Η συζήτηση για τη συνεργασία των δυνάμεων της αριστεράς και οι ανάγκες της ταξικής πάλης

 

Του Δ. Δημητριάδη

Το τελευταίο διάστημα το σύνολο του αριστερού κόσμου καθώς και ευρύτερα τμήματα του λαού απασχόλησε η διατύπωση προτάσεων σχετικά με την κοινή δράση και τη συνεργασία των αριστερών κομμάτων. Εννοούμε τη δημοσιοποίηση των δέκα σημείων του ΣΥΡΙΖΑ για το συντονισμό και την κοινή δράση της αριστεράς, την επιστολή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο Κ.Κ.Ε. και το ΣΥΡΙΖΑ, καθώς την απάντηση του Κ.Κ.Ε. που δόθηκε μέσω του Ριζοσπάστη.

Είναι και αυτό μια ένδειξη του γεγονότος ότι ευρύτερα λαϊκά τμήματα στρέφουν το βλέμμα τους προς τα αριστερά και ιδιαίτερα αν θα προχωρήσει κάποιας μορφής κοινή δράση ακόμη και συνεργασία. Φυσικά από όλο αυτό τον κόσμο δεν λείπουν οι αυταπάτες και πολλές φορές μια ωραιοποίηση της κατάστασης. Θεωρούν ότι μια συνεργασία όσων δυνάμεων αυτοτιτλοφορούνται αριστερές αυτόματα θα δώσει διέξοδο και θα απαλλάξει τον λαό από τα προβλήματα του. Παρόλα αυτά πρόκειται για ένα θετικό γεγονός. Καμιά δύναμη δεν είναι δυνατόν να παρακάμψει τη λαϊκή θέληση χωρίς να υποστεί τις συνέπειες. Θα μπορούσε η ανταλλαγή αυτών των προτάσεων και των απαντήσεων καταρχήν να θεωρηθεί ως θετικό γεγονός ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα στο οποίο θα καταλήξει. Το γεγονός όμως ότι εξελίσσεται πριν από τις εκλογές, καθώς επίσης η ίδια η διατύπωση των κειμένων και ιδίως του κειμένου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περισσότερο για προσχηματικές κινήσεις και λιγότερο ότι εκφράζουν σταθερή πρόθεση και πεποίθηση για την επιδίωξη της κοινής δράσης των δυνάμεων της αριστεράς.

Ένας σύντομος σχολιασμός

Το κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ κινείται στα πλαίσια της γενικής πολιτικής του. Με ένα κριτικό τρόπο απέναντι στις εξελίξεις και την πολιτική που εφαρμόζεται, χωρίς να εναντιώνεται ριζικά σ’ αυτήν, ενώ την όποια λύση και διέξοδο τη βλέπει αφενός μεν στα πλαίσια του ευρώ και φυσικά της Ε.Ε. και αφετέρου ως μια μορφή πιο προοδευτικής διαχείρισης από την πολιτική του μνημονίου και όχι εναντίον του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, αλλά ως αντιμνημονιακή και αντινεοφιλελεύθερη. Είναι φανερό ότι μια τέτοια πρόταση δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την όποια συμπαράταξη, ή συνεργασία με γενικότερους στόχους, παρά μόνο κοινή δράση μέσα στο κίνημα πάνω στα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων.

Η πρόταση της ANTAΡΣΥA αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σοβαρές προγραμματικές διαφορές μεταξύ του φορέα αυτού και των άλλων αριστερών δυνάμεων οι οποίες δεν επιτρέπουν τη συγκρότηση προγραμματικού, ή εκλογικού μετώπου, όπως αναφέρει. Ακόμη περισσότερο η όποια συμπαράταξη δεν μπορεί να έχει στρατηγικό χαρακτήρα. Άρα αν μπορεί να επιτευχθεί κάτι αυτό θα είναι η κοινή δράση μέσα στο κίνημα και τους αγώνες. Γιατί λοιπόν δεν διατυπώνεται ως τέτοια, παρά διατυπώνεται με το βαρύγδουπο τίτλο συγκρότηση αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής της επίθεσης του κεφαλαίου, της Ε.Ε., του ΔΝΤ, των κυβερνήσεων κ.λπ.; Γιατί για να διαμορφωθεί κοινή δράση πάνω σε ένα πρόβλημα ή σε ορισμένα προβλήματα πρέπει να συζητήσουν κεντρικά ηγεσίες των κομμάτων και δεν μπορεί να λυθεί αυτό με συζήτηση και συντονισμό στα πλαίσια των ίδιων των συνδικαλιστικών δυνάμεων που δρουν μέσα στο κίνημα και εκεί να απευθυνθεί η πρόταση αυτή; Πώς μπορεί να συνδεθεί η δράση του μαζικού κινήματος με ένα μέτωπο ρήξης και ανατροπής, όπως περιγράφηκε πιο πριν με τόση ευκολία και με ένα τόσο άμεσο τρόπο; Πώς μπορεί να συνδυαστεί η αδυναμία συγκρότησης προγραμματικού μετώπου, όπως αναφέρει η πρόταση που οδηγεί στην ανάγκη περιορισμού στην κοινή δράση των μαζικών φορέων με αιτήματα και διεκδικήσεις όπως η έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε., η εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας μονοπωλίων με εργατικό έλεγχο, ριζική μείωση του χρόνου εργασίας, ριζική αλλαγή της φορολογίας κ.λπ.; Κατά ποια λογική τίθενται στην ίδια πρόταση ένα μείγμα συνδικαλιστικών στόχων και διεκδικήσεων και μαζί πολιτικοί στόχοι μεγάλης σημασίας, οι οποίοι ουσιαστικά συγκροτούν, ή είναι σημαντικό τμήμα ενός μεταβατικού προγράμματος προς το σοσιαλισμό; Όλα αυτά θα τα διεκδικήσουν τα συνδικάτα και οι μαζικοί φορείς και μάλιστα θα τεθούν ως σύνολο από την πρώτη στιγμή; Θα τεθεί σήμερα, επί παραδείγματι, ως όρος για την κοινή δράση στο μαζικό κίνημα η έξοδος από την Ε.Ε.;

Όλοι αυτοί οι στόχοι οπωσδήποτε θα περάσουν στο μαζικό κίνημα σε μια πορεία, που θα έχουν ωριμάσει περισσότερο στη συνείδηση των εργαζομένων, θα έχουν γίνει συνείδηση σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, ή σε πολλές περιπτώσεις θα τίθενται από σήμερα, όχι όμως ως όρος για την κοινή δράση. Όλα αυτά φανερώνουν σημαντικές αντιφάσεις όσον αφορά το χαρακτήρα και το ρόλο του πολιτικού κόμματος και των συνδικάτων. Τα κόμματα και τα συνδικάτα οπωσδήποτε δεν διαχωρίζονται με αδιαπέραστα τείχη, αλλά δεν είναι δυνατόν να βλέπει κανείς με ενιαίο τρόπο την οικονομική, την πολιτική και την ιδεολογική πάλη, τα κόμματα και τα συνδικάτα.

Αυτά τα ερωτήματα μας οδηγούν σε σκέψεις ότι άλλη ήταν κατά βάση η στόχευση της πρότασης και όχι να τεθεί και να επιδιωχθεί το υπερώριμο θέμα της κοινής δράσης στο εργατικό και το ευρύτερο μαζικό κίνημα στη βάση των αναγκών και των συμφερόντων της εργατικής τάξης σήμερα. Το θέμα αυτό δεν παίρνει πλέον καμία αναβολή.

 

Η απάντηση του ΚΚΕ

Όσον αφορά την απάντηση του Κ.Κ.Ε. μέσω του Ριζοσπάστη στο φύλλο του Σαββάτου 24 Μάρτη, κινείται στο πλαίσιο των αντιλήψεων και της τακτικής του μέχρι σήμερα. Προσπαθεί αφενός μεν να δικαιολογήσει και αφετέρου να θεωρητικοποιήσει την τακτική του στο μαζικό κίνημα και γενικά τη δράση του μέσα στο λαό, που οδηγεί σε κάθε περίπτωση σε ξεχωριστές συγκεντρώσεις και πορείες των συνδικάτων, σε ξεχωριστή δράση συνολικά και τελικά σε ξεχωριστή οργάνωση των εργατοϋπαλλήλων. Οδηγεί στον κατακερματισμό της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού της κινήματος και όχι στην ενότητα δράσης με προοπτική την ενότητα της τάξης σε ταξική κατεύθυνση. Τελικά φανερώνουν μια αντίληψη ότι η ενότητα δράσης θα επιτευχθεί στη βάση της αποδοχής όχι μόνο του πλαισίου συνδικαλιστικών στόχων, αλλά της αποδοχής του συνολικού πολιτικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα αιτήματα αυτά και στην ιδεολογία που τα διέπει, στο σκοπό και στην επιδίωξη των αγώνων. Σε τελική ανάλυση ενότητα στη στρατηγική που το Κ.Κ.Ε. προωθεί.

Γράφει συγκεκριμένα το κείμενο, ότι η διαπάλη στο κίνημα δεν εμπόδισε τα συνδικάτα να αποφασίζουν κινητοποιήσεις χωρίς κάθε δύναμη να δεσμεύεται στο πλαίσιο με το οποίο θα απευθυνθεί στους εργαζόμενους. Ακόμη ότι οι αντίθετες γραμμές δεν εμπόδισαν τη διοργάνωση απεργιών και μάλιστα με πλαίσια πάλης σε αντιπαράθεση. Είναι σωστό και αυτονόητο ότι η πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών κομμάτων και διαφορετικών γραμμών μπροστά στους εργαζόμενους δεν είναι δυνατόν να ανασταλεί σε καμιά περίπτωση, παρά την οποιαδήποτε συμφωνία για κοινή δράση στο μαζικό κίνημα. Αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ. Καμία συμφωνία δεν μπορεί να επιβάλει γενικό σιωπητήριο, διότι πέρα των συμφωνηθέντων που προωθούνται από κοινού στο μαζικό κίνημα, υπάρχουν όλα τα υπόλοιπα ζητήματα ιδεολογίας, πολιτικής και στρατηγικών επιδιώξεων, τα οποία είναι διαφορετικά για κάθε κόμμα και τα οποία οφείλει να θέτει και να τα ζυμώνει χωρίς φυσικά να αναιρεί και να υπονομεύει το συμφωνημένο πλαίσιο δράσης.

Δεν φτάνει να διαπιστώνουμε ότι οι διαφορετικές απόψεις και οι αντιπαραθέσεις του συνδικαλιστικό κίνημα δεν εμπόδισαν την προκήρυξη απεργιών. Εξάλλου δεν υπάρχει τρόπος να εμποδιστεί. Σε κάθε περίπτωση απεργίες και αγώνες συνδικαλιστικοί γίνονταν και θα γίνονται. Πρέπει όμως να απαντήσει το Κ.Κ.Ε. και οι άλλες δυνάμεις σχετικά με το πώς και πόσο επέδρασε η απόλυτη έλλειψη της παραμικρής συνεννόησης και του ελάχιστου συντονισμού στη μαζικότητα, τη μαχητικότητα και την αποτελεσματικότητα αυτών των αγώνων. Πόσο αρνητική ήταν η επίδραση τους στον ενθουσιασμό, στην ψυχολογία των εργαζομένων, στη μαζικοποίηση των αγώνων και των συνδικάτων; Μετά από τόσες απεργίες και κινητοποιήσεις και παρά την τεράστια επίθεση που οι εργαζόμενοι δέχονται πως δεν κατέστη δυνατόν να υπάρξουν αποτελέσματα όσον αφορά την ανάπτυξη του κινήματος και κατακτήσεις για τους εργαζόμενους;

Το Κ.Κ.Ε. προσπαθεί να δικαιολογήσει και να τεκμηριώσει θεωρητικά την τακτική του, θέτοντας το εξής σχήμα. Διαφορετικά κόμματα- διαφορετικές στρατηγικές- διαφορετικά πλαίσια πάλης μέσα τους εργαζόμενους και στο κίνημα. Ως εκ τούτου προκαλείται σύγχυση μέσα στην εργατική τάξη από ένα κάλεσμα συσπείρωσης σε κοινό πλαίσιο ενώ την ίδια ώρα κάθε κόμμα θα ζυμώνει τη στρατηγική του. Και ακόμη ότι αυτό θα παρεμποδίσει την πολιτική ωρίμανση των συνειδήσεων των εργαζομένων για βαθύτερες αλλαγές ως και την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Με βάση τα παραπάνω, αφού τα ξεχωριστά κόμματα έχουν και ξεχωριστές στρατηγικές (εξάλλου τι διαφορετικά θα ήταν αν είχαν την ίδια στρατηγική) παντού και πάντα θα δρουν ξεχωριστά. Δεν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα κοινής δράσης του συνόλου της εργατικής τάξης, που ακολουθεί διαφορετικά κόμματα. Αυτή θα είναι εσαεί διασπασμένη και μάλιστα κάθε κόμμα θα διαθέτει και ξεχωριστά συνδικάτα που δεν είναι δυνατόν να συμπορεύονται ποτέ.

Η βάση της δημιουργίας των πολιτικών κομμάτων και κατ’ επέκταση της πολιτικής και της στρατηγικής τους είναι η ταξική διαίρεση της κοινωνίας και τα αντιπαρατιθέμενα συμφέροντα του τάξεων και η ταξική πάλη που κινεί την ιστορία. Πάνω σ’ αυτή τη βάση οικοδομούνται τα κόμματα. Κόμματα αστικά, κόμματα εργατικά, ή μικροαστικά. Είναι φυσικό μεταξύ των αστικών κομμάτων να μπορεί να διαμορφωθεί κοινή δράση και συμμαχία και ιδιαίτερα στις πιο δύσκολες στιγμές για την αστική κυριαρχία, καλή ώρα σήμερα που όλα τα αστικά κόμματα ανοιχτά, ή με συγκαλυμμένη μορφή κάποια, στηρίζουν την αστική στρατηγική για την αντιμετώπιση της κρίσης. Άλλο τόσο μπορεί να υπάρξει κοινή δράση και συμμαχία μεταξύ κομμάτων που έχουν εργατική αναφορά ανάμεσα στο κόμμα της εργατικής τάξης και άλλα κόμματα, τα οποία εκφράζουν τμήματα της, πολύ δε περισσότερο στη δράση πάνω στα άμεσα προβλήματα των εργατών και των μικροαστικών στρωμάτων.

Όλη αυτή η λογική καταλήγει στον παραλογισμό. Πώς είναι δυνατόν η πάλη της εργατικής τάξης για να αποκρούσει την επίθεση που δέχεται και να αγωνιστεί να μην της αφαιρεθούν κατακτήσεις και να διεκδικήσει τη βελτίωση της ζωής της να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική δράση κάθε κόμματος που ζυμώνει την πολιτική και τις στρατηγικές επιδιώξεις του; Ενάμιση αιώνα κομμουνιστικού κινήματος ουσιαστικά κανείς δεν τόλμησε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Ούτε οι κλασικοί Μαρξ και Ένγκελς, ακόμη περισσότερο ο Λένιν και η Κομμουνιστική Διεθνής αργότερα. Όλοι αυτοί βάδιζαν σε λάθος δρόμο ώσπου κάποιοι ανακάλυψαν σήμερα την αλήθεια; Ενενήντα χρόνια το Κ.Κ.Ε. βάδιζε σε μια γραμμή που εμπόδιζε την ωρίμανση των συνειδήσεων των εργαζομένων και τις αποπροσανατόλιζε; Και όλα αυτά τα επιτεύγματα που κανείς δεν αρνείται πως έγιναν; Εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τα αίτια που ένας σχεδόν αιώνας δράσης δεν οδήγησε στη νικηφόρα επανάσταση και το σοσιαλισμό;

Μια ακόμη παρατήρηση. Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής η εμμονή της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. να προσάψει σε όλα τα αριστερά κόμματα και οργανώσεις ανεξαρτήτως των θέσεων που διατυπώνουν ότι προωθούν τη δημιουργία «προοδευτικής», ή «αριστερής» κυβέρνησης για τη διαχείριση του καπιταλισμού. Για κάποιες περιπτώσεις αυτό μπορεί να ισχύει. Για άλλες όμως είναι εντελώς αστήρικτο. Επιπλέον δεν είναι δυνατόν η διατύπωση και η διεκδίκηση κάθε στόχου που η υλοποίηση του συνολικά δεν είναι συμβατή με τον καπιταλισμό και τα συμφέροντα του κεφαλαίου – έξοδος από την Ε.Ε.- αντιμετώπιση ζητημάτων εθνικής ανεξαρτησίας- εθνικοποίηση μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων με εργατικό έλεγχο κ.λπ. να χαρακτηρίζεται ως ρεφορμισμός, ή διαχείριση του συστήματος, ενώ η διατύπωση συνδικαλιστικών στόχων και αιτημάτων που συνοδεύονται απλά από τη διατύπωση της Λαϊκής Εξουσίας και την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής είναι γραμμή επαναστατική;

Το Κ.Κ.Ε. από τη δεκαετία του 1960 έδωσε έναν τεράστιο αγώνα εναντίον της ΕΟΚ και αργότερα Ε.Ε., να μη γίνει μέλος η Ελλάδα της Ε.Ε., ή να αποδεσμευθεί μετά από την ένταξη της, ως πρόσφατα. Σήμερα ο στόχος αυτός κατακτά ευρύτερα τμήματα εργαζομένων. Το αίτημα αυτό τείνει να γίνει πλειοψηφικό. Σήμερα που πρέπει να αξιοποιηθούν τα αποτελέσματα του αγώνα αυτού, το Κ.Κ.Ε. απεμπολεί αυτόν τον αγώνα και συνδέει την έξοδο από την Ε.Ε. με την επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Πώς όμως θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την επανάσταση αν δεν ζυμωθεί ένα πλαίσιο μεταβατικών στόχων και αιτημάτων, αν ο αγώνας αυτός δεν υποσκάψει τα βάθρα της αστικής κυριαρχίας και δεν κατακτήσει τις συνειδήσεις των μαζών; Μ’ αυτή τη λογική κινδυνεύει να παραπεμφθεί η επαναστατική αλλαγή στις ελληνικές καλένδες.

Η ανάγκη του μετώπου

Το μέγεθος της επίθεσης του κεφαλαίου απαιτεί αντίστοιχη απάντηση από την εργατική τάξη, αλλιώς η επίθεση αυτή δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί σε θετική κατεύθυνση και να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις βαθύτερων αλλαγών στη χώρα στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί η επίθεση αυτή με αποσπασματικές κινητοποιήσεις, παρά μόνο με τη συνένωση της εργατικής τάξης και του συνόλου των εργαζομένων σε ένα μεγάλο μέτωπο το οποίο δεν θα περιοριστεί στην απόκρουση της επίθεσης και την απόσπαση ορισμένων κατακτήσεων. Απαιτεί την αντιπαράθεση με την αστική πολιτική και την αστική στρατηγική, τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης εργατικής πολιτικής που αγωνίζεται για την επιβίωση του λαού σήμερα, την υπόσκαψη της αστικής κυριαρχίας και την διεκδίκηση της εξουσίας στην πορεία. Απαιτείται δηλαδή ένα μέτωπο αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό, που στην πορεία της πάλης οι στόχοι και ο χαρακτήρας του βαθαίνουν, παίρνει πιο σαφές αντικαπιταλιστικό επαναστατικό περιεχόμενο, ένα μέτωπο ρήξης με το σύστημα και προοπτική εξουσίας.

Η κοινή δράση

Η δημιουργία του μετώπου αυτού εκτός από αδήριτη ανάγκη στις σημερινές συνθήκες εκφράζει αυτό που ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις έστω θολά και με ασαφή τρόπο ζητούν. Αμέσως όμως έρχεται το ερώτημα: Είναι ώριμες οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο βήμα σήμερα; Είναι έτοιμες οι πολιτικές δυνάμεις που έχουν αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό και αντικαπιταλιστικές αναφορές και επιδιώξεις για ένα τέτοιο βήμα;

Με σαφήνεια πρέπει να απαντήσουμε ότι αυτή τη στιγμή η διαπίστωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει βάση. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή η δυνατότητα για την προώθηση ενός τέτοιου μετώπου και οι λόγοι είναι οι πραγματικές διαφορές στη στρατηγική και στις προγραμματικές θέσεις των κομμάτων και οργανώσεων καθώς και σοβαρά εμπόδια που θέτουν οι εμμονές σε λαθεμένες και αδιέξοδες αντιλήψεις. Αυτές όμως υπάρχουν και αν δεν ξεπεραστούν δεν πρόκειται να ανοίξει ο δρόμος. Υπάρχουν πάρα πολλά που πρέπει να γίνουν, τα οποία θα συμβάλλουν στην αποσαφήνιση των διαφορών στις πραγματικές τους διαστάσεις, στο ξεπέρασμα των λαθεμένων αντιλήψεων και της καχυποψίας.

Ζητούμενο είναι η καθημερινή δράση να διαμορφώνει και με πολύ άμεσο τρόπο τις προϋποθέσεις για το μέτωπο και όχι να βάζει προσκόμματα και να απομακρύνει τη δημιουργία του. Το πεδίο αυτό είναι η μαζική ενωτική δράση μέσα στο λαό. Η κοινή δράση των εργαζομένων, εργατών, υπαλλήλων και όλων των λαϊκών στρωμάτων πάνω στα οξύτατα προβλήματά τους και κυρίως η δράση για την απόκρουση της επίθεσης κεφαλαίου είναι άμεσα δυνατή και αναγκαία στην εργατική τάξη και το εργατικό και το ευρύτερο μαζικό κίνημα.

Πρέπει από την αρχή να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν θεωρούμε ως ενδεδειγμένη τακτική την κοινή δράση και την ενωτική πολιτική μόνο «από τα κάτω» μέσα στην εργατική τάξη και τους εργαζόμενους. Μια τέτοια δράση δεν είναι δυνατόν να έχει σημαντικά αποτελέσματα. Η ιστορική πείρα του κομμουνιστικού κινήματος το αποδεικνύει. Η προώθηση της κοινής δράσης των εργαζομένων πρέπει να υποβοηθείται με προσπάθειες «από τα πάνω» από τις συνδικαλιστικές και πολιτικές ηγεσίες, αλλιώς δεν θα έχει σοβαρή προοπτική. Η κοινή δράση των εργαζομένων και οι ισχυρές ενωτικές διαθέσεις που θα δημιουργήσει είναι το πρωταρχικό στοιχείο, είναι η βάση για τη διαμόρφωση συνεργασίας και στις κορυφές, συνεργασία στο πολιτικό επίπεδο, που θα οδηγήσει στη δημιουργία ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Στις διαμορφωμένες συνθήκες σήμερα η κοινή δράση μέσα στους εργαζόμενους και στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι το πρώτο, το αναγκαίο βήμα που πρέπει όσο το δυνατόν γρηγορότερα να οδηγήσει σε ολοκληρωμένη ενωτική δράση, στο ενιαίο αντιιμπεριαλιστικό-αντιμονοπωλιακό μέτωπο.

Δυο ακόμη ζητήματα

Δύο ακόμη σημαντικά θέματα που αφορούν την ενωτική δράση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Ποιους εργαζόμενους αφορά και με ποια κριτήρια θα επιδιωχθεί η συσπείρωση αυτή και ακόμη ποια θα είναι η βάση της.

Η επιστολή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναφέρει: «Να υπάρξει η πιο πλατιά ενότητα των ταξικών δυνάμεων στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, έξω από τη λογική και ανεξάρτητα από τις δυνάμεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και της αστικής πολιτικής των ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, του υποταγμένου συνδικαλισμού». Σε αυτή τη λογική δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσουμε. Η πρόταση εδώ είναι η ενότητα των ταξικών δυνάμεων, δηλαδή του ΠΑΜΕ και των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ίσως και κάποιες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, ανεξάρτητα μάλιστα από τις δυνάμεις των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και όχι απλά από τις ηγεσίες των οργανώσεων αυτών. Αυτό όμως σημαίνει διάσπαση του εργατικού μετώπου. Σημαίνει διαιώνιση της σημερινής κατάστασης. Ζητούμενο είναι η πλατιά ενιαιομετωπική συσπείρωση της εργατικής τάξης και όχι η διαίρεση της με τέτοια κριτήρια. Κριτήριο για τη συσπείρωση των εργαζομένων δεν μπορεί να είναι οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ταυτότητες των ηγεσιών και κάθε εργαζόμενου, αλλά η απόφαση και η θέληση για συμπόρευση πάνω σε ένα ορισμένο πλαίσιο, σε συγκεκριμένους στόχους για καθορισμένες διεκδικήσεις εναντίον των εργοδοτών και του κεφαλαίου. Ο αποκλεισμός των ηγεσιών ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ δεν θα γίνει επειδή οι ηγεσίες αυτές κράτησαν τη συγκεκριμένη αστική γραμμή, αλλά γιατί δεν χωρούν σε ένα τέτοιο πλαίσιο, σε μια τέτοια συσπείρωση, οι ίδιες οι αντιλήψεις και η πρακτική τους θα τις θέσει εκτός συσπείρωσης. Το ζήτημα δεν είναι να καταγγέλλουμε τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, πράγμα άλλωστε που κάναμε χιλιάδες φορές και θα συνεχίσουμε να κάνουμε με κάθε τρόπο, αλλά η δράση να αλλάζει τους συσχετισμούς ώστε να αποσπαστούν οι οργανώσεις αυτές από την αστική και εργοδοτική επιρροή, να γίνουν όπλο στα χέρια και για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Η πρωτοβουλία ενός αριθμού ομοσπονδιών και συνδικάτων που θα είναι αντιπροσωπευτικές, να καλέσουν σε συστράτευση στη βάση ενός συγκεκριμένου πλαισίου όλες τις ομοσπονδίες και τα συνδικάτα της χώρας μπορεί να δώσει ένα πρακτικό τρόπο συσπείρωσης, ανοιχτή σε όσες δυνάμεις συμφωνούν και η οποία θα λειτουργεί δημοκρατικά και με όρους εμπλοκής ευρύτατων εργατικών μαζών στη λειτουργία και τις αποφάσεις.

Αυτό όμως υποθέτει όλες οι δυνάμεις να αντιμετωπίσουν τα συνδικάτα ως φορείς που συνενώνουν την τάξη για τη διεξαγωγή της οικονομικής πάλης, για τη διεκδίκηση των άμεσων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων των εργαζομένων, ανεξαρτήτως άλλων στοιχείων που τους διαιρούν, πολιτικές πεποιθήσεις, θρησκευτικές, εθνικότητα, κλάδος στον οποίο εργάζονται κ.λπ. Από την πρακτική και ορισμένες θεωρητικές αντιλήψεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα συνδικάτα δίνεται ένας άλλος ρόλος απ’ αυτόν που γνωρίζαμε για ολόκληρες δεκαετίες. Π.χ. οι αντιλήψεις για αριστερή- αντικαπιταλιστική πτέρυγα του μαζικού κινήματος, για πολιτικό εργατικό κίνημα κ.λπ.

Παρόμοιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για αντιλήψεις του Κ.Κ.Ε, το οποίο δίνει στα συνδικάτα ένα ρόλο πολιτικού φορέα περίπου, με αποτέλεσμα μεταξύ κόμματος και συνδικάτων να παρατηρούνται αλληλοεπικαλύψεις και κυρίως τα συνδικάτα να μη μπορούν να ανταποκριθούν στην αποστολή τους, η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων να είναι έξω από αυτά και μακριά από τη σταθερή συμμετοχή στους ταξικούς αγώνες, η διάκριση μεταξύ του φορέα και της ηγεσίας του να γίνεται δυσχερής, ενώ έπρεπε κυρίαρχο στοιχείο να είναι η θέση των εργαζομένων στην παραγωγή, τα κοινά συμφέροντά τους και η αντίθεση με τους εργοδότες τους, τα οποία διαμορφώνουν τη βάση της συσπείρωσης εναντίον των εργοδοτών και του συστήματος. Κατά αυτόν τον τρόπο όμως ο ρόλος των φορέων της εργατικής τάξης για τη διεξαγωγή του αγώνα της, όπως επεκράτησε στον καπιταλισμό μέχρι σήμερα, κόμμα της εργατικής τάξης, συνδικάτα, σωματεία και επιτροπές, σοβιέτ ως όργανα πάλης και εξουσίας τροποποιείται και κινδυνεύει να ανατραπεί. Κάποιων ο ρόλος διαφοροποιείται σοβαρά και κάποιων κινδυνεύει να γίνει αχρείαστος. Αυτοί όμως είναι επικίνδυνοι δρόμοι και το εργατικό κίνημα θα τους πληρώσει ακριβά.

Με βάση τα παραπάνω το πλαίσιο της συσπείρωσης και κοινής δράσης συνδικάτων και εργαζομένων, πρέπει κυρίως να αναφέρεται στην απόκρουση της επίθεσης του κεφαλαίου, την απόρριψη και την πάλη εναντίον των μνημονίων και όλων των συμβάσεων και συμφωνιών που συνήψαν οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η συγκυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ.- Ν.Δ. με την τρόικα τα τελευταία τρία χρόνια. Η καταγγελία και η πάλη για την ανατροπή όλων των αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων, η διεκδίκηση ουσιαστικών αυξήσεων των αποδοχών για όλους τους εργαζόμενους. Να πληρώσει την κρίση του κεφάλαιο και όχι οι εργαζόμενοι. Διεκδίκηση ενός φιλολαϊκού φορολογικού συστήματος. Μονομερής παύση πληρωμής των χρεών της χώρας. Ο αγώνας αυτός να φτάνει ως την ανατροπή της συνολικής πολιτικής και των κυβερνήσεων που την εφαρμόζουν.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι στο συνδικαλιστικό κίνημα και γενικότερα στους εργαζόμενους υπάρχει μεγάλη ανισομέρεια όσον αφορά την αγωνιστική πείρα που έχουν συσσωρεύσει, την ταξική συνειδητοποίηση της κατάστασης και ως εκ’ τούτου στο επίπεδο των αγώνων που μπορούν άμεσα να αναπτύξουν από κλάδο σε κλάδο, από επιχείρηση σε επιχείρηση, από ηλικία σε ηλικία. Αυτό καθιστά αναγκαία την εύκαμπτη τακτική στην αποδοχή και την προώθηση του πλαισίου. Θα υπάρξουν συνδικάτα και αγώνες που το πλαίσιο θα υιοθετηθεί αυτούσιο και ίσως με πιο προωθημένα σημεία, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι αγώνες που θα αναπτυχθούν πιθανόν να είναι περισσότερο αμυντικοί, να στρέφονται κατά βάση στην υπεράσπιση κατακτήσεων, στη διεκδίκηση ορισμένων μισθολογικών βελτιώσεων. Εδώ βρίσκεται ο ρόλος των ηγεσιών να τραβηχτούν στη δράση οι πλατιές μάζες των εργαζομένων και να ενοποιούνται οι θέσεις, οι απόψεις και τα πλαίσια μέσα στην καθημερινή πάλη.

Οι συνθήκες που βιώνουν οι εργαζόμενοι και η χώρα, το μέγεθος της επίθεσης που δέχονται κάνει απόλυτα αναγκαίο απέναντι στο κεφάλαιο να αντιπαρατεθούν οι πιο πλατιές δυνάμεις των εργαζομένων με ενότητα, σχέδιο και αποφασιστικότητα. Σε διαφορετική περίπτωση η ήττα θα είναι τεράστια και με οδυνηρές συνέπειες. Άμεσα πρέπει να προωθηθεί η ενιαία δράση των εργαζομένων για την απόκρουση της επίθεσης. Πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις πρέπει να πάρουν πρωτοβουλίες άμεσα με βάση τις ανάγκες και τη συγκυρία και όχι προτάσσοντας τις στενές πολιτικές και συνδικαλιστικές τους επιδιώξεις. Η κοινή δράση θα διαμορφώσει το έδαφος για ολοκληρωμένη συμπόρευση και στο πολιτικό επίπεδο, θα διαμορφώσει προϋποθέσεις για το ενιαίο μέτωπο των εργαζομένων με προοπτική εξουσίας.

 Πηγή:  http://ergatikosagwnas.gr/EA/

Explore posts in the same categories: Αριστερά, Δημοκρατία, Ιδεολογική πάλη, Οικονομική κρίση, Πολιτική, Συνδικάτα, άρθρα, εκλογές 2012

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: