήσεις.

Και βγήκαν πάλι στο δρόμο. Με πλήρη εξάρτυση. Έτοιμες.

Δεν νοσταλγούσαν. Έκαιγαν. 

7

Έτρεξαν πολλές φορές σε συνωμοτικά ραντεβού κυνηγημένοι από την ακρίβεια του χρόνου. Περιφρονούσαν, είναι αλήθεια, τις απώλειες. Δεν προλάβαιναν να τις σκεφτούν, δεν ήξεραν τη σημασία τους, δεν μέτραγαν πίσω τι άφησαν. Μπροστά ήταν ένα επόμενο σχέδιο. Ήταν πολύ νέοι, σχεδόν άτρωτοι.

Και επιπλέον κράταγαν στα χέρια τους την τύχη του κόσμου. Έλεγαν πως από τη δική τους θέληση κρίνονται κι οι πεταλούδες και τα ρίγη της θάλασσας κι οι ανθισμένες μαθήτριες εκεί που γίνονται. έφηβες ή λίγο μετά.

–   Θα είσαι πάντα εδώ;

–   Τι είναι το πάντα;

Η κάθε στιγμή σαν να μην είχε τέλος. Κι ήθελαν να τη διατηρήσουν, όχι ως μνήμη, ως αιώνια πράξη.

Κι όμως είχαν προλάβει (παρότι τόσο απελπιστικά νέοι) να παρακαλέσουν τη ζωή να επισπεύδει. Να προχωρήσει στην επόμενη στιγμή της. Μήπως κι έτσι περιορίσουν τις απώλειες.

Της πήρε απαλά το χέρι. To φίλησε στην άκρη των δαχτύλων κι άρχισε να της ιστορεί πράγματα σπουδαία κι ασήμαντα, με τον ίδιο τρόπο. Γιατί αυτά είναι όπως τα πάρεις. Εσύ ή ο καιρός.

Ασκούνταν βασανιστικά στο μάθημα του χρόνου. Και το μαρτύριό του. Με ποια μάτια να τον δεις και με ποιο νου να τον μετρήσεις; Τι μέγεθος έχει μια πράξη; Και τι σημάδι μια απώλεια;

– Ο φόβος μας είναι ο χρόνος. Είναι η δική μας αδυναμία. Ό,τι έχουμε μέσα μας. Ποια μάτια τον βλέπουν, ποιος μετρητής τον καταγράφει; Μήπως είναι η αλληλουχία ωρών, ημερών, εβδομάδων, ετών; Οι ζωές είναι ο χρόνος. Τα μάτια μας, ο νους μας, η ψυχή μας.

8

Σ

το άνοιγμα της πόρτας στάθηκαν να κοιτιούνται ώρα πολλή, σχεδόν αιώνια. Δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι έβλεπαν τα μάτια τους. Αλλά πάλι δεν μπορούσαν να πιστέψουν. Δεν μίλαγαν, δεν σάλευαν, δεν άκουγαν. Μόνο τα μάτια διέσχιζαν το χρόνο επίμονα κοιτώντας τ’ άλλα μάτια. Σαν κινηματογραφικό κάδρο που πιάνει όλη την οθόνη με ζουμ σε δυο μόνο κόρες διεσταλμένες. Μέχρι που αρχίζουν να γίνονται θάλασσα και να θολώνουν. Και να φέρνουν στην επιφάνεια βυθισμένες εικόνες που έμειναν ανεπηρέαστες από τις υγρές επαφές του χρόνου.

…Ήτανε τότε ο άλλος πόλεμος. Σκληρή μάχη όλη μέρα. To απόβραδο απόκαμαν οι μαχητές από τόσο κόπο και τόσο μίσος, κόπασαν τα πυρά κι η θύελλά τους, αποσύρθηκαν να ανασυνταχθούν, να ξεκουραστούν, να ανανεώσουν το μίσος, να είναι έτοιμοι το πρωί   ν’ αρχίσουν πάλι τη σφαγή.

Ο αντάρτης που ξέκοψε δεν μπορούσε να ξαναβρεί τη μονάδα του. Κάποιους δικούς του τέλος πάντων. Μάταια τους κάλεσε με τη φωνή, μάταια με τη σκέψη. Ώρες πολλές περιπλανήθηκε αναζητώντας ένα ίχνος.

Κι όσο περπάταγε, τόσο έχανε τον προσανατολισμό και τις ελπίδες. To βουνό δεν είχε φίλους. Δεν αναγνώριζε δίκιο και δεν εμπιστευόταν μυστικά.

Σκληρό σκοτάδι και αδυσώπητο δάσος. Ποια ελπίδα να θρέψουν; Τι αισθήματα να προκαλέσει ο πανικός; Τι γοητεία ένας εμφύλιος πόλεμος;

Πόσες ώρες πέρασαν στην αναζήτηση; Πόσα χρόνια, πόσες ζωές; Ποιος ξέρει να μετράει με το φόβο;

Σκιές τον καταδίωκαν να τον εξοντώσουν, θηρία εφορμούσαν πάνω του και κυρίως στρατιώτες από το απέναντι μίσος. Ακόμα δεν την είχε ξεγράψει τη ζωή του, κι αυτό πολλαπλασίαζε τον πανικό. Στα κουτουρού πλέον κι όπου βγάλει. Οι πιθανότητες σχεδόν ξοδεύτηκαν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

Κι όσο μεγάλωνε η απόγνωση κι ο κίνδυνος, τόσο άπλωνε ο χρόνος, γινόταν απροσδιόριστος, ένα κενό. Σαν να μην είχε πριν, να μην έχει μετά, παρά ένα παρόν ατέλειωτο.

Ώσπου ξαφνικά, χωρίς να to καταλάβει, τα μάτια του διασταυρώθηκαν με δυο άλλα μάτια. Σχεδόν με τον ίδιο πανικό. Παραλυμένος έμεινε να κοιτάζει τον σκοπό, τα μάτια του ημερήσιου μίσους των απέναντι. Και χωρίς διαφυγή. Ο σκοπός με το όπλο έτοιμο, αυτός με την ψυχή κενή. Καθηλωμένος.

Έμειναν κι oι δυο ακίνητοι, σαν αγάλματα, όπως τώρα, να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο στα μάτια. Πόσους αιώνες, πόσες ζωές;

Για μέτρησέ τες.

Ο στρατιώτης έγνεψε απαλά στον αντάρτη να φύγει.

Τα τριάντα τόσα χρόνια που πέρασαν δεν τους ξανάσμιξαν ποτέ. Τι σχέση είχαν; Και να τους τώρα πάλι. Να συναντιούνται για να ενώσουν τα παιδιά τους. Και να μιλάνε ώρες τώρα για τις περίεργες διαδρομές της μοίρας και του χρόνου.

 9

Κολυμπούσε ώρες τώρα στα παγωμένα νερά. Τα φώτα στην απέναντι παραλία δεν ήθελαν να πλησιάσουν. Και τα άκρα του άρχισαν να μουδιάζουν. Συνέχισε να κινεί μηχανικά χέρια και πόδια, σαν κολυμβητής που διαπλέει τη Μάγχη για ένα στοίχημα.

Στην ακτή, λέει, στον τερματισμό, θα τον περιμένουν οι ελλανοδίκες και πλήθος κόσμου. Κι ανάμεσα στον τόσο κόσμο κι ένα χαμόγελο, αποκλειστικά γι’ αυτόν. Θα χειροκροτούν στον τερματισμό, θα στεφανώνουν την επιτυχία, θα γράψουν οι εφημερίδες. To χαμόγελο θα πολλαπλασιάζεται σε ευτυχία.

Όλος ο κόσμος κι όλοι οι θρίαμβοι αυτό το χαμόγελο. Θα τους παρατήσει όλους να χειροκροτούν, να εκφωνούν λόγους, να κάνουνε προπόσεις, και θα φύγει μαζί του.

Όταν ξαπλώσει στο κρεβάτι, δεν θα είναι ανυπόμονος. Θα τη γδύσει ήρεμα, θα την καμαρώνει ολόγυμνη ώρα πολλή, θα περιοδεύσει το κορμί της με όλες τις αισθήσεις σε ετοιμότητα, αργά, σχεδόν βασανιστικά, έτοιμος να εισβάλει στα άδυτα, αλλά συγκρατώντας την ορμή του για να μπει την ύστατη στιγμή. Χάνεται στην ηδονή.

Αλλά προς το παρόν βρίσκεται ακόμα στα παγωμένα νερά, νύχτα. Και τα φώτα της παραλίας δεν γίνονται πιο κοντινά.

Πίσω δεν τολμούσε να κοιτάξει. Αν είχαν αντιληφθεί την απουσία, το5ρα θα ξεκίναγαν τα περιπολικά, αν δεν είχαν ήδη ξεκινήσει, κι οι προβολείς θα σάρωναν τη θάλασσα.

Τα ταχύπλοα θα κάλυπταν σε ελάχιστο χρόνο την απόσταση που αυτός χρειάστηκε τόσες ώρες να διανύσει (αλήθεια πόσες είχαν περάσει;).

Αυτοί κατείχαν το χρόνο, τον διαχειρίζονταν όπως ήθελαν. Κι αν τον προλάβαιναν, όλα τα σχέδια θα ματαιώνονταν.

Καινούργια απώλεια πολύτιμου χρόνου. Νέα αναμονή στα λαγούμια.

Ήταν, ωστόσο, 22 χρονών κι όλες οι ελπίδες του κόσμου, όλα τα δίκια κι όλα τα όνειρα δικά τον. Και τώρα βρισκόταν στο έλεος της θάλασσας και του χρόνου. Σε ό,τι αγάπησε πιο πολύ κι ό,τι· πιο πολύ θέλησε να πολεμήσει.

Βούλιαζε στο φόβο. Άκουγε τις σειρήνες να τον καταδιώκουν, ένιωθε τα σκυλόψαρα να αναζητούν τη μυρωδιά του αίματός του, θεόρατες ρουφήχτρες να τον τραβάνε στο βυθό και τα ρεύματα να τον μεταφέρουν στις θάλασσες του Σεβάχ.

Δεν ήταν ο θάνατος που τον φόβιζε. Τον είχε δει από κοντά, είχαν σχεδόν συνομιλήσει, το ‘χε πάρει απόφαση.

Κι όμως o φόβος δεν ήταν απ’ αυτό. Ήταν εκείνη η μόνιμη διάθεση, το αόριστο, τo κενό,

Είχανε δίκιο άραγε οι παλιοί που έλεγαν πως ο φόβος ορίζει τη ζωή μας; Δεν ήθελε να τους επαληθεύσει. Κι όμως ιδού, μπροστά του το ίδιο φάντασμα.

Αν μπορούσε να ξαναρχίσει και πάλι την ιστορία, θα την έκανε αλλιώς.

Θα την έκανε;

Άφηνε αναπάντητο το ερώτημα.

Κι ανασταινόταν μ’ άλλες σκέψεις. Ξανά στην παραλία, με τους κριτές, με τον κόσμο, με το χαμόγελο.

Ο νους του κόντρα στο κύμα, η ιδέα του κόντρα σ’ όλα.

Έτσι, τότε, οι εξόριστοι του Χρόνου έσπαγαν τον ασφυκτικό του κλοιό.

Οργάνωναν αποδράσεις, έστελναν μήνυμα στον άλλο κόσμο πως υπάρχουν ακόμα. Συνέχιζαν τα σαμποτάζ. Με την κρυφή ελπίδα να αλλάξει ο καιρός.

10

Στις ακτές η θάλασσα έβγαζε περίεργα αντικείμενα. Τα ξεσκλίδια της απέναντι ζωής έρχονταν εδώ, αργά αργά, με το φλοίσβο.

Ένα πορτοφόλι που κράτησε σε στεγανά τις φωτογραφίες, αλλά όχι και τα γράμματα. Ποιος σεβασμός για τα μεν, ποια χλεύη για τα άλλα. Ένα μπαούλο ανοιχτό, σαν βάρκα επέπλεε κι άντεχε τον ελαφρύ κυματισμό, κρατώντας στα σπλάχνα του ρούχα και, δυο δάφνινα στεφάνια, σαπισμένα κι απαίσια μες στην αρμύρα.

Ένας καθρέφτης θραύσμα, που ωστόσο δεν έχασε τη συνήθειά του να αντανακλά τα πρόσωπα των εδώ, όχι εκείνων των απέναντι.

Μια ντουλάπα ξεποδαριασμένη, σε ύπτια θέση με ανοιχτή την πόρτα και χάσκουσα προς το άπειρο, χωρίς ίχνος της ζωής που φιλοξένησε μέσα της.

To κρεβάτι-πλοίο που ταξίδεψε χιλιάδες όνειρα, σκέψεις και ερωτικές περιπλανήσεις, νύχτες και μεσημέρια του καλοκαιριού, ιδρωμένα και ξάγρυπνα, δεν έφτασε

Βυθίστηκε αύτανδρο, με όλα τα όνειρα. Με τόσο βάρος δεν μπορούσε να ταξιδέψει. Ίσως μια πρόνοια της ζωής, πως το βάρος των ονείρων είναι πολύ μεγάλο ή πως τα όνειρα δεν πρέπει να ταξιδεύουν από τη μια εποχή στην άλλη, δεν φτουράνε, βάρος γίνονται, έτσι τουλάχιστον έλεγαν οι ερευνητές.

Αλλά το τραπέζι, πιο ανώδυνο, έφτασε στρωμένο όλη την ελαφρότητά του, μαχαίρια δεξιά κι αριστερά πιρούνια, τα πιάτα της σούπας, της σαλάτας, το κυρίως πιάτο. Τα φαγητά, φυσικά, ήταν πια πολύ κρύα, ακατάλληλα προς βρώσιν.

Ιδιότροπος ήταν ο καιρός, ιδιότροπα φερνόταν στα πλάσματα και στα αντικείμενά του.

Πλήθος πρόσφυγες. Άνθρωποι, ιδέες και πράγματα.

Μα εσύ δεν θα κουραστείς να σπέρνεις τα μάτια σου στη θάλασσα περιμένοντας να καρπίσει τα καράβια;

11

Έμειναν υπόλοιπο του προηγούμενου πολέμου. Τότε που οι βομβαρδισμοί έπλητταν με ακρίβεια επιλεγμένες πλευρές των συνειδήσεων. Και, αμετανόητοι κι ακατανόητοι, επιμένουν.

Χρόνια πολεμώντας μαζί’, είχανε γίνει σχεδόν ίδιοι, Με ίδιο τρόπο σκέφτονταν, ίδια πολεμούσαν, ίδια βάδιζαν. Αν ένας κινδύνευε, ακόμα κι αν ήταν μακριά, το αισθάνονταν οι άλλοι κι έτρεχαν σε βοήθεια. Μ’ αυτό τον τρόπο βγήκαν ζωντανοί κι απρόσβλητοι, από τόσες κατολισθήσεις, εκρήξεις, προδοσίες, φυσικές κι ανθρώπινες καταστροφές που ενέδρευαν να τους εξαφανίσουν.

Κι όταν υπογράφτηκε ειρήνη, κι οι άλλοι παρέδωσαν τον οπλισμό, αυτοί δεν ακολούθησαν, έκαναν διακοπή του χρόνου και διέφυγαν στην άλλη διάσταση του. Περιμένοντας την επόμενη ευκαιρία να αναλάβουν πάλι. Απρόσβλητοι από τα αποσπάσματα που περιπολούσαν στις εποχές για να τους ανακαλύψουν και να τους εξοντώσουν. Όχι πως απειλούσαν πια τίποτα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις!

Σαν να πέρασαν μερικοί αιώνες πάνω από τις σημαίες που είχαν αναρτήσει. Ξέφτισαν, μίκρυναν, χαμήλωσαν σαν να ντράπηκαν.

Εκείνοι που ανένηψαν άρχισαν εντατικά σεμινάρια για να ενταχθούν. Έπαιρναν μέρος σε επιδοτούμενα

προγράμματα εκμάθησης των νέων εποχών.

Έτσι κι αλλιώς, τ’ «αντάρτικα» είχαν διαλυθεί και η νεότητά τους -αυτή που ζήσανε κι αυτή που ονειρεύονταν να ζήσουνε- είχε τελειώσει. Επέστρεφαν στις ανάγκες του καθημερινού βίου.

Τους χρησίμευσαν, είναι αλήθεια, και η δόξα και η εμπειρία.

Κι έτσι πλέον ο κάθε μήνας δεν περίμενε τίποτα. Μέτραγε αντίστροφα μόνο, μέχρι τη μισθοδοσία. Βολικά ήταν, ήρεμα. Χωρίς ρίσκο, χωρίς αυξομειώσεις του χρόνου. Ένα λεπτό να μην τελειώνει ούτε σε έναν αιώνα και

ένας χρόνος να φεύγει ώσπου να σηκώσεις το βλέμμα.

Καμιά φορά, όταν τους βρίσκει η άνοιξη, κοιτάνε από το παράθυρο της εταιρείας, προγραμματίζουν μια απόδραση Σαββατοκύριακου, σαν απελευθέρωση. Ή τολμούν να σκεφτούν, ίσως και να πράξουν, μια ερωτική απιστία.

Σπανιότερα επιθυμούν έρωτες με φτερά.

Άλλοτε πάλι επιστρέφουν στο παρελθόν. Άλλοι για να το σιχτιρίσουν -χάσαμε τα καλύτερά μας χρόνια- άλλοι σαν αναπόληση -πώς χάθηκε έτσι η νιότη μας;- άλλοι απλώς από συνήθεια.

Στο ασανσέρ του γυάλινου κτιρίου, μπορούν, μεταξύ των ορόφων, να βγάζουν τις μάσκες. Να ανασάνει λίγο το πρόσωπο. Αλλά γρήγορα γρήγορα τις ξαναφοράνε, γιατί έτσι επιβάλλεται και στην υπηρεσία και στη ζωή.

Μόνο καμιά φορά αν συναντηθούν οι παλιοί σε κάποια ταβέρνα και πιουν λίγο παραπάνω, τις βγάζουν, τις κρεμάνε στην πλάτη της καρέκλας και, κρασί κρασί, ξαναγυρίζουν στο παλιό τους πρόσωπο και λένε κανά τραγούδι που να φέρνει προς τα άλλα.

Γενικώς υπάρχει ειρήνη στο τοπίο. Κάπου κάπου ταράζεται από περίεργους γδούπους και ροή αίματος. Τα θύματα μαζεύονται γρήγορα, το κοινό δεν αντιλαμβάνεται τίποτα.

Πονάνε μοναχά εκείνοι που έμειναν στην άλλη διάσταση του χρόνου. Σχεδόν ξεχάστηκαν. Περιμένοντας την εντολή και το σύνθημα να ξαναρχίσουν τον πόλεμό τους.

Εσχάτως όμως πολλαπλασιάστηκαν επικινδύνως τα θύματα. Αιωρούνται στο κενό οι παλιοί συμμαχητές τους, υποψήφιοι της επόμενης πτώσης.

To απόσπασμα δεν μπορεί να περιμένει άλλο μιαν εντολή που δεν έρχεται κι αποφασίζει να αναλάβει δράση. Τα βράδυα βγαίνουν για τις δολιοφθορές. Τοποθετούν βραδυφλεγείς ελπίδες σε καίρια σημεία. Κάνουν παρεμβολές στα μεσαία, στα FM, στα UHF. Οργανώνουν σαμποτάζ στα δελτία ειδήσεων. Μπαίνουν λαθραία σε όνειρα. Μια αστραπή, κι ύστερα εξαφανίζονται.

 Από τότε ήταν που περιορίστηκε αισθητά η ροή αίματος και από τα παράθυρα των πολυτελών γραφείων έκλεβαν όλοι ματιές προς τον ορίζοντα

12

Όταν έφτασε το πλοίο, δεν ήταν κανείς να περιμένει. Νύχτα μεγάλη, δεν μπορούσε να ετοιμάσει υποδοχές. Αποβιβάστηκαν κι αυτοί ακροπατώντας. Να μην ταράξουν τον ύπνο. Αλαφιάζονται οι άνθρωποι με τους νυχτερινούς θορύβους εκείνων που φτάνουν με τέτοια καράβια. Στα παράθυρα τα φώτα, βέβαια, μαρτυρούν την ύπαρξη ανθρώπων. Ζωής όμως;

Κι αυτοί που είχαν κάποτε φανταστεί θριαμβευτικές επιστροφές! Μεγάλα μπαλκόνια σημαιοστολισμένα, ποιητές να απαγγέλλουν, μουσικές να γυρίζουν την πόλη, να πηγαινοφέρνουν τα εμβατήρια!

Πόσα καλοκαίρια εξόρισαν μέσα τους για μια τέτοια ώρα!

Και τώρα πάλι στα κλεφτά, να μην τους ακούσουν, να μην τους δουν και τρομάξουν οι νοικοκυραίοι, πως πάλι μια ανταρσία ετοιμάζεται.

Έχουν διανυθεί πολλά γεγονότα. Τόσα που κανείς δεν θυμάται πια. Και τούτοι δεν έχουν την ευτυχία των ξενιτεμένων, όταν γυρίζουν στα σπίτια και τούς αναγνωρίζει, ύστερα από πάμπολλα χρόνια, το σκυλί, η βρύση που στάζει και η γωνία όπου χάραξαν καρδούλες. Εδώ έχουν χαθεί οι λεπτομέρειες. Κανείς δεν μνημονεύει.

Οι μεταμελημένοι οιωνοσκόποι δεν ξέρουν πια τι να προβλέψουν. Στη θάλασσα έχουν πολύ καιρό να φανούν καράβια και στη στεριά έχουν πολύ καιρό να φανταστούν ταξίδια.

Έμειναν να ζήσουν στο λιμάνι, πιστεύοντας πως είχαν διασωθεί. Πλην όμως το βλέμμα τους δεν έκανε γκελ στα αντικείμενα για να γυρίσει μέσα τους. Πέρασαν πολύ καιρό στις βάρκες. Για να μην τους πάρει το κύμα, αναγκάστηκαν να αδειάζουν ένα ένα τα περιεχόμενα της ζωής τους. To ημερολόγιο του καπετάνιου, τα ενδύματα του βίου τους, τα μικρά χαραγμένα καράβια στο στήθος, εν συνεχεία τις αναμνήσεις και, τέλος, τα σχέδια του μέλλοντος. Όταν έφτασαν στα λιμάνια, δεν είχε μείνει. σχεδόν τίποτα να σωθεί. Σώματα μόνο με υποτυπώδη στήριξη.

Τα παιδιά στην παραλία έβρισκαν κομμάτια που ξέβραζε η θάλασσα ή η μνήμη – ποιος τα ξεχωρίζει; Τα συναρμολογούσαν με τη δική τους σειρά.

Ο Λευτέρης τούς βρήκε στην απόσυρση να λένε παλιές ιστορίες στην ταβέρνα. Μισοί εδώ, μισοί φευγάτοι. Μηρυκάζανε την ήττα. Αυτοβασανισμός και αυτοκάθαρση. Ίσως και σαν απόδειξη πως στάθηκαν τίμιοι. Η ήττα ως απόδειξη της εντιμότητας.

Σαν να μην ήταν οι επιλογές και οι πράξεις τους, αλλά μια βαριά μοίρα που τους όρισε.

–  Από τις εισβολές μας στην Ιστορία δεν πήραμε λάφυρα, έλεγε ο Αντώνης, παρά μονάχα τα τραύματα, κυρίως τα μέσα.

Ο Ερρίκος, πριν ακόμα δύσει ο ήλιος, ήταν παραδομένος στο παραλήρημα του Βάκχου.

–  Τη Μεγάλη Παρασκευή θα ‘ρθει ο νουνός μου (κόντευε τα 70 ο Ερρίκος) και θα ψάξει να με βρει. Θα πάει  σπίτι, αλλά δεν θα είμαι και θα τον στείλουν στην ταβέρνα. Θα κάτσει εκεί απέναντι που είσαι εσύ. θα πιει μαζί  μου και θα με ρωτήσει τι δώρο θέλω να μου κάνει. Κι  εγώ θα του ζητήσω να αγοράσει και να μου χαρίσει την ταβέρνα. Να σας έχω κάθε βράδυ να κερνάω. Τέρμα τα  βερεσέδια.

Ο πατέρας της Μαρίας έφυγε ένα βράδυ να προσκυνήσει τις παιδικές του αναμνήσεις. Τον βρήκαν μετά από πολλές μήνες μισοφαγωμένο από τα όρνια και τα σκυλιά, στη σπηλιά όπου έκρυβαν τα μυστικά τους στο παιχνίδι και στα αντάρτικα.

Ο ποιητής δεν μίλαγε σχεδόν καθόλου. Κάποιες τιμές που του απένειμαν διόλου δεν έδειξε να τον συγκινούν. Και αθορύβως ένα βράδυ ανελήφθη, σαν να μην είχε άλλο νόημα να ζήσει. Δεν ήθελε.

Τα ερείπια!

Αμέτοχοι πια σε όποια απόπειρα θαύματος. Ποιος χρειάζεται τη λύπη τους; Κι ας έκαναν τη ζωή τους παρανάλωμα για να φωτίσουν μια γωνιά του μυστηρίου.

Ο Λευτέρης ήταν παιδί και δεν τα παραδεχόταν τα τελειωμένα.

Είχε μεγαλώσει με τα παραμύθια. Εκεί ήταν το σπίτι και η ζωή του.

–  Όσο ωραίο είναι το παραμύθι τόσο πιο ακριβά το  πληρώνεις.

Δεν τον ένοιαζε.

–  Οι άνθρωποι ζητούν πάντα ένα παραμύθι να το συντηρούν και να τους οδηγεί. Να το ενδυθούν. Και το  κουβαλάνε μαζί τους, σαν δελτίο ταυτότητας με το δακτυλικό αποτύπωμα, σαν το σημάδι στο αριστερό φρύδι  που ‘γινε στη γέννα.

Κατακλύζει την ύπαρξή τους σαν ψυχή με διευρυμένες αρμοδιότητες.

Κι αν συμβεί το κακό και το παραμύθι εγκαταλείψει τον άνθρωπο ή ο άνθρωπος το παραμύθι, τα σώματα, και κυρίως ο νους τους, μένουν άδεια κι αβέβαια. Δεν προ-λαβαίνουν (πόσο νομίζεις κρατάει μια ζωή;) ν’ αλλάξουν.

Δεν άντεχε τα ερείπια που είχε γεμίσει η πόλη, τελευταία.

Μια μέρα βγήκε γυμνός στους δρόμους. Ανέβαινε και κατέβαινε τη λεωφόρο φωνάζοντας:

– Υποστηρίξτε το παραμύθι, διακόψτε το ρεαλισμό!

Φυσικά συνελήφθη.

Για προσβολή δημοσίας αιδούς.

Για την ντροπή του κόσμου.

13

Ένας από εκείνους που άδειασαν νύχτα τα καράβια, τρελός κι ανέγγιχτος από τα συμβάντα, ακολούθησε το παράδειγμα. Διασχίζει κάθετα τις λεωφόρους τις ώρες της αιχμής, ακροβατώντας στη μέση του μεσημεριού και στο εκτελεστικό απόσπασμα των ιλιγγιωδών ταχυτήτων.

Οι θόρυβοι τον συναρπάζουν. Κάποιους ήχους άλλους του επαναφέρουν στη μνήμη. Η σύγχυσή του είναι σχεδόν πλήρης. Με κόπο κρατιέται στο έδαφος της πραγματικότητας.

Έτσι λοιπόν περιφέρεται πάνω-κάτω στους κεντρικούς δρόμους. Στέκεται στις διασταυρώσεις, όπου μαζεύεται πολύς κόσμος, μπαίνει στα λεωφορεία την ώρα της αιχμής, πηγαίνει ως to τέρμα και ξαναγυρίζει πιάνοντας κουβέντα.

Μετά μονάχος του ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους ψάχνοντας να βρει τις διαδηλώσεις, μια βουή, κάτι.

Χρόνια κάνει το ίδιο. Ψάχνει στα πρόσωπα να αναγνωρίσει μια φλογίτσα, ένα νόημα. Διακρίνει τους μικρονοικοκυραίους, τους εμποροϋπάλληλους, εκείνους που δουλεύουν σε εργοστάσιο, τους υπαλλήλους των υπουργείων από τους υπαλλήλους του ΟΤΕ, τους οδοντοτεχνίτες από τους ηλεκτρονικούς, τους χωρισμένους από τους ανύπαντρους, τους μετόχους του χρηματιστηρίου, τους μετανιωμένους από τους αμετανόητους, τους νικη-μένους από αυτούς που ηττήθηκαν, εκείνους που έχουν μια σπίθα ακόμα.

Αναζητά τα κατάλληλα πρόσωπα για να ξαναστήσει  παράνομες τριάδες, να ξαναχτίσει τα διαλυμένα προγράμματα ανατροπής.        .

Τις άλλες τον είδαν στη διασταύρωση να μοιράζει κάτι σαν προκηρύξεις στους περαστικούς.

Πηγαίνει στον ΟΤΕ, είπαν, παίρνει τους νέους τόμους του τηλεφωνικού καταλόγου, από Α έως Ζ, μετά από Η έως Ρ κ.ο.κ., σχίζει τις σελίδες και τις μοιράζει στις γωνίες αντί για προκηρύξεις. Υπολόγιζε, έλεγαν, πως έτσι ίσως έβρισκε την «επαφή». Όσο για την επιλογή του τηλεφωνικού καταλόγου, μάλλον δεν ήταν τυχαία. Πρόσφερε τα ονόματα της πόλης στους πολίτες της πόλης. Ήλπιζε πως εκεί κάποιος. κάποιοι, θα αναγνωρίσουν κάποιους άλλους, θα θυμηθούν πιθανόν, θα έλθουν σε επικοινωνία, θα ξαναδεθούν ιστοί, μπορεί να ξαναστήσουνε  συνωμοτικές τριάδες.

14

Αλλά οι ήσυχοι νοικοκυραίοι δεν άλλαζαν τη συνήθεια, ούτε καν τη διαδρομή. Φόρτωσαν τις τελευταίες σακούλες με τα ψώνια στο καταλυτικό που αστράφτει, καμαρώνοντας για την ευημερία, επιτέλους -κι ας είναι βραχνάς ακόμα οι δόσεις- έλεγξαν το χαρτάκι μην παρέλειψαν τίποτα από την παραγγελία, μέτρησαν τα χρήματα που απέμειναν γι’ άλλη μια φορά, στο μπλοκάκι των εσόδων και εξόδων καταχώρισαν τα μεν και τα δε -έτσι μετρήθηκε κι η μέρα- και ξεκίνησαν την επιστροφή, με όνειρο τη θαλπωρή και τη μικρή ευτυχία που τους αναμένει.

Σπεύδουν σ’ εκείνη την ώρα που μένουν πίσω οι αγωνίες του εμπορίου και οι μέριμνες των συναλλαγών κι αρχίζει ένα ταξίδι στους κόσμους των εξαίσιων πλασμάτων, αποδράσεις με ερωτικές ματιές φαντασιακές, διακοπτόμενες δυστυχώς από τους καβγάδες των παιδιών ή το παράπονο της συζύγου, εμείς πότε θα μιλήσουμε, δεν επικοινωνούμε πια.

Κι έτσι η νύχτα σκεπάζει τα μικρά όνειρα και τις αγωνίες ακόμα και τη φρίκη με το ίδιο σεντόνι. Τίποτα δεν μοσχοβολά σαν γιασεμί. Και το νυχτολούλουδο κανείς δεν χο απολαμβάνει. Ποιον έρωτα τώρα;

Έκλεψαν πάλι το χρόνο. Κατακρεούργησαν τις ημέρες. Απορημένη η νύχτα δεν ξέρει τι να ομολογήσει, πού να εξομολογηθεί!

Μονάχα παιδιά δραπετεύουν από τα κελιά της αμνησίας. Και κάποιοι που μοιράζουν ακόμα τηλεφωνικούς καταλόγους σαν προκηρύξεις. Βγαίνουν στους δρόμους αθόρυβα, σαν να ισορροπούν πάνω στην κόψη της νυχτερινής δροσιάς που φοβούνται μην ξοδευτεί πρόωρα, στήνουν αυτί και κρυφακούνε τις μικρές κραυγές της ανοιξιάτικης νύχτας.

Στις σκοτεινές στροφές προβάλλουν, πάνω στις οθόνες των κτιρίων, εικόνες και έργα ολόκληρα. Ανασυνθέτουν τη ζωή, αυτή που είναι, αυτή που θα ‘θελαν να είναι. Καταργούν τον καιρό. Στήνουν μονάχοι τους κουβέντα, με πραγματικούς ή φανταστικούς διαλόγους, της ζωής αυτής ή της άλλης. Ξαναπαίζουν το έργο. Αλλάζουν την πλοκή, τα πρόσωπα, το τέλος.

Πρωταγωνιστούν, πρόσωπα ζωντανά και σελιλόιντ ταυτόχρονα, από ένα παρελθόν ή ένα μέλλον ανάλογα, που όμως δεν μετρά, γιατί τα όρια του χρόνου καταργούνται.

 15

Τα παιδιά τα συνεπήρε ο άνεμος των αισθημάτων. Φύσαγε γραίγος σκληρός στις πούντες, δεν ήταν για λιγόψυχους.

Έβγαιναν στις παραλίες προκαλώντας τους ανέμους. Μπάρκαραν για να εξασκήσουν την αντοχή στις άνισες αναμετρήσεις. Συμπλήρωναν το ημερολόγιο καταστρώματος με την προσήλωση του ερωτευμένου.

Φυγάδευαν πρόσφυγες σπαταλημένους από άλλους καιρούς.

Ξεμπάρκαραν στα λιμάνια των χιλίων ερώτων. Κατανάλωσαν το σπέρμα τους στη συνειδητοποίηση όλης της αξίας μιας άγονης εκσπερμάτωσης. Πολλαπλασίασαν τα παιδιά αγνώστου πατρός, με την ιερότητα αποστολικής διακονίας.

Περπάτησαν γυμνοί πάνω σε απότομους βράχους προκαλώντας το Θεό.

Αυτός αδράνησε.

Όταν κατέβαιναν τώρα στα λιμάνια, δεν ήταν για να περιμένουν μήπως και φανούν τα καράβια. Αυτοί το ταξίδι το κουβάλαγαν μέσα τους.

Τις νύχτες δεν περιφέρονταν στα χαλάσματα αλυχτώντας. Κι ας ήταν πολλά τα χαλάσματα εκείνο τον καιρό. Κτίρια κι άνθρωποι.

Νήστευαν από τον κόσμο και τα παράπονά του, πιστοί στο θεϊκό φως της ύπαρξής τους.

Στο σπάραγμα της μέρας έμεναν με το ένα πόδι στο παρόν και το άλλο στο ηλιοβασίλεμα.

Μικρά παιδιά που οι μικρές τους ιστορίες δεν ήταν πλέον μια υπόθεση προσωπική.

Άδειασαν όλα τα σεντούκια τους από τις αποταμιευμένες ώρες, τις μοίρασαν αντίδωρο για να αφεθούν οι αμαρτίες, τις κατανάλωσαν σε μια στιγμή κι αυτό το ξόδεμα ήταν όλος ο αιώνας, παρότι οι ίδιοι έγιναν παρανάλωμα.

Οι μικρές τους ιστορίες, τα αισθήματα, ο έρωτάς τους, τα καθημερινά τους φορέματα γίναν η αληθινή ιστορία του επερχόμενου αιώνα, της αιθρίας του.

Κάθε περιστατικό έγινε η ιδέα ενός άλλου κόσμου, απελευθερωμένου από την καταδυνάστευση του χρόνου κι από τον υπολογισμό των ωρών.

Οι μικροί πρωταγωνιστές. Ο Μάρκος, ο Λευτέρης, η Μυρτώ. Ο Κώστας, ο Τάκης, η Ειρήνη. Η Όλγα, η Ελένη, ο Μηνάς. Ο Οδυσσέας, η Κατερίνα, η Μελπομένη.

Ο άνεμος, η θάλασσα, το τραγούδι. Ο έρωτας.

Και ο θάνατος…  

16

Eγκατέλειψαν τα σπίτια τους για να περιπλανηθούν. Κι εκείνα άλλαξαν ύφος, τρόπους, υπόσταση. Άλλαξαν και τα μυστικά τους. Άλλα σχέδια υφαίνονταν τώρα στα λευκά ταβάνια, τις νύχτες που τα κορίτσια δεν έχουν ύπνο κι ο αέρας δεν φέρνει νέα.

Κάτω από τη σκάλα κρύβαν άλλα μηνύματα, ανακάλυψαν άλλα συνθηματικά να επικοινωνούν. Στα ανοιχτά παράθυρα άπλωναν τώρα στα συρματόσχοινα άλλους αναστεναγμούς. Τα χρώματα ξέφτισαν στην πρόσοψη και στην πίσω πλευρά άρχισαν να πέφτουν οι σοβάδες, γυμνώνοντας το σώμα.

Ήταν που φύγαν τα παιδιά; Ήταν που άλλαξε η νεότητά τους;

Κάρφωσαν τα παράθυρα. Μια μυρωδιά μούχλας αναδυόταν. Οι χαλασμένες ζωές.

Παράξενο θόρυβο έκαναν οι αναστεναγμοί των σπιτιών. Για όσα που είδαν, για όσα που έχασαν. Μένοντας εκεί και παρακολουθώντας ανθρώπους και γεγονότα ν’ αλλάζουν. Τρίζουν οι αρμοί υπονοώντας όλες τις αναχωρήσεις.

Δεν ομολόγησαν ποτέ τα μυστικά. Υπέφεραν και βαλάντωναν. Ζάρωναν σαν να μαζεύονται στην άκρη, μη δίνουν στόχο.

Και περιμένουν υπομονετικά πότε θα μαζευτούν οι σκορπισμένοι να ξαναδέσουν τη μνήμη τους.

Ένα φεγγάρι που εισβάλλει στο υπνοδωμάτιο δεν ξέρει ποιο παιδί θα νανουρίσει. Στέκεται αμήχανα και ψάχνει, αγωνιώντας για τον επόμενο που θα χαθεί.

Αλλά αυτοί δεν ήσαν σαν τους άλλους. Δεν ήθελαν πατρίδες. Να μην τους δένει τίποτα πίσω. Σε τίποτα να μην ποθούν να γυρίσουν.

Αενάως συνεχιζόταν αυτό το παιχνίδι.

Όσο να τρέξουν αίματα. Μιας νέας αναχώρησης. Κι ωσότου τα πάρει η αντιπαροχή. Και τα σπίτια και, τα σχέδια και τα παιδιά.

 17

Ο Μάρκος προέκυψε από το αχ ενός ζεϊμπέκικου, που έμεινε έκτοτε με τους επίγειους. Δεν έλεγε ιστορίες από το παρελθόν. Δεν κράταγε ημερολόγιο.

Διέσχισε, έλεγαν, ναρκοθετημένες δεκαετίες. Τ’ όνειρό του το ‘βλεπε και το’χανε εναλλάξ, σαν μαγικό πανόραμα.

Μίλαγε πάντα για κάποιο μέλλον. Δεν ήξερες ποτέ πού τέλειωνε το πραγματικό και πού άρχιζε το παραμύθι.

Κάποιος είπε πως όταν τον βασάνιζαν στα κρατητήρια, σταμάτησε τη φάλαγγα κι έψαχνε στα τέσσερα κάτω από το τραπέζι, για να ‘βρει το κουμπί που ξηλώθηκε απ’ το πουκάμισό του. Άφρισαν οι βασανιστές από το «φτύσιμο» και δέρνανε με πιο λύσσα, αλλά το παιχνίδι το είχαν χάσει στο κρίσιμο σημείο.

Αυτή ήταν η ζωή του. Φρόντιζε να κερδίζει έναν αέρα στο κρίσιμο σημείο. Κι ας έχανε, μετά, τη μάχη. Δεν τον ένοιαζε.

Στη γενική συνέλευση των δικών του δεν ήξερε να κάνει τον απολογισμό. Τους είπε πως κάθε φορά ανατίναζε τη γέφυρα μετά το πέρασμά του. Δεν υπάρχει επιστροφή. Έκαιγε τα πειστήρια του παρελθόντος. Δεν γύριζε καν τα μάτια να κοιτάξει.

    Δεν θέλω τις ισορροπίες. Δεν ονειρεύομαι διαδρομές στα κενά της φωτιάς. Να καίγομαι θέλω. Να γκρεμιστεί ο σχοινοβάτης, να τσακιστεί στην πίστα. Να βγει άλλος κι άλλος. Να γκρεμιστούν κι αυτοί. ΄Ωσπου να βγει εκείνος που θα πετάξει.

Ήταν κι αυτός ένας τρόπος να μη μείνει μετέωρος και υποκύψει στον εκβιασμό του Χρόνου. Να σβήνει τα σημάδια από τις περίεργες απαλλοτριώσεις των δικαιωματικών προσδοκιών του.

Έβαζε να παρελαύνουν ήχοι, εικόνες, μουσικές, παράξενοι θίασοι, τσιρκολάνοι, χορευτές, μίμοι, αποτίοντας φόρο τιμής στην εποχή. Κι ύστερα τους διέγραφε. Σαν να διέγραφε τη μνήμη.

Ξόδεψε τον περιούσιο νου του σε σκέψεις ανατροπής, σε ιδέες επάρατες για καταιγίδες και πυρπολήσεις.

Διατηρούσε με τη μνήμη τους δεσμούς των προφητών.

Σαν να μην ήταν τίποτα στον κόσμο που να μπορεί να τον καταβάλει.

Όταν ερχόταν η συντέλεια, αυτός χάζευε τις εκρήξεις σαν να έβλεπε βεγγαλικά. Και ξανάρχιζε αμέσως μετά.

               Για την επόμενη ήττα, τους έλεγε. Όταν θα ξυπνάνε τα ηφαίστεια, μην τρέξετε να σωθείτε, πανικοβλημένοι απ’ την οργή. Εσείς τότε να χαζεύετε τη λάβα που εφορμά, τις περίεργες φωτιές που εκτινάσσονται, τα χρώματά τους. Μη χάσετε το θέαμα. Μετά αφήστε τα συντρίμμια, όλα όσα έχει πλακώσει η οργή, και ξαναχτίστε σπίτια και ζωή. Στην ίδια ματαιότητα του αναγκαίου, στην ίδια εκδοχή της πυρπόλησης. Μη νοιάζεστε για τα κατεστραμμένα και προπαντός μην κλαψουρίζετε για την κακή σας τύχη. Ετοιμαστείτε να φεύγετε.

Σχεδίασαν έτσι τη ζωή τους έγχρωμη οι μικροί «πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς». Όπου καμιά μέρα δεν θα επαναλαμβάνεται.

Τότε που έγινε η μεγάλη ζημιά και τα νερά του κατακλυσμού κι η λάσπη πλημμύρισαν τα σπίτια καταστρέφοντας επίπλωση, αποθέματα και σχέδια, τότε που ματαιώθηκαν οι ηρωισμοί κι οι ήρωες αποσύρθηκαν σε αγάλματα, αυτός έφυγε.

Γύρισε έπειτα από καιρό με μεγάλα ρολά όπου είχε ιχνογραφήσει τα νέα σχέδια.

Στη συνεδρίαση μάζεψε τα σκορπισμένα κομμάτια, κάλεσε τα παιδιά κι άπλωσε πάλι τους χάρτες.

–   Βλέπω, τους είπε, το μακρύ λαγούμι που μπαίνουν τα σχέδια των εξερευνητών. Πως τον Κολόμβο τον τρώει το μαύρο σκοτάδι και θα περάσουν πολλά χρόνια ώσπου να ξαναμπαρκάρουν οι ναύτες του και τα καράβια να σηκώσουν άγκυρα για το Νέο Κόσμο. Και πως στο μεταξύ οι έμποροι θα καρπώνονται την Αμερική με το μόχθο του Κολόμβου, όμοια όπως κι ο Κολόμβος με κλεμμένα ταξίδια θριάμβευε.

Να δείτε που στο τέλος θα κάνουνε δικά τους όλα μας τ’ αντάρτικα. Όταν δεν θα κοστίζει τίποτα σ’ αυτούς και σ’ εμάς όλη τη ζωή.

Αλλά σαν να τα χαιρόταν όλ’ αυτά.

 Μετά τις τόσες καταρρεύσεις, τίποτα δεν μας κρατάει δεμένους με το πίσω. Αυτό που τώρα θα κάνουμε δεν θα έχει δεσμά. Θα έχει παρελθόν αλλά όχι εξαρτήσεις. θα έχει σχέδιο αλλά όχι «ρεαλισμό», θα είναι βέβηλο και ιερόσυλο. Αρχίζουμε…

18

Ισορροπία στο τεντωμένο σχοινί. Με ή χωρίς κοντάρι, αλλά οπωσδήποτε χωρίς προστατευτικό δίχτυ. Αν πέσουν, τσακίζονται. Έχουν δύο επιλογές ή μάλλον καμία. Βήματα μπρος ή βήματα στο κενό.

 Άμα ξεκινήσεις πάνω στο σχοινί δεν μπορείς να κάνεις στροφή και να γυρίσεις εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Πορεύεσαι έτσι, μεταξύ ουρανού και γης. Πιο κοντά στον ουρανό, που σε αγκαλιάζει αλλά δεν σε κρατάει, πιο μακριά απ’ τη γη, που περιμένει να σε συντρίψει. Ελεύθερος και δέσμιος. Να σπρώχνεις αδιάκοπα τον εαυτό σου στο επόμενο βήμα. Έχοντας μονίμως το αίσθημα του πανηγυριού, του θριάμβου, του φόβου και της παγίδας. Και μπρος στα μάτια σου (ή μόνο στο μυαλό σου;) την απέναντι πλευρά. Στο έδαφος δεν μπορείς να σταθείς, παραπατάς.

Μένουν έτσι μετέωροι. Ζηλεύουν τους κάτω, που στέκονται σε στέρεο έδαφος. Που μπορούν να γυρίζουν πίσω, ν’ αλλάζουν γνώμη και θέση. Να ξαναρχίζουν πάλι από την αρχή. Να ξανακάνουν το ίδιο λάθος. Που δεν ρισκάρουν τίποτα.

Και πάλι, δεν θα ‘θελαν να τους μοιάσουν. Εκείνοι δεν θ’ ανέβουν ποτέ εδώ πάνω. Ποτέ δεν θα δουν τον κόσμο από ψηλά.

To ίδιο και οι κάτω. Ζηλεύουν όσους βαδίζουν στο σχοινί. Που σχεδόν πετάνε. Τα παιδιά αυτού του περίεργου άλλου κόσμου.

Αλλά και πάλι μακαρίζουν την τύχη και τη θέση τους. Νιο5θουν σιγουριά εδώ κάτω πατώντας στο έδαφος κι απλώνοντας ρίζες. Έχουν ελευθερία επιλογής, λένε, ακόμα πι αν δεν πρόκειται παρά για βήματα επιτόπου. Σαν ταινία με ανδραγαθήματα. Μονάχα οι μικροί θεατές επιθυμούν με όλη τους την καρδιά να κάνουν το ίδιο. Μονάχα αυτοί θα γυρίσουν σπίτι και στον ύπνο τους θα βλέπουν μεγάλα ύψη, δυσθεώρητα. Να κάνουν τη ζωή τους άλλη. Όμως μόνο οι επάνω στο σχοινί ξέρουν πόσο δύσκολα πράγματα είναι αυτές οι σχοινοβασίες. Τι πάει να πει να στέκεται μετέωρο το βήμα σου, λίγο πριν το χάος, αναζητώντας το κέντρο ισορροπίας ενός σχοινιού που με το ζόρι σε κρατάει.

Τι πάει να πει να είναι πάνω σου οι προβολείς και οι κομμένες ανάσες και οι προσδοκίες των θεατών, κι η ζήλια τους και ο θαυμασμός των παιδιών τους. Και οι κακίες όσων περιμένουν να δουν την κατολίσθηση. Και η μισή ειρωνεία (μαζί με ένα μισό δάκρυ) εκείνων που δεν αποφάσισαν ν’ ανέβουν στο σχοινί. Και που θα το »θελαν. Μονάχα που κάτι άλλο τους τράβηξε κάτω. Η βαρύτητα;

 

19

Έκαναν μια μεγάλη πορεία ως εδώ. Είδαν πίσω τους να καίγονται σπίτια, χρόνια και αιώνες. Να μεταναστεύουν πεποιθήσεις. Να αλλάζουν όνομα οι οδοί.

Όταν τα ηφαίστεια εκτίνασσαν προς τον ουρανό τη λάβα, με τα υλικά του πρότερου ένδοξου, και πιθανόν έντιμου βίου, δεν παρέλειψαν να παρακολουθήσουν τα χρώματα στον ορίζοντα. Τις ανταύγειες των καμένων ωρών.

Όταν τέλειωσαν οι αναλαμπές της φλόγας. Όταν έκαψαν και τις τελευταίες βεβαιότητες, κήρυξαν πόλεμο στη νοσταλγία, στον αναστεναγμό, στην απόγνωση.

Πόσα καλοκαίρια περάσανε σε άξενα ξενοδοχεία ή μυστικά δωμάτια αδιαπέραστα από το μάτι του χρόνου! Και πόσα ταβάνια αποστήθισαν, ο5ρες μελετώντας την προσιτή γεωγραφία τους, βρίσκοντας πίσω από τις σκιάσεις του σοβά τα μυστικά σχέδια. Όπως όταν διαβάζεις τον ντελβέ του καφέ.

Προσήλωναν τα μάτια στον ορίζοντα ψάχνοντας να δουν, επιτέλους, καπνόν ανωθρώσκοντα, ώσπου πόναγε το βλέμμα τους.

Αν τους ρωτήσετε για τον απολογισμό, δεν θα μιλήσουν για απώλειες. Ήταν πολλές, ούτως ή άλλως. Κι οδυνηρές. Χάθηκαν πολλά χαμόγελα, πολλές ανατολές.

Πάνε αυτά. Τα είπαν. Στέγνωσε το στόμα τους περιμένοντας στις μπούκες κι εκλιπαρώντας σημάδια απ’ τους θεούς.

Ξανάγραψαν τις παλιές ιστορίες με τους κυνηγημένους, τους ναυαγούς, το μαγικό χαλί και το λυχνάρι του Αλαντίν, τον Οδυσσέα και τον Ιβανόη, τους πολιορκητές των πύργων, τους καμένους σε έναν έρωτα…

Ο νόστος. Ωραία λέξη. Και γεμάτη υποσχέσεις. Η βεβαιότητα των στέρεων τοίχων και η θαλπωρή των δικών σου ανθρώπων.

Χρόνια παράνομοι, περιπλανώμενοι, πρόσφυγες… Γύριζαν σπίτι. Ξανάπιαναν τις καθημερινές συνήθειες, ένας κήπος, τα ψώνια του Σαββάτου, οι δόσεις του στερεοφωνικού, οι μουρμούρες για τους ρευματισμούς.

Τέλειωναν οι περιπέτειες.

Τέλειωνε κι η ιστορία.

Κανείς δεν έμαθε πια τι απέγιναν. Πώς έζησαν, πώς πέθαναν.

Η ιστορία δυστυχώς δεν είναι σπιτική.

Γιατί όταν ξαναγυρίσεις, μαζέψεις τα ντουφέκια, τις αναπεπταμένες σημαίες, τις άγιες κοινωνίες που πρόσφερες. Όταν παρατήσεις τους δρόμους και ξαναπιάσεις τις καθημερινές συνήθειες του βίου, τις μικρές γωνιές με τη μνήμη και τη στοργή τους, τελειώνουν αυτά.

Τώρα λοιπόν τις έλεγαν αλλιώς αυτές τις ιστορίες. Και ήταν όλες μία, η ίδια.

Εκείνοι που τότε παρασύρθηκαν από την καταιγίδα, χρόνια κι άλλα χρόνια, δεν είχαν πού ν’ απαγκιάσουν. Ένα μεγάλο όνειρο τους υπονόμευε τον ύπνο  να φέρουν τον κόσμο σε καινούργια μέτρα. Κι ένα μικρό  να είναι ελαφρύς ο μεσημεριανός ίσκιος στα νερά, να μη σκοτώνει.

Είναι πολλοί που ύστερα από την περιπέτεια γύρισαν σπίτι. Φύλαξαν στην καλή ντουλάπα τις στολές της εκστρατείας, μαζί με όλα τα τραύματα, τα μέσα και τα έξω, μαζί με όλες τις προσδοκίες. Τα βγάζουν συχνά και τα κοιτάνε, κάτι σκέφτονται, κάτι νοσταλγούν κι ύστερα γυρίζουν ξανά στη θαλπωρή. Αυτός είναι ο κόσμος.

Αλλά όχι. Μερικοί δεν συμπεριλήφθηκαν σ’ αυτούς. Την έκαναν ξανά για το ταξίδι. Συνέχισαν να δαμάζουν τα θηρία, να δένουν στα κατάρτια τους συντρόφους μην τους πάρει η καταιγίδα, να παλεύουν με όλα τα αντίξοα και να αποζητάνε πάντα το σπίτι.

Αποφάσιζαν, έτσι, τα παιδιά, πως άλλο τρόπο θέλει η ζωή για ν’ αλλάξει.

Παρέλυε ο Χρόνος στο αδυσώπητο μένος των μικρών ανταρτών της επαναστατικής αίρεσης «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς»

20

Στη  γενική συνέλευση ψήφισαν ομοφώνως μανιφέστο. Κατάσχεται όλος ο κλεμμένος χρόνος των ανθρώπων. Όλος εκείνος που σπαταλήθηκε σε πολυτελή διαβίωση.

Μετά τη σχετική αφαίρεση, οι καταχραστές του χρόνου θα εξατμίζονται, αφού άλλος χρόνος δεν θα απομένει στις αποσκευές τους και ήδη θα έχουν ζήσει παραπάνω.

Καταργούνται οι χρόνοι των ρημάτων. Παρελθόν, παρόν και μέλλον θα έχουν τις ίδιες λέξεις. Και θα αναγνωρίζονται ως ισότιμα στοιχεία μιας ενιαίας και αδιαίρετης πραγματικότητας.

Καταργείται η νοσταλγία. Όλοι οι αναστεναγμοί θα αφορούν το «τι κάνουμε τώρα». Ειδικά δικαιώματα χρήσης δίνονται μονάχα στους καλλιτέχνες και μόνο για την τέχνη τους. Ακόμα και οι ερωτευμένοι, ή μάλλον προπάντων αυτοί, δεν έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν τους χρόνους των ρημάτων και να βουλιάζουν στη νοσταλγία.

Οι παραβάτες θα τιμωρούνται με στέρηση δικαιωμάτων χρόνου.

Η κατάργηση των χρόνων της γραμματικής δεν καταργεί τη μνήμη. Αντιθέτως, εντάσσεται στη δράση του παρόντος, ενώ οι αμνήμονες θα τιμωρούνται και αυτοί με στέρηση χρόνου.

Οι ζώντες γίνονται κάτοχοι όλων των αγαθών και όχι τα αγαθά των ζώντων. Καταργείται η ιδιοκτησία κάθε είδους. Κυρίως η ιδιοκτησία του χρόνου. Και, ακόμα πιο σημαντικό, η ιδιοκτησία των αισθημάτων.

To παιχνίδι είναι ελεύθερο. Στα σχολεία, που θα πηγαίνουν όλοι σε όλη τη ζωή τους, θα διδάσκουν οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι αιθεροβάμονες.

Οι ποιητές, μάλιστα, θα βρίσκονται πάντα σε ετοιμότητα, σε κανονικές εφημερίες, για κάθε ανάγκη που θα προκύπτει οποιαδήποτε ώρα του εικοσιτετραώρου.

Οι κατοικίες θα είναι διαφανείς, ώστε τίποτα να μην είναι κρυφό από κανέναν, όχι από καταναγκασμό, από ανάγκη.

Η δικαιοσύνη, αν ποτέ χρειαστεί να αποδοθεί (αν και πρέπει να θεωρείται αυτονόητη), δεν είναι έργο των δικαστών, που καταργούνται πάραυτα, αν και θα πέσουν σε μαρασμό από έλλειψη δουλειάς, αλλά της κοινότητας και πρωτίστως των παιδιών.

Δεν υπάρχουν πλέον αθώοι, ανυποψίαστοι, απόντες. Καταργούνται οι δικαιολογίες, «δεν ήξερα», «δεν κατάλαβα», «έλειπα εκείνη την ημέρα» και τα παρόμοια.

Οι βίοι των αγίων θα ξαναγραφτούν με άλλη σειρά στην αλληλουχία των γεγονότων. Και με τη χρήση της νέας γραμματικής και της νέας ηλικίας.

Ανακαλούνται όλες οι ως τώρα πράξεις του Χρόνου για επανεξέταση. Και δίνονται νέα επιδόματα σε όσους έχουν αποδεδειγμένα ανάγκη παράτασης.

Ο θάνατος είναι η διακοπή ροής, αναγκαία για την επόμενη έναρξη. Αλλά επιβάλλεται με αντικειμενικά κριτήρια και κατόπιν ομοφωνίας. Γιατί μ’ αυτά δεν παίζουν.

To μανιφέστο διανεμήθηκε σε όλα τα μέρη της επικράτειας. Οι χρονοφύλακες της εξουσίας σκόρπισαν παντού για να διακόψουν τη μετάδοσή του.

Κηρύχτηκε σε απαγόρευση και ανακοινώθηκε πως όποιοι κατέχουν στο συρτάρι, στο κομπιούτερ ή στη σκέψη τους το μανιφέστο θα τιμωρηθούν πολύ αυστηρά, μέχρι θάνατο.

Δεν έκαναν τίποτα.

Και οι εκτελέσεις των παιδιών δεν ωφελούσαν πλέον το Χρόνο. To αντίθετο αποτέλεσμα έφερναν. Μάθαιναν στα παιδιά να μη φοβούνται.

21

Οι πόλεις άλλαξαν χρώματα κι εμφάνιση. Δεν ήταν που άναψαν τις φωτεινές γιρλάντες οι δήμοι κι ούτε που στα μπαλκόνια αναρτήθηκαν σημαίες.

Τα μέσα βλέμματα είχαν αλλάξει. Αυτή τη φορά δεν χάνονταν απλανή σ’ έναν απροσδιόριστο ορίζοντα, παρά σαν κάτι να έψαχναν. Σαν να είχαν βρει το ουσιώδες. Μαλάκωσαν οι ίσκιοι. Οι περιπλανώμενοι πωλητές ανάγγελλαν νέες ειδήσεις. Στα μαγαζιά είχαν παραλάβει τις νέες ποικιλίες των παγωτών, μα τα παιδιά δεν έτρεχαν τώρα να προλάβουν. Κι οι γερόντισσες δεν έπιαναν θέση από το μεσημέρι μπροστά στις τηλεοπτικές ιστορίες. Ξανασυνάντησαν τη νεότητά τους κι έτρεχαν τώρα με πυρομαχικά και μανιφέστα. Παρέλειψαν που τα πόδια τους από καιρό είχαν αρθρίτιδα, που ο γιατρός τούς συνέστησε ανάπαυση…

Μια Ι8χρονη έβγαλε το άσπρο μπλουζάκι κι ανέμισε το στήθος της στην πόλη κάνοντας έγχρωμη την αιθαλομίχλη. Η ρώγα της μέθυσε όλο το πριν και το μετά. Έμεινε αποτύπωμα στα χρόνια.

Τις νύχτες δεν έβγαιναν παράξενοι περιπατητές να προβάλουν ζωές στις οθόνες των κτιρίων, δεν μοίραζαν οι αλλόφρονες τηλεφωνικούς καταλόγους στις γωνίες, ούτε ανεβοκατέβαιναν ψάχνοντας τα λεωφορεία. Ο Ερρίκος μεθυσμένος καλόπιανε το πανωφόρι να μπει επιτέλους στο χέρι του για να προλάβει τα γεγονότα. Κι ο ποιητής χάριζε τους στίχους του στις διαδηλώσεις.

Πλήθυναν τα πήγαιν’ έλα στους δρόμους. Ρωτούσαν ένα αόριστο «τι γίνεται» κι ήταν η πιο σαφής ερώτηση που έγινε ποτέ. Όλοι κάτι περίμεναν ή κάτι έκαναν, χωρίς να μαρτυράνε. Άλλοι από φόβο, άλλοι από καθήκον.

Χωρισμένοι, όπως πάντα, στα δυο, στους «χρονόφρονες» και τους «συνοδοιπόρους».

Τα πολύ μικρά παιδιά, σχεδόν μωρά, μεγάλωσαν απότομα. Σαν να ήξεραν ήδη το νόημα του χρόνου. Δεν μέτραγαν πλέον ηλικίες αλλά συνεισφορές.

Πολλαπλασιάστηκαν έτσι οι μικροί συνωμότες, πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς. Έγραφαν συνθήματα στους τοίχους, ξανατύπωναν τις προκηρύξεις και έκαναν αλλεπάλληλα σαμποτάζ στα χρονόμετρα.

Σκοτεινά λαγούμια διέσχιζαν την πόλη. Αθέατοι κι απρόσβλητοι οι αντάρτες ανεφοδιάζονταν, έκαναν αιφνιδιαστικές εισβολές στα χρηματοκιβώτια του Χρόνου, τρομοκρατούσαν το μηχανισμό της εξουσίας και χάνονταν. Σαν να τους είχε ξαναπάρει η γη.

Αυτά τα λαγούμια ήταν μια παμπάλαια προετοιμασία.

Γενιές δούλεψαν εκεί, ελπίζοντας να εκπληρώσουν to θαύμα. Με την πεποίθηση πως ήρθε η σειρά τους..

Άλλαζαν βάρδια οι γενιές και οι ήττες. Και συνεχιζόταν η ροή του χρόνου.

22

Μπλόκαραν τις επικοινωνίες. Ετεροχρόνισαν όλα τα μηνύματα των τηλεφώνων. Συχνά πρώτα πήγαινε η απάντηση και μετά ερχόταν η ερώτηση. Πλήρης σύγχυση επικράτησε.

To εμπόριο διαλύθηκε έτσι. Παράγγελναν ηλεκτρικές κουζίνες και παραλάμβαναν τόνους βοδινού. Γάμοι δεν μπορούσαν να γίνουν. Δεν συνέπιπταν οι ημερομηνίες. Οι συγκοινωνίες παρέλυσαν. Στα κουρεία έμενε στη μέση το ξύρισμα. Τα συνεργεία του δήμου δεν προλάβαιναν να παίρνουν κλήσεις για βλάβες που είχαν παλαιότερα συμβεί ή που θα συνέβαιναν στο μέλλον.

Μονάχα οι κυβερνήσεις μπορούσαν να λειτουργούν ανεπηρέαστες. Συνηθισμένες.

Σιγά σιγά αποσυντονίστηκαν τα πάντα και βυθίστηκαν σε μια κατάσταση δίνης χρόνου.

Κάποιος διάβασε στην εφημερίδα την αναγγελία του θανάτου του. Είχαν εκδοθεί τα φύλλα μελλοντικής ημερομηνίας.

Τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης έδιναν όσα λεφτά ζήταγες, γιατί είχαν περάσει και οι λογαριασμοί των μελλοντικών μισθοδοσιών. Στο χρηματιστήριο κάθε λίγο σημειωνόταν μια έκρηξη τιμών.

Δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, λογιστές, σύμβουλοι επιχειρήσεων, μάνατζερ… βρέθηκαν χωρίς δουλειές.

Τα επαγγέλματα που είχαν μεγάλη ζήτηση ήταν χαρτορίχτρες, οιωνοσκόποι, τηλεπαρουσιαστές, αστειολόγοι… Με μια σχετική προσαρμογή του αντικειμένου. Δεν προέβλεπαν το μέλλον, αλλά το παρελθόν και κατέτασσαν τα συμβάντα. Αυτό του παρελθόντος, αυτό τουμέλλοντος… Όχι πως το κατάφερναν, αλλά με τέτοιο χάος ακόμα και το λάθος ήταν μια πιθανή πραγματικότητα. Και τους είχαν μεγάλη ανάγκη οι πολίτες.

Εκτός των άλλων, παρέλυσε και ο ηλεκτρονικός πόλεμος. Εκτοξεύονταν οι βόμβες, αλλά δεν μπορούσαν να βρουν στόχο και γύριζαν στο διάστημα σαν τρελές. Μερικές επέστρεφαν και εξόντωναν τους εκτοξευτές.

Μέσα στο χάος, οι μόνοι που μπορούσαν να ισορροπήσουν ήταν οι αντάρτες του χρόνου. Είχαν βάλει άλλη σειρά στα γεγονότα και από καιρό είχαν επισημάνει την αξία των ασήμαντων. Κάθε πράξη ανεπανάληπτη, μικρή ή μεγάλη, είναι η ουσία. To πριν ή το μετά δεν έχει σημασία. Η καθημερινότητα αξίζει ως ιστορία. Ανάρτησαν στα σχολεία πορτρέτα καθημερινών τέτοιων ηρώων, κάθε ημέρα έναν άλλο. Έκαναν σπουδαία μια παρτίδα τάβλι κι έναν ποδοσφαιρικό αγώνα τρίτης κατηγορίας που δεν ήταν τελικός.

Ένα φιλί στη μέση του δρόμου έγινε το σύμβολο της μιας ημέρας και μια μικρή που έκανε κότσο τα μαλλιά της το σύμβολο της επομένης.

 23

Το ρολόι του καμπαναριού το φρουρούσε ειδικό απόσπασμα χρονοφυλάκων όλη μέρα κι όλη νύχτα.

Από κει οριζόταν χρόνια τώρα η ζωή. «Έτσι το βρήκαμε απ’ τους παππούδες μας».

Αλλά τώρα κάθε πρωί το βρίσκανε σταματημένο. Συνέλαβαν τον νεωκόρο, τον παπά, τον δεσπότη.

Πλην χωρίς αποτέλεσμα. To ρολόι κάθε πρωί ξημέρωνε σταματημένο.

Συλλάβανε όλους τους γειτόνους, εκκένωσαν τα διπλανά σπίτια. Και πάλι τίποτα.

Άρχισαν να μιλάνε για φαντάσματα οι χρονοφύλακες. Κι έτσι γεννήθηκε ο θρύλος. Όπως σε κάθε μεγάλη αναμέτρηση. Με φαντάσματα, με αναστημένους νεκρούς, με επαναφορά των από αιώνες διωχθέντων απείθαρχων. Ένας κάλφας του Μεσαίωνα, που ήξεραν όλα τα παιδιά το παραμύθι του, γύρισε να ολοκληρώσει την εξέγερση που του διέκοψαν. Ο μπάρμπας ο Θανάσης, εφτά φορές καταδικασμένος σε θάνατο και δυο φορές εκτελεσμένος μία από τους αντιπάλους, μία από τους δικούς έπαιρνε μέρος. Ο ποιητής που χάθηκε αναζητώντας τις πηγές των ποταμών και τις αιτίες του πόνου. Όλοι εκεί.

Όταν χάραζε το πρώτο φως, όλη η πόλη, οι δικοί και οι, αντίθετοι, κοίταγαν το ρολόι, για να εκτιμήσουν την πορεία της αναμέτρησης. Έτσι ξεκίναγε η μέρα πλέον.

Γι’ αυτό  το νόημά της είχε αλλάξει.

Οριστικά;

24

Άλλοτε, όπως δείχνουν οι ιπποτικές ταινίες και λένε τα μυθιστορήματα, ομάδες έφιππων ληστών εξαπέλυαν επιδρομές στην ύπαιθρο λεηλατώντας τους απροστάτευτους αγρότες, καταστρέφoντας σπίτια και ικανοποιώντας τις σεξουαλικές ορέξεις τους με τις γυναίκες των χωρικών.

Κι οι χωρικοί, κυνηγημένοι και τρομοκρατημένοι, χωρίς δύναμη ν’ αντισταθούν, ζήταγαν καταφύγιο στο  Κάστρο. Ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν ό,τι τους ζητηθεί προκειμένου να νιώσουν ασφαλείς. Οι ηγεμόνες δείχνονταν προστάτες, πλούτιζαν από τις εισφορές των φοβισμένων και δυνάμωναν την εξουσία τους.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι άρχοντες των Κάστρων απολάμβαναν τα πλεονεκτήματα που τους εξασφάλιζε η δράση των ληστών. Και όπως ήταν επόμενο, ποτέ καμιά προσπάθεια δεν έκαναν να απαλλάξουν την περιοχή από την καταστροφική παρουσία.

Όσο δρούσαν οι ληστές,   τόσο μεγάλωνε η εξουσία   των ηγεμόνων στους χωρικούς. Και ο πλούτος. Και των ηγεμόνων και των ληστών.

Με τα πολλά, κάποιοι νεαροί χωρικοί οργάνωναν ομάδες. Δεν πήγαιναν στο Κάστρο. Δοκίμαζαν ν’ αντισταθούν. Στον κάμπο, τότε, γεννήθηκαν ελπίδες. Δεν βαριέσαι. Δεν κατάφεραν και πολλά. Κι όμως, τίποτα πια δεν ήταν όπως πριν.

Την διηγούνται σαν μια παλιά διδακτική ιστορία. Πόσο παλιά άραγε;     ,

Τα κάστρα έχουν πια γκρεμιστεί. Δεν έχουν φρουρούς σιδερόφρακτους, τάφρους, πόρτες που πέφτουν με αλυσίδες, καταπακτές. Δεν έχουν παγίδες και παράξενα κόλπα που εγκλωβίζουν τους εχθρούς ή μυστικά περάσματα, μετακινούμενους τοίχους και τέτοια. Τα κάστρα είναι πια ωραία ερείπια που χλευάζουν το χρόνο και στοιχειώνουν τους κάμπους.

Όμως οι ληστές δεν έχουν πάψει. Ούτε οι ηγεμόνες. Ούτε οι χωρικοί. Ούτε ο φόβος.

Και τα παιδιά τώρα δεν τα απασχολούν οι κατ’ επάγγελμα και κατά παράδοση ληστές και ηγεμόνες. Σ’ αυτή τη θέση ήταν πάντα, σ’ αυτήν και θα ‘ναι. Κι ο ένας ο λόγος ύπαρξης του άλλου.

Είναι όμως αλλιώς τα πράγματα για κείνους που παλεύουν ν’ απαλλάξουν τον κάμπο και τους χωρικούς κι από τα δύο κακά. Και τους ληστές και τους ηγεμόνες.

Για κείνους που ζούσαν έτσι. Και τώρα αγωνιούν να μπουν στην υπηρεσία του Κάστρου. Τόσα χρόνια εκτέθηκαν στους καιρούς και στην οργή ληστών και ηγεμόνων, πένητες και οδοιπόροι, χωρίς μια σπιθαμή τόπο να αναπαύσουν τα όνειρα και το κουρασμένο τους κορμί.

Και τι δόξα ήταν αυτή που αναζητούσαν; Και τι ξεσκλίδια αυτές οι πορφύρες της εξουσίας τους;

Έτσι λοιπόν τα είδαν τα πράγματα και αφού το σκέφτηκαν καλά, πήραν το δρόμο για το Κάστρο. Φόρεσαν τις καλές στολές  τι εντύπωση θα προκαλέσουν στον ηγεμόνα τα σαντάλια, τα σκονισμένα άλογα κι οι ατίθασες ιδέες και παρουσιάστηκαν για να υποβάλουν τα σέβη τους  και  την υπόληψή τους. Να επιδώσουν  και μια  αίτηση προσχώρησης. (Μερικοί λένε  πως πάντα υποτελείς ήταν,  οι εν λόγω, στη μια  ή την άλλη εξουσία. Ποτέ δεν πίστεψαν στ’ αλήθεια τ’ αντάρτικα. Μπορεί και να ‘χουν δίκιο.)

Μη νομιστεί, πάντως, πως κι αυτό ήταν εύκολη υπόθεση. Γιατί οι ηγεμόνες είναι δύσπιστοι,  ιδιαίτερα με τους αντάρτες του κάμπου. Και ζητούν πολλά  για  να  τους  εντάξουν στη φρουρά. Πρέπει  οι μετανοούντες  να περάσουν τις εφτά δοκιμασίες. Να πάρουν μέρος στο  κυνήγι  των αλλόθρησκων, να φέρουν κεφάλια  στα κοντάρια τους,  να κάνουν κατορθώματα πίστης  και να γράψουν  τη μετάνοιά τους  που πρέπει να κοινολογηθεί σε όλους.

Έτσι γίνεται πάντα στα ιπποτικά μυθιστορήματα. Ο Ρομπέν των Δασών ή υποτάσσεται ή ξαναγυρίζει στο δάσος του Σέργουντ.

Ένας κοτζάμ Ρομπέν των Δασών. Όχι οι κοντορεβυθούληδες! Αυτοί διαλέγουν πάντα τον Ριχάρδο.

25

Α

πό τότε που ο Εφιάλτης πρόδωσε το δρόμο, από τότε κρατάει αυτό το φαρμάκωμα του ύπνου.

Κι έτσι τα βράδυα τα παιδιά όταν πλαγιάσουν δεν είναι σίγουρο πως θα ταξιδέψουν ανέφελα. Μαύρες σκιές έρχονται οι προδοσίες.

Δεν πρόκειται για πρόσωπα μιας παλιάς ιστορίας, αλλά για τους δικούς τους. Δεν άντεξαν, δεν πίστευαν, άλλαξαν γνώμες;

Κάθε φορά που έφταναν τα νέα για μια καινούργια προδοσία, σφιγγόταν η καρδιά τους. Ένας θάνατος. Μια μοναξιά.

Και τώρα; Πώς μπορείς να συνεχίσεις με τόσα βλέμματα που αγάπησες να αιωρούνται στο κενό και να κάνουν άλλα σχέδια;

 Ήταν κι αυτές οι απειλές του Χρόνου και τα μαρτύρια. Με τη στέρηση των ωρών. Ξαφνικά, γύριζαν σπίτι κι είχαν χαθεί ώρες. Έλειπε το μεσημέρι. Και, το γλυκό παιχνίδι κι η ανάπαυσή του. Έβγαιναν κι ήταν ξαφνικά νύχτα. Και τρόμαζαν. Πού είχαν πάει οι ώρες; Πώς μπέρδευε έτσι ο άρχοντας τον καιρό τους; Πώς ξαφνικά γίνονται γέροι;

Άλλοτε πάλι το μαρτύριο της ρουτίνας. Αυτοί σαν αλυσοδεμένοι και να στάζει η μέρα πάνω από το κεφάλι τους την ασήμαντη μονοτονία της, σαν σταγόνα, συνέχεια, σε επαναλαμβανόμενα διαστήματα, τσακ, τσακ, τσακ… Πόσο μπορείς ν’ αντέξεις αυτή την αδιάκοπη επανάληψη; Κι εκεί που παρακαλούσαν να τελειώνει η μέρα, ο βασανιστής πρόσθετε κι άλλη, να παρατείνει το μαρτύριο. Ζήταγαν να εξουσιάσουν το χρόνο να μην τον τσιγκουνεύονται και τώρα παρακαλούσαν να τελειώνει. Τι τρέλα!

Και δεν έρχονταν ειδήσεις. Μια άνοιξη που ένευε από το παράθυρο ήταν εξωτερικό περιστατικό. Η μέσα πόλη ήταν ακόμα βυθισμένη στη συννεφιά. Διαδίδονταν φήμες, ανατολής ή δύσης δεν ξεχώριζες. Οι πρωινές βάρδιες δεν έλεγαν κουβέντα, δεν ακουγόταν ήχος, βλαστήμαγαν εντός τους. Οι καλοκαιρινές περίπολοι είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους. Κάποιοι τουρίστες που κράταγαν πυξίδες και παλιούς χάρτες τους βόηθαγαν να βγουν. Απότομα νύχτωνε, απότομα ξημέρωνε, απότομα έρχονταν κι έφευγαν οι χελιδόνες. Άνευ αιτίας και σαφούς προορισμού.

Τα ερείπια συγκατανεύανε, τα αγάλματα έπαιρναν πόζες παρουσίας, τα υπαίθρια αναψυκτήρια υπονοούσαν τη λειψυδρία. Όταν αποχώρησαν οι φλόγες της δύσης, επικράτησε αμηχανία, έλλειψη ορίζοντα. Τσάμπα ταξιδεύουν τα καράβια;

Είχαν χαθεί οι ειδήσεις. Όταν παρουσιάστηκαν οι νέες κλάσεις, κάποιος προσπάθησε να χαμογελάσει κι άλλος να βήξει, ανατρέποντας τη σιωπή. Ακούστηκε μια σιωπηρή αποδοκιμασία, εκκωφαντική. Μετά πάγωσαν όλα. Κυρίως η μνήμη.

Και πάλι μια ομίχλη που έκρυβε τα περάσματα, και πάλι μια άπνοια που κράταγε την ομίχλη κι πάλι μια άνοιξη ως εξωτερικό περιστατικό.

26

Ούρλιαζε ο Λευτέρης στο κενό. Κύματα έρχονται οι ζωές. Οι δικές του και των άλλων, να εισβάλουν μέσα του, να τον κατασπαράξουν.

«Σας έστειλα να ανοίξετε τα παράθυρα κι εσείς αρπαχτήκατε μεταξύ σας και το ρημάξατε το σπίτι», έλεγε η φωνή του σύμπαντος κόσμου του. Όχι μία φωνή, πολλές.

Γύρισε το βράδυ σπίτι, έκλεισε καλά τις διαφυγές, ήπιε σε δυο ανάσες ένα νεροπότηρο ουίσκι, να καεί και να λιώσει, άνοιξε τις στρόφιγγες του αερίου της μνήμης και λύθηκε σε λυγμούς, σε άπειρα κομμάτια προδομένων κόσμων. Των πριν και των μετά.

Στο λήθαργο που ακολούθησε έρχονταν κατά συρροή τα φαντάσματα. Κι έφευγαν. Καθάριζαν τα σωθικά και τα κέντρα του εγκεφάλου.

Έτοιμος να προδώσει κι αυτός.

Δεν είναι ο φόβος που δένει τους ανθρώπους, έλεγε τώρα. Είναι τα μικρά και τα μεγάλα ψέματα. Φτιάχνουμε το μικρό μας κόσμο, μπαίνουμε σ’ αυτόν και δενόμαστε μαζί του, μ’ όλα τα «πρέπει» και τα «ίσως». Έχει τις δικές του αξίες, τους δικούς του κώδικες, τις ιεραρχίες. Ένα άλλου είδους κάστρο που μας προφυλάσσει από τις έξωθεν επιβολές. Τροφοδοτεί τις αντοχές μας και παρέχει την ασφάλεια και τη βεβαιότητα της «ψευδαίσθησης. Όχι πως δεν απαιτεί κι ηρωισμούς και αυταπάρνηση συχνά. Αλλά η παρεχόμενη βεβαιότητα αξίζει τον κόπο.

Δεν μας βασανίζει πια η αναζήτηση και δεν ταλαντευόμαστε ανάμεσα σε πολλαπλές επιλογές. Ευτυχείς και εύφοροι, στο μεγαλείο της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας, του ίδιου ψέματος. Ακόμα κι όταν ο έξω κόσμος καταρρέει θεαματικά.

Πότε είναι καλύτερα; Με τον ψεύτικο κόσμο, τον δημιουργημένο, ή με το βασανιστήριο της αμφιβολίας και τη μοναξιά της;

Περίπλοκη φουρτούνα τον βασανίζει τον Λευτέρη. Κι ο Μάρκος λείπει (ή μήπως η απουσία του Μάρκου γράφεται με ύψιλον: λύπη;).

Έτσι γραφόταν η μικρή ιστορία των συνωμοτών κατά του Χρόνου. Και διασχίζανε την εποχή των παγετώνων. Κι έτρεφαν την αντοχή τους τα παιδιά.

27

Ο Λευτέρης άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα, τίναξε τα σκεπάσματα, όπου είχαν μείνει τα υπολείμματα του χρόνου.

Όλη τη μέρα κι όλη τη νύχτα, όπως το ‘λεγε η παράδοση, άφησε το σπίτι ορθάνοιχτο, όπως τις ψυχές τους οι αθώοι, να μπει φως και αέρας.

Να μπουν οι νέοι θεατρίνοι, οι κλόουν, οι σχοινοβάτες, αυτοί που πάλι θα ισορροπήσουν στην κόψη του καιρού και του κενού, ανάμεσα στο πριν και to αόριστο.

Μετά θ’ αγιάσουν τα νερά. Να μην πικραίνονται στις πηγές οι οδοιπόροι και να ‘ναι ήρεμος ο δρόμος τους, όλο ανατολές (πόσο ματαιόδοξού). Οι χαίνουσες πληγές να επουλωθούν, νέοι καβαλάρηδες να καλπάσουν με τα μηνύματα των νέων ανακαλύψεων.

Σ’ αυτό το πανηγύρι θα κληθούν παραδείσια πτηνά, θα κληθούν αετοί και γεράκια, περήφανα άλογα της Αραβίας, θα κληθούν χορευτές και σπουδαίοι τραγουδιστές, θα κληθούν οι  καλύτεροι παραμυθάδες, αυτοί που κάνουν τον κόσμο παράδεισο, θα ζητηθεί η συνδρομή των ταχυδακτυλουργών, των μάγων, των προφητών, των αγίων.

Θα μαζευτούν οι φίλοι να πιουν εις υγείαν και εις μνήμην, όπως οι αβέβαιες φλόγες τροφοδοτώντας η μια την άλλη, για να αποχτήσουν σιγουριά φωτιάς.

Να στραφταλίζει η φλόγα σε ξαφνικά ξεσπάσματα της μιας στιγμής, της αιώνιας, πυρακτωμένοι κάκτοι να κατρακυλήσουν στην πλαγιά, να ‘ρθουν να σκάσουν στη ρίζα του κόσμου, να τον ζεστάνουν με μια πυρπόληση σωτηρίας.

Να σταθεί επιτέλους ο κόσμος στα πόδια του. Να βαδίσει.

28

Η Μυρτώ έτρεχε με το μηχανάκι επάνω κάτω στις γειτονιές ανεμίζοντας καλημέρες στ’ αγόρια. Τα μαύρα της μάτια είχαν για υπογράμμιση δυο σκιές που φώτιζαν χο σύμπαν. Η απορία της γινόταν γάργαρο γέλιο, δεν φανέρωνε τις αγωνίες. Τα γυμνά της μπράτσα αγκάλιαζαν όλο το φως.

Υπενθύμιζαν σ’ όλους το καλοκαίρι, υποστήριζαν με την ύπαρξή τους τα πιο τολμηρά σχέδια και υπόσχονταν αιώνια αφοσίωση στο παιχνίδι.

Ένα φουστάνι που χαμογελά, διπλώνει και ξεδιπλώνει γρήγορα πριν το προλάβεις, αφήνει ακάλυπτες μαυρισμένες επιφάνειες δέρματος και ρόδινες υποσχέσεις ευκρασίας. Ένα γαλανό φουστάνι ουρανίσιο, σαν σημαία που ποθούν χιλιάδες πολιορκητές, στρατοπεδευμένοι εκατοντάδες μέρες με στέρηση κι αγωνία, και που το βράδυ, με έφοδο ή με προδοσία, είναι βέβαιο πως θα την πάρουν.

Και πώς γινόταν λοιπόν την εποχή του τόσου ζόφου να ξεφυτρώσουνε τέτοιες ελπίδες; Και πώς γινόταν τότε που εισέβαλε στο μέσα κόσμο η πιο σκληρή βία, να τραβάς το παραπέτασμα και να εισέρχονται μεγάλα κομμάτια συμπαγούς φωτός;

Πώς επιτράπηκαν αυτές οι βέβηλες παραβιάσεις του θρήνου;

29

Κ

άτω από τα αγάλματα των παλιών ποιητών, οι μαχητές της επαναστατικής  αίρεσης «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» έστηναν στο Χρόνο παγίδες, σαν σπαζοκεφαλιές και παιχνίδια του νου.

Τον κάλεσαν σε μουσικές αναμετρήσεις, σε θεατρικές μάχες, σε ποιητικούς συναγωνισμούς… Μέχρι εξουθενώσεως.

Ενέδρευαν στους ύπνους, στoσυνειδητό και το ασυνείδητο της ζωής, στις μετρημένες και στις αμέτρητες περιουσίες των σκέψεων.

Ανέτρεπαν τα καθιερωμένα, έκαναν μπλόκα στους εφοδιασμούς και απέκλειαν ολόκληρες περιοχές, διακόπτοντας την τροφοδοσία της ρουτίνας. Επιστρατεύσανε όλους τους αιώνιους μαχητές του χρόνου και της φθοράς. Τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Όμηρο, τον Μαγιακόφσκι, τον Μαρξ, τον Αϊνστάιν, τον Βίκτορ Χάρα, τον Μπρεχτ, τον Αϊζενστάιν, τον Θεοδωράκη, τον Χατζηδάκι, τον Βαν Γκογκ, τον Σαρλώ, τον Γαρδέλ, τον Καρούζο, τον Τσε Γκεβάρα, τον Μπολιβάρ, τους Κομμουνάρους, τους μπολσεβίκους, τους Κολοκοτρωναίους, τους τόσους τέλος πάντων που δεν μπορείς να περιλάβεις στο ρεπορτάζ.

Επιστρατεύσανε όλες τις ιδέες. Έπεσαν με τα μούτρα να γράφουν, να διαβάζουν, να τραγουδάνε.

Στη μελαγχολία του χρόνου έβγαλαν κάντρα μια χαρά που δεν ξανάδανε και δεν ελπίζανε ούτε οι πιο αισιόδοξοι.

Τα προσφέρανε θεία μετάληψη στο διψασμένο πλήθος, που μεταμορφωνόταν.

Έτσι, για μια φορά ενώθηκε ο κομματιασμένος κόσμος. Η τέχνη, η επιστήμη, η φιλοσοφία, συνάντησαν τους αναστατωμένους πολίτες. Έγιναν μικρές σημαίες, εσωτερικές. Υποσχέθηκαν μια τεράστια απελευθέρωση.

Μετά το θρίαμβό τους, ο κόσμος θα ήταν άλλος πια.

Στις πλατείες θα συγκεντρώνονταν για να απαγγείλουν τους νέους στίχους. Κι η ζωή που θα ζούσαν οι απελεύθεροι δεν θα ‘ταν μία μονάχα, η δική τους, αλλιώτικη πια, αλλά όλες οι ζωές της τέχνης, οι πριν και οι  μετά. Κανείς δεν θα φοβάται έτσι την έλλειψη.

Η τέχνη, κι αυτό όφειλαν να το αναγνωρίσουν, αιώνες τώρα υπονόμευε την ιδέα του Χρόνου και την εξουσία του. Εξαφάνιζε τις διαφορές των δεκαετιών και των αιώνων και καταργούσε το θάνατο. Θεο3ρούσε την αθανασία ως μόνη φυσιολογική κατάσταση. Στη μουσική κατέφευγαν αντάρτες οι πληγωμένοι του Χρόνου. Κι υπονόμευαν τη δύναμη του εξουσιαστή με δυναμίτιδα και στίχους.

Εκεί ο Χρόνος δεν μπορούσε να παρέμβει. Εκεί ό,τιδεν εκπληρώθηκε μπορεί να εκπληρωθεί, κι όλες οι ζωές μπορούν να γίνουν μια εικόνα

30

Σ

το μοναστήρι του Αγίου Συμεών έχει πανηγύρι τον Αύγουστο. Του Αη Συμιού το πανηγύρι. Εκεί οι γύφτοι, απ’ όσο θυμούνται τη φυλή τους, πάνε με τα νταούλια, τα κλαρίνα, τους ζουρνάδες, τραγουδάνε και χορεύουν μερόνυχτα.

Ακούν τ’ αηδόνια και μπαίνουν κι αυτά στο συναγωνισμό. Ποιος θα τραγουδήσει καλύτερα, ποιος θ’ αντέξει.

Έτρεξαν τα παιδιά να συνδράμουν. Τραγούδαγαν οι γύφτοι και τα παιδιά, τραγούδαγαν τ’ αηδόνια. Μια οι γήινοι, μία οι φτερωτοί. Δυο μερόνυχτα, τρία, χωρίς νικητή.

Έρχονταν ενισχύσεις, νέα αηδόνια, ξεπεταρούδια. Καλέσαν και τα παιδιά τον Βασιλόπουλο, τον Σαλέα, μετά τον Τάσο τον Χαλκιά. Να καταλάβουν οι θεοί πουκρίναν πώς παίζουν το παιχνίδι.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Χωρίς σταματημό.

Όταν ξημέρωσε η τέταρτη μέρα, νικητής δεν είχε βγει. Είχε γεμίσει όμως ο τόπος νεκρά αηδόνια. Απόσωσαν πάνω στην προσπάθεια.

Εκπλήρωσαν τη ζωή τους. Πάνω στο αχ τσάκισαν. Πάνω στο ζήτω, το ωσαννά, το χαίρε.

Ζηλέψαν τα παιδιά.

Τόσο παιδιά και να μελετάνε το θάνατο!

31

Κράταγαν ανοιχτή τη μνήμη. Ο Χρόνος έπαιρνε μαζί του μερικούς, τους καλύτερους, για εκφοβισμό.

Δεν ξεχνιούνται οι χαμένοι. Μαζεύονταν οι άλλοι στους τάφους, έλεγαν ιστορίες κι ανδραγαθήματα του παρελθόντος και μαζί έκαναν σχέδια.

Κουβάλαγαν στη ζωή τους όλο το βάρος των απωλειών κι όλα τα σχέδια των απολεσθέντων. Μετά τραγούδαγαν στην άσβηστη μνήμη κι εξουδετέρωναν όλες τις καταστροφές του Χρόνου.

Γιατί έτσι κανείς δεν χανόταν.

Ο δικός τους θεός ήταν λεβέντης. Τύλιγε τη ζωή στα δυο και την τσάκιζε στο γόνατο.

Στο γλέντι του ήταν προσκεκλημένα όλα τ’ ανήμερα θηρία του πλανήτη, να μετρηθούν.

Όταν εξόντωσαν τον μικρό τους σύντροφο και το πιο νέο όνειρό τους   οι εκτελέσεις εκείνα τα χρόνια δεν γίνονταν όπως παλιά με αποσπάσματα μαζεύτηκε μια πίκρα σ’ όλους πολύ βαθιά. Αβάσταχτη.

Την περιφέρανε χρόνια, δεν κόπαζε, δεν καταλάγιαζε·

Κείνο το βράδυ που πίναν, στο ίδιο αλίμονο, τον πήρανε μαζί.

Με μια λύρα ποντιακή, ένα μπουζούκι ρεμπέτικο, ένα ηπειρώτικο κλαρίνο, ένα νταούλι γύφτικο και μια ισπανική κιθάρα και τραβήξανε στα μνήματα.

Μείναν εκεί ως το πρωί, ως όλα τα πρωινά, ως να ξεπνοήσουνε. Ένα ζεϊμπέκικο πάνω απ’ τον τάφο μέχρι τέλους. Έτσι τους μνημονεύανε τότε τους νεκρούς. Έτσι τους ανασταίνανε.

Έχουν τη χαρακιά μέσα τους. Του θανάτου. Πυορροεί και κακοφορμίζει, καιρό τώρα, όλους αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Τα όσα έγιναν μπορούσαν να μην είχαν συμβεί, σκέφτονταν προς στιγμή. Αν απουσίαζε ένας τυχαίος κρίκος στην αλληλουχία των γεγονότων, ένα μόλις λεπτό στη ροή του χρόνου. Αν δεν έχαναν πολύτιμο αίμα;

 Να ξέρεις πως χάσαμε ό,τι καλύτερο είχαμε. Τώρα τίποτα δεν είναι όπως πριν. Μα τι θα γινόταν αν έλειπε ένα λεπτό στη ροή του χρόνου;

Πιο μεγάλος πόνος απ’ αυτόν δεν είχε ξαναγίνει.

Ξορκίζαν το κακό. Μίλαγαν κατά της νοσταλγίας, όπως όταν φωνάζουν στο σκοτάδι για να μη φοβούνται τις σκιές,

Και το διασχίζουν κερδίζοντας το στοίχημα.

Για ποιαν ανάγκη, ποιαν αιτία; Δεν έμαθες ακόμη; Για την ανάγκη της σπατάλης. Για την αιτία του αναίτιου.

Σε τέτοια χρόνια εννοούσαν να τα ξέρουν όλα. Και τούτου του κόσμου και του άλλου.

 Εγώ να σας πω τι είναι ο θάνατος. Που συγγένεψα στενά μαζί του και δεν έχω φόβο πια κι ούτε κινδυνεύω να πείτε πως επαίρομαι για πράγματα της φαντασίας.

Που έχασα μια φορά τον καλύτερό μου κι άλλη μια τον είδα το θάνατο να μου γνέφει από απέναντι  στο τσακ προσπέρασε, δεν ήταν στ’ όνειρο.

Λοιπόν, εσύ δεν είσαι τίποτα. Και το μηδέν δεν αφορά την αριθμητική αλλά τους ανθρώπους. To απόλυτο Μηδέν είναι ο θάνατος. Ο χαμένος χάνεται οριστικά. Δεν έχει να προσθέσει τίποτα. Δεν πονάει, δεν υποφέρει, δεν σκέφτεται. Τέλος.

Ο πόνος είναι ακέραιος. Για κείνους που μένουν. Που κουβαλάνε μέσα τους την απώλεια. To πριν και το μετά.

Η μια στιγμή που τα χωρίζει είναι ένας αιώνας, μια ζωή. Η κοινή ζωή.

Που κρέμεται τώρα μετέωρη. Που δεν αντέχει να κουβαλάει μέσα της τις απώλειες. Η απελπισία, η απόγνωση για τη δική σου ζωή, που έχασε ό,τι αγαπούσε. Και τώρα πώς;

Γυρνάει το μυαλό σου πίσω δεν μπορεί να το κάνεις να μη γυρνάει και κάθε στιγμή σκέφτεται…

Σκληραίνει πολύ το βλέμμα σου όταν κοιτάς τη θάλασσα. Δεν φταίει η θάλασσα, ούτε το βλέμμα. Προστέθηκε σίδερο στις σκιές, λιγόστεψε το φως. Κι αναρωτιέσαι, πώς θα ξαναγίνει φωτεινό το φως;

Είναι εκείνο το σκληρό πρόσωπο του απρόσμενου πόνου. To αδύνατο που γίνεται αιφνιδίως πραγματικό. Αδιαμφισβήτητο. Και η απορία: πώς γίνεται ο αιώνας μια στιγμή; Πώς κόβεται έτσι απότομα στα δυο ο καιρός; Πώς πέφτει σκοτάδι πάνω στο σκοτάδι, μαύρο στο μαύρο;

Τότε οι ημέρες γίνονται πολύ κουραστικές, ξοδεύονται δύσκολα.

Βρίσκεσαι στην πυρακτωμένη ζώνη, πυρπολημένος με εγκαύματα σε όλο το σώμα, το νου και τη μνήμη. Τα πιο επώδυνα είναι στη μνήμη.

Μαθαίνεις τι γεύση, τι αφή, τι οσμή, τι όψη, τι ήχο έχει η απόγνωση.

Είναι, ωστόσο, πολύ άσχημο να απέχεις από to μέλλον. To χειρότερο.

Κι υποχρεώνεσαι έτσι να ξανασυναρμολογήσεις τα καράβια. Σαν εκείνα τα πλοία που βγήκαν στη στεριά, γερά σκαριά χωρίς σαράκι και τα μαζεύουν ναυαγοί κι απόκληροι, τα καλαφατίζουν και τα ξαναρίχνουν στους πόντους για να ξαναπαίξουν to παιχνίδι της αιωνιότητας, σαν να μην είναι παρών ο θάνατος, σαν να μην είναι πραγματικότητα οι ξέρες, οι ύφαλοι και τ’ άγρια νερά.

Γραμμή λοιπόν !

Γυρίστε στα μεγάλα ταξίδια. Στον ανοιχτό ορίζοντα. To παιχνίδι θα συνεχιστεί. Γι’ αυτό μαζέψτε τις αποσκευές, τα εφόδια του βίου, την πρωτινή ζωή και την επόμενη.

Λύστε κάβους. Υψώστε σημαίες.

Ακόμα και με μισές εικόνες. Από την αρχή η μέτρηση. Ξανά.

Ξανά στον έρωτα. Για όλα. Πάνω στα κορμιά να ζωγραφίσουμε κόσμους. Μόνο αυτό που θέλουμε υπάρχει, μόνο αυτό που σκεφτόμαστε επίμονα πραγματοποιείται, μόνο αυτό που πράττουμε μπορεί να αναληφθεί.

Κι αν μας γέλασαν και πάλι οι μαντατοφόροι, δεν έφταιξαν αυτοί. Έπεσαν σε καιρούς, παραπλανήθηκαν, χάσαν τα μηνύματα.

Πάνω στα κορμιά θα ξαναζωγραφίσουν πουλιά και θάλασσες. Θα διαβάσουν ξανά μυστικά μηνύματα. Θα μιλήσουν με τις σκιές. Οι αλαφροΐσκιωτοι.

Τα χείλη τους, που έχουν ακόμα την αφή του πιο κρύου που γνώρισε ο κόσμος, θα περιπλανηθούν πάλι σε εύκρατη πηγή.

Στις διακλαδώσεις θα βάλουν σημάδια, να μη χάνονται. Στις ημέρες θα δώσουν διαφορετικά ονόματα, να μην μπερδεύονται. Στις φλέβες θα δώσουν ρυθμούς, να μη διακόπτονται. Σ’ όλους τους κόμπους θα τοποθετήσουν αρμούς, για να λύνονται.

Θα μετρήσουν τα εκατοστά του άλλου σώματος και θα το τετραγωνίσουν σε αυθαίρετα. Να ξεχωρίζει το κάθε κομμάτι του έρωτα. Να είναι ανεπανάληπτο. Και να οικοδομείται αενάως. Με φιλιά, με σχέδια και με σκέψεις.

Γιατί αρχίζει η νέα ημέρα. Αδιάκοπα. Κι εκείνοι που έζησαν στα καταφύγια δεν γλίτωσαν. Τίποτα περισσότερο δεν έσωσαν από τους άλλους που βγήκαν πάλι στους δρόμους. Μονάχα πως έζησαν λιγότερη ζωή. Λιγότερη, όχι συντομότερη.

 Βάρυνε πολύ η ατμόσφαιρα και τα παιδιά θέλουν να βγουν να παίξουν, να γελάσουν. Μην απελπίζεις τα παιχνίδια. Δεν βγαίνει ποτέ σε καλό.

Γυρίστε, λοιπόν, στα μεγάλα ταξίδια.

Ακόμα κι αν δεν διεκδικείτε την ουράνια βασιλεία, παρά μόνο ένα τετράγωνο άνοιγμα του στόματος. Την τιμή του γέλιου.

Για να γίνει ο θάνατος, η ήττα, μια ακόμα ελληνική τραγωδία, μέχρι την κάθαρση.

Έτσι θα ‘χουν οι αναχωρήσεις κάτι αγγελικό, κάτι θεϊκό, κάτι γήινο.

Σ’ αυτό το παιχνίδι ο θάνατος γίνεται πάλι Άδωνις. Που γυρίζει για να ξαναγίνει άνοιξη και να ξανακαρπίσει η γη.

Κι άμα τον δεις έτσι, τόσο κοντά, δεν τον φοβάσαι πια. Δεν τρομάζεις στις επισκέψεις του. Όχι πως γίνεσαι απερίσκεπτος, αλλά έχεις πια λύσει το γόρδιο δεσμό σου. Κι άμα απαλλαγεί ο άνθρωπος από το φόβο του θανάτου πολλά πράγματα μπορεί να κάνει. Ακόμα και να πολεμήσει το Χρόνο.

32

Μετά από κάθε απώλεια, μερική ή συντριπτική, ξανάβγαιναν στην επιφάνεια αναζητώντας το ισοδύναμο. Ένα νέο όνειρο στη θέση του απολεσθέντος, έναν νέο έρωτα στη θέση του διαψευσμένου, ένα νέο παιδί.

Πλην όμως μάθαιναν, πάλι με οδύνη, πως όλα είναι αναντικατάστατα. Η ζωή γίνεται διαφορετική, το κενό μένει για πάντα. Ο έρωτας, το όνειρο, ένα παιδί είναι μοναδικά πάθε φορά. Κι όσο για τις ρητορείες, ποιος τις ακούει πια.

To Μεγάλο Σάββατο, το πρωί, στην πρώτη Ανάσταση είχαν συνήθεια να πετάνε από τις ταράτσες πήλινα σκεύη του σπιτιού.

Σχεδόν όλο τo χρόνο είχε την έγνοια του σε τούτη την ασήμαντη τελετή ο Λευτέρης. Περίμενε ποια κανάτα, θα ραγίσει, να είναι έτοιμη για ξόδεμα. Μια ανεξήγητη παιδική χαρά, από εκείνες τις καλύτερες που γίνονται. To πρωί του Σαββάτου ήταν επιτρεπτά πολλά απαγορευμένα του όλου χρόνου. Όπως, ας πούμε, ν’ ανεβεί στα κεραμίδια. To βράδυ της Παρασκευής φαινόταν έτσι αλαφρύ με την προσμονή του.

Κείνη τη φορά όμως η γειτονοπούλα άρπαξε το κανάτι από τα χέρια του και το πέταξε αυτή. Κάνοντας κομμάτια το μικρό σχέδιο του μικρού. Που απαρηγόρητος έκλαιγε γοερά για το ματαιωμένο, οριστικά ματαιωμένο, παιχνίδι. Δεν του έλεγαν τίποτα ούτε οι συγγνώμες, ούτε οι λύσεις των ισοδύναμων. Πάρε μια άλλη κανάτα, να σπάσεις και τέτοια. To παιχνίδι ήταν μοναδικό και χάθηκε.

Αργότερα πολύ, έγιναν κι άλλα τέτοια εν τω μεταξύ, ίσως περισσότερο ίσως λιγότερο σπουδαία, ποιος τα θυμάται αυτά (ενώ το κανάτι του Μεγάλου Σαββάτου δεν ξεχνιέται), έμαθε πως ακόμα κι αν δεν υπάρχουν ισοδύναμα, υπάρχει η διαδοχή της ζωής. Όπου η απώλεια, κάθε καταστροφή, τροφοδοτεί μιαν άλλη ζωή.

Δεν ανταλλάσσεις το παιδί που χάθηκε, τη στιγμή που είναι μοναδική, με καμιά άλλη.

Δεν ανταλλάσσεις το ηττημένο σχέδιο μιας διαρκούς νεότητας.

Επιστρέφεις, ωστόσο, για να μετατρέψεις τη ζωή που έχασες. Τη μια ζωή για μιαν άλλη.

33

Στην τελική μάχη βγήκαν τα πιο αποτελεσματικά όπλα. Θα παρατηρήσατε που κατά τη  διάρκεια της αναμέτρησης άρχισε ο τόπος να γεμίζει αισθήματα. Μια διάχυτη καλοσύνη, ένα ερωτικό πάθος ασυνήθιστο.

Ήταν που οι μικροί αντάρτες της επαναστατικής αίρεσης «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» επανέφεραν τον έρωτα.

Περίεργα φαινόμενα παρουσιάστηκαν τότε.

Οι σαραντάρηδες άρχισαν να ζωγραφίζουν ήλιους στις σαμσονάιτ. Διέλυαν τις συνεδριάσεις και πέταγαν μπαλόνια στο διάστημα. Μοίραζαν σερπαντίνες στις γωνίες των οδών.

To ποσοστό κέρδους σημείωσε κατάρρευση, καθότι οι εργάτες δούλευαν πια με την έγνοια της ζωής και οι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν να τους πιέσουν. Κανείς δεν υπολόγιζε τις απειλές μέσα σε τόση αιθρία.

Ένα παιδί ξέφυγε από το χέρι του πατέρα, πέρασε την κεντρική λεωφόρο ανάμεσα στους ξέφρενους οδηγούς, που ξαφνικά σταμάτησαν, ξέχασαν τη βιασύνη, όλες τις δουλειές, τα επαγγελματικά ραντεβού, το στρωμένο τραπέζι που περιμένει στο σπίτι. Άφησαν τ’ αυτοκίνητα στη μέση, έρμαια, και προσπαθούσαν να ακολουθήσουν το παιδί που στο μεταξύ πέταγε σαν να μην ήταν παιδί ή μάλλον ακριβώς ως παιδί.

Φυσικά και δεν μπορούσαν να πετάξουν.

Γι’ αυτό έμειναν εκεί να κοιτούν και να φαντάζονται πώς είναι ένας άλλος κόσμος, πώς είναι η μνήμη, πώς ο έρωτας, πώς η ψυχή.

34

Ήταν ήρεμη η βραδιά. Φθινοπωρινή ή περίπου. Ο Σεπτέμβρης δεν ανήκει πια στο φθινόπωρο, μονάχα η αύρα του είναι μελαγχολική. Παράθυρα ακόμα ανοιχτά, κουβέντες αιωρούμενες κι ανακατωμένες με τους ήχους των εφήμερων τηλεοπτικών πρωταγωνιστών.

Βραδιά με φεγγάρι. Όμως μυρωδιά από αγιόκλημα, έστω και ως επέκταση της φαντασίας, δεν ερχόταν στους δρόμους της πόλης.

Η ατμόσφαιρα δεν είχε ένταση, ηλεκτρισμό, προαισθήματα, μια ταραχή, κάποιο νυχτερινό όνειρο να συνοδεύει όλη την τριβή της καθημερινότητας.

Ο Λευτέρης, τώρα που καταλάγιαζαν οι υπολογισμοί, η φουρτούνα της ημέρας, οι καβγάδες, η επιφυλακή ποιος θα σε ρίξει, ποιον θα ρίξεις, ξαναγύριζε στη μελαγχολία που καιρό τώρα κουβάλαγε μέσα του. Κι εκείνη η προσδοκία κάτι καλύτερου. Χωρίς να ξέρει ούτε από πού προέρχεται η μελαγχολία, ούτε ποιο είναι το καλύτερο.

Αυτή τη βραδιά οι σκέψεις τον οδήγησαν στο σπίτι της Μυρτώς. Ένας τόπος απαλός, όπως κι η ίδια, αίσθημα ασφαλείας. Μουσική-τάνγκο, Άστορ Πιατσόλα.

«Μελαγχολικές σκέψεις που χορεύονται, δεν θυμάται ποιος το έχει πει, αλλά μου φαίνεται πολύ εύστοχο για το αργεντίνικο τάνγκο».

Τον πήρε σ’ ένα χορό. Σαν για να χορέψουν τις μελαγχολικές σκέψεις. Όπως στις ταινίες.

Είχε πάντα μια διάθεση να βλέπει τη ζωή του σαν ταινία που παρακολουθεί στην οθόνη. Πρωταγωνιστής και θεατής ταυτόχρονα.

Πώς έγινε τώρα από κει που δεν υπήρχαν ευωδιές, αγιόκλημα και ανοιξιάτικες ελπίδες να πλημμυρίσει ο τόπος ευωχία, δεν το κατάλαβε.

Τη φίλησε -ή μήπως τον φίλησε;- απαλά, στη γωνία των χειλιών. Συνέχισαν να χορεύουν διερευνητικά, κάπως αμήχανα, σαν να εκτιμούσαν οι μέσα εαυτοί τους την κατάσταση που δημιουργούσαν οι έξω.

Κι ύστερα τα χείλη άρχισαν πάλι να ψάχνουν την άκρη ώσπου να μείνουν ενωμένα για πολλή ώρα, σχεδόν για πάντα.

To ένα του δάχτυλο, τα δύο, άρχισαν μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις.

Πέρασε ώρα ώσπου να ξεκολλήσουν και να κατηφορίσουν προς τον ακάλυπτο, μεταξύ της κοντής μπλουζίτσας και της φούστας. Στάθμευσε εκεί για λίγη ώρα, διερεύνησε το έδαφος κι ύστερα άρχισε να κατηφορίζει, ακολουθώντας τα κοκαλάκια της σπονδυλικής στήλης, τόλμησε μια επική κάθοδο μέσα από τη φούστα κι. έκανε το χνουδάκι του τραχήλου να ορθωθεί.

Μετά όλα βρέθηκαν στη δίνη.

Η Μυρτώ του έβγαλε με βιασύνη το πουκάμισο, το παντελόνι και κίνησε τα χέρια της σε μια τεράστια διαδρομή πάνω στον κόσμο του κορμιού του. Μεγάλο ταξίδι, υπέροχο.

Έκαναν έρωτα, χωρίς διακοπές γι’ ανάκαμψη. Σαν κάτι που ερχόταν από πολύ μακριά κι έπρεπε να κρατηθεί όσο γίνεται περισσότερο γιατί προορίζεται να χαθεί.

Βούλιαξαν τα σώματά τους, βυθίστηκε στον κόλπο της και τα μέλη του θρυμματίστηκαν, ναυάγια που βρίσκουν τον προορισμό τους.

Χωρίς κουβέντες. Δεν ήξεραν πώς να μιλήσουν.

Δεν της είπε σ’ αγαπώ και τέτοια. Σαν να μην ήταν βέβαιος. Παρά μόνο: θα είσαι πάντα μαζί μου;

Αμηχανία και σιωπή η Μυρτώ. Τον φίλησε με πάθος. Αυτό μόνο και συνέχισε. Τα σώματα, τα χέρια, τα χείλη τους μίλαγαν, χωρίς έναρθρο λόγο. Καλύτερα!

Οι γλώσσες τους διέτρεχαν μεγάλες αποστάσεις, έμεναν ώρες να εξερευνούν ευαίσθητα σημεία, να δοκιμάζουν τα όρια της ηδονής, μέχρι να προκαλέσουν σπασμούς.

Στείλε λουλούδια όχι γράμμα, αυτά τα σκεπάζουν όλα, ακόμα και τους τάφους. Μονάχα που αυτός την αψήφησε την ποιητική συμβουλή. Της έγραψε:

«Δεν είναι η πρώτη φορά που σου γράφω. Άλλο που δεν τα έχεις λάβει. Τα ‘χεις ωστόσο αισθανθεί. Γενικά, μου φαίνεται πολύ καλύτερο να σου γράφω. Φοβάμαι πως τα λόγια έχουν έναν ήχο περίεργο, σε κάποιες περιπτώσεις αποκρουστικό, και πάντα -εκτός από σπάνιες φορές- δεν έχουν τον κατάλληλο τόνο. Είναι όπως το απαγγέλλεις από μέσα σου με τη φωνή του Κατράκη και δεν θέλεις να το πεις δυνατά μην το χαλάσεις.

Θέλω να σου γράφω .όσα κομπιάζουν στη γλώσσα. Όσα όταν λέγονται ακούγονται φτωχά, σαν δειλίες. Λείπουν οι σιωπές, οι προεκτάσεις… Δεν ξέρω να απαγγέλλω, ούτε τα δικά μου λόγια. Ακούω σαν παράταιρη τη φωνή μου. Ενώ με το γραφτό, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τα λόγια παίρνουν τον ήχο που τους δίνεις εσύ, όταν τα διαβάζεις – και ξέρω πως τους δίνεις αυτόν που πρέπει. Όλους τους ανέμους που έχει η ψυχή σου.

Κι επειδή μαθαίνω -πόσο αργά και πόσο δύσκολα! – την ανάσα του κόσμου όταν κόβει την αναπνοή του για να αισθανθεί (αυτή τη θέση δεν έχει στην απαγγελία η παύση της αναπνοής;), νιώθω και την απόγνωση εκείνου που ξέρω ότι υπάρχει, εκείνου που ξέρω ότι θέλω, ενός πραγματικού ονείρου που προσεγγίζω βασανιστικά. Έως καθόλου. (Έτσι μου φαίνεται πολλές φορές.)

Αυτό το μετέωρο, το μισό, έχω αρχίσει να πιστεύω πως είναι το σημάδι της ζωής μου. Σαν να μην ολοκλήρωσα ποτέ ό,τι άρχιζα. Ούτε αισθήματα, ούτε σχέδια, ούτε προσπάθειες.

Και τώρα πάλι με μια Ιθάκη… Σε ένα τίποτα και στο παν. Που την πάω και τη φέρνω ανάμεσα σε ασήμαντες καθημερινές ασχολίες και σε προσδοκίες ασύλληπτες, σ’ ένα πουθενά και σ’ ένα όνειρο. Στην αγορά, σε ψιλικά, είδη νεωτερισμών και σε φωτεινές γιορταστικές γιρλάντες. Σε φτηνές εργολαβίες και πανάκριβα ταλέντα.

Σ’ έναν κομματιασμένο κόσμο κομμάτια. Σε μια ανολοκλήρωτη συμφωνία χαράς που σε υψώνω και σε βυθίζω. Κι όταν φυσούν ψυχροί άνεμοι, ανακατώνονται εύκολα τα μέσα και τα έξω.

Ό,τι γνωρίσαμε δεν είναι λίγο. Ό,τι μάθαμε ήταν μερίδιο από σοφία. Ό,τι αγαπήσαμε ήταν το καλύτερο. Αυτό  είναι αρκετό; Δεν έχω απάντηση».

Και δεν ήξερες αν το γράμμα ήταν ο έρωτας για τη Μυρτώ ή όλη η ζωή του συμπυκνωμένη.

Αμέσως μετά της έγραψε ένα δεύτερο. Σαν να συνέχιζε το παραλήρημα του πυρετού, σαν να μην είχε διαφορά, το ένα συνέχεια του άλλου, όπως τα γεγονότα, όπως η ασυνεχής ζωή του. Όπως οι αδιάκοπες ήττες.

«Αν θέλεις να ξέρεις, σου έχω πολλές οφειλές. Την ευτυχία να έχουν οι λέξεις αποδέκτη και οι στίχοι να έχουν πρόσωπο. Τη χαρά να μαθαίνω κοιτώντας σε τι απόσταγμα βγάζει ένας πόνος, ένας αγριεμένος καιρός.

Μαζί σου μαθαίνω τις γλώσσες του κόσμου. Και σκέφτομαι πόσο ακριβή είναι αυτή η γνώση, πόσο σκληρά πρέπει να πληρώσω αυτή τη χαρά, να πάλλομαι με τον ήχο ενός στίχου, να ζω με μια μουσική.

Μαζί σου σκηνοθετώ τη ζωή μου. Σ’ ένα ρίσκο της φαντασίας. Σ’ ένα γύρο της χαράς και του ωραίου θανάτου, σαν σε λούνα παρκ με εκπλήξεις.

Παλεύω μαζί σου για μια σταγόνα, λίγο από το φως, για ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα, τη στρογγυλή κίνηση της φροντίδας του χεριού σου.

Μια μέγιστη χαρά που με γλιτώνει, για να μην τρελαθώ με τους γλάρους των άνυδρων ακτών που κρώζουν αδιάκοπα στ’ αυτιά, σαν Ερινύες.

Κι ύστερα, μαθαίνω αδιάκοπα μαζί σου. Πόσο μετέωρη μένει η ζωή μου πετώντας σε κορυφές και μετά γυρνώντας στα υπόγεια.

Όταν μετράω πόσα κουρέλια μαζεύτηκαν γύρω μας, τις ζωές που δήλωσαν παραίτηση, καταλαβαίνω τι κερδίζω, τι χάνω, τι πρόσφερα, τι όχι. To καλό, την ευχή, την τύψη, την πληγή. Εν πλήρη συγχύσει και όχι αθώος.

Τελικά μ’ αυτά δεν ξέρω αν είσαι αληθινή ή γέννημα της αρρώστιας που με τρώει, της φαντασίας μου.

Αλλά δεν έχει καμιά σημασία, εντέλει. To θέμα είναι πώς προεκτείνεσαι. Πώς μεταβιβάζεις τη ζωή σου σε μιαν άλλη. Πώς μεταδίδεις τη μέσα σου πλημμύρα.

Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο έρωτας. Και εγωιστής και δότης. Όταν μιλάς για απλά πράγματα και φαίνονται σπουδαία.

Θέλω να ανταποκριθώ. Να προεκταθώ. Να βγάλω την ψυχή μου στο δρόμο. Να στην εμπιστεύομαι. Να την κρατάς. Νιώθω ασφαλής. To «πάρε με» στον έρωτα, τότε  που τα μάτια σου χωράνε τους γνωστούς και τους άγνωστους κόσμους.

Και να ξέρεις τελικά, πως οι ανεμοδείκτες δεν είναι ικανοί να αλλάξουν ή, έστω, να κρατήσουν τους ανέμους. Μονάχα να μας δείχνουν προς τα πού στρέφεται ο καιρός ή απλώς να συμβολίζουν την αντοχή μας.

Ενδύεσαι φως χειμερινής αιθρίας στο βράχο της Μονεμβασιάς, της είπε.

Ερωτεύτηκαν μάτια που κοίταζαν τώρα να δουν ν’ αντανακλώνται αισθήματα. Χρόνια που αγνοήθηκαν έπαιρναν φως, σαν ξαφνική αστροφεγγιά σε μαύρη θάλασσα.

– Στο κορμί σου περιπλέω τον γνωστό και τον άγνωστο κόσμο. Βλέπω τα χρώματα του ορίζοντα σε όλες τις εκδοχές τους.

Βλέπω τα νερά πράσινα και γαλάζια σαν αστραπές του νου και σαν μαργαριτάρια της ψυχής.

Ανασαίνω όπως τις ημέρες που γεννούσε η φαντασία μου ωραίους κόσμους.

Κι αν απέχει από το να είναι ευτυχία, είναι ωστόσο μια θαλπωρή, ένα απάγκιο, ένας τρόπος για να ζω τις βαριές ώρες που με παραμονεύανε. Είναι ένα μυστήριο της ζωής και του κόσμου.

Να ξέρεις, έχει μεγάλη σημασία να ξέρεις, πως έμεινες πολλά χρόνια τώρα, το σημείο που αλλάζει την πόλη, το σημείο που μετατρέπει τις καταστροφές.

Οι δρόμοι είναι πλημμυρισμένοι κόσμο. Υπέροχα γυναικεία πρόσωπα, μικρά αινίγματα με συναρπαστικές εκδοχές. Κι είναι μια σκέψη, εσύ, να μετατρέπεις την ομορφιά σε ομορφιά, την καλοσύνη σε καλοσύνη, την πίστη και την ελπίδα της πίστης. Αυτό το σημείο που κάνει αληθινά -όχι πραγματικά- τα όνειρα.

Ένας έρωτας που έπαιζε πι αυτός ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό (Αλλά τι είναι πραγματικό, τι φανταστικό; Και μάλιστα στον έρωτα!)

Κι έτσι που κοίταζε από ψηλά κάστρα και σπίτια και θάλασσα, του ‘ρθε να πετάξει,. Να κάνει ένα μεγάλο βολ πλανέ, να ‘ρθει σύρριζα στα καμπαναριά, να στουκάρει προς τη θάλασσα, να βρέξει στην αρμύρα τις δυο φτερούγες του, στην άκρη, να ξανασηκωθεί με γέλιο προς τον ήλιο, ν’ ανοίξει τη ζωή του στην Ανατολή.

Έτσι που τον έβλεπε το βράχο της Μονεμβασιάς, Φλεβάρη μήνα, πλημμύρα μαργαρίτες, χαμομήλια, παπαρούνες, άγριες βιολέτες… Σαν αναστάσιμο…

Έτσι πυρπολήθηκε σ’ όλες τις πυρκαγιές που άναβε ο κόσμος…

Τότε τους σήκωνε ο κόσμος τους ηρωισμούς και τις μεγάλες κουβέντες, τους έρωτες. «Μαλάικα» στα κενυάτικα σημαίνει άγγελέ μου.

Τότε που πολέμησαν το Χρόνο.

 ΜΕΡΟΣ   2ο

 1

Κύλησε πολύς καιρός σ’ αυτή την αναμέτρηση. Κανείς δεν μπορεί να πει πόσος, αφού είχε αλλάξει ο τρόπος που μετράγανε. Ήταν αιώνες, απλώς μερικά χρόνια ή μήπως κάποιες ημέρες που είχαν περάσει; Αλλά τι σημασία έχει;

Έστω για λίγο, τόσο λίγο που να είναι πολύ, η εξουσία του χρόνου καταλύθηκε.

Τόσες ζωές αφοσιώθηκαν, τόσες έγιναν παρανάλωμα, τόσες ωραίες ιδέες πυρπόλησαν τον κόσμο, έτσι που να μην είναι ίδιος πια!

Σ’ αυτές τις μεταλήψεις αναπτερώθηκαν όλοι οι όρκοι και οι υποσχέσεις. Της πραγματικότητας είναι ή της φαντασίας; Αλλά τι είναι πραγματικό τι φαντασία σ’ έναν τέτοιο έρωτα;

Κι εγώ τώρα που σας  ιστορώ ψάχνω να βρω την άκρη απ’ αυτό το παραμύθι.   Από πότε ξεκίνησαν οι γενιές πού προορίζονται να πάνε. Φουρτουνιασμένες κι ευάλωτες.

Ανοχύρωτες, στο έλεος του ανέμου και του θανάτου.

Ψάχνοντας αδιάκοπα μια νικηφόρα εξέγερση. Για να καταλύσουν επιτέλους οριστικά τον δυνάστη. Και να ξαναμετρήσουν τη σειρά των γεγονότων με άλλο τρόπο.

Να καλπάσουν πάνω σ’ ένα κύμα, ακόμα κι αν συντριβούν στις ακτές, ελπίζοντας πως κάποτε θα αποφευχθεί το μοιραίο.

Πόσες φορές θα επαναληφθεί η απόπειρα του ταξιδιού;

2

Κι εγώ τώρα που σας ιστορώ, γυρίζω σε μια πόλη που ήξερα καλά. Λείπουν όμως κτίρια, λείπουν ονόματα, λείπουν ημερομηνίες. Λείπω κι εγώ, συχνά.

 Έχουν μείνει μονάχα μερικά καταφύγια για να βγάζω τα βράδυα. Αν ανηφορίζω συχνά στον ίδιο δρόμο είναι γιατί επίμονα ψάχνω το κέρμα που μου έπεσε στην αναστάτωση. Και βάζω σημάδι από τη μια γωνία στην άλλη. Να ‘χω σκοπό.

Δεν μ’ άρεσε ποτέ να γράφω τον επίλογο. Πάντα προτιμούσα τους προλόγους. Μια πίκρα ερχόταν σαν πλημμύρα όταν τέλειωνε η γιορτή, σβήνανε τα φώτα, κι απόμεναν -εκεί που ήταν οι θόρυβοι και τα γέλια- άδεια καφάσια, σπασμένα ξύλα και φτερά, σκουπίδια λέξεων. Να σαρώνουν οι σκουπιδιάρηδες τη δόξα και ν’ αδειάζουν το φορτηγά του δήμου στις χωματερές τα καλύτερα παιδικά αμαρτήματα.

Μόνο που δυστυχώς δεν τα κατάφερα να παρατείνω τις γιορτές. Μερικές διακόπηκαν απότομα.

Και μπορώ να σας ιστορήσω πολλά σχετικά περιστατικά.

Εκείνον το Μάη είχε συννεφιές, κρύο και συχνά έβρεχε. To ίδιο  και  τον Ιούνιο.Στο Νευροκόπι η θερμοκρασία έπεσε κάτω από το μηδέν. Τα βουνά πάγωσαν για λίγο το δάκρυ των πηγών τους και οι νυχτερινοί συλλογισμοί διακόπτονταν από κάποιο πνιχτό ήχο, σαν λυγμό ανεπιβεβαίωτο ή και περήφανο.

Και το καλοκαίρι που ακολούθησε πολύ περίεργο μας βγήκε. Σαν να μην πείστηκε από τις υποσχέσεις που δόθηκαν, σαν να μη βεβαιώθηκε από τις προθέσεις. Σαν να αγωνιούσε ανάμεσα στη θέρμη της φύσης και σε μια φθινοπωρινή υποτροπή αισθημάτων.

Σ’ ένα ηλιοβασίλεμα μάζεψε όλη τη σιωπή. Δυσκολεύονταν τα παιδιά να κοιτάξουν τον ορίζοντα. Αυτό το κόκκινο χρώμα δεν ήταν το δικό τους, μάλλον προς αίμα έφερνε.

Και πώς να ταξιδέψεις αν δεν μπορείς να κοιτάζεις τον ορίζοντα;

Έβρεχε αδιάκοπα ώρες πολλές. Οι δρόμοι ποτάμια και τα ποτάμια θεριά. Έπαιρναν μαζί τους ανθρώπους, αυτοκίνητα, σπίτια, περιφραγμένα οικόπεδα, τακτοποιημένες υποθέσεις, ιδέες ολόκληρες… Προς άγνωστη κατεύθυνση.

Έμπαιναν τα νερά στα σπίτια, στις ζωές, ως την ψυχή τους και απόθεταν τόνους λάσπη. Διαλύθηκαν οι επικοινωνίες. Αλλόφρονες άνθρωποι προσπαθούσαν να σώσουν ό,τιμπορούσαν. Τα πιο πολύτιμα. Ένα σπυρί καφέ, το βάζο με το περγαμόντο, ένα βίντεο γκέιμ, τη φωτογραφία τριπλοκάβαλο στη μηχανή, το χρυσόψαρο, το τελευταίο παραμύθι…

Τα νερά κι η λάσπη δεν σεβάστηκαν το χρόνο, ούτε την ιστορία. Ξεχύθηκαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στα αρχεία του κράτους, στα αρχεία του Κόμματος, τα πήραν μαζί τους, άλλα τα βούλιαξαν, να τα βρουν κάποιες πολύ μελλοντικές γενιές, κάποια τα έσβησαν, κάποια τα κουβάλησαν στους τέσσερις ορίζοντες.

Κάτω από τα σπίτια που πήρε η καταιγίδα βρίσκονται όλες οι παλιές φωτογραφίες, όλα τα μικρά αντικείμενα, οι μικρές ημέρες. Άλλοτε ο αντάρτης εαυτός τους έλεγε πως αυτά δεν έχουν καμία σημασία. Δεν ήθελε ίχνη. Δεν χρειαζόταν κειμήλια. Δεν τον βάσταγαν στη γη οι απώλειες κι ο πόνος τους. Είχε καβαλήσει τον επόμενο άνεμο και χανόταν. Τώρα όμως;

Ο καιρός κόπηκε στα δυο.

Και από τότε τα γεγονότα σημαδεύονταν με ένα πριν ή ένα μετά.

3

Το χειρότερο ήταν πως είχαν βουλιάξει οι λέξεις. Χιλιάδες λέξεις πνίγονταν στο βούρκο, άλλες έφευγαν πανικόβλητες μήπως και σωθούν, άλλες ανέμιζαν πλέον ξένες σημαίες.

Οι εναπομείνασες απλώς διεκπεραιώνουν εμπορικές υποθέσεις. Δεν έχουν ήχο, μονάχα θόρυβο, και δεν χρησιμοποιούνται πια σε παραμύθια. Με τέτοιες λέξεις δεν κάνεις ζωγραφιές. Άφωνος μένεις μέσα σε τόσες φωνές.

Κι ωστόσο μιλούσαμε όλοι ακατάπαυστα, χωρίς ν’ ακούμε τη φωνή μας. Μιλούσαμε αόριστα για πράγματα οριστικά. Κοιτάζοντας επίμονα το μαύρο, να δούμε πότε θ’ ανοίξει.

Αλλά το χέρι σου πώς θα πάρει άλλο σχήμα, πώς θα μάθει να ερευνά τη γεωγραφία άλλου σώματος;

               Κι είχαμε μπροστά μας πολλά σχέδια ημιτελή να ολοκληρώσουμε. Πολλές κουβέντες να κάνουμε. Να σπαταλήσουμε ώρες νυχτερινές σε ονειροπολήσεις.

Προς το παρόν, μετά τα τόσα γεγονότα, μετά την αιφνίδια ανακοπή, έπρεπε να ενώσουμε το πριν με το μέλλον. Και να περάσουμε πάνω από το περίεργο αυτό καλοκαίρι.

Θα αποτίσουμε φόρο τιμής στη ματαίωση, θα ταξιδέψουμε με μεσίστιες σημαίες, σε ένδειξη τιμής, για τις απώλειες. Για να μη μείνει ασυντρόφευτο το φεγγάρι. Μην κλάψουν στη μοναξιά τα παιδιά.

Ένα αγόρι που θα βρέχει τα πόδια του στο ποτάμι θα το ‘χουμε στη μέσα τσέπη. Να το κοιτάμε όταν αγριεύουν οι μέρες και μας απειλούν.

Ακόμα από τη μια στην άλλη άκρη του νερού πλέουν αργά, βασανιστικά για το μάτι της ακτής, οι βάρκες με τις μαύρες σημαίες.

Θα περιμένουμε λοιπόν στην άλλη εκδοχή των γεγονότων.

Και μη μουρμουράς κατάρες κι άστοχες υποθέσεις.

Α, αν δεν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα, αν την κρίσιμη στιγμή δεν φυσούσε παγωμένος αέρας και αν την ώρα της τελικής κρίσης δεν λιποψυχούσε κάποιος και χανόταν, αν δεν υπήρξε ένα μόλις λεπτό στη ζωή του κόσμου! Τι θα γινόταν, αλήθεια, ο κόσμος, αν είχε χάσει ένα λεπτό; Ποιά  ισορροπία του σύμπαντος θ’ ανατρεπόταν;

Άφησέ τα αυτά. Δεν οδηγούν, βουλιάζουν.

Κι εγώ τώρα που σας ιστορώ κουράστηκα με όσα είδα. Βάρυνε κι ο τόσος χρόνος εντός μου. Τα τόσα περιστατικά. Κι έτσι που κατεβαίνουν δυο παιδιά την Αλεξάνδρας πιασμένα από το χέρι και διασταυρώνονται μ’ ένα τεθωρακισμένο, που ξέμεινε από άλλα απολιθωμένα γεγονότα, καταλαβαίνω πια πως ο χρόνος έχει κυλήσει αμετακλήτως, πως τα συμβάντα είναι οριστικά, τα νέα που ήρθαν δεν επιδέχονται αμφισβήτηση και πως μάταια περιμένω επανάληψη εκεί στη γωνία, κοιτώντας μια τα πρόσωπα και μια την επόμενη εποχή.

Αλλά και πάλι λέω: είναι κι αυτός ένας αφόρητος τρόπος να μαθαίνεις.

4  

Ή

ταν τότε ,που ένα παιδί παίζοντας με τις μαργαρίτες κόπηκε. Και αιμορράγησε ο κάμπος. Εξορισμένοι ποιητές έστειλαν σήματα κινδύνου. Άδεια πουκάμισα εξεγέρθηκαν. Έτρεξαν οι φίλοι να σώσουν τα νερά, να μη ρυπανθεί ο καιρός. Έστησαν ενέδρες στη μνήμη να μη δηλητηριάσει τα γεννήματα. Έκλεισαν αεροστεγώς τα περάσματα.

Κι ωστόσο, οι νεραντζιές μοσχοβολούσαν ως πάνω στο υπερώο. Παραβίαζαν τις κλειστές πόρτες. Αέρια άνοιξης που παρέλυαν τις αισθήσεις και πολλαπλασίαζαν το αίμα.

Ποιο όνειρο έφερε τις σκέψεις ως εδώ; Ποιο κύμα τις κάλπασε, έκπληκτο για όσα είδε;

Εγώ ακολούθησα ένα γυναικείο πρόσωπο, που είδα το πρωί σε όλες τις διαδρομές της πόλης, ώσπου νύχτωσε. Διακλαδώθηκε σε όλες τις φλέβες του κορμιού της.

– Της γυναίκας ;

– Της πόλης ;

Στις πολύπλοκες διασταυρώσεις έχασα τον προσανατολισμό κι έφτασα πολλές φορές στο αδιέξοδο. Πολύ συχνά δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας. Νόμιζα πως στην άλλη στροφή θα βγω από τον κυβερνοχώρο και δεν θα έχει αλλάξει τίποτα. Κανείς δεν θα αιμορραγεί. Κανείς δεν θα εκπλήσσεται από το αιφνίδιο.

Έκτοτε έμπαινα και έβγαινα, μια στον εικονικό κόσμο, μια στην πραγματικότητα. Μη ξέροντας πλέον τι είναι ποιο. Ενώ οι ημερομηνίες φτάνουν χωρίς να βιάζονται ή να καθυστερούν.

 Μονάχα ακροβατώντας στο σκαμπανέβασμα των στίχων:

Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση  

 για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.

Η άλλη μισή μου ηλικία θα περάσει. 

Χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα1

Ομνύω στο γέλιο των παιδιών..

—————————————–

1. Νίκος Καρούζος: «Διάλογος Πρώτος», Τα ποιήματα, τόμ. Α’, Εκδ. Ίκαρος

5

Γιατί εσύ δεν είναι δυνατό να κάνεις πως δεν ξέρεις, Πως από εκείνη την εφηβική αιθρία έμειναν μόνο εικόνες! Πως ξοδεύτηκαν σ’ ανώφελες συναναστροφές τόσες ιδέες! Πως η μανία των αγαλμάτων ξέσπασε στα μάτια σου!

Τι όμορφα που είναι τα μάτια σου! Σαν τα αρμοσμένα μέλη του καλοκαιριού. Πως κρατάνε ακόμα τόση φλόγα επιθυμίας! Πώς σβήνουν τόσα ναυάγια καλοκαιριών!

Γιατί όμως ανεβάζουν μια ρυτίδα, σαν να γερνάνε;

Κάποια φορά πρέπει να τα φροντίσω τα μάτια σου. Να τα σκουπίσω από την πολυκαιρία, να τα περάσω με αντιδιαβρωτικό φιλί, να τα κρατήσω μερικούς αιώνες στα χείλη μου.

Να μην τ’ αφήσω να ναυαγούν το μέλλον μέσα τους

Αν δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τα ναυάγια, άλλαξε τουλάχιστον το βλέμμα!

Κι αν σου μιλάω αιώνες τώρα με μισές κουβέντες, λέξεις αμφισβητούμενης εγκυρότητας (και νηφαλιότητας). Αν αποφεύγω τα συμπεράσματα και τα καθήκοντα των αισθημάτων, είναι που σκορπίσανε πολλά μόρια του κορμιού μας στο κοσμικό σύμπαν. Κι η σκέψη μας είναι δύσκολο να τα ανακαλέσει και να τα συναρμολογήσει.

Καταφεύγω, συνεπώς, σε λέξεις αιωρούμενες, που τις πιο πολλές φορές δεν βγάζουν νόημα, μόνο αισθάνονται.

Ξέρεις πως δεν ξοδέψαμε ασυλλόγιστα τις λέξεις. Σκορπώντας τες σε διασκεδάσεις και παιχνίδια, επιδεικνύοντας τη γοητεία και τη χλιδή τους. Δεν τις κολλάγαμε νομίσματα στα κούτελα οργανοπαιχτών και δεν τις είχαμε σαν γυναικεία λούσα όταν ξεχείλιζε το κέφι. Δεν αποδεχτήκαμε την κοκεταρία και τ’ ακριβό τους περιτύλιγμα κι ούτε που καμαρώσαμε για την καπατσοσύνη τους. Δεν τις πουλήσαμε στις αγορές όπου ξοδεύονται όλοι οι, κόποι.

Κι ωστόσο, τι να τις κάνεις τις καλές προθέσεις, τους όρκους της τιμής, την ειλικρίνεια της επιθυμίας, αν δεν μπορέσεις να αναστήσεις τα αισθήματα;

6

Α

κροβατούμε τώρα στην κόψη του κύματος, πηδώντας από αφρό σε αφρό, από γεγονός σε ελπίδα, από τη μια εποχή στην άλλη. Αναμοχλεύοντας τον καιρό, να σβήσουν οι διαχωρισμοί του πριν και του μετά. Οπότε δεν θα χρειάζεται να στρέφουμε τα μάτια συνέχεια, μήπως και ξεχωρίσουμε τι χρώματα ανατέλλουν, τι δύουν.

Τώρα οι μέρες συνωστίζονται στα μουράγια. Τι γυρεύουν τόσες ημέρες στα λιμάνια; Τι ζητούν απ’ τη θάλασσα; Μετράνε μόνο καράβια που πηγαινοέρχονται. Παραιτημένες απ’ το ταξίδι, παραιτημένες απ’ την αποστολή τους. Μακάβρια σκέλεθρα του χρόνου. Νικημένες κι αυτές.

Ασέλγησαν πάνω στο σώμα του καλοκαιριού. Χάραξαν βέβηλες το σώμα ενός κοκκινολαίμη. Αφαίρεσαν όλα τα στίγματα από μια πεταλούδα. Τι να καμαρώσει μια πεταλούδα αν δεν είναι χρωματιστά τα φτερά της; Πάνω στον ίσκιο του μεσημεριού απόθεσαν τόνους σίδερο. Πώς να σηκώσεις ένα καλοκαιρινό μεσημέρι με τόσο βάρος;

Αυτό γινόταν πάντα στις μεταβατικές εποχές. Από άνοιξη σε καλοκαίρι, από φθινόπωρο σε χειμώνα, από τη μια ημερομηνία στην άλλη, από την εποχή του σιδήρου στην εποχή…

Όμως ποιος είπε πως τα γράμματα δεν βρίσκουν παραλήπτες; Ακόμα κι εκείνα τα μπουκάλια με τα μηνύματα που ρίχτηκαν στη θάλασσα τον καιρό του αποκλεισμού.

Κι αν περιπλανήθηκαν τόσοι με τα καραβάνια σε . ερήμους που αλλάζουν γεωγραφία, μάταια δεν ταξίδεψαν. Κι αν εξατμίστηκαν τα νερά, οι χυμοί και, μερικές φορές, οι πίστεις τους (ακλόνητες άλλοτε). Κι αν πολλοί σκόρπισαν όσο διαρκεί η πορεία, μάταιο κι αυτό δεν ήταν. Άλλους τους πήρε η άμμος μέσα της, άλλους τους πήραν οι ληστές που ενδημούσαν στην εποχή, άλλοι σκόρπισαν χάνοντας την ανατολή ή γιατί αποφάσισαν αλλιώς ν’ αντιμετωπίσουν το κακό.

Κατακρεουργημένα πνεύματα κυκλοφορούσαν έκτοτε στις ανατολικές επαρχίες κι έψαχναν κάποιες σημαδιακές νύχτες (τότε που μαζεύονταν στις οάσεις τα καραβάνια πάλι κι έλεγαν ιστορίες ή μόνο τραγούδια) να καταφύγουν. Άλλος εξιλασμός δεν υπάρχει.

Τα παιδιά έψαχναν πάλι να ανακαλύψουν τεκμήρια του θαύματος και να πιστέψουν. Ξέρουν τώρα το σκληρό ανταγωνισμό της ερήμου και δεν πιστεύουν πια σε ταχυδακτυλουργούς, γόητες φιδιών και μάγους που φτιάχνουν κόσμους με τα ψέματα.

      Ξέρουν, έμαθαν πια, πως το πιο πραγματικό του κόσμου δεν είναι τα γεγονότα αλλά η φαντασία τους. Και η αλήθεια τους δεν είναι ο ρεαλισμός αλλά η ουτοπία.

7

Π

οια δικαιοσύνη ψάχνεις τώρα στους αιώνες; Ποιος δίκαιος άνεμος φυσάει σε τούτες τις πούντες; Ποιος θα σηκώσει το βλέμμα σε ένα νέο φως; Πληθαίνουν οι  κραυγές που καλούν σε βοήθεια. Εσείς μπορείτε να μας σώσετε. Καλέστε τους νεκρούς, καλέστε τα παιδιά, καλέστε τα αδικημένα όνειρα. Επιστρατέψτε τον ήλιο. Πρέπει να μπουν καθήκοντα. Να ξαναδιαβάσουμε τις ακτίνες. Πρέπει να οργανώσουμε το φως σε πρόθυμες ακολουθίες. Πρέπει να ξεσηκώσουμε την οργή και τη λύπη. Πρέπει να αντιγράψουμε σ’ ένα χαρτί τα ΠΡΕΠΕΙ, να τα ‘χουμε μαζί, να τα συμβουλευόμαστε.

Προσκυνώ και πάλι τις θλιμμένες εικόνες. Και τις καλώ σε ένα νέο αιώνα. Προσκυνώ τις υποσχέσεις που δώσαμε. Προσκυνώ όλα τα σχέδια, όλες τις ήττες, όλους τους λυπημένους χρόνους. Δεν παραιτούμαι ούτε από ένα δικαίωμα. Δεν παραιτούμαι ούτε από έναν άνθρωπο. Δεν σπατάλησα ούτε μια ώρα. Εκδίκηση θέλω. Για λογαριασμό όλων.

Και φυσικά σας ζητώ συγγνώμη. Που λιγόστεψαν δραματικά οι πυγολαμπίδες. Σας ζητώ συγγνώμη που δεν εμπόδισα τους εισβολείς. Και τα γεγονότα έχουν συντελεστεί αμετακλήτως. Μη στενοχωρηθείτε όμως γι’ αυτό. Μπορείτε, βέβαια, να κλάψετε. Σκεφτείτε, ωστόσο, πως το παιχνίδι θα ξαναρχίσει, ανυπερθέτως.

Γιατί οι δικοί μου πλάνητες έμειναν ανέστιοι και τις σκέψεις τους δεν τις δώσαν αντιπαροχή. Ανεβαίνουνε χρόνια τώρα ανάποδα στο μονόδρομο γνωρίζοντας πως οι άλλοι που ‘ρχονται στην καθορισμένη πορεία έχουν κάνει το λάθος. Βέβαιοι.

Διασταυρώθηκαν έτσι αναπόφευκτα με όσα κατέβαζε το ρεύμα. Κομμένοι κορμοί, τυφλά αυτοκίνητα (ή τυφλοί οδηγοί δεν θυμάμαι), σάπια αποφάγια, κατακρεουργημένα σχέδια, αμαρτίες κι άνθρωποι που δεν ξέρουν πλέον να απαντήσουν, για πού πηγαίνουν. Ποιοι; Οι δικοί μου; Οι άλλοι;

Έτσι κι αλλιώς, οι ναυαγοί συμπεριφέρονται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Τα σωσίβια που έριξαν παραπλέοντα σκάφη παραλαμβάνονται από τους αναζητώντες. Κάποιοι θα μείνουν εκεί, ακροβατώντας στα σχοινιά του πελάγου, και πέφτοντας. Κάποιοι θα φύγουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Τι θ’ απογίνουν; Κάποιοι θα γυρίσουν και θα κλειστούν στο σπίτι τρομοκρατημένοι. Δεν ξαναβγαίνουν στη θάλασσα, με τόση αρμύρα και τόσα ναυάγια. Κάποιοι θα βάλουν ξάρτια στο μυαλό τους. Ημερομηνίες, επετείους, αστερισμούς, συντρόφους. Τη ζωή τους, την πριν και την επέκεινα. Θα υψώσουν σημαίες και θα λύσουν πάλι κάβους.

Όπως γίνεται πάντα.

8

Όταν κόπασε η θύελλα, όταν καταλάγιασε ο πανικός, όταν σταμάτησε το πλιάτσικο σε περιουσίες, σε κειμήλια, σε ανεκτίμητες αξίες, στις ζωές και τις ελπίδες τους. Όταν δισταχτικά ξανάρχισε ο ήλιος τον κύκλο του. Όταν οι αλαλάζοντες νικητές είχαν γυρίσει στον καθημερινό βίο. Όταν οι διανοούμενοι είχαν ξαναρχίσει να σκέφτονται. Όταν οι μουσικοί ξανάρχισαν να κάνουν τραγούδια κι οι ποιητές να γράφουν ποιήματα με αίσιο τέλος. Όταν…

Άρχισαν σπουδές πάνω στη δύναμη του χρόνου. Και στην αδυναμία του. Θα εντοπιστούν τα ευάλωτα σημεία. Θα εξηγηθούν οι αφορμές και θα καθοριστούν οι νέες νομοτέλειες. Θα δοθεί νόημα. Θα αλλάζουν οι λέξεις. Όπως κι άλλες φορές.

Κάθε φορά άλλο νόημα, άλλη προτεραιότητα, άλλη προσδοκία. Διαστέλλονται επικίνδυνα οι λέξεις, παίρνοντας το βάρος των νέων γεγονότων.

Βέβαια τα παιδιά είναι παιδιά. Δεν τους νοιάζει η μελαγχολία. Θα γυρίσουν πάλι στα σπίτια. Θα βάψουν σε έντονα χρώματα τοίχους και παράθυρα, θα ξαναβρούν τις κρύπτες. Θα εγκαταστήσουν πάλι μέσα το φως, τον αέρα, τη μουσική, το γέλιο τους. Θα βάλουν στίχους. Τις παλιές φωτογραφίες. Δεν θα θυμούνται. Δεν θα ξεχνούν.

Τώρα καλούνται να μάθουν ξανά τις συλλαβές. Να ψελλίσουν τον κόσμο. Να βάλουν άρθρα, να κάνουν προτάσεις. Για να πάρει πάλι ο ορίζοντας υπόσταση στο βλέμμα.

Παίρνουν μαζί τους ένα παλιό εικόνισμα, τα κλειδιά που απόμειναν απ’ το κλεμμένο μηχανάκι, το πιο ωραίο ψέμα τους. Την ευχή της μάνας. Ένα «μη με λησμόνει». Και λίγο νερό να βρέχουνε τα χείλη τους.

Ξεκινάνε πάλι.

Από το σημείο μηδέν άρχισε νέα μέτρηση.

9

Γιατί εγώ τώρα που σας ιστορώ δεν έχω πια την πολυτέλεια της μελαγχολίας. Να την περιφέρω σε νυχτερινούς δρόμους, από την πόρτα μιας ερωμένης στην αυλή των παιδικών φαντασμάτων. Γιατί έχουν γίνει αμετάκλητα τα πράγματα.

Αλλά πρέπει να ξανανοίξει μια φλέβα, να τρέξει όλο το αίμα. Να στενέψουν τα περιθώρια απελπιστικά. Ν’ αρχίσει άλλη αρίθμηση.

Αφού κάθε πρωί εξακολουθεί να ανατέλλει ένα καινούργιο χαμόγελο κοριτσιού. Αυτό που συναντάς σε μια νυσταγμένη καλημέρα, μ’ ένα φιλί στον αέρα, μια κίνηση χορού στο κενό. Σαν την εικόνα της πιο γαλήνης που έχει η ψυχή σου, σαν το κλειδί για να ξεμπλέξεις τον κόσμο.

Θα φυλάξω αυτή την καλημέρα, το φιλί, την όρεξή μου, το κάθε πρωί που είναι καινούργιο. Θα φυλάξω τις καλύτερες ευχές. Θα κάνω ελιγμούς ανάμεσα στα διάκενα των ημερών, σαν να κρατάω τις σπουδαίες σημειώσεις στο περιθώριο. Θα τις διασχίσω αναπότρεπτα.

Δεν είναι καλύτερα να παρακαλάς τον καιρό να συντομεύει. Είναι καλύτερο να επισπεύδεις τις συντέλειες.

Έχει γεμίσει ο κόσμος γιασεμιά. Και να τα βλέπεις είναι πολύ.

Γιατί φτάσαμε ως εδώ με κόπο πολύ. Κάποιες φορές πάνω στο λιποψύχισμα βρίσκαμε τόπο να πατήσουμε. Ένα πείσμα, την υπομονή, το «πάμε παρακάτω». Δεν ήταν γι’ αστείο αυτά που κάναμε.

Φυσικά δεν διανύσαμε τόσες αποστάσεις ανάμεσα σε πυρπολημένα εδάφη, δεν χάσαμε τόσους φίλους, τόσα κομμάτια ζωής, χωρίς ν’ ασπρίσει ούτε μια τρίχα μας. Μέσα κι έξω.

Ισορροπήσαμε πολλές φορές πάνω στην κόψη. Όχι πως αποφύγαμε τις πτώσεις. Αύριο όμως ξαναρχίζουμε. Δεν ξέρω αν αυτό είναι η σοφία ή η αδιάκοπη αποκοτιά. Ή μήπως είναι το ίδιο;

Μαντεύετε λοιπόν γιατί ακόμα με απασχολούν οι στίχοι. Σχεδόν με βασανίζουν.

Σαν να ακούω τη φωνή τους, να καλεί την κλάση μας. Σαν να ζω μαζί τους όλες τις ζωές, τις πριν και τις επόμενες, σαν να συναναστρέφομαι όλες τις μεθυσμένες εικόνες του άλλου κόσμου, που φαντάστηκα. Ο κόσμος που αντέχει, που αλλάζει και μένει ίδιος, που χαμογελάει στην καταστροφή, που ξαναρχίζει αδιάκοπα. Μπορεί και να νικάει.

«Είτε βραδιάζει

 είτε φέγγει,

 μένει λευκό   

το γιασεμί»‘.

Να το θυμάστε. Όπως όλα τα καλύτερα που δεν είναι πλέον εδώ κι όμως δεν λείπουν.

………………………………………

1. Γ. Σεφέρης: «Το γιασεμί», Ποιήματα, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α, Εκδ. Ίκαρος

10

Αν γίνεται, αν, λέω, να ξαναπαίξουμε το παραμύθι; Γιατί είναι λάθος που πιστεύουμε πως ξέρουμε το τέλος. Κάθε φορά που ξαναρχίζει το παραμύθι, γίνεται άλλο.
Κι ύστερα όλες οι ήττες συνηγορούν για μια νίκη.

ΜΕΡΟΣ   3ο

Και σας ιστορώ χωρίς χρόνους στα ρήματα, αφού καταργήθηκαν με το μανιφέστο των «πολέμιων του χρόνου και της φθοράς» κι έτσι δεν ξέρει κανείς αν όλα αυτά έγιναν ή πρόκειται να γίνουν ή γίνονται. Μάλλον αυτό το τελευταίο συμβαίνει, ακόμα κι αν υπολογίσουμε το ρήμα με τους χρόνους που ίσχυαν στην προηγούμενη γραμματική.

Γιατί τα σημάδια μένουν εκεί. Μπορεί να μαρτυρήσουν όλοι πως τα είδαν. Πως όσα σας ιστορώ ήταν από εκείνα τα σημάδια. Μιας μάχης της ζωής ανεπανάληπτης.

Πως έρχεται εκείνη η μυρωδιά από τα ορυχεία, πολύ γήινη κι από πολύ μεγάλο βάθος, με μια ελπίδα πολύτιμου μετάλλου και μια προοπτική ευθυμίας;

Και τα παιδιά έχουν και πάλι μιαν οσμή ορυχείου, έτσι που σκάβουν χιλιάδες μέτρα στο βάθος των νοημάτων. Έτσι που ψάχνουν να βρουν τις αιτίες. Έτσι που περιπλανώνται στη μνήμη. Έτσι που φωτίζουν με τις πυγολαμπίδες τις στοές. Έτσι που μιλούν γάργαρα, έστω κι αν έχουν λιγοστέψει εκείνοι που έχουν διατηρήσει την αίσθηση της ακοής.

Λοιπόν, εκείνη τη φορά ο κόσμος έμεινε στην ίδια θέση. Κι ο χρόνος δεν κύλαγε.

Μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει από τη λαβή του μικρού αντάρτη. Μάταια προσπαθούσε να αλλάξει την κατάσταση. Να ξαναπάρει πόζα αγέρωχου.

Εκείνος, ο ανίκητος κλονιζόταν. Η μνήμη γινόταν ισχυρή. Οι απειλές, οι διαδόσεις, οι θάνατοι δεν στάθηκαν ικανοί να τη ματαιώσουν.

Έτσι νικήθηκε ο Χρόνος.

Κι αυτά τώρα που σας ιστορώ δεν είναι παρά ένας σύντομος πρόλογος της πραγματικής ζωής. Που ακολούθησε.

………………………………………………………………………………………………

Σειρά: Ελληνική Λογοτεχνία 3

Θανάση Σκαμνάκη, Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς

© Θανάσης Σκαμνάκης και Εκδόσεις ΣΤΑΧΥ, 1999 Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο, Εκδόσεις ΣΤΑΧΥ Μεσολογγίου 5, 106 81 Αθήνα. Τηλ,: 33.03.590 – 38.30.889 Φαξ: 38.25.255 – 33.04.475 e-mail: proodoss@otenet.gr

Εξώφυλλο: Γιώργος Κώτσου

Φιλμ: Τύποις ΕΠΕ

Εκτύπωση: X. & Σ. Ζαχαροπούλου – Δ. Σιταράς, τηλ.: 48.28.351

Βιβλιοδεσία: Δ. Μπάστας,τηλ.: 57.53.808

Κεντρική διάθεση: ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕΕΕ, τηλ,: 38.30.889 – 38.21.001

ISBN 960-8032-19-9

Advertisements
Explore posts in the same categories: Βιβλίο, Θανάσης Σκαμνάκης

Ετικέτες: , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: